Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Καρυωτάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Αλεξία Αθανασίου: Ο περιπατητής της παραλίας



            φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα

             πιστός ακροατής

             των οριζόντων

             Ορέστης Αλεξάκης


Δεν ανήκει εδώ.

Πρωτοϋπήρξε σ' έναν απώτατο Κόσμο τού Γαλαξία μ' απέραντες μενεξεδί Θάλασσες κι Ουρανούς-Αμέθυστους. Άλικες φλόγες οι κάτοικοι, αέναα, λαμπύριζαν στον Άχρονο χρόνο ενός Χώρου που ποτέ δεν νύχτωνε. Πυρσοί ολοζώντανοι σε ύδατα καθρεπτίζονταν αμόλυντα. Άφριζαν οι Θάλασσες, κυμάτιζαν οι Ουρανοί και η Άμμος -απ' ατόφιο χρυσό- αιωρούνταν στους Ορίζοντες σμιλεύοντας τις περίτεχνες μορφές απ' τις σκέψεις και τα συναισθήματα των Κατοίκων. Κάποιοι από αυτούς κινούνταν με ταχύτητα φωτός στα εξώτατ' άκρα τού Κόσμου τους φυλάσσοντας τα σύνορα. Ήταν οι Ακρή'Τες. Οι δυνατότεροι και οι αγνότεροι της φυλής. Όμως, έπαρση γήτευσε το νου των γηραιότερων. Ζήτησαν προνόμια στην αταξική Κοινωνία τους. Ο Η' εναντιώθηκε. Το θεώρησε ύβρη. Τον είπαν προδότη.

"Θα σε βυθίσουμε στο Χάος της Ύλης" απείλησαν. "Μόνον όταν αυτή σε απεγκλωβίσει θα ξαναγυρίσεις εδώ."

Με συνοπτικές διαδικασίες αποφάσισαν κι οργάνωσαν την Εξορία του. Ψήγματα ελέους επηρέασαν την επιλογή τους. Τον έστειλαν στην Κορυ'Φώ. Έναν Κόσμ' Ονειρικό που λούζονταν στη Θάλασσα και τον ήλιο.


 

                 ΙΙ


           η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,

           και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,

           μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,

           μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!

           Κ. Γ. Καρυωτάκης


Γεννήθηκε σε μια τυπική οικογένεια τού τόπου και στα έξι πρώτα συμβατικά χρόνια της νέας του ζωής όλα σ' αυτόν έμοιαζαν φυσιολογικά. Μα ήλθε βραδιά που σε όνειρο μνήμες πύρινες κι ολοζώντανες απ' την αγαπημένη Πατρίδα έντρομες ανασύρθηκαν απ' τις αβύσσους του υποσυνείδητου. Ξύπνησε με ουρλιαχτό πόνου ανείπωτου. Τον βρήκαν να βαριανασαίνει με συμπτώματα ασθένειας αδυσώπητης.

"Μηνιγγίτιδα" βόγγηξαν οι γονείς.

"Μηνιγγίτιδα" διέγνωσαν και οι γιατροί.

Επέζησε. Το μυαλό ήταν τώρα λειψό. Οι μνήμες, φίδια ναρκωμένα, φώλιασαν πάλι στο ερεβώδες υποσυνείδητο. Τίποτα δεν τον απασχολούσε. Δεν σπούδασε και δεν εργάστηκε ποτέ του. Όμως το σώμα του, στιβαρό και αεικίνητο, ήταν ένας ύμνος στη ρώμη. Ακούραστος ο Η' βάδιζε μέρα και νύχτα (στον Κόσμο του με τους τρεις ακοίμητους ήλιους το σκότος ήταν άγνωστο) ψάχνοντας (δίχως να το συνειδητοποιεί) για Θάλασσες όμοιες με τις δικές του. Παραλίες που η Άμμος θα λάμβανε τη μορφή (των άγνωστων σε όλους) συναισθημάτων του. Ουρανούς που τα κύματά τους θα ιχνηλατούσαν ψαλμούς χαρμόσυνους στο ξέγνοιαστο βλέμμα του. Εποχές γι' αυτόν δεν υπήρχαν. ποτέ δεν υπήρξαν. Η βροχή και το κρύο δεν στέκονταν εμπόδιο στην απέλπιδα προσπάθειά του να βρει άλλους τού είδους του. Αενάως κινούνταν, όπου υπήρχε Θάλασσα, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Κορυ'Φώ μεταφέροντας στο δισάκι του τροφές αγνές (ψωμί, φρούτα, τυρί) όπως ο ίδιος. Ήταν ήρεμος κι αθώος σαν νεογέννητος. Ερωτική επιθυμία δεν του κέντρισε ποτέ τη σκέψη καθώς στο Κόσμο του ήταν όλοι άφυλοι. γεννιούνταν σαν ελάχιστοι σπινθήρες.

