Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάνος Ελευθερίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 10 Απριλίου 2020
Μάνος Ελευθερίου: Τρίτη πράξη
Φαρδιά καμπαρντίνα, στενό καπέλο, περασμένες μόδες.
Μια ωραία κοπέλα ρίχνει τη στάχτη του τσιγάρου της από παράθυρο του τρίτου ορόφου.
Ο γιός μεγάλου εμπόρου πέρασε σαν καράβι τους δρόμους των σφαγείων.
Άσπρο μεταξωτό φουλάρι κι η ζωντανή χρυσόμυγα καρφωμένη στο πέτο.
Κάποιος κατουράει πίσω απ' τα δέντρα και φυσάει ξυράφια.
Ένας άλλος χέζει τριαντάφυλλα.
Η Ελλάδα το μήλο που σφηνώθηκε στην πλάτη ενός ζώου και σάπισε.
Όπως ακριβώς στο διήγημα του Κάφκα.
Τελικά το θέμα είναι η καμπαρντίνα και το καπέλο;
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)
Μάνος Ελευθερίου: Ο ασθενής των αναμνήσεων
Παλιού ουρανού χαλάσματα
Ε.Π.
Προσέχοντας να μη βουλιάζει στους γκρεμούς
των ερώτων
άκουσε να χτυπούν πολλές αγάπες μαζί.
Δεν πρόλαβε να υπολογίσει την ώρα.
Μέσα του άνοιξε μια τρύπα με οινόπνευμα-
παλιές ανάγκες της ψυχής του ήταν
παλιού ουρανού χαλάσματα.
Ως το πρωί αιμορραγούσε αναμνήσεις.
Έφτυνε δόντια και χρυσάφι.
Κρυμμένα πάθη του ξερνούσε και αμαρτίες.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)
Μάνος Ελευθερίου: Ίχνη από στρυχνίνη
Ίχνη από ματωμένα δόντια σε άσπρα γάντια
ίσως να ήτανε φιλιά.
Χιόνι στα σεντόνια και τις πολυθρόνες.
Και τα φτερά του τραβηγμένα με μανία υστερική.
Βρέθηκαν ίχνη από στρυχνίνη.
Αποτυπώματα μιας Άνοιξης επάνω στα κοστούμια του.
Σε μιαν ατζέντα πολλοί αριθμοί ανεξακρίβωτοι:
ίσως αριθμοί τηλεφώνων, ίσως λογαριασμοί,
σήματα παράξενα, σαν τους συνδυασμούς ενός άτυχου
χαρτοπαίκτη.
Κι α, ναι, το κυριότερο: Ένα κομμάτι από σκισμένη
φωτογραφία. Δέντρα και θάλασσα. Το πρόσωπο,
απ' τη σκιά στην άμμο, συμπεραίνεται πως ήταν άντρας.
Στον αέρα όμως μια μυρωδιά γυναίκας και το άγγιγμά της·
τα νύχια της να φτερουγίζουν αόρατα και σαν αρρώστια κολλητική.
Με αυτά ίσως μπορέσεις ποιητικά και να βιογραφήσεις το θύμα.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)
Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019
Μάνος Ελευθερίου: Ενδείξεις των παλαιών ημερών
Σε είδαν ντυμένη τα ξυράφια σου οι άγγελοι
και μου το είπαν
λησμονημένη ακόμη κι απ’ τα καρφιά της πόρτας σου
μαθήτρια της ραπτικής ν’ αποστηθίζεις τα εγκόσμια
να προπονείσαι στον θάνατο μες στα χρυσάνθεμα
και μου είπαν πως ήσουν υψηλή όπως ένα βουνό
μες τις χαράδρες ανάμεσα και τους γκρεμούς απ’ τα πένθη
κι εμένα, λέει, με είδαν με ματωμένα γόνατα
ντυμένον ευζωνάκι
να κρατώ μια χάρτινη σημαιούλα
και ν’ απαγγέλλω Κωστή Παλαμά.
ΤΟ ΝΕΚΡΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ (1997)
Πέμπτη 6 Ιουνίου 2019
Μάνος Ελευθερίου: Ακτινογραφία θώρακος
Στον Άδη πάνε οι φίλοι μας μονάχοι
και τα κρυφά τους πένθη αιμορραγούν.
