Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Μανόλης Πρατικάκης: Νεκυομαντεία

 


Ήταν γενναίος κι απρεπής παρά τα πεσμένα του

μαλλιά. Πάλεψε σώμα με σώμα. Μου λέει: είκοσι

μήνες τα κύτταρά μου μεταφράζουν το κοβάλτιο.

Είκοσι μήνες το αίμα μου μιλούσε με το PLATINOL.

Μου λέει: άραγε θα βρω εκδότη

εκείθε; Να κι ο αδερφός μου,

αυτή η χρυσόμυγα πάνω στο τραύμα

να με σέρνει ψοφίμι προς το Ναύπλιο.

Αγναντεύω κιόλα βρομερή Νέκυια.

Κι ένα βράδυ «παρντόν» του λέει η δέσποινα

των κήπων. «Μα τι λέτε, Κυρά μου. Εγώ περιμένω

να μου ζητήσει ο θάνατος» είπε

κι έστριψε στα υπόγεια των ουρανών.



ΤΑ ΔΥΣΕΥΡΕΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (1993)


Δ.Π. Παπαδίτσας: Ελεγείο

 


της μητρός μου


Γυρίζω απ' τα φύλλα

είμαι από μέσα μου πλήθος, ο θάνατος μ' έχει μπολιάσει παντού

τα μέλη μου είναι ποτάμια κι αφρίζουσες κρήνες

κάθε σπηλιάς ηχώ, αντί φωνή τριπλασιάζω σπιθοβόλα αινίγματα


Εσύ μόνο μπαίνεις σε κάθε μου πράξη

εσύ που ξεκινάς απ' την άκρη μου και φτάνεις στη βαθύσπορη αίσθηση

κι είσαι τ' αυτί και το μάτι μου το άντικρυ σ' ελισσόμενα αόρατα αίτια


μπαίνεις σε κάθε μου πράξη κι ανατέλλεις καιρός

καιρός από απέραντη θάλασσα και βογγητό

από ψυχή που φτερουγίζει να πιει ζωντανές πεθυμιές


Ω γιατί τώρα το διάφανο χέρι σου πουλί άλλου κόσμου

κάθησε στ' ανεμόδαρτα φύλλα μου;


λίγο-λίγο περνάς τις κλειστές μου αισθήσεις

τι ουρανός με γεμίζει κι αφρίσματα φέγγους


μπορεί να 'μαι ο αστροδίαιτος κόσμος

μπορεί βαθειά θάλασσα

όμως καίομαι και στόμα δεν έχω



ΔΥΟΕΙΔΗΣ ΛΟΓΟΣ (1980)


Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021

Ελένη Λαδιά: Ο γυμνός Χριστός του τρυφερού ανθρώπου



Ο τρυφερός άνθρωπος είχε εξαφανισθεί για πολύ καιρό, αλλά κανείς δεν τον αναζήτησε. Ούτε τα αδέλφια που είχε, ούτε οι φίλοι που δεν είχε, ούτε και οι συγχωριανοί του μικρού νησιού με το εκκλησάκι της Παναγίας της Γοργόνας, η οποία έγινε τίτλος βιβλίου του σημαντικού συγγραφέως και συμπατριώτη.

Ο τρυφερός άνθρωπος προσευχόταν συχνά σε αυτό το ξωκλήσι, γιατί ήταν πιστός. Κι όταν κάποια δημοσιογράφος τον ρώτησε –διότι πλέον η περίπτωσή του ήταν πανελληνίως γνωστή– αν πιστεύει στον Θεό, εκείνος απάντησε: «Ζω με τον Θεό» δείχνοντάς της τις φθηνές, σαν φωτογραφίες, εικόνες, που είχε κρεμασμένες στον τοίχο του δωματίου του.

Με τον Θεό ζούσε ακόμη και στην περίοδο της αλητείας του, όταν πολύ νέος είχε φύγει από το νησάκι του. Ανέστιος, πένης, άφραγκος μισοκοιμόταν στα παγκάκια, άκακος και τρυφερός, ποτέ δεν γκρίνιαζε για την μοίρα του, ακολουθώντας με καρτερία τον ανηφορικό δρόμο, με τον Θεό όμως ζούσε ακόμη κι όταν τραχύτατοι, βίαιοι και διεφθαρμένοι άνθρωποι τον οδήγησαν σε ασυγχώρητα αμαρτήματα για την θρησκεία και την εκκλησία. Φορτωνόταν αυτά τα αμαρτήματα σαν δερμάτινο σάκο που του έκοβε την πλάτη του, ασήκωτον όπως κι ο ίδιος ο σταυρός του Κυρίου στην via doloroza. Δεν ζήτησε συγχώρεση ποτέ, ούτε αμοιβή, ούτε τιμωρία: τίποτα δεν ζήτησε έχοντας στην καρδιά του τον Θεό.

Στο κέντρο του τοίχου βρισκόταν μία φωτογραφία που απεικόνιζε τον Χριστό γυμνό. «Αυτός είναι ο αληθινός Χριστός» εκμυστηρεύτηκε με παλλόμενη από συγκίνηση φωνή στην δημοσιογράφο. Ούτε κι ο ίδιος ο τρυφερός άνθρωπος δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτήν την παράξενη ταύτισή του με τον γυμνό Χριστό. Ίσως γιατί δίχως την ένδυση ήταν σαν άφυλος, όπως κι ο ίδιος τον καιρό όπου δεν γνώριζε το φύλο του. Από την εφηβεία του λαχταρούσε φορέματα, είπε στους γονείς του πως αισθανόταν κορίτσι, κι εκείνοι φώναξαν ιατρό και τον πλάκωσαν στα φάρμακα. Αυτός τα αρνιόταν, αλλά τον ξεγελούσαν κρύβοντάς τα στο φαγητό του. Τα αδέρφια του νυμφεύτηκαν στο νησάκι, έκαναν οικογένεια κι εκείνος σαν παρθένα γεροντοκόρη περιποιόταν τους γονείς του κι ασχολιόταν με τα οικιακά. Έλαμπαν όλα από τα νοικοκυρεμένα χέρια του, ο νεροχύτης, η πιατοθήκη, το ψυγείο. Ακόμη και το καντηλάκι που έκαιγε για τους νεκρούς είχε μία στιλπνή, κιτρινωπή καθαρότητα.

Όταν πέθανε και η μητέρα στην οποία είχε μεγάλη αγάπη, αισθάνθηκε βαθύ πόνο αλλά και ελευθερία. Τώρα δεν θα την πλήγωνε βλέποντάς τον τόσο αλλαγμένο, αφού ικανοποίησε την εφηβική του επιθυμία. Ντύθηκε με φορέματα κοντά και στενά, για να διαγράφεται το σώμα του, που όμως ήταν περισσότερο τραχύ και ανδρικό. Έμοιαζε σαν μεταμφιεσμένος σε γυναίκα άνδρας για μία βραδιά καρναβαλιού. Ήταν τρυφερός αλλά όχι τρυφηλός. Πολύ ψηλός, γεροδεμένος με γάμπες αθλητικές, αξύριστες. Χόρευε έξω από το σπίτι του, δεν υπολόγιζε αν τον έβλεπαν και τον κορόιδευαν, χόρευε στον ρυθμό του αέρα για να κάνει τις κινήσεις του χαριτωμένες. Στον λαιμό φορούσε ένα λευκό περιδέραιο με τρεις σειρές χάντρες και παρόμοια βραχιόλια στους καρπούς των χεριών. Μεγάλα ενώτια στα αυτιά του και μπότες ημίκοντες που ταίριαζαν με τα χρώματα των φορεμάτων. Δεν έβαψε ποτέ μαλλιά και πρόσωπο, δεν έκανε αποτρίχωση, δεν πήρε φάρμακα για την αύξηση του στήθους.

«Ό,τι είναι φυσικό, είναι θεϊκό» συνήθιζε να λέγει σαν απάντηση για τα γυναικεία του ενδύματα. Κι άλλοτε: «Η ψυχή μου είναι το αληθινό ρούχο» θεωρώντας πως είναι γυμνή όπως η φωτογραφία του Χριστού στον τοίχο του δωματίου. Το θεωρούσε φυσικό να ζει έτσι, να μένει ολόγυμνος τις νύχτες και να κολυμπά κατάμονος στην θάλασσα του νησιού, μέχρι που μία νύχτα βρέθηκε ένας αγροίκος και αποπειράθηκε να τον βιάσει.

Είναι πλέον νομοτελειακό πως οι τρυφεροί άνθρωποι έλκουν και ελκύονται από τραχύτατους συντρόφους. Έτσι κι αυτός ερωτεύθηκε έναν γυρολόγο, που ξέμεινε στο νησί και κυρίως στο σπίτι του τρυφερού ανθρώπου, όπου από την αρχή πήραν τους ρόλους ανδρόγυνου, και μάλιστα κατωτέρας υποστάθμης: εκείνος βλαστημούσε και ήθελε τα πάντα έτοιμα, ενώ ο τρυφερός άνθρωπος μαγείρευε, καθάριζε, ξόδευε χρήματα για το φαγητό και τραγουδούσε με την απαλή του φωνή. Ο δεσμός κράτησε λίγο, γιατί όντως βεβήλωνε την αισθητική του τρυφερού ανθρώπου. Τότε τον έδιωξε, δεν τον ένοιαξε. Κι ας έμενε μόνος, χωρίς συντροφιά και προστασία, κι ας κινδύνευε στα νυχτερινά μπάνια με την θάλασσα να αγκαλιάζει την γύμνια του, τα άντεχε όλα ακόμη κι όταν τα παλιόπαιδα του χωριού ορμούσαν ουρλιάζοντας στο σπίτι του, όπου έκλεβαν και κατέστρεφαν τα πάντα. Αυτός τους μιλούσε πάντα με προσήνεια. Έτσι μιλούσε σε όλους, έτσι τους βοηθούσε όλους.