Κάποτε η Α' (αργή κι αυτή στο μυαλό, ονειροπαρμένη κι αλαφροΐσκιωτη σαν τον Μάνο τον ήρωα του Παπαδιαμάντη στο "Άνθος του Γιαλού") τον συνάντησε στο δρόμο με το αυτοκίνητό της.

"Ανεβαίνω στον Ύψο'Ν" του είπε. "Πού πηγαίνεις;"

Της ανέφερε μια παραλία στην ίδια περιοχή. Κάθισε δίπλα της. Ξεκίνησαν.

"Περπατάς...όλο περπατάς...μέρα και νύχτα. Δεν κουράζεσαι; Δεν φοβάσαι;" τον ρώτησε.

"Εγώ έχω μάτι γερακιού και του λαγού το βήμα" της απάντησε.



                  ΙΙΙ


       Δεν έχουμε εδώ μένουσα πόλη, δεν είναι εδώ γωνιά

        ν' ακουμπήσεις.

        T.S.Eliot / μτφρ. Γιώργος Σεφέρης


Περνούν οι εποχές. Τα χρόνια. Οι δεκαετίες. Πολλές δεκαετίες...

Η θλίψη της Εξορίας ξέπλυνε το σκούρο χρώμα των μαλλιών του. Το σκότος της Νύχτας χάραξε ραγισματιές στην ευγένεια της ηλιοκαμένης μορφής. Η χυδαιότητα της Ύλης κύρτωσε το περήφανο σώμα. Τ' ατέλειωτα χιλιόμετρα της Αναμονής συνέτριψαν τον, άλλοτε, γοργό βηματισμό. Καταβεβλημένος, βαδίζει πλέον με ρυθμό χελώνας. Όμως, αδιάκοπα, βαδίζει αενάως αναζητώντας τη χαμένη Πατρίδα. (Τον Τόπο όπου το Πυρ και το Ύδωρ είναι, μεταξύ τους, ερωτευμένα.) Είναι ήρεμος, αποφασιστικός και παράξενα σίγουρος. Η ψυχή του το νιώθει: Κάποτε η Ύλη (φορτική και αχρείαστη σαν βαρύ σε μας παλτό τον Αύγουστο) νικημένη θα γλιστρήσει από πάνω του. Ολόφωτη η Λεωφόρος της Επιστροφής, καταφατική, θ' ανοίξει στη πύριν' ύπαρξή του. Μα ως τότε δεν ποθεί τίποτ' άλλο απ' το να βαδίζει...πάντα να βαδίζει.



*"Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ" είναι τίτλος ποιήματος του Ορέστη Αλεξάκη.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Γιώργος Κοτζιούλας: Ελεγείο στον Καρυωτάκη




Και συλλογιέμαι, Καρυωτάκη, τώρα
που η νύχτα πια του ερέβους σε κρατεί
για πάντα στης ανυπαρξίας τη χώρα,
συλλογιέμαι τη μοίρα του ποιητή.

Μια νύχτα, είχες βρεθεί χωρίς κανένα
σύντροφο στ' ακρογιάλι ναυαγός
και πέρα κάπου εγύρναες ολοένα
τα βλέμματά σου, αιώνιος νοσταλγός.

Ήσουν, αλήθεια, τόσο απαυδημένος
απ' τον αγώνα τον καθημερνό:
ένας μεγάλος εγκαταλειμμένος
από την γη και τον ουρανό

Και μες στην ώς θανάτου απόγνωσή σου
ξάφνου σε μια πικρότατη στιγμή
ερίχτηκες στα βάθη της αβύσσου
όπου τελειώνουν όλ' οι σπαραγμοί

Τι να σου πω και πώς να σε θρηνήσω,
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω
και μόλις τώρα σ' ένιωσα, νεκρό.