Το στόμα τους μυρίζει μοσχοκάρφι,
κουράστηκαν μυστήρια να εξηγούν.
Ανυπεράσπιστοι, μοιραίοι θεατρίνοι,
με τα μαλλιά λουσμένα μπριγιαντίνη.
Η νύχτα έχει καρφίτσες και βελόνες,
καρφιά και δηλητήρια και σχοινιά.
Ποιός γάμος μυστικός, ποιοί αρραβώνες
θα γίνουν μες τους κήπους του φονιά;
Ο κόσμος μονοσύλλαβος και τρέμει,
ευνούχος τρομαγμένος στο χαρέμι.
Μες στο μυαλό μας καίει ένα ρουμπίνι,
σπασμένο δάκρυ κόκκινου κραγιόν.
Κι όλα θυμίζουν μια δικαιοσύνη
και τον καπνό, που θα ’ρθουν, γυναικών.
Ποιός δίνει στη ζωή του προθεσμίες,
σαν ασκητής χωρίς επιθυμίες;
Ξεφεύγεις κάθε βράδυ απ’ τις βιτρίνες
μιας επαρχίας πάντα, μαγαζιού.
Και ντύνεσαι λαμέ και οργαντίνες
και τραγουδάς τραγούδια του συρμού.
Δεν είσαι εσύ. Μην παίζεις, μην πειράζεις.
Στην αμαρτία το αίμα σου μην τάζεις.
Φόρεμα πράσινο. Στο πλάι πιέτες,
τακούνια καμωμένα από φελλό.
Τι σου ’μαθαν οι σκόρπιες οι κουβέντες;
Ποιό σκηνικό θυμάσαι απατηλό;
Απ’ όλα αυτά τι σου ’μεινε στη μνήμη;
Μες στ’ άστρα της αρρώστιας, ποιό αγρίμι;
Εργόχειρο παλιού φυλακισμένου,
σταυρός φτιαγμένος μ’ άχυρα χρυσά.
Το αίμα ευλογεί του σκοτωμένου
κι ο θυμωμένος Άγγελος λυσσά.
Τι πρόλαβες, τι ξέρεις από κείνα;
Πουκάμισα ριγέ, χασές, ποπλίνα.
Μες στις παλιές κρυφές φωτογραφίες,
κυλάει φρικτός ο θρήνος ημερών.
Σκιές και φως. Σαν ακτινογραφίες,
του θώρακος, της πλάτης, των φτερών.
Δίπλα σου πάντα οι άγιοι στρατηλάτες
πενθούν για τις δικές μας αυταπάτες.
Στον Άδη πάνε οι φίλοι κι άλλοι φίλοι
μονάχοι, ανυπεράσπιστοι, βουβοί.
Με τη φωνή κλεισμένη σε κοχύλι
την ύστατη να βρούνε αμοιβή.
Εκεί που βρίσκουν όλα θεραπεία.
Στο πέραν. Στο ποτέ. Στην ουτοπία.
Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ (2003)
Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018
Μάνος Ελευθερίου: Χρόνια σαν τριαντάφυλλα
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σταμάτης Κραουνάκης
Δίσκος: Πόσο σ’ αγαπώ (2007)
Άλλες εκτελέσεις: Δημήτρης Μητροπάνος (2011)
Χρόνια σαν τριαντάφυλλα ξερά μες στα βιβλία.
Τα δέντρα που ήταν άνθρωποι έχουν μαρμαρωθεί.
Χιόνι παλιό και μάλαμα, σαν ακριβή φιλία,
κορίτσια που γεννήθηκαν κρατώντας το σπαθί.
Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου.
Φόρεσες όλα τα βουνά και τα μεταξωτά.
Τη νύχτα που ’χεις μέσα σου τη λες με τ’ όνομά σου.
Πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά.
Χρόνια πολλά, απ’ το ’20 είν’ η λιθογραφία
σερβίρονται τα παγωτά, καφέδες αχνιστοί.
Παραθαλάσσιος καφενές σε κάποια επαρχία,
εκεί που ζουν οι άνθρωποι μόνο γονατιστοί.
Άρχισες πάλι ανέκδοτα, τα επαρχιακά σου.
Φόρεσες όλα τα βουνά και τα μεταξωτά.
Τη νύχτα που ’χεις μέσα σου, τη λες με τ’ όνομά σου.