Ήταν η εποχή, όπου πρόσφυγες κυνηγημένοι από άλλες πατρίδες έφθαναν κατάκοποι και τρομαγμένοι από το θαλάσσιο ταξίδι με τα φουσκωτά σκάφη. Δεκάδες κολλημένοι στο επικίνδυνο σκάφος, σαν τσαμπιά σταφυλιών. Ανάμεσά τους μικρά παιδιά, γυμνά, υποσιτισμένα, με μάτια μεγεθυσμένα από φρίκη, ζητούσαν ενδύματα και ψωμί.

Κι αυτός που βοήθησε περισσότερο τους ξένους ήταν ένας άνδρας υψηλόσωμος και δυνατός, ενδεδυμένος με κόκκινο στενό και κοντό γυναικείο φόρεμα, βουτούσε στην θάλασσα και έπαιρνε αγκαλιά τους ανθρώπους, για να τους βγάλει στον ήλιο της παραλίας. Το γυμνό, μαυρισμένο και δυνατό στήθος του γινόταν ζεστή αιώρα για τα βρέφη.

Ναι, ήταν αυτός, ο τρυφερός άνθρωπος! Τότε έγινε παγκοσμίως γνωστός, γιατί τα ξένα κανάλια έδειχναν αυτόν τον άνδρα με την απαλή φωνή να σηκώνει αγογγύστως στα χέρια του τους ξένους. Τίποτε δεν σκεφτόταν, ούτε πως ήταν αλλοδαποί, ούτε αλλόθρησκοι. Στον παρόντα χρόνο ήταν άνθρωποι που σπάραζαν σαν ψάρια στην στεριά, εγκυμονούσες γυναίκες, μελαχρινά παιδιά με κατάμαυρα γυαλιστερά μάτια.

Κι αυτός; Αιφνιδίως αφυπνίσθηκαν τα μνημονικά του κύτταρα, και βγήκαν μνήμες που δεν είχε ζήσει, ήταν ακόμη αγέννητος, κι όμως μίλησε ολόκληρο το σώμα του, κι αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει ένα θαλάσσιο κύμα, φοβερό σαν κήτος. Ήταν οι μνήμες των παλαιών προσφύγων του ξεριζωμένου μικρασιατικού ελληνισμού, που διωγμένοι από την Σμύρνη κατέφυγαν και ρίζωσαν στα χώματα του ελληνικού αντικρινού νησιού, όπου γεννήθηκε και έζησε ο τρυφερός άνθρωπος. Οι σημερινοί πρόσφυγες δεν ήταν Μικρασιάτες πρόσφυγες αλλά κυνηγημένοι Σύροι. Δεν είχε σημασία, στο ψαρονήσι θα έβρισκαν κάποια παρηγοριά.

Κανέναν δεν πείραξε ποτέ του, ούτε μάλωσε με κανέναν, σβήνοντας από την μνήμη του τις κακοποιήσεις, τις λεκτικές και σωματικές βιαιοπραγίες που είχε υποστεί, τίποτε δεν έμεινε κακό, στο σχολείο, έλεγε, πως όλοι τον αγαπούσαν γιατί ήταν καλός μαθητής και ευγενικό παιδί, ούτε τον πείραξαν στον στρατό, όπου έμεινε δύο ημέρες, κι ούτε στην περίοδο της αλητείας του κινδύνεψε ποτέ. Όχι, όλοι τον αγαπούσαν, αφού την δική του αγάπη πρόβαλλε σε όλους, η οποία αντανακλούσε στα πάντα σαν μαγεμένος καθρέφτης. Η έμφυτη και αληθινή αγάπη μεταδίδεται ταχύτατα. Κανείς δεν τον πείραξε κι όλοι τον αγαπούσαν, έτσι διεκήρυττε, μολονότι γνώριζε πως μόνος και αβοήθητος στεκόταν στα πόδια του.

Ένα μεγάλο μεταφυσικό τζιτζίκι, να τι ήταν, ένας κατάμονος Τιθωνός που τραγουδούσε μόνος, γιατί η Αυγή δεν ήθελε τα ερχόμενα γηρατειά του. Έβαζε δυνατά τους μουσικούς δίσκους και τραγουδούσε με την απαλή του φωνή... πού ήσουν φίλε κι άργησες, έλεγε το άσμα, αλλά αυτός δεν είχε κανέναν φίλο στο νησάκι. Και φάνηκε στο τέλος.

Όλοι έλεγαν πως τους ενοχλούσε, κατέβαινε στην πλατεία και χόρευε, τραγουδούσε δυνατά και ξεσήκωνε τους άκαρδους με γιουχαΐσματα και πειράγματα. Οι νοικοκυραίοι αγανακτούσαν. Έτσι, με την συγκατάθεση των αδελφών του, οι αστυνομικοί τον πήγαν στην Αθήνα και τον έκλεισαν στο δημόσιο ψυχιατρείο.

Δραπέτευσε από εκεί, η ελεύθερη ψυχή του τον βοήθησε. Ήξερε όμως πως θα περνούσε μία δεύτερη περίοδο αλητείας. Αλλά δεν πρόλαβε, είχε γεράσει, δεν διέθετε τις ίδιες δυνάμεις.

Εξαφανίσθηκε. Τον αναζήτησαν πολύ αργά, γιατί κανείς δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί μαζί του. Στο τέλος βρέθηκε ένας όγκος πολτοποιημένων κρεάτων. Ειπώθηκε πως τον αναγνώρισαν και υπήρξε θύμα τροχαίου.

Όμως ο τρυφερός άνθρωπος ουσιαστικώς δεν πέθανε. Χορεύει γυμνός στα θαλάσσια ύδατα, ολόγυμνος, όπως ήταν η φωτογραφία του Χριστού στον τοίχο του δωματίου του...


ΥΓ. Οι προτάσεις με τα πλάγια γράμματα ανήκουν στον τρυφερό άνθρωπο, που στην πραγματικότητα είναι ο, η Δ. της Λέσβου. Ένα μικρό μνημόσυνο.


Πηγή

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Alejandro Jodorowsky: [to the edges of this unthinkable]



What is generally called art consists of the more or less talented representation of subjective problems: I love Kafka, Dostoevsky, and Proust, but that doesn’t mean they aren’t great neurotics. Great geniuses and great neurotics! As for me, I have always searched for the truth. From the beginning I believed that it was expressed through words; then little by little as I progressed, I realized that I had to cross a frontier, make the extreme sacrifice of articulated language in order to enter the unthinkable. Because the truth is unthinkable. It can be sensed, but one cannot think it. Poetry, art, and beauty lead us to the edges of this unthinkable. Beauty, in a way, is the aura of truth. One cannot see truth, but beauty is visible. The artist’s role, therefore, in my view, is to make beauty visible as a reflection of truth. Now beauty assumes that one is recovering from illness; it comes about through healing. Outside of healing it is not real beauty. A viper is beautiful, but its beauty is deceptive because it poisons you. Certain aspects of illness can even fascinate us and therefore appear beautiful to us. Nevertheless, the beauty that heals must be distinguished from the beauty that kills.


SACRED TRICKERY AND THE WAY OF KINDNESS. THE RADICAL WISDOM OF JODO (2016)

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Γιώργος Σεφέρης: Επιφάνια, 1937


Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού

η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια

το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας

και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου

χρυσά· τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.


Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας

ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής

σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,

καμιά φωτιά στην κορυφή τους· βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου· στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή

μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν

στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα

να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω

γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα

περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές· ο χιονισμένος

κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν

μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε

τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή

δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ· ψίθυροι

σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια

σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών

κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια

ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες που μου ξεφεύγουν

εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος

που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζει

στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου

μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή

βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,

δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.


Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις

να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν εκείνους

που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,

ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.


                                                                           Το χιόνι

και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Νίκος Εγγονόπουλος: Μπολιβάρ


[...]

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,

Μπολιβάρ, γιατί ως να 'ρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη

ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.

Τ' όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική,

και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!

Oι ποταμοί Αμαζόνιος και Oρινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.

Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,

Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.

Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν

τ' ανήμερα άτια και τ' άγρια βόδια,

O πλούτος της Αργεντινής.

Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφέ.


Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,

Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,

Σείουνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,

Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

[...]



ΜΠΟΛΙΒΑΡ (1944)

Νικόλας Κάλας: [Έλαβα την Ακρόπολη απ' τη σελήνη]


Έλαβα την ακρόπολη απ' τη σελήνη

φέγγε μου να περπατώ ανάμεσα στους εφιάλτες μου

φιλώ τον Ισκαριώτη, τον Μοροζίνι και τον Γραικό Πολύβιο

παρά την Κόρη, την Παρθενομάνα, το Τολέδο

και την Καμπάνια, μένει πιστή η Ακρόπολη.


