Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

Ελένη Λαδιά: Μορφές εναντιοδρομίας




Θα αρχίσω με τα λόγια μιας σοφής γυναίκας από την αρχαιότητα, που συναντούμε στον Στοβαίον. Πρόκειται για την Περικτιόνην.
(62) Περικτιόνης Πυθαγορείας Περί σοφίας
«Γέγονε δε και συνέστα ο άνθρωπος ποττό θεωρήσαι τον λόγον τας των άλλων φύσιος και τας σοφίας έργον εστίν αυτώ τούτω κτήσασθαι και θεωρήσαι ταν των εόντων φρόνασιν.» (Από την φύση του και την σύστασή του ο άνθρωπος στρέφεται προς την θεώρηση της πρώτης αρχής του σύμπαντος και της σοφίας. Έργο του είναι να συλλάβει και να εμβαθύνει στο νόημα των όντων.)[1]
Οι οντολογικές έννοιες ή τομές, όπως ανάγκη, μοίρα, ειμαρμένη, διέπουν τόσο το σύμπαν, όσο και την ανθρώπινη υπόσταση. Φαίνεται πως ό,τι συμβαίνει στους χάρτες του ουρανού, απεικονίζεται μικρογραφικώς στην γη. Και πώς να μην συμβαίνει, αφού ο θεμέλιος ορφικός στίχος δηλοί πως ο άνθρωπος είναι παιδί της γης και του αστέρινου ουρανού;
Στην συμπαντική της μορφή η εναντιοδρομία κρηπιδώνεται στην φιλοσοφία του Ηρακλείτου περί αρμονίας των αντιθέσεων. Εναντιοδρομία ή αντίθετος δρόμος, εναντιοτροπή, εναντίωση και αντίθεση δηλώνουν το ίδιο. Το ηρακλείτειο γίγνεσθαι είναι το αποτέλεσμα μιας τρομερής κοσμογονικής διαμάχης, έριδος και πολέμου, μία συνένωση των αντιθέτων στο σύμπαν. Τα αντίθετα, όπως π.χ. ημέρα και νύχτα, ψυχρό και θερμό κ.ά., γίνονται τα στοιχεία ενός διαρκούς ανταγωνισμού. «Το γίγνεσθαι», γράφει ο J. Brunt στην εισαγωγή του βιβλίου Ηράκλειτος, «δεν είναι αυτό που χαλά το Είναι, αλλά αυτό με το οποίο το Είναι φτιάχνεται ξεπερνώντας πάντοτε τον εαυτό του μέσα σε μια διαλεκτική κίνηση που ανανεώνεται ακατάπαυστα».[2]

Η λέξη εναντιοδρομία δεν συναντάται στον Ηράκλειτον. Βρίσκουμε την παραλλαγή της «εναντιοτροπή» στον Διογένην τον Λάερτιον (Ντηλς 7)[3]. «εδόκει δε αυτώ καθολικώς μεν τάδε εκ πυρός τα πάντα συνεστάναι και εις τούτο αναλύεσθαι παντα δε γίγνεσθαι καθειμαρμένης και διά της εναντιοτροπής ηρμόσθαι τα όντα» (Όλα γίνονται από το πυρ και σε αυτό τελειώνουν και τα πάντα γίνονται σύμφωνα με την ειμαρμένην, και διά της αντίθετης τροπής τα πάντα συναρμολογούνται). Την λέξη εναντιοδρομία βρίσκουμε στον δοξογράφον του 1ου αι., Αέτιον[4]: «ειμαρμένην δε λόγον εκ της εναντιοδρομίας δημιουργόν των όντων». Ο Αέτιος αναφέρει πως ο Ηράκλειτος έλεγε ότι η ουσία της ειμαρμένης είναι ο λόγος.