Πίνεις το τσάι σου καυτό με δυο ζαχαρωτά.
Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018
Μάνος Ελευθερίου: Όραμα βασίλισσας αγίας
Ξυπνώ κι η πύλη εξόδου ανοιγμένη.
Δυο βήματα και όλα θα χαθούν.
Και βλέπω τη μητέρα μου φτασμένη
τις καταιγίδες να 'ναι πια ντυμένη.
Τα μάγια μιας ζωής μ' ακολουθούν
σαν αγιασμούς που πίνουν μεθυσμένοι.
Το σχήμα ανθρώπου είχε σ' άδεια πόλη
μ' ερείπια, με στάχτες, με καπνό
και μύριζε ιώδιο και φορμόλη.
Κοντά της και οι Δώδεκα Αποστόλοι
κρατούσανε σπαθί δαμασκνό
και μιας Ελλάδας άσωτης το βόλι.
Στον έναστρο του εγκλήματος πετούσε
-πουλί που πήρε άξαφνα φωτιά-
και τ' άνθη σφάζοντας, υπνοβατούσε
στις εποχές του αίματος. Πενθούσε
του μέλλοντός μου τη ραγισματιά
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσε.
Εσύ δεν είσαι εκείνη που ζητούσα;
Πώς ήρθες έτσι μέσα στους στρατούς
σκιά φωτιάς, λαμπάδα που κρατούσα
και με γεννούσες, όταν σε γεννούσα
μες στων Ελλήνων πάντα τους λαούς
που κακουργούσαν ό,τι αγαπούσα;
Μου λέει: Μην κοιτάς που δε σ' αγγίζω.
Ούτε μ' αφήνουν ούτε και μπορώ.
Αέρας είμαι, πνεύμα που στραγγίζω.
Στη Γη να ξαναπάς, αυτό σου ορίζω.
Πολέμησε με το ένα σου φτερό.
Το φως για τη γενιά μου ήταν γκρίζο.
Ο σπόρος ακριβός, μου λέει. Χρόνια
σα φαρφουρένια βάζα με γλυκά
που σπάσανε στις πλάκες. Τη συμπόνια
την είδα που ξερνούσε καταφρόνια
σε πρόσωπα ακριβά και μυστικά
και στα λινά τα νυφικά σεντόνια.
Πώς ζήσαμε, ποιοι ζήσαμε, τι ζούμε;
Πώς έγινε κι οι έσχατοι νικούν;
Για ποιες χαρές και πόνους τραγουδούμε;
Για σένα πες μου, τ' άλλα θα τα βρούμε.
Τι κάνεις; Πού δουλεύεις; Ποιοι σ' ακούν;
Καπνίζεις; Χαρτοπαίζεις; Δε σ' ακούμε,
πιο δυνατά. Λοιπόν; Ποιος σε κοιτάζει;
Ποιος ράβει τα κουμπιά σου τα χρυσά;
Κουμπιά δεν έχω, μάνα. Με μαράζι
το δένω το πουκάμισο, που αλλάζει
και μέγεθος και χρώμα και κοψιά,
ανάλογα ποιος φίλος μου γιορτάζει.
Μιλούσα και μιλού- παραμιλούσα'
ούτε υποψία φαίνονταν σκιάς.
Την άκουγα, δεν άκουγα, πετούσα,
και είχα τόσα, τόσα να ρωτούσα.
Ο δαίμονας της ποίησης για μας
τον κάθε πόνο κάνει Αρετούσα.
Να πας, παιδί μου, πίσω. Στην ευχή μου.
Στην πέτρα την ξερή να βρεις νερά
και να προσεύχεσαι για την ψυχή μου.
ΜΗ ΓΡΑΦΕΙΣ, ΜΗ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ, φυλακή μου.
Σε λένε οι αλήτες μασκαρά
και το φωνάζουν- καίει η ακοή μου.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων,
της αρπαγής, του φόνου, του φαλλού
και μόνο εσένα θά 'βρουν όλοι μείον.
Θα σ' έβρουν στης ζωής σου το ταμείον
με μάγισσα μια τέχνη ενός τρελού
που παίζει με τα συν και με τα μείον.
Σαν όραμα βασίλισσας αγίας
που εθανατώθη πάνω στην πυρά
χανόταν σε βυθούς αιμορραγίας
με ψάρια και δελφίνια της μαγείας,
και μου θυμίζαν όλα, έτσι αργά,
σκηνή από ταινία νοσταλγίας.