Στον Παρθενό σε άφεγγη νύχτα απόψε ο λόγος

μην ξεχνάμε πως ο Οιδίποδας απ' την Αθήνα

ζήτησε άσυλο, όχι βασίλειο

και τώρα που η Ακρόπολη

έγινε απέραντη ηλεκτρική θυσία

στρέψε το βλέμμα σου στην Αφροδίτη.



ΟΔΟΣ ΝΙΚΗΤΑ ΡΑΝΤΟΥ (1977)

Νίκος Γκάτσος: Ἀμοργός


[...]

Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι

Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια

Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON

Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι

Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου

Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου

Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.

Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους

Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου

Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα

Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι

Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων

Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται

Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους

Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς

Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας

Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες

Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα

Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς

Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι

Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες

Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου

Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε

Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν

Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα

Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια

Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα

Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν

Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη

Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες

Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι

Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ

Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν

Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.

[...]



ΑΜΟΡΓΟΣ (1943)

Οδυσσέας Ελύτης: [Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα]


Στα χτήματα βαδίσαμε όλη μέρα

Με τις γυναίκες τους ήλιους τα σκυλιά μας

Παίξαμε τραγουδήσαμε ήπιαμε νερό

Φρέσκο καθώς ξεπήδαγε από τους αιώνες

Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθήσαμε

και κοιταχτήκαμε βαθειά μέσα στα μάτια

Μια πεταλούδα πέταξε απ' τα στήθεια μας

Ήτανε πιο λευκή

Απ' το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας

Ξέραμε πως δεν ήταν να σβηστεί ποτές

Πως δεν θυμότανε καθόλου τι σκουλήκια έσερνε

Το βράδυ ανάψαμε φωτιά

Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:


Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα

Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη

Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας

  λέγε μας τη ζωή.

 

Εμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ' τα χέρια

Κοιτάζουμε τα μάτια της που μας ξανακοιτάζουν

Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης, το γνωρίζουμε

Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό, τόχουμε νιώσει

Εμείς τη λέμε τη ζωή, πηγαίνουμε μπροστά

Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε


Είμαστε από καλή γενιά.



ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ (1943)

Τάκης Σινόπουλος: Ήττα


Κάτι μάθαμε από το μύθο της ήττας που πάλευε να ζήσει πότε με την παγωνιά και πότε με την έπαρση της άλλης νύχτας.


Έτσι άνοιγε την πόρτα η πείνα, ο πυρετός. Κι έλαμπε το κορμί σου, σκοτεινότερο το πρόσωπο.


Γυρεύαμε το θαύμα κι ήτανε η απόγνωση.


Ο αγώνας άρχιζε άλλη μια φορά — ο αγώνας είχε σίγουρα χαθεί.


ΠΕΤΡΕΣ (1972)

Ιάσων Δεπούντης: [από τότε απ' το αίμα]

 

από τότε απ' το αίμα

χρονολογείται ο θάνατος του Μπάιρον

στο Μεσολόγγι, η Ελλάδα

δε θέλει σε υπνόσακκους την ποίηση

σε σπαραγμούς τα οράματα των ποιητών της


γιατί ζητούσε με στίχους κι ο Σόλωνας

ένα τρελοκομείο στο χώμα της

να χωρέσει την ψυχή του Σαλαμίνα


γιατί τέτοια τραγούδια, -

τρέλες θεών και ανθρώπων, -

όπως τ' ακούς :

λογαριασμοί που μεταμόρφωσαν τον κόσμο

όπως το βλέπεις :

πλατύσκαλα για ν' ανεβοκατεβαίνει ο νους

μόνο στους Έλληνες ταιριάζαν -

μα ως πού για ποιον το μήνυμα;


ώσπου ο Ρήγας Φεραίος

φιλοτέχνησε μια χάρτα

με βαλκάνιους φίλους μεταξύ τους

κι άλλους πολλούς συντρόφους -

κίτρινους λευκούς αραπάδες

μάτια που είχανε το ίδιο βλέμμα

αυτιά που ακούγανε το ίδιο νόημα

το δίκιο του αδερφού τους


γιατί τα κάστρα σκοτεινά

στέλνουν απελπισία κι ατσάλι


γιατί ο Σολωμός ήρεμος

τραγουδούσε, ο θείος μας

στο Εικοσιένα απέναντι

τ' αρχικό ανατρίχιασμα

πώς συνάζει το φως

που διαλύει τα σκοτάδια

πώς σκορπάει τους εχθρούς



ΚΕΦΑΛΙ ΑΠΟ ΡΟΛΟΪ (1985)

Μιχάλης Κατσαρός: [Οροπέδιο, IV]


Μπήκα με άδεια τα χέρια στη σκήτη μου.

Τους καρπούς τώρα τους γεύεσαι γη - εγώ δεν υπάρχω.

Δεν ακούς πια τη φωνή μου - δεν ακούς

έχεις δικιά σου φωνή - δικά σου τα τείχη.

Φυτεύεις τα δέντρα - το στάρι ανθεί σε πελάγη.

Πάνω στο δικό μου το σώμα χτίζεις τις πόλεις.

Οι πόλεις έχουν δικό τους πια σώμα.

Καμιά σιωπή - λάμψη καμιά.

Περπατάς στους μεγάλους σου δρόμους

ζεύεις τους ποταμούς - τα βουνά

τρέχεις στα δάση

ανασταίνεις τους ήχους τους αυλούς τα νερά σε τραγούδια.


Τη νύχτα βγαίνω - κοιτάζω μακριά στο γιαλό

κοιτάζω βαθιά μες στα δάση

ανάβω μια μικρή φλόγα στη γη - ακούω τους ήχους

αυτούς που δεν θ' ακούσει πια κανείς - ακούω και τρέμω.

Ματώνω τα χέρια στους λόγγους - ματώνω τα γόνατα

-Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ' αυτό το μπετόν-

το ρήγμα. -Στο σκουλήκι της γης την φλόγα υψώνω.


Τρέχω μέσα στη νύχτα

τρέχω με τ' άλογό μου

βάζω πασσάλους πάνω στα όρη - σημαδεύω

         τους δρόμους

ακούω ούρλιασμα λύκων -ακούω φωνές-

         ακούω βουή καταρράχτες

βιάζομαι

βιάζομαι

Πριν αλέκτωρ λαλήση

η νύχτα είναι μικρή - μεγαλώνει

ο άνεμος ετοιμάζει την έφοδο - οι φωνές

«κοίτα» - «τώρα» - «το άλλο βράδυ» -

         πρέπει και πάλι να σας μιλήσω.


Μην με κοιτάτε παράξενα.

Κανένας δεν με γνωρίζει;



ΟΡΟΠΕΔΙΟ (1950)

Γιώργος Λίκος: Πόλεμος (απόσπασμα)


Ω χώρα

Της αγριλιάς και της αλμύρας

Όμορφή μου αγάπη

Τ' άρματα κράτησε μαζί σου η ζωή

Και τα χρυσά καρφιά του ήλιου

Εσύ μ' ωραίον άντρα ουρανό

Και τα νησιά παιδιά σου

Σπασμένο χαμόγελο τα μάρμαρά σου

Με μνήμες κοχυλιών


[...]


Έρημο σώμα στ' ακρογιάλι

Ήταν μια πύρινη στιγμή η μοναξιά σου

Ένα κλαδί της λευτεριάς η ανάσα σου

Ένας καρπός που ωρίμασε χειμώνα η ματιά σου


Έρημο σώμα μες στην παγωνιά

Ανίδεο σαν το πουλί που πέφτει

Ούτ' ένα κλάμα λυγερό δε θα σε πλύνει

Ούτε τα χέρια του Θεού που κρύφτηκαν στη συννεφιά


Χρόνια σημαιοστόλιστα!


Έκτωρ Κακναβάτος: Από το φάκελο μιας αστροφεγγιάς (απόσπασμα)


                … έρμη σκλάβα

                πικρή ρωμιοσύνη

                  Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ


… κι αν δεν είναι έτσι;

κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα;

βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα νά ’ρχεσαι

έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά,

μπροστά μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων

και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…

μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία,

να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών

ν’ αλλάζουν σημαία

τους απεργούς θερμαστές στην προκυμαία

να σουλατσάρουν πεισματάρηδες

με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα

στις φούχτες

να ψάχνουν για μπορντέλα

να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο

με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη

για την ανάσταση του γένους…

εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός :

ορκίστηκαν όλοι,

άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα

άλλος στ’ όνομα της κορούλας του

άλλος στον άγνωστο στρατιώτη

άλλος… πού να θυμάμαι τώρα,

μα ο τελευταίος

αχ θεέ μου, τί στιγμή ήταν εκείνη…

…………………………………….


Χωρίς ραδιουργίες,

έτσι όπως απόγεμα μεγάλο σάββατο

μου βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό

απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα,

φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια,

ανάμεσα σε δυο θάλασσες

από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο

και στη μέση το σημάδι

το ματωμένο.