Μα κι αν εχάθης, ακριβέ, μού μένει
σ' αυτόν τον ασυμβίβαστο καιρό,
μου μένει σαν υπόμνηση η ειμαρμένη,
και ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ.


ΕΦΗΜΕΡΑ (1932)

Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Κώστας Καρυωτάκης: Ανάσταση




Βαριά τα μαύρα κρέπια η νύχτα σέρνει
κι η πλάση μια θωριά θλιμμένη παίρνει.
Δεν πάει καιρός που μες από τα πλήθια
κάποιος πιστός ξεχώρισε. Κοντάρι
δεν άδραξε για να χτυπήσει στήθια
Θεού. Του δόθηκε η μεγάλη χάρη
Θεό να θάψει. Ο τάφος, νά! Θλιμμένα
κανένας μπρος στο μάρμαρο δε γέρνει,
μα η πλάση κλαίει κι είναι όλα βουτηγμένα
στα κρέπια τα πηχτά που η νύχτα σέρνει.

Τα μαύρα κρέπια η μέρα τώρα σκίζει,
κι ο ήλιος χρυσαφένιος πορφυρίζει.
Ανοίγει ο τάφος. Γύρωθε πετάνε
αγγέλοι. Πέφτουν χάμου θαμπωμένοι
οι αντίχριστοι. Οι άγγελοι τραγουδάνε·
καθένας τους μιαν αρμονία υφαίνει
κι ένα όνειρο. Τα ζαφειρένια πλάτια
αχολογάνε. Ο ουρανός χωρίζει
να Τον δεχτεί στα αιθέρια του παλάτια
κι η μέρα όλο και μαύρα κρέπια σκίζει.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Κώστας Καρυωτάκης: Στο Σταυρό




Κι ακλούθησε του Γολγοθά το δρόμο
φορώντας αγκαθένιο ένα στεφάνι
κι ένα σταυρό σηκώνοντας στον ώμο.
Αυτός που ’ρθε να ζήσει, να πεθάνει,
προς την Αλήθεια για ν’ ανοίξει κάποιο δρόμο.

Να Του καρφώσουν άφησε τα χέρια
και σα ληστή με τους ληστές κοιτούσε
να Τον κοιτάνε —οι ματιές σαν μαχαίρια.
Αυτός που τη χαρά μόνο σκορπούσε
και μοναχά για να βλογάει είχε τα χέρια.

Σαν άνθρωπος στα νύχια του θανάτου
παράδερνε, σαν άνθρωπος τη φύση
εχάιδεψε με τη στερνή ματιά Του.
Αυτός που είχε τη ζωή στον κόσμο χύσει
και που ήταν πάνω από τους νόμους του θανάτου.

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Ηλίας Λάγιος: Πρωτοχρονιά




Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Παντελής Μπουκάλας: «Κράτιστον φάρμακον ο λόγος»



Για την ωφέλιμη τέχνη της αλυπίας και τον εισηγητή της, τον Αντιφώντα, λέγαμε εδώ την περασμένη Κυριακή. Και ιδού η λέξη αλυπία παρούσα και μετά Χριστόν, όπως και η λύπη άλλωστε. Στο διήγημα «Τα μαύρα κούτσουρα» ο Αλ. Παπαδιαμάντης αποκαλεί «αλυπιακόν» το «μοσχάτον» κρασί που «περιτέχνως κατεσκεύαζε» ο ιερομόναχος Αλύπιος ή παπα-Αλύπας στο κοινόβιο του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο. Το κρασί αυτό, γράφει ο Παπαδιαμάντης, «ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν’ ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου». Συμφωνεί έτσι ο Σκιαθίτης με τον Ευριπίδη, τον Θέογνη και πολλούς άλλους ποιητές, αρχαίους και νεότερους, για τις παυσίλυπες ιδιότητες του οίνου.

Αν από τον αρχαιοελληνικό στοχασμό περί θανάτου και αλυπίας η μετάβαση στη λατινική σκέψη υπήρξε ομαλή, δεν συνέβη το ίδιο με τον χριστιανικό κόσμο. Εχουμε να κάνουμε με δύο αντιλήψεις ασύμπτωτες, αφού καθεμία οργανώνει τον παραμυθητικό λόγο της ανάλογα με το αν πιστεύει στη φυσικότητα του θανάτου ή την αρνείται. Για τους αρχαίους Ελληνες ο θάνατος είναι μέρος της φυσικότητας του φαινομένου της ζωής, γι’ αυτό και ο Επίκουρος παραινεί: «Να συνηθίσεις την πίστη ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, επειδή κάθε κακό και κάθε καλό βρίσκεται στην αίσθηση, ο δε θάνατος αποτελεί ακριβώς τη στέρηση της αίσθησης». Δεν πρόκειται για υπεροπτικό λογοπαίγνιο μα για βαθιά πίστη που αποκρυσταλλώνεται σε καρτερικότητα.