Αυτό όμως που έχει την μεγαλύτερη σημασία στην ενότητα των αντιθέτων στοιχείων είναι το ζητούμενο της ισορροπίας. Η οντολογική εξισορρόπηση δίνει ένα βαθύτερο νόημα. Ο Ηράκλειτος μιλά γι’ αυτήν την αρμονίαν, το παράγωγον της εναντιοδρομικής κίνησης. (8) «Το αντίξοον συμφέρον και εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίαν (και πάντα κατ’ έριν γίνεσθαι).» (54) «Αρμονίη αφανής φανερής κρείττων.» (60) «Οδός άνω κάτω μία και ωυτή», καθώς και άλλες προτάσεις με αποκορύφωση την 51: «Ου ξυνιάσιν όκως διαφερόμενον εωυτώ ομολογέει παλίντροπος αρμονία όκωσπερ τόξου και λύρης». Το συγκλίνον αντίξοον, και από τις διαφορές προκύπτει η καλλίστη αρμονία, και τα πάντα γίνονται σύμφωνα με την έριν. Η αφανής αρμονία είναι καλύτερη από την φανερή, η άνω και κάτω οδός είναι η ίδια. Δεν γνωρίζουν πως το διαφορετικό συμφωνεί με τον εαυτό του, είναι η παλίντροπος αρμονία, όπως του τόξου και της λύρας.
Τα αποσπάσματα, όπως μας διασώθηκαν, μοιάζουν με καταπληκτικούς στίχους από ένα μεγάλο, χαμένο οντολογικό ποίημα. Είναι πνευματικοί γρίφοι, ιδίως του αινιγματικού Ηρακλείτου, υπεραιωνόβια, όπως τα λόγια της Σίβυλλας, μαγευτικά ποιήματα φιλοσοφικού περιεχομένου, όπως του Παρμενίδου και του Εμπεδοκλέους, πάντα τα προσωκρατικά αποσπάσματα που συνιστούν τα βιβλία τους με τον ίδιο τίτλο Περί Φύσεως δεν φιλοδοξούν μόνον να γνωρίσουν το σύμπαν αλλά και να το τραγουδήσουν με λόγια μοναδικά, να το δοξολογήσουν, όπως αρχαίοι ιεροφάντες.
Βασισμένος στον Ηράκλειτον στηρίζει ο Γιουνγκ την ψυχολογική εναντιοδρομία με την λ. παρμένη από τα ελληνικά. «Κυριολεκτικά, δρόμος προς την αντίθετη κατεύθυνση εκφράζει τον ανταγωνισμό του γίγνεσθαι, την ιδέα πως κάθε τι που είναι μεταμορφώνεται στην αντίθετή του έννοια.»[5] Κάτω από αυτό το πρίσμα λύνονται τα αξεδιάλυτα, κατανοούνται τα αντίθετα και με την ψυχική τομή της εναντιοδρομίας ισορροπεί η ανθρώπινη ψυχή. Ό,τι εμφανίζεται, ως λέγει ο Γιουνγκ, και κυριαρχεί στην συνείδηση ως εξαιρέτως μονομερής τάση, όταν αυτό κορεσθεί, δημιουργείται στο ασυνείδητο μία το ίδιο αντίθεση στάση. Ως ένα καλό παράδειγμα εναντιοδρομίας αναφέρει την μεταστροφή του Αποστόλου Παύλου. Ο πρώην διώκτης του χριστιανισμού φτάνει στην στιγμή (στο όραμα της Δαμασκού) που μετατρέπεται σε μεγάλο φρουρό και υπέρμαχό του. Παρατηρώντας τις ζωές των καθημερινών ανθρώπων, ο Ψυχολόγος εντοπίζει την κυρίαρχη συνειδητή στάση αναμένοντας την ακριβώς αντίθεσή της, για να επιτευχθεί η ψυχική αρμονία. Βρίθει η παγκόσμια λογοτεχνία και μυθολογία από τις ψυχολογικές εναντιοδρομικές τομές. Εύκολα διακρίνεται πως το αποκορύφωμα μιας τσιγκουνιάς λ.χ. θα φέρει την αναπάντεχη γενναιοδωρία ή ένας έκλυτος βίος, όπως στην περίπτωση της Μαρίας της Αιγυπτίας (το παράδειγμα δικό μου) θα εμφανίσει, με τον ίδιο παλμό και σθένος, την αγιοσύνη της.