Ο ΝΟΗΤΟΣ ΛΥΚΟΣ (2010)
Διαβάζει ο Μάνος Ελευθερίου
Πρόλογος
Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.
Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.
Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.
Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.
Οι γέροι φωτογράφοι, σα γυρίζουν
στο σκοτεινό τους σπίτι σιωπηλοί
τα είδωλα της μιας στιγμής αγγίζουν
με το μυαλό, μ’ αισθήσεις που ραγίζουν.
Δεν έχουν αυταπάτες και φυλή.
Συνήθισαν παντού να γονατίζουν.
Χιονίζει στα χρυσά ινδάλματά τους
σε χέρια, πόδια, στόματα, φωνή,
και πώς να φτιάξουν, πώς, το άγαλμά τους
πριν προδοθεί το σώμα από θανάτους.
Παγίδεψαν το χρόνο στο χαρτί
γι’ αυτό χιονίζει πάντα στην καρδιά τους.
Και μοιάζουν μ’ όσους ζουν σα μεταπράτες
μα πιο πολύ θυμίζουνε κουρείς
με τσέπες από ενθύμια γεμάτες.
Μαλλιά που κόψαν από κωπηλάτες,
εργάτες, καλλιτέχνες, ιερείς
και στη φωτιά τα ρίξαν και τις στάχτες
να βρουν αγάπες, τρόπους και υποσχέσεις
και συνταγές του έρωτα παλιές.
Τους τόκους που έχουν κάποιες καταθέσεις:
και τι αναλογεί στις αφαιρέσεις
και λένε ευχές και ξόρκια σε θηλιές.
Τι επιτέλους κάνεις για ν’ αρέσεις.
Έτσι χιονίζει χρόνια και για μένα
στα ξένα σπίτια μέσα που ξυπνώ
κι ανακαλώ φαντάσματα αγιασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ για λάθη ξεχασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ κι εδώ καθώς γερνώ
για πράγματα που σφάλασι για μένα.
Ο ΝΟΗΤΟΣ ΛΥΚΟΣ (2010)
Τρίτη 24 Ιουλίου 2018
Μάνος Ελευθερίου: Ακτινογραφία θώρακος
Στον Άδη πάνε οι φίλοι μας μονάχοι
και τα κρυφά τους πένθη αιμορραγούν.
Το στόμα τους μυρίζει μοσχοκάρφι,
κουράστηκαν μυστήρια να εξηγούν.
Ανυπεράσπιστοι, μοιραίοι θεατρίνοι,
με τα μαλλιά λουσμένα μπριγιαντίνη.
Η νύχτα έχει καρφίτσες και βελόνες,
καρφιά και δηλητήρια και σχοινιά.
Ποιός γάμος μυστικός, ποιοί αρραβώνες
θα γίνουν μες τους κήπους του φονιά;
Ο κόσμος μονοσύλλαβος και τρέμει,
ευνούχος τρομαγμένος στο χαρέμι.
Μες στο μυαλό μας καίει ένα ρουμπίνι,
σπασμένο δάκρυ κόκκινου κραγιόν.
Κι όλα θυμίζουν μια δικαιοσύνη
και τον καπνό, που θα ’ρθουν, γυναικών.
Ποιός δίνει στη ζωή του προθεσμίες,
σαν ασκητής χωρίς επιθυμίες;
Ξεφεύγεις κάθε βράδυ απ’ τις βιτρίνες
μιας επαρχίας πάντα, μαγαζιού.
Και ντύνεσαι λαμέ και οργαντίνες
και τραγουδάς τραγούδια του συρμού.
Δεν είσαι εσύ. Μην παίζεις, μην πειράζεις.
Στην αμαρτία το αίμα σου μην τάζεις.
Φόρεμα πράσινο. Στο πλάι πιέτες,
τακούνια καμωμένα από φελλό.
Τι σου ’μαθαν οι σκόρπιες οι κουβέντες;
Ποιό σκηνικό θυμάσαι απατηλό;
Απ’ όλα αυτά τι σου ’μεινε στη μνήμη;
Μες στ’ άστρα της αρρώστιας, ποιό αγρίμι;
Εργόχειρο παλιού φυλακισμένου,
σταυρός φτιαγμένος μ’ άχυρα χρυσά.
Το αίμα ευλογεί του σκοτωμένου
κι ο θυμωμένος Άγγελος λυσσά.
Τι πρόλαβες, τι ξέρεις από κείνα;
Πουκάμισα ριγέ, χασές, ποπλίνα.
Μες στις παλιές κρυφές φωτογραφίες,
κυλάει φρικτός ο θρήνος ημερών.
Σκιές και φως. Σαν ακτινογραφίες,
του θώρακος, της πλάτης, των φτερών.
Δίπλα σου πάντα οι άγιοι στρατηλάτες
πενθούν για τις δικές μας αυταπάτες.
Στον Άδη πάνε οι φίλοι κι άλλοι φίλοι
μονάχοι, ανυπεράσπιστοι, βουβοί.
Με τη φωνή κλεισμένη σε κοχύλι
την ύστατη να βρούνε αμοιβή.
Εκεί που βρίσκουν όλα θεραπεία.
Στο πέραν. Στο ποτέ. Στην ουτοπία.
Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ (2003)
Μάνος Ελευθερίου: Είν’ αρρώστια τα τραγούδια
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Δελτίο καιρού (1980)
Είν’ αρρώστια τα τραγούδια που αγαπάς να λέω,
αναμμένο καρβουνάκι που κρατώ και κλαίω
Είν’ αρρώστια τα τραγούδια - τι θαρρείς;
Βρες αγάπες άλλες, φως μου, να χαρείς
Τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά
είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά
Αφορμές μου δίνεις πάντα και σκοπούς ν’ αρχίζω
μα για ξένες υποθέσεις που μιλούν στραγγίζω
Είν’ αρρώστια τα τραγούδια - τι θαρρείς;
Βρες αγάπες άλλες, φως μου, να χαρείς
Τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά
είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά
Σαν το σπίρτο που ’χει πέσει στο ξερό χορτάρι
είναι κείνα τα τραγούδια που μας έχουν πάρει
Είν’ αρρώστια τα τραγούδια - τι θαρρείς;
Βρες αγάπες άλλες, φως μου, να χαρείς
Τα τραγούδια που έχουν αίμα και καρδιά
είν’ αρρώστια που δε γίνεται καλά
Μάνος Ελευθερίου: Το δηλητήριο που πίνεις
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Άλμπουμ: 7 Ελεγείες και Σάτιρες (2017)
Πάνω στην κόκκινη κουβέρτα
ρίχνεις πασιέντζες μοναχή
και ξαναρχίζεις την κουβέντα
με τη χαμένη σου ψυχή
Κι ένας ρεμπέτης στρατηλάτης
λεν τα χαρτιά σου πως θαρθεί,
σα νικημένος τρομοκράτης
μπροστά σου να προσευχηθεί
Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης,
το 'χει η καρδιά σου εφεδρικό
Το φόρεμά σου στην κρεμάστρα
μυρίζει πεύκο κι εξοχές
κι όλο ξηλώνει χάντρα χάντρα
σε κάθε στάλα απ' τις βροχές
Κι ούτε σου βγαίνουν οι πασιέντζες
κι ούτε κανείς τηλεφωνεί
και μόνο μέσα απ' τα τραγούδια
ακούς ερωτική φωνή
Μάνος Ελευθερίου: Περίοπτοι
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιώργος Καζαντζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Έρωτας ή τίποτα (2018)
Περίοπτοι υπάλληλοι που μπήκανε με μέσον -
μόνο αυτοί προβλέπουνε τα χρόνια σκοτεινά
Πίνουν καφέ, ξανά καφέ και φρέντο και εσπρέσο
Κάτι στα σπλάχνα τους σκιρτά, κάτι τους τριγυρνά
Γιατροί κρατούν τις σύριγγες και μόρτες το αφιόνι
και οι μεγάλοι κι οι τρανοί υμνούν τη Χαλιμά
Ποτέ δε θα ‘ρθει ένα πουλί, δε θα ‘ρθει ένα αηδόνι,
κάποιο τραγούδι να μας πει γλυκό του Παλαμά
Εκεί που ζούσαν θερμαστές, στης κόλασης τον πάτο,
δεν έφτασε καμιά φωνή που να ‘χει γιατρικά,
να πάει ο κόσμος πιο μπροστά, να σηκωθεί από κάτω,
να μάθει ποιος του σκότωσε ζωή κι ιδανικά
Στρατιώτες βγαίνουν απ‘ το φως κι από τον Κάτω Κόσμο
με λάβαρα, εξαπτέρυγα κι αγγέλων τα φτερά
Οι γκόμενες δεν έμαθαν τι είναι να ζεις με τρόμο -
γι’ αυτές ο έρωτας ξυπνά σε δροσερά νερά
Μάνος Ελευθερίου: Τα πρώτα λόγια
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Παραδοσιακό (διασκευή: Σταύρος Κουγιουμτζής)
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Μικρές Πολιτείες (1974)
Τα πρώτα λόγια του Χριστού
κοντά στον Ιορδάνη
σου φόρεσα στεφάνι
κι αγγέλοι τα κρατούν
Σε πήραν μια, σε πήραν δυο
και με δεμένα μάτια,
μα εγώ στα σκαλοπάτια
του κόσμου σε ζητώ
Κι ο κόσμος ήταν το κερί
κι οι τέσσερις ανέμοι,
εγώ το φως που τρέμει
και συ ροδιά μικρή
Μάνος Ελευθερίου: Τώρα που θα φύγεις
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)
Τώρα που θα φύγεις,
πάρε μαζί σου για φυλαχτό
μυρτιά και πικροδάφνη
και της Φραγκογιαννούς τα πάθη
Και στρώσε τη ζωή σου
μ’ αγρύπνια και μαράζι
για του καιρού τ’ αγιάζι
Και για την αμοιβή σου,
νερό του παραδείσου
θα γινώ
Τώρα που θα φύγεις,
πάρε μαζί σου και το Χριστό
Μάνος Ελευθερίου: Του κάτω κόσμου τα πουλιά
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)
Φαρμακωμένος ο καιρός παραμονεύει,
μες τα στενά του κάτω κόσμου να σε βρει,
και δεκατρείς αιώνες άνεργος γυρεύει
την κιβωτό σου και το αίμα να σου πιει
Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες
Μες τα μαλάματα μια νύφη ξαγρυπνά
κι έχει στ’ αυτιά της κρεμασμένες τις Κυκλάδες
κι ειν’ το κρεβάτι της λημέρι του φονιά
Κρυφά τα λόγια τα πικρά μες το κοχύλι,
κρυφά της θάλασσας τα μάγια στο βοριά
Θα σβήσει κάποτε στο σπίτι το καντήλι
και μήτε πόρτα θα `βρεις μήτε κλειδαριά
Του κάτω κόσμου τα πουλιά και τα παγόνια
με φως και νύχτα σου κεντούν μια φορεσιά
Άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια,
πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά
Μάνος Ελευθερίου: Τα χρέη της καρδιάς σου
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)
Προτού να πας για το στερνό ταξίδι,
προτού να απλώσεις ρίζα στο νερό,
θα μάθεις πόσο σάπιο είναι σανίδι
και δυο και τρεις ελπίδες στον καιρό
Και πριν μες τη ζωή σε ταξιδέψει
και πριν σε πάρει η αγάπη μια στιγμή,
θα δεις τον κόσμο αυτό να λιγοστέψει,
γιατί φυσάει κακό και πληρωμή
Πριν ρίξεις στα βαθιά την άγκυρά σου
και πριν σε βρει καημός για να σκεφτείς,
λογάριασε τα χρέη της καρδιάς σου,
για να ‘χεις γυρισμό, να δικαστείς
Μάνος Ελευθερίου: Πρώτη του Δεκέμβρη
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Σπανός
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Οι Μάηδες, οι ήλιοι μου (1978)
Σου γράφω πρώτη του Δεκέμβρη
Είναι μεσάνυχτα βαθιά
Κοιμάται ο κόσμος τώρα πια
μ’ έναν καημό που να μη σε βρει
Σε λίγο αρχίζουν μεταθέσεις
κι ίσως με φέρουν προς τα κει
Παρασκευή με Κυριακή
θά `χω καινούργιες υποσχέσεις
Μια κάρτα στέλνω στην παρέα
τη λίμνη του Αλή Πασά
Εδώ, σαν πιάνει να φυσά,
θυμίζει Μάρτη στον Περαία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














