Ἐγὼ παρῆλθα, τραγουδώντας τὴ χαρά,
τὶς ἔμορφες, τὰ ρόδα καὶ τ᾿ ἀηδόνια,
χορεύοντας καὶ πίνοντας ἁδρὰ
ἔνιωσα ἀπάνω στὰ μαλλιὰ τὰ χιόνια.
Στοῦ κύπελλου τὸ κατακάθι ἡ συμφορὰ
κι᾿ ἡ στάχτη, ποὺ ἀψηφοῦσα τόσα χρόνια.
Τώρα στὸ κῦμα τὰ πετῶ, μακριά,
τώρα μὲ λυώνουν πόνοι καὶ τριζόνια.
Σὲ νότα καὶ ρυθμό, στίχο μεστὸ
σ᾿ ἕνα τραγούδι ἐπόθησα νὰ κλείσω
μίαν ἁρμονία, νόημα σωστό.
Μὰ δὲν κατόρθωσα θεία νὰ μιλήσω,
παλμὸ νὰ δώσω καὶ νὰ συγκλονίσω
τὴν ἄπειρη ψυχὴ τοῦ κόσμου σὲ σεισμό.