Ευφυής παραμένει ο ορισμός του Γιουνγκ για την εναντιοδρομία, τον οποίον αναφέρω: «Ονομάζω εναντιοδρομία την εμφάνιση της ασυνείδητης αντίθεσης, κυρίως στην χρονική συνέχεια. Αυτό το χαρακτηριστικό φαινόμενο εμφανίζεται σχεδόν πάντοτε όταν μια εξαιρετικά μονομερής τάση κυριαρχεί στην συνειδητή ζωή, σε τρόπο που σιγά σιγά δημιουργείται στο ασυνείδητο μια εξ ίσου σταθερή στάση αυτή θα εκδηλωθή πρώτα με μια αναστολή της συνειδητής απόδοσης και ύστερα θα διακόψη βαθμιαία τον υπερβολικά μονομερή της προσανατολισμό».[6]

Η εναντιοδρομία στην τέχνη
Σε αγγειογραφία υπάρχει μία σημαδιακή εικόνα: ανάμεσα στην Νύχτα και την Ηώ αναδύεται ο Ήλιος πάνω στο ολόχρυσο τέθριππό του. Σε ψηλότερο επίπεδο απεικονίζονται η Νύχτα και η Ηώ στα άρματά τους, κι εκείνες με στραμμένη την πλάτη η μία στην άλλη, διότι ταξιδεύουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Είναι μία εικονική μορφή της εναντιοδρομίας, όπως και η άλλη από την Θεογονία του Ησιόδου. «Στο μεγάλο και χάλκινο κατώφλι του ανακτόρου για μία στιγμή συναντώνται η Νύχτα και η Ημέρα, η μία για να κατέβει στο εσωτερικό και η άλλη για να βγει έξω. Ποτέ δεν βρίσκονταν και οι δυο τους στο ανάκτορο, γιατί όταν η μία τριγυρνά στην γη, η άλλη μέσα περιμένει την σειρά της.»[7]
Πιστεύω πως η αγγειογραφία και η γλυπτική εντοπίζουν ορθότερα την παρουσία της εναντιοδρομίας. Παραδείγματα έχω αναφέρει στο βιβλίο μου για τον Παπαδίτσα με τον τίτλο Ο αγαπημένος του όντος, όπου δυσπιστώ στις λέξεις «νέο» και «παλαιό» στην ποίηση και την τέχνη. Πώς να μιλήσουμε για νέο και παλαιό, όταν ένα νεολιθικό αγγείο από το Διμήνι λόγου χάρη έχει την σύγχρονη τεχνοτροπία της λεγόμενης μοντέρνας τέχνης; Δεν υπάρχει παλαιό και νέο, είναι όροι συμβατικοί και ανακυκλούμενοι. Μπορούμε να συλλέξουμε πάμπολλα παραδείγματα από την τέχνη. Όταν η τέχνη εμφανίζει κάποιον ρυθμό φυσιοκρατικό, στο επόμενο στάδιο θα φανεί ο αντίθετος. Στην μινωική αγγειογραφία (επιλέγουμε αγγειογραφία και όχι κείμενον, για να φωτισθεί καλύτερα η διαφορά) ο ρυθμός χλωρίδος και ο θαλάσσιος ρυθμός αντικαθίσταται μετά το 1450 π.Χ. από τον ανακτορικό, όπου παύει η φυσιοκρατία της προηγούμενης περιόδου. Σε αυτόν είναι όλα γραμμικά: σχηματοποιημένα άνθη, οκτάποδες και τελικώς η επικράτηση των αφηρημένων διακοσμητικών μοτίβων. Τον εικονογραφικό ρυθμό των μυκηναϊκών χρόνων ακολουθεί η γεωμετρική εποχή με τα γεωμετρικά της σχήματα. Τον μελανόμορφο ρυθμό ο ερυθρόμορφος, και γενικώς σε όλη την ιστορία της τέχνης οι φυσιοκρατικές απεικονίσεις ακολουθούνται από αφαιρέσεις και αντιστρόφως. Και ο κόρος μιας τεχνοτροπίας αφήνει θέση για την αντίθετή της. «Μοιραίως», αναφέρει ο Χρ. Ζερβός στην ωραία του παρατήρηση για την τέχνη, «μετά τον κόρον της φυσιοκρατίας, θα επήρχετο η νέα στροφή προς την αφαίρεσιν, διότι αυτοί είναι οι δύο πόλοι της εξελίξεως πάσης ελευθέρας τέχνης».[8]