Τα εντελώς αντίθετα πρεσβεύει ο Γρ. Νύσσης, ο μικρότερος αδερφός του Μεγ. Βασιλείου, γερός γνώστης της θύραθεν παιδείας, φιλοσοφικότατος εκκλησιαστικός συγγραφέας, «πατέρας των πατέρων». Τις σχετικές ιδέες του τις βρίσκουμε συγκεντρωμένες στον τόμο που περιέχει «Λόγους για τον θάνατο και το πένθος παρηγορητικούς», μεταφρασμένους από τον Ι. Γρ. Πλεξίδα (Ζήτρος, 2004), και στο έργο του «Περί ψυχής και αναστάσεως», σχεδιασμένο με μορφή πλατωνικού διαλόγου· άλλωστε η σχέση του με τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς είναι ευδιάκριτη, λ.χ. στα επιχειρήματά του υπέρ της αθανασίας της ψυχής. Για τον Γρηγόριο ο θάνατος είναι δυσλειτουργία της φύσης και ανωμαλία της. Με την πίστη ότι «Θεός γαρ θάνατον ου εποίησεν», προχωρεί στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι ευεργεσία, διότι έτσι ανακόπτεται η αμαρτία· αλλά η άποψη αυτή ελέγχεται απολύτως αναντίστοιχη με την πείνα του ανθρώπου για ζωή, γι’ αυτό το σολωμικό «μέγα καλό και πρώτο», ένα δώρο-άπαξ.

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

K. Γ. Καρυωτάκης: Αποστροφή



Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα
πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη πλαστικές
γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα.

Ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια.
Στα χείλη μόνο οι λέξεις των παθών.
Ένα έχετ’ όνειρο: τον αγαθόν
άντρα σας και τα νόμιμα κρεβάτια.

Χορός ημιπαρθένων, δυο δυο,
μ’ αλύγιστο το σώμα, θριαμβευτικά,
επίσημα και τελετουργικά,
πηγαίνετε στο ντάνσιγκ ή στο ωδείο.

Εκεί απειράριθμες παίρνετε πόζες.
Σαν τη σελήνη πριν ρομαντικές,
αύριο παναγίες, όσο προχτές,
ακούοντας τη «Valenzia», σκαμπρόζες.

Ένα διάστημα παίζετε το τέρας
με τα τέσσερα πόδια κολλητά.
Τρέχετε και διαβάζετε μετά
τον οδηγό σας «δια τα μητέρας».

Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλη,
μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις
με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!

Ατίθασα μέλη, διαφανή ρούχα,
γλοιώδη στόματα υποκριτικά,
ανυποψίαστα, μηδενικά
πλάσματα, και γι’ αυτό προνομιούχα…


Μάνο Ελευθερίου: Θάνατος στην επαρχία




(ανάμνηση Κ.Γ. Καρυωτάκη)

Τα νιάτα τους σημαία διπλωμένη.
Φαρμάκι πίνουν όρθιοι να σταθούν.
Τις Ώρες που γυρνούν οι πεθαμένοι
μονάχα αυτοί με λύπη τούς πενθούν.

Ανώνυμα συχνά τα γράμματά τους.
Κατασκευάζουν σχέσεις και δεσμούς.
Λιωμένο ρούχο γίνεται η καρδιά τους.
Μεθούν κι έχουν συχνά παροξυσμούς.

Στα μαγαζιά τους στέκουν στοιχειωμένοι.
Στο θλιβερό υπάλληλο ξεσπούν.
Σε μια κηδεία όλοι παγωμένοι
τους φίλους σαν εχθρούς ακολουθούν.

Με τις γυναίκες ζουν δυστυχισμένα
–έχουν πολέμους, λες, με Αγαρηνούς–.
Κι όλα κρυφά, σιγά κι αρρωστημένα
μην ακουστούν ποτέ στους διπλανούς.

Γερνούν, παραφυλούν, κατασκοπεύουν