Πού να βρω πια ησυχία; την άλλη μέρα

ήρθε το μήνυμα σκληρό: το πτώμα σου

τσαλακωμένο όπως το τραίνο που 'πεσε στη χαράδρα

το βρήκανε στη βαϊκάλη μογγόλοι ψαράδες

να πλέει δίπλα σε μια ψάθα'

τότε πια πάει κ' η αγιά σοφιά

πάει και το μεσολόγγι

πάει κι ο νότης μπότσαρης

οι αργοναύτες παντεύτηκαν στη βραζιλία,

σκόρπισαν τα μαλλιά του αγαμέμνονα

στους πέντε ανέμους

κάψανε τα πλοία

και δεν ξαναμίλησαν για τη μονεμβασιά.


Το βράδυ..., τι λέω;

κάθε βράδυ

όλα τα βράδια

αστροφεγγιά βάρβαρη

αστροφεγγιά των λογγοβάρδων

αστροφεγγιά σαν ξερό χταπόδι

κατάντικρυ σ' έναν ήλιο μασσώνο

βυρσοδέψη

…………………………………….


[...]



ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ (1972)

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Άι Γιάννη (απόσπασμα)


[...]

να σκουπίσεις αναγνώστη τον ιδρώτα τα δάκρυα που κυλάνε

απ' τα μάγουλα απ' τα μάτια εκείνων που χάσανε στην εξέγερση

τα παιδιά τους· να κλείσεις τ' αυτιά σου για λίγο στο θρήνο

στον ψίθυρο και στη διάδοση που εξογκώνει τον αριθμό των θυμάτων

τη φριχτή λεπτομέρεια τους νεκρούς στα ψυγεία τη διανομή τους

κατ' οίκον μ' απειλές και φοβέρες και μυστικότητα την παραλαβή

στις σφραγισμένες κασέλες άλλων νεκρών τη μακάβρια ατμόσφαιρα

σου δίνω δέκα λεφτά αναγνώστη να την ξεχάσεις να γεμίσεις

το νου σου με χαρούμενες σκέψεις· της ανυπόστατης διάδοσης

τη μαύρη σκιά ν' αποβάλεις· και να δεις τη φωτισμένη μεριά

το αισιόδοξο μέλλον την καλύτερη αύριο τον αριθμό των γεννήσεων

που αυξάνεται σ' αναλογία με τον αριθμό των θανάτων

τη βελτιωμένη περίθαλψη· το ψηλό μεροκάματο την ανάπτυξη

του εμπορίου τη σύσφιξη των σχέσεων με τη διεθνή αγορά

την αφθονία την ευημερία τον πλούτο την άνεση την πλήρη απασχόληση

του ανέντιμου έμπορα τη σκληρή τιμωρία

σου δίνω κι άλλα δέκα λεφτά

αναγνώστη να επιστρέψεις στης ζωής τη ρουτίνα στο γραφείο

να συντάξεις να διεκπεραιώσεις τα έγγραφα να θάψεις τον εαυτό σου

στην τρισκατάρατη λεπτομέρεια στο λάθος

κι ίσως εδώ μια σκιά

κι ίσως εκεί μια γωνιά φωτισμένη μια χαρούμενη είδηση

κομματιάζει με άπειρα τετραγωνάκια ενός πλέγματος συρματένιου

το πρόσωπο της ημέρας

[...]


ΑΝΩΝΥΜΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ (1977)

Δ.Π. Παπαδίτσας: Διάρκεια (V)


Η δίοδος ολοένα πλαταίνει

Η άσπρη ουσία μας από ήχους από δρόμους αιωρείται στα όρια όπου η φθορά παρ' όλη την κραυγή της που ανεβαίνει κλίμακες εμβρύων

Παρ' όλες τις αποφυάδες της σε λίμνες σε χώματα σε σχήματα

Στις δίνες των νερών και των σταλαχτιτών

Θριαβευτής αιώνων τρυπώνει πάλι στα φαντάσματα της μνήμης

Κι εκεί ετοιμάζει τον ήρωα και τον όχλο να τον κατατρώει

Τον Άγιο και το λάκκο του


Εμένα αν η φθορά μ' αγγίξει θα 'ναι άγγιγμα σε χορδές άρπας

Θα 'ναι το αρίφνητο πετράδι που το παίρνει απ' το μάτι το ουρανογέννητο μάτι

Θα 'ναι η σπίθα μιας ολόκληρης φωτιάς που άναψε η πέτρα με την πέτρα

Εμένα αν η φθορά μ 'αγγίξει θα μου γεμίσει το στόμα μου λόγια

Αόγια που θ' ανάψουν κεφάλια προγόνων μου κι απ' το άσπρο μου είδος θα κυλήσει

Το καθαρό μου φεγγαρόχυτο άγαλμα στη χλόη


Εμένα αν η φθορά μ' αγγίξει

Στη φεγγαρόχυτη χλόη

Θ' αστράψει το κεφάλι μου, ο Ιλισσός του θ' ακουστεί στ' αρχαία βατράχια

Τ' όνειρό του θα σκάψει την κοίτη του ως την Αχερουσία

Κι ως το πολύτροπο σώμα παραλυμένο απ' το κεντρί της θεάς

Θ' αστράψει το κεφάλι μου, μέσα του ο νους ωραίος

Θα δέσει σάρκες και νεύρα γύρω στα κόκαλα των ανδρών που τα 'γλυψε η λαίλαπα της Ιωνίας


Κεφάλι μου πυρακτωμένο απ' το φεγγαρόχυτο πνεύμα

Κεφάλι μου θαλασσοταραχή, αναμμένο δέντρο που το φυσούσαν οι Εννεάδες

Αναστημένο κεφάλι μου από το γιαταγάνι της τουρκιάς

Ταξιδιάρικο τώρα στο υποχθόνιο βουητό της ζωής


Εμένα αν η φθορά μ' αγγίξει θα 'ναι άγγιγμα φρύγανου στη φλόγα


ΔΙΑΡΚΕΙΑ (1972)

Γιάννης Δάλλας: Απόπειρα μυθολογίας (XI)


Μια μέρα κάπου μες στους αιώνες

σ' αυτή την πετρωμένη παλίρροια

θα ξαναβρούμε τα χαμένα μας έμβολα

την πείνα την αριθμητική των νεκρών μας

τ' αλφαβητάρι των ήχων αρχίζοντας απ' την προσευχή


Σκυλιά του απογεύματος και Ευμενίδες



ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ (1952)

Δημήτρης Ι. Σουρβίνος: Ένα κλαδί της πικροδάφνης (απόσπασμα)


[...]

Αυτός ο άνθρωπος βούλιαζε στο κελλάρι του

στις αρχέγονες στοιβαγμένες ενθύμησες

ραντισμένες με φασκόμηλο και ρίγανη

και ζωγράφιζε από το Νου του

ξεχασμένους αποθαμένους Έλληνες Αγίους

αρχάγγελους της Λαμπρής και του Μαγιού

χωριάτες με τραγιάσκες

στα χέρια οι νεκρές βιολέτες

της Σταυροπροσκύνησης

και η καρδιά τους καρφιτσωμένη στο πέτο

αιμόφυρτη γυμνή ανυπεράσπιστη

πληγή και κόσμημα κι ακόμα

στην τρέμουλη γραμμή του ορίζοντα

δύο έως τρία δέντρα μοναχικά

δέντρα της λύπης να παραστέκουν

ωσάν τα τελευταία δέντρα του Κόσμου

και το απλό παράθυρο

ένα σταμνί εκεί στο άκρον

καληνυχτίζει το πέλαγο

το βαθυκύανο σειρήτι της θάλασσας ευθύ

διατρέχει ανεμπόδιστο το λευκό πεζούλι

που μυρίζει ασβέστη και πληγωμένη Κυριακή

κι οι γλάροι αποκοιμήθηκαν στο σύννεφο της Δύσης


Κι ακόμα ζωγράφιζε από το Νου του

ααστόρους μαστορόπουλα μπαλωματήδες

διπλωμένους στο νυχτέρι του Σαββάτου

ή στο δείπνο με το χλωρό λάδι

και το ψωμί του Χριστού

σε ατενίζουν με κείνο το πένθος το γλυκό

στα βαθειά σεμνά ματία τους

το σφραγισμένο στόμα με το ξέφτι

του ανεπαίσθητου χαμόγελου

και το αμίλητο πένθος εκεί

μα μη θέλει να κλάψει

να μη γυρεύει βοήθεια

να μη θέλει τίποτα

σε ατενίζουν σιωπηλοί θλιμμένοι κι υπερήφανοι

όπως το μπορούν μόνον

οι φευγάτοι κι οι ανεπίτρεπτοι

βαρείς

σαν την ανάμνηση την αγάπη και την τύψη

[...]



ΕΝΑ ΚΛΑΔΙ ΤΗΣ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗΣ (1982)

Νίκος Καρούζος: Ο Σολωμός στ’ όνειρό μου


Πώς πέφτουμε στη νύχτα κι από τί πόθους…

Με κοφτερή μοναξιά στολισμένος άρχισα να κοιμάμαι

λευκός ιδρωμένος μέσα στην αγελάδα του ύπνου

κλεισμένος ολούθε απ’ τον όνειρο που κυματίζει στα βάθη

κι ολοένα κερδίζει την ύλη πέρα της.

Ένα ξημέρωμα καθάριζε τα μάτια μου

στους ουρανούς ανοίγαν όλα τα παράθυρα κι ο Διονύσιος

μαυροντυμένος μ’ άσπρα χειρόκτια κρατούσε το σκουληκάκι

στην παλάμη που έμοιαζε με στουπέτσι βαμμένη

πλάι του σ’ ωραία παραλία

έπεφταν οι κολυμβητές να πιάσουν το σταυρό τα Θεοφάνεια

και μακριά πώς ακούγονταν αθώα τουφέκια

ο βρόντος της αγάπης η χαρά της συμφοράς

μ’ όλα τ’ άνθη σε γαλάζια δευτερόλεπτα μ’ όλες τις αχτίδες

την αγαπημένη του πεταλούδα στον ιερό γλιτωμό της

και δράκοντες ευωδιάς ανέβαιναν από κίτρινες σκάλες

ώς τα κοράσια που δε χάρηκαν τον έρωτα.

Γύρω ήτανε δάσος χιλιοπράσινο

με τα πουλιά σαν αναρίθμητους καρπούς απάνω στα δέντρα

με τα πουλιά σε μεθυσμένη σύναξη για πάντα κ’ ένας σκύλος

αργά πηγαίνοντας ούρησε στο κορμί της κοντινής αμυγδαλιάς

με σηκωμένο πόδι κι ανάμεσα

ο γόος έσφαζε τη φωνή που τινάχτηκε από τρεις λέξεις

                          οι απαίσιες χιλιετηρίδες



Ο ΥΠΝΟΣΑΚΚΟΣ (1964)

Μάρκος Μέσκος: Ο μικρός κήπος


Θάλασσα ομηρική με πεύκο και κουπιά έτρεχε το βουνό

να ξενυχτήσεις το φεγγάρι ή να προσμένεις την αυγή;


Τα πίσω εμπρός και τα μελλούμενα ένας δρόμος ίσα στο σπιτάκι

φτάνει ο μικρός κήπος και το σκυλί για τα κακά προαισθήματα.


Εκεί όταν έφτασες ρώτησες τη μητέρα: — Σςς κοιμούνται τα παιδιά στην πέτρα

δεν ξύπνησαν ακόμη, — τι να πω;


Μαύρο καράβι η θάλασσα σκύλος ο ουρανός θα γαβγίσει

παρακαλώ σας μη γυρίσουν στο άλλο πλευρό βλαστημώντας.



ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Ρήγας Φεραῖος


Εὐστράτιος 

Δημήτριος

Ἀντώνιος

Ἰωάννης

Θεοχάρης

Ἰωάννης

Παναγιώτης

οἱ ἑφτὰ τοῦ Ρήγα σύντροφοι

Καὶ ἄλλοι ἑφτὰ συμμάρτυρες:

Ἀργέντης

Νικολίδης

Κορωνιὸς

Καρατζᾶς

Τουρούντζιας

Ἐμμανουὴλ

καὶ Ἐμμανουήλ.


Ἅμα τοὺς δέσεις σὲ τόμο

θὰ ἔχεις ἀσφαλῶς

τὴ Χάρτα τῆς Ἑλλάδος:

Εὐστράτιος Ἀργέντης

Δημήτριος Νικολίδης

Ἀντώνιος Κορωνιὸς

Ἰωάννης Καρατζᾶς

Θεοχάρης Τουρούντζιας

Ἰωάννης Ἐμμανουὴλ

καὶ Παναγιώτης Ἐμμανουήλ.


Καταγωγὴ ἀπ’ τὴ Χίο

τὰ Γιάννενα

τὴ Χίο

τὴν Κύπρο

καὶ τὴ Σιάτιστα

τὴν Καστοριὰ

τὴν Καστοριά.


Ἐσκίσθη τὸ παλτό τους

ἐσύρθησαν βιαίως

γιατροί, λόγιοι, ἔμποροι

καὶ φοιτητές, νὰ μάθουν

τὴ Χάρτα τ’ Οὐρανοῦ.


Μάρτης 1998


ΔΟΚΙΜΙΝ (2000)

Γιώργος Χρονάς: Αλεξάνδρεια


Τα χαράματα έφυγαν για την Αλεξάνδρεια

ο Αντίνοος

ο Νίκος

ο Ίβυκος

ο Καραϊσκάκης

ο χορευτής του Σαιντ Ιλαίρ

η Σωτηρία Μπέλλου

ο Χριστός

η Μαίρυλιν Μονρόε

ο Γρηγόρης Αυξεντίου

και ο

κιθαριστής των φλαμένκος



ΒΙΒΛΙΟ 1 (1973)

Κατίνα Βλάχου: Μάνα, Μητέρα, Μήδεια, Πατρίδα


Με λαβωμένα τα φτερά σου 

Ελευθερία

έκανες 

την αρχέγονή σου θλίψη

τόλμη

για ν’ αλλάξει η Ιστορία.

Σε  άνισον  έπαιξες αγώνα

Ελλάδα

για ένα ιδανικό για μίαν ελπίδα

-με τι πάθος-

τη ζωή σου‧

μάταια.

Πολύ το αίμα

μα αλλιώτικη δε χάραξες  πορεία.

Με δηλητήριο διχόνοιας 

έμεινες  -χώρα αρχαία- σφραγισμένη

σαν  δισυπόστατο μοιραίο λάθος.

Σκληρή ήσουν πάντα

και πάντα έτοιμη  θα ‘σαι

να θυσιάσεις για ένα ψέμα τα παιδιά σου.

Κι εκείνα

με την ιερή ομορφιά σου ερωτευμένα

σε διεκδικούν 

σε εκδικούνται

σε πληγώνουν,

αγαπημένη

Μάνα,  Μητέρα,  Μήδεια,  Πατρίδα.


2020


Γιῶργος Μαρκόπουλος: Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου


Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου

καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!


Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας

μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς

κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη

μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,

καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της

ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,

μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά.


Τὸ κοιμητήριο ἥσυχο, ὅταν ἐφτάσαμε μετά,

τῆς φοβερῆς πατρίδας μου,

καὶ πρόσχαροι οἱ συμπατριῶτες μας καὶ γελαστοί τους ὅλοι

στὶς φωτογραφίες τους ἐπάνω στοὺς σταυροὺς

οἱ νεόκτιστες ἀνάμεσα βεράντες καθισμένοι καὶ ὀρτανσίες

ἐνῷ φυσοῦσε θάνατος στὴ μάντρα, ὁ ἥλιος τοῦ σπιτιοῦ

κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ σῶμα ἑρπετοῦ

μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν στὴ φωλιά, μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν.


Ὁ Βιβάλντι κάποτε μικρὰ ἔφερνε, κοριτσάκια, στὸ σαλόνι

(σταθήκαμε γιὰ μία στιγμὴ ὅλοι θυμούμενοι καὶ πάλι)

μὲ κρινολίνα στὶς μαργαρῖτες χόρευαν,

καὶ χωράφια τῆς παιδικῆς εὐφροσύνης

μὲ σύννεφα καὶ χιλιάδες ἀρκαδίες, ὁ Μπρέγκελ, καὶ ζῷα,

καὶ ἀνάμεσά τους μιὰ ἀγελάδα εἰρηνικὴ

νὰ περνᾷ τὸ σούρουπο μόνη

μὲ τοὺς μαστούς της δυὸ λάμπες φωτοφόρες

τῶν ἑκατὸ κηρίων ἡ κάθε μία, καὶ κότες καὶ λίμνες,

καὶ σκάφες πλυσίματος μὲ χοντρὲς χωρικὲς ἔφερνε.


Ἐκείνη ποὺ κατέβηκε στὸν ποταμὸ

μὲ τὸ λευκὸ χιτῶνα της νὰ βαπτισθεῖ

ἔχει τὰ πόδια της γυμνὰ κι ἔχει λαιμὸ γιὰ σφάξιμο

Τὰ παιδάκια τραγουδοῦσαν μὲ τὰ μαντολῖνα–

ἀγόρια τρέχουν ἀνυποψίαστα

νὰ πιάσουν στὰ νερὰ τὸ σταυρὸ

χρυσίζει σὰν ψάρι τὸ κρᾶμα στὴν κοίτη,

ἦρθα νὰ σὲ πάρω, τῆς λέει ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος,

μὰ εἶναι τὰ μάτια μου μπλὲ ὅπως ὁ οὐρανὸς

κι ὅπως αὐτὸς δὲν βλέπουν,

οἱ φωνὲς ἀπὸ τοὺς αἴνους λάμψη τὸ μεσημέρι

καὶ ὁ προδότης ἔχει ἀνήσυχο τὸ μάτι

τὶς κρύες φακές του στὸ χάνι, τρώγοντας, τῆς ὁσίας,

οἱ φλαμουριὲς ἔξω τὸν συντροφεύουν

καὶ τρέμουν οἱ λεῦκες σὰν τὸ κορμί του.»


Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!


Βατομουριὲς σκονισμένες

καὶ σχοίνα ποὺ τὰ παντελόνια τραβολογοῦν!


Συναλλαγές, ψευτιές, ἐνῷ ὁ «Πάντσο» ἰδοὺ

στὴν ταινία τοῦ ὑπαίθριου

νὰ χτυπήσει τὸ Νότο λέει τὸ βράδυ κατεβαίνει

σέρνει μαζί του τομάρια

ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τά ῾χουν οἱ πόρνες σὰν ἀδελφάκια τους

κι ἔχουν οἱ ἴδιοι τὸ πιστόλι γιὰ παιχνίδι,

χαροτρομάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα τους,

τραυματίζουν τὴ μάνα τους γιὰ ἐπίδειξη

καὶ κάνουν τὸ γειτονόπουλό τους νὰ τρέχει σὰν τὸ κοκόρι,

βρωμᾶνε τὰ χνότα τους πιοτό,

ἀπὸ αὐγουστιάτικους κάμπους ποὺ καῖνε τὸ ἄχυρο

κι ἀπὸ μικρὰ φιλέρημα μέσα νεκροταφεῖα, περνοῦν.


Μιὰ φωνή μου φώναζε χθὲς στὸν ὕπνο

«Ἔλα νὰ δεῖς τὰ στέκια σου

ποὺ ἔτρεξες –μοῦ ἔλεγε– παιδί»,

«ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ τὰ στέκια μου

γιατὶ εἶναι ἡ καρδιά μου κάρβουνο –τῆς ἀπαντοῦσα–

«ἔλα νὰ δεῖς τὰ πρῶτα σου τὰ χρόνια

καὶ τὶς πηγὲς τὶς δροσερές, ἔλα», μοῦ ξαναέλεγε ἡ φωνή!


Ἕναν τόπο ζητοῦσα ὅπου ὁ ἀρτοποιὸς θὰ κάνει τὸ ψωμὶ

ὅπως τότε ποὺ ὁ φοῦρνος μύριζε τὴ νύχτα,

τὰ ροῦχα θὰ πλένονται στὸν κῆπο

μὲ ὅλες τὶς ἀτέλειες ποὺ ἀφήνει τὸ χέρι

καὶ ὁ τεχνίτης τοῦ σίδερου

θὰ λιώνει τὸ μέταλλο μὲ πρωτόγονους τρόπους

–τοῦ γύρεψα ἕναν ἀναπτῆρα αὐτοσχέδιο γιὰ ἐνθύμιο,

ἔψαξε– «πᾶρε –μοῦ εἶπε– αὐτὸν

μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἔχει φτιάξει ὁ θεῖος σου

δούλευε κάποτε ἐδῶ, πέθανε καὶ δὲν τὸν γνώρισες»,

τὰ ἀπαιτούμενα τοῦ ἔβαλε, τὸν ἄναψε,

τὸ πρόσωπό του μέσα στὶς τσακμακιὲς ἔπαιξε, φωτίστηκε,

ὅπως ἄστραφτε, μικροί, τὸν Ὀκτώβριο,

πρὶν ἀρχίσουμε, δωδεκαετεῖς, τὸ σχολεῖο.


Ὢ πατρίδα, αἰώνια ταραχὴ τῆς πρώτης ἐρωμένης.


Ὢ ζωὴ κομμένη στὴ μέση,

καὶ ὦ νεότητα ἀπὸ τότε, τέλος, τραυματισμένη

σὰν ἕνα κοριτσάκι μὲ τὸ καλό του φόρεμα

ποὺ ἰσορροποῦσε πάνω στὴν ἐγκαταλειμμένη

γραμμὴ τοῦ τραίνου, ἰσορροποῦσε.



Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ (1994)

Γιώργος Κεντρωτής: Η έξωση του Όθωνα


Ο φημισμένος οπλαρχηγός Τσάκας Αθανάσιος,
του αρχιστράτηγου Γεωργίου Καραϊσκάκη
πρώτος κουμανταδόρος,
όταν συνεστήθη το κράτος το νεοελληνικό,
μ' ένα Δε θέλω τίποτα,
αποποιήθηκε χρήματα, τιμές, προνόμια
για τους υπέρ της  πατρίδος ηρωικούς αγώνες του
και αποσύρθηκε στον Παρνασσό,
όπου και έζησε μέχρι το θάνατό
του σε μια στάνη με κατσικοπρόβατα
που 'χε 'κει να βόσκει.

Το τσίλικο βασιλικό ζεύγος,
Όθων και Αμαλία,
περιοδεύοντας στα 1838 τη χώρα της Φωκίδας
και τους τόπους τους ιερούς τους πέριξ των Δελφών,
κατόπιν συστάσεως αυλικού δραγουμάνου και ξεναγού,
προδήλως θαυμαστού ανυπόκριτου των μεγάλων ανδρών,
πορεύτηκε - λέει - προς το μαντρί του Τσάκα
να δεί να συγχαρεί τον ήρωα
που δεν είχε καταδεχτεί  προνόμια, χρήματα, τιμές
για τους υπέρ της πατρίδος ηρωικούς αγώνες του
και ζούσε με τα ζά του.

Εκατό μέτρα πάνω – κάτω πες από το έμπα του μαντριού
έντρομοι οι βασιλείς από 'νανε πνιγμό εκάναν πίσω
κι έτσι δεν συνεχάρησαν ποτές τον Τσάκα τον περιώνυμο
που ανάσαινε αρειμάνιος και πανευτυχής
ελευτεριάς αγέρα:
τη γενική κατσικοπροβατίλα του ποιμνίου του.
Η μπόχα των ζών του Τσάκα είχε τσακίσει προφανώς
τις λεπτές όσφρησες των νεαρών εστεμμένων.

Του Όθωνα η έξωση
δεν έγινε τον Οκτώβρη του εξηνταδύο
-τότε απλώς συνετελέσθη,
τότε δηλαδή ολοκληρώθηκε
επάνω στο γερό σκαρί του ατμοδρόμωνα  Αμαλία
το προτσές το μακρύ και πολύχρονο
που 'χε αρχίσει 'κείνο το μαγιάτικο απόγιομα
εκατό μέτρα από το βασίλειο του Θανάση Τσάκα,
όταν τα δύο νεαρά κλωνιά των Βιττελσβάχων
έκαναν μεταβολή
μην αντέξαντες τη μυρωδιά
της δόξας των Ελλήνων,
στους οποίους είχε 'ρθεί η Μεγαλειότητά τους,
με τις ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων
ελεώ Θεού να βασιλεύσει.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Αλεξία Αθανασίου: Αγόρι στο Ξέφωτο



Στον Βασίλη Πανδή


Το αγόρι με το μπουφάν

δεν νιώθει μοναξιά.-

μην ξεγελιέσαι απ' τ' ανυπεράσπιστο βλέμμα του.

Το τσιγάρο καπνίζει

-τη θάλασσ' αγναντεύοντας-

ώσπου την κάφτρα

να νιώσει

(στα χείλη του, της διψασμένης

νιότης του τα δάχτυλα)

απόλαυση ακριβή

στης νωχέλειας τη λιακάδα.


Αλεξία Αθανασίου: Ο περιπατητής της παραλίας



            φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα

             πιστός ακροατής

             των οριζόντων

             Ορέστης Αλεξάκης


Δεν ανήκει εδώ.

Πρωτοϋπήρξε σ' έναν απώτατο Κόσμο τού Γαλαξία μ' απέραντες μενεξεδί Θάλασσες κι Ουρανούς-Αμέθυστους. Άλικες φλόγες οι κάτοικοι, αέναα, λαμπύριζαν στον Άχρονο χρόνο ενός Χώρου που ποτέ δεν νύχτωνε. Πυρσοί ολοζώντανοι σε ύδατα καθρεπτίζονταν αμόλυντα. Άφριζαν οι Θάλασσες, κυμάτιζαν οι Ουρανοί και η Άμμος -απ' ατόφιο χρυσό- αιωρούνταν στους Ορίζοντες σμιλεύοντας τις περίτεχνες μορφές απ' τις σκέψεις και τα συναισθήματα των Κατοίκων. Κάποιοι από αυτούς κινούνταν με ταχύτητα φωτός στα εξώτατ' άκρα τού Κόσμου τους φυλάσσοντας τα σύνορα. Ήταν οι Ακρή'Τες. Οι δυνατότεροι και οι αγνότεροι της φυλής. Όμως, έπαρση γήτευσε το νου των γηραιότερων. Ζήτησαν προνόμια στην αταξική Κοινωνία τους. Ο Η' εναντιώθηκε. Το θεώρησε ύβρη. Τον είπαν προδότη.

"Θα σε βυθίσουμε στο Χάος της Ύλης" απείλησαν. "Μόνον όταν αυτή σε απεγκλωβίσει θα ξαναγυρίσεις εδώ."

Με συνοπτικές διαδικασίες αποφάσισαν κι οργάνωσαν την Εξορία του. Ψήγματα ελέους επηρέασαν την επιλογή τους. Τον έστειλαν στην Κορυ'Φώ. Έναν Κόσμ' Ονειρικό που λούζονταν στη Θάλασσα και τον ήλιο.


 

                 ΙΙ


           η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,

           και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,

           μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,

           μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!

           Κ. Γ. Καρυωτάκης


Γεννήθηκε σε μια τυπική οικογένεια τού τόπου και στα έξι πρώτα συμβατικά χρόνια της νέας του ζωής όλα σ' αυτόν έμοιαζαν φυσιολογικά. Μα ήλθε βραδιά που σε όνειρο μνήμες πύρινες κι ολοζώντανες απ' την αγαπημένη Πατρίδα έντρομες ανασύρθηκαν απ' τις αβύσσους του υποσυνείδητου. Ξύπνησε με ουρλιαχτό πόνου ανείπωτου. Τον βρήκαν να βαριανασαίνει με συμπτώματα ασθένειας αδυσώπητης.

"Μηνιγγίτιδα" βόγγηξαν οι γονείς.

"Μηνιγγίτιδα" διέγνωσαν και οι γιατροί.

Επέζησε. Το μυαλό ήταν τώρα λειψό. Οι μνήμες, φίδια ναρκωμένα, φώλιασαν πάλι στο ερεβώδες υποσυνείδητο. Τίποτα δεν τον απασχολούσε. Δεν σπούδασε και δεν εργάστηκε ποτέ του. Όμως το σώμα του, στιβαρό και αεικίνητο, ήταν ένας ύμνος στη ρώμη. Ακούραστος ο Η' βάδιζε μέρα και νύχτα (στον Κόσμο του με τους τρεις ακοίμητους ήλιους το σκότος ήταν άγνωστο) ψάχνοντας (δίχως να το συνειδητοποιεί) για Θάλασσες όμοιες με τις δικές του. Παραλίες που η Άμμος θα λάμβανε τη μορφή (των άγνωστων σε όλους) συναισθημάτων του. Ουρανούς που τα κύματά τους θα ιχνηλατούσαν ψαλμούς χαρμόσυνους στο ξέγνοιαστο βλέμμα του. Εποχές γι' αυτόν δεν υπήρχαν. ποτέ δεν υπήρξαν. Η βροχή και το κρύο δεν στέκονταν εμπόδιο στην απέλπιδα προσπάθειά του να βρει άλλους τού είδους του. Αενάως κινούνταν, όπου υπήρχε Θάλασσα, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Κορυ'Φώ μεταφέροντας στο δισάκι του τροφές αγνές (ψωμί, φρούτα, τυρί) όπως ο ίδιος. Ήταν ήρεμος κι αθώος σαν νεογέννητος. Ερωτική επιθυμία δεν του κέντρισε ποτέ τη σκέψη καθώς στο Κόσμο του ήταν όλοι άφυλοι. γεννιούνταν σαν ελάχιστοι σπινθήρες.

Κάποτε η Α' (αργή κι αυτή στο μυαλό, ονειροπαρμένη κι αλαφροΐσκιωτη σαν τον Μάνο τον ήρωα του Παπαδιαμάντη στο "Άνθος του Γιαλού") τον συνάντησε στο δρόμο με το αυτοκίνητό της.

"Ανεβαίνω στον Ύψο'Ν" του είπε. "Πού πηγαίνεις;"

Της ανέφερε μια παραλία στην ίδια περιοχή. Κάθισε δίπλα της. Ξεκίνησαν.

"Περπατάς...όλο περπατάς...μέρα και νύχτα. Δεν κουράζεσαι; Δεν φοβάσαι;" τον ρώτησε.

"Εγώ έχω μάτι γερακιού και του λαγού το βήμα" της απάντησε.



                  ΙΙΙ


       Δεν έχουμε εδώ μένουσα πόλη, δεν είναι εδώ γωνιά

        ν' ακουμπήσεις.

        T.S.Eliot / μτφρ. Γιώργος Σεφέρης


Περνούν οι εποχές. Τα χρόνια. Οι δεκαετίες. Πολλές δεκαετίες...

Η θλίψη της Εξορίας ξέπλυνε το σκούρο χρώμα των μαλλιών του. Το σκότος της Νύχτας χάραξε ραγισματιές στην ευγένεια της ηλιοκαμένης μορφής. Η χυδαιότητα της Ύλης κύρτωσε το περήφανο σώμα. Τ' ατέλειωτα χιλιόμετρα της Αναμονής συνέτριψαν τον, άλλοτε, γοργό βηματισμό. Καταβεβλημένος, βαδίζει πλέον με ρυθμό χελώνας. Όμως, αδιάκοπα, βαδίζει αενάως αναζητώντας τη χαμένη Πατρίδα. (Τον Τόπο όπου το Πυρ και το Ύδωρ είναι, μεταξύ τους, ερωτευμένα.) Είναι ήρεμος, αποφασιστικός και παράξενα σίγουρος. Η ψυχή του το νιώθει: Κάποτε η Ύλη (φορτική και αχρείαστη σαν βαρύ σε μας παλτό τον Αύγουστο) νικημένη θα γλιστρήσει από πάνω του. Ολόφωτη η Λεωφόρος της Επιστροφής, καταφατική, θ' ανοίξει στη πύριν' ύπαρξή του. Μα ως τότε δεν ποθεί τίποτ' άλλο απ' το να βαδίζει...πάντα να βαδίζει.



*"Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ" είναι τίτλος ποιήματος του Ορέστη Αλεξάκη.

Κατίνα Βλάχου: Βιβλιοπωλείο «Η Θητεία»




Φθινόπωρο του 1996. Μια δύσκολη περίοδος στη ζωή μου, που χρειάστηκε να μείνω στην Αθήνα για αρκετούς μήνες. Είχα ως κατοικία  ένα γραφείο στο Παγκράτι, πίσω από το Εθνικό  Ίδρυμα Ερευνών.  Ένας καλός φίλος μού το είχε παραχωρήσει,  για να μείνω όσο χρειαζόταν.

Στην παρακείμενη λεωφόρο είχα εντοπίσει το βιβλιοχαρτοπωλείο της γειτονιάς. «Η Θητεία», έγραφε η πινακίδα. Εκεί αγόραζα βιβλία και γραφική ύλη. Το βιβλιοπωλείο το κρατούσε μία ηλικιωμένη κυρία, πολύ γλυκιά και καλοβαλμένη. Άλλης εποχής η κόμμωση –ένα λευκό φροντισμένο σινιόν- και το ντύσιμο. Ηλικιακά θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν μητέρα μου.

Εκεί παράγγειλα και το ωραίο μυθιστόρημα της Ελένης Λαδιά  «Η Θητεία», πού είχε κυκλοφορήσει περίπου τότε. Ρώτησα, λοιπόν, την κυρία, αν η ονομασία του βιβλιοπωλείου είχε σχέση με το  μυθιστόρημα.   «Όχι, όχι» μου είπε. «Το ανοίξαμε με τον γιο μου, πριν μερικά χρόνια όταν έφευγε για τη θητεία του στο στρατό. Έτσι προέκυψε το όνομα. Έκτοτε το έχω αναλάβει εγώ. Περνάει και η ώρα μου» συμπλήρωσε.

Ένα πρωί, μπήκα να αγοράσω κάτι και, καθώς έφευγα, μου χαμογέλασε και μου είπε: «Εύχομαι η μέρα σας να είναι τόσο όμορφη όσο εσείς».

Δεν είχα ποτέ δεχτεί μια τόσο αξιαγάπητη καλημέρα. Την ευχαρίστησα και έφυγα με  πολύ καλή διάθεση.

Την επόμενη φορά, μιλήσαμε λίγο παραπάνω. Κάπως το έφερε η κουβέντα και μου είπε ότι είχε σπουδάσει στη Φιλοσοφική Αθηνών.  Υπολόγισα στα γρήγορα την εποχή.

«Η αδελφή της μητέρας μου ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών, την εποχή του Συκουτρή, του Δεσποτόπουλου» είπα. «Και η μητέρα μου φοίτησε στη Φιλοσοφική, μόνο που εκείνη δεν πρόλαβε να πάρει πτυχίο. Ξέσπασε ο πόλεμος και γύρισε στην Κέρκυρα».

«Πώς λεγόταν η μητέρα και η θεία σας;», με ρώτησε με ζωηρό ενδιαφέρον.

«Άντα και Έλενα Βεντούρα», είπα.

Φωτίστηκε το πρόσωπό της. «Τι μου λέτε! Με τη θεία σας είμαστε συμφοιτήτριες. Ήταν τόσο όμορφη,  τόσο γοητευτική. Την θυμάμαι πολύ καλά. Αλλά χαθήκαμε μετά τις σπουδές. Πάντα αναρωτιόμουν τι να έγινε η Έλενα Βεντούρα». Τα είπε όλα μαζεμένα με νοσταλγία και συγκίνηση.

Με ρώτησε και της είπα κάποια πράγματα για τη ζωή της θείας μου. «Δίδαξε λίγα χρόνια, παύθηκε ως αριστερή, υπήρξε βοηθός του  Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ύστερα εργάστηκε στη Βιβλιοθήκη της Βουλής και στο Ευγενίδειο Ίδρυμα. Παντρεύτηκε τον Ηλία Πολίτη, τον αιματολόγο, δεν απέκτησαν  παιδιά. Εκείνη πέθανε στα 54 χρόνια της κι εκείνος αυτοκτόνησε λίγα χρόνια αργότερα». Τα είπα τρέχοντας, για να τελειώνω με τα οδυνηρά. Ήταν μια πολύ πονεμένη ιστορία για την οικογένειά μου. Εγώ ήμουν μόλις 20 χρονών όταν πέθανε η θεία μου. Και 26 όταν έφυγε ο Ηλίας Πολίτης.  Μερικά πένθη δεν σβήνουν εντελώς με τον χρόνο.

«Τι κρίμα» είπε, και για λίγο μείναμε και οι δύο σιωπηλές.

Ύστερα με κοίταξε με γλυκύτητα.  «Όταν πρωτομπήκατε εδώ, κάτι μου θύμισαν τα μάτια σας, το βλέμμα,  κάτι που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Τώρα εξηγείται…» είπε.

Συγκινήθηκα. Είναι από εκείνες τις συγκυρίες που μοιάζουν απίθανες και  που είναι  παρηγορητικές  για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο.

Ύστερα, πήγαινα συχνά να της πω την καλημέρα μου και χαιρόμαστε και οι δύο.  Είπαμε κι άλλα. Γίναμε φίλες.  

Πριν φύγω από την Αθήνα, πήγα να την αποχαιρετήσω.  Φιληθήκαμε. Ανταλλάξαμε ευχές.

Η κυρία και το βιβλιοπωλείο «Η Θητεία» σήμερα δεν υπάρχουν πια, αφού αυτή η μικρή ιστορία χρειάστηκε περίπου 25 χρόνια μέχρι να έρθει η ώρα της να γραφτεί.  Ήταν ένα χρέος που διευθέτησα με μεγάλη καθυστέρηση και μια μικρή ιστορία που ακόμα με συγκινεί ως μνήμη.


Πηγή


Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

Μαρία Καμονάχου: Η καλύβα με τη χρυσαλλίδα

 


Στο βάθος του μυαλού μας υπάρχει πάντα η μυθική καλύβα. Στην οποία θα μπορούσαμε (αχ και να μπορούσαμε…) να καταφύγουμε σε εποχές ατομικής ή γενικής κρίσης. Η καλύβα, το ξέρουμε, στοιχειώνει πάντα το συλλογικό φαντασιακό. Και δεν ανάγεται στο 18ο αι. με τις αγροικίες του, τους χαρούμενους χωρικούς, τις υπαίθριες γιορτές και τη γενική ανεμελιά του, την οποία συχνά αναπολούμε λόγω των αναπαραστάσεων που διαθέτουμε από τους ζωγράφους του αιώνα αυτού. Διαφορετικά, τι νόημα θα είχε το πιθάρι του Διογένη; Επομένως τείνω να πιστεύω πως η μυθική μας καλύβα ανάγεται στις αρχαϊκές μας καλύβες, στο πρώιμο κατοικείν επισμαλτωμένο όμως με παραστάσεις 18ου αιώνα.  

Η σχέση η δική μου με την καλύβα ξεκίνησε το 2005. Τότε, μια πενταετία περίπου μετά το θάνατο του πατέρα μου πήγα, μετά από χρόνια που «έλειπα», στον ελαιώνα μας. Περιττό να πω ότι τον βρήκα εντελώς δασωμένο. Ανοίγοντας δρόμο, με δυσκολία, μέσα σ’ αυτή τη βλάστηση, τράβηξα κατευθείαν για το πέτρινο καλύβι μας. Έφτασα με δυσκολία κάπου, αλλά το καλύβι μας δεν μπορούσα να το προσεγγίσω. Ήταν περικυκλωμένο από ψηλά βάτα και χαμόδεντρα, η στέγη του είχε πέσει μέσα, ένας τοίχος επίσης κι ένας άλλος έχασκε μισός. Το κοίταζα αποσβολωμένη από απόσταση, και παρόλο που στεκόμουν ακίνητη σ’ ένα σημείο, είχα την αίσθηση ότι δεν είχα πια πού να σταθώ. Τότε ακριβώς ήταν που κατάλαβα ότι το καλύβι μας δεν ήταν απλά ένα καλύβι, αλλά ήταν οι σταθερές συντεταγμένες της περιστασιακής μας διαβίωσης εκεί. Ήταν ένα κέντρο, η απώλεια του οποίου θα μπορούσε να αποσυντονίσει τώρα όλες μας τις διαδρομές. Διαφορετικά τι λόγο ύπαρξης είχε αυτή η μικρή και πάντα ορθάνοιχτη καλύβα; Ούτε τρώγαμε εκεί μέσα –τρώγαμε απέξω, ούτε παίζαμε –παίζαμε δίπλα ούτε ξαπλώναμε, αν τυχαίναμε εκεί μεσημέρι –ξαπλώναμε πάντοτε στη σκιά του καλυβιού. Μόνο όταν έβρεχε, μπαίναμε για λίγο μέσα στη μικρή μας καλύβα ή την χρησιμοποιούσαμε για άλλες –εντελώς περιστασιακές,  χρήσεις (π. χ. ν’ αφήσουμε κάτι μέσα για να το βρούμε εκεί και να το πάρουμε πάλι αύριο). Ταραγμένη είχα την αίσθηση ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να αποκαταστήσω το κτήμα, αν δεν έφτιαχνα πρώτα το καλύβι.  Ότι το καλύβι ήταν το κέντρο. Το ελάχιστο σταθερό κέντρο ενός κύκλου του οποίου η περιφέρεια ήταν τυπικά τα όρια του κτήματος, άτυπα ολόκληρη η οικουμένη και που η χρησιμότητά του έγκειτο απλώς στη διαρκή μας επαναφορά.   

Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι κοντά στον ελαιώνα μας δεν υπάρχει τίποτε το αξιομνημόνευτο. Εκτός από μια μικρή σπηλιά στα ριζά του βουνού, μια γράβα, που την ονομάζουμε «το κελί της Ρήνης». Εκεί, ζούσε κάποτε μια λεπρή. 

Από τότε έχει τρέξει πολύ νερό στ’ αυλάκι. Μαζί μ’ αυτό ήρθε και η γνώση ότι η μυθική καλύβα όλων μας είναι ακριβώς αυτό: Η επιθυμία για ένα ελάχιστο σταθερό κέντρο. Ένα πάσσαλο, ένα δέντρο, μια ριζωμένη πέτρα. Ένα «κάθισμα», όπως λέγεται στη μοναστική γλώσσα. Ένα «κάθισμα» για το είναι. Και ότι η καλύβα, όπως λέει και η λέξη (καλύπτω), είναι το κάλυμμά του. Το κουκούλι του. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτες καλύβες δημιουργήθηκαν παράλληλα με την υφαντική.  Η καλύβα δεν είναι τόσο για να κάθεσαι μέσα, όσο για να μπαινοβγαίνεις. Αυτό το ελάχιστο σταθερό κέντρο βλέπουμε να το κατακτούν κατοικώντας το σε πιο μόνιμη βάση οι στυλίτες, οι δενδρίτες, αλλά και οι διαλογιζόμενοι μοναχοί της ανατολής. Στην εικονογραφία σαν καλύπτρα στους στυλίτες υπάρχει, στην κορυφή του στύλου, μια υποτυπώδης βάση σαν κολυμβήθρα κι από πάνω ένα σκιάδιο, στους δενδρίτες οι φυλλωσιές και στους διαλογιζόμενους ανατολίτες μοναχούς τόσο το «κάθισμα» όσο και την καλύπτρα-κουκούλι τούς την παρέχει το ίδιο τους το σαρκίο (και μόνο μ’ αυτή την έννοια, του στέρεου και μεγεθυμένου κέντρου, μπορώ να κατανοήσω την τροφαντή κοιλιά του Βούδα). 

Πρέπει άραγε να προσθέσω ότι στις καλύβες δεν ζουν «κανονικοί άνθρωποι»;  Είναι γνωστό. Ζουν, όπως έχει γραφτεί, «άνθρωποι σε κρίση». Ληστές, άγιοι, μάγισσες, η λεπρή Ρήνη, οι νάνοι καθώς και λογιών-λογιών ερημίτες. Στους τελευταίους ας συγκαταλέξουμε και τον Heidegger όσο ζούσε στην καλύβα του Μέλανα Δρυμού. Αλλά και άνθρωποι που η βαθιά τους σχέση με το κατοικείν συναντήθηκε στην πράξη με την αρχαία γνώση του ελάχιστου σταθερού κέντρου και της διαρκούς επαναφοράς σ’ αυτό. Εδώ ας τοποθετήσουμε τον Le Corbusier στην καλύβα του των 9 τετραγωνικών στην Κυανή Ακτή.  

Τώρα, «που ΄ρθανε χρόνια δίσεχτα και μήνες οργισμένοι», βλέπω, λοιπόν, ότι επανέρχεται η ιδέα της καλύβας. Επανέρχεται λόγω της χειμαζόμενης ζωής που ζούμε. Μια ζωής απογυμνωμένης από την οικειότητα, αφού μεταξύ ημών και των οικείων μας μεσολαβεί ένας ατέλεστος φόνος (και μάλιστα, όσο περισσότερο κάποιος μας είναι οικείος, τόσο κι ο φόνος φαντάζει λιγότερο ατέλεστος). 

Είναι, λοιπόν, φυσικό η καλύβα να επανέρχεται τώρα συχνότερα στο συλλογικό φαντασιακό σαν το ύστατο καταφύγιο του ανθρώπου, κάπου μακριά, που εκεί θα ζήσει κάπως σαν χρυσαλλίδα. Που καθισμένος μέσα στο κουκούλι του θα περιμένει να ξαναγεννηθεί. Και που όμως, ακόμα κι έτσι,  θα ήθελε  πού και πού να πεταλουδίζει γύρω-γύρω  συναναστρεφόμενος μέσα στη φύση αμέριμνα και ευχάριστα άλλους καλυβιαραίους. Ή με το βλέμμα προσηλωμένο στο βάθος της κοιλάδας να περιμένει (αχ να περιμένει…) την απροσδόκητη εμφάνιση ενός αγαπημένου.