Υπάρχει και ποιητική εναντιοδρομία, κι αυτή την συναντούμε στο ομότιτλο ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα.[9] Πώς να μην ερωτοτροπούσε με αυτή την ιδέα ένας ποιητής, που «διά ποιημάτων φιλοσοφεί» όπως έγραφε ο Διογένης ο Λαέρτιος, αναφερόμενος στους Παρμενίδη, Ξενοφάνη, Ησίοδο και Εμπεδοκλή. Με τις ποιητικές του εικόνες απεικονίζει ο Παπαδίτσας την διαλεκτική του σύμπαντος στις στιγμές του οργασμού των φυσικών στοιχείων. Από την άποψη της ποιητικής δομής και αντίληψης για τον περιβάλλοντα κόσμο, η ποίησή του έχει προσωκρατικές καταγωγές. Με την «Εναντιοδρομία» του επισημαίνει ο ποιητής τον κορεσμό και το αδιέξοδο από την τυπική λογική μας κι αναζητά το αντίθετο τρέξιμο, την εναντιοδρομία, γνωρίζοντας ωστόσο πως το ίδιο οδυνηρή θα είναι η πορεία κι από την αντίθετη φορά. Και πως χρειάζεται ένα αξίωμα, αυτόν τον φράχτη του νου μας. Ποιητικώς ονομάζει αυτό το αξίωμα ουρανό. Συμβολοποιεί το σύμπαν με την λέξη ουρανό. «Όλα ναλλάξουν όνομα και μόνο τουρανού να μείνει το ίδιο/ την ψυχή να την πούμε ίλιγγο και μέθη, ρουφήχτρα σκοταδιού και ήλιου...»[10] Η έννοια της εναντιοδρομίας, δηλαδή της ανάγκης του αντίθετου δρόμου, που κυριεύει τον άνθρωπο, γίνεται ένα αξίωμα, το οποίον έχει κοινά τα πέρατα, ενώ η αλλαγή συντελείται μόνον στην διαδρομή, στην διαδικασία. Ο ποιητής προτείνει την αλλαγή της ονομασίας των πραγμάτων και των εννοιών. Όμως κι αν όλα αλλάξουν όνομα, τι θα απογίνει; Θα λυθεί το πρόβλημα; Όχι, δεν θα λυθεί αλλά θα έχουμε την «άλλη οπτική» και την μαγεία της άλλης οπτικής, μέχρι να ξαναφορτωθούν οι λέξεις την συνήθεια και την φθορά τους, και να ζητήσουμε ξανά την εναντιοδρομία, επανερχόμενοι στα ίδια.
Πάντως μέσα από όλες τις μορφές της εναντιοδρομίας αναζητάται το ίδιο: η ισορρόπηση και αρμονία για το σύμπαν, ενώ για τα ανθρώπινα η ψυχική ισορροπία και η αριστοτελική «μεσότης αρετή».



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Στοβαίου Ανθολόγιον 1, 62, μτφρ. Χρ. Σωτ. Θεοδωράτος, εκδ. Γεωργιάδη, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων
[2] Ηράκλειτος, εισαγωγή J. Brun, μτφρ. Σ. Διαμάντη, Π. Γκέκα, εκδ. Πλέθρον 1987
[3] Διογένης Λαέρτιος, Ηράκλειτος 1Χ17, Die Fragmenete der Vorsokratiker, H. Diels, W. Kranz, εκδ. Weidman
[4] Αυτόθι, Αέτιος Ηράκλειτος 8
[5] C. Jung Ψυχολογικοί τύποι, μτφρ. Μίνας Ζωγράφου-Μεραναίου, εκδ. Μαρή 1954
[6] Αυτόθι.
[7] Ησιόδου Θεογονία, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Παναγή Λεκατσά, εκδ. Ζαχαρόπουλος 1939
[8] Η παρατήρηση του Χ. Ζερβού βρίσκεται στο βιβλίο του Στυλιανού Αλεξίου Μινωικός πολιτισμός.
[9] Δ.Π. Παπαδίτσας Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος/Ευθύνη 1997
[10] Ελένης Λαδιά Ο αγαπημένος του όντος (κείμενα για την ποίηση του Δ.Π. Παπαδίτσα), έκδ. 2η, Λογείον 2011


Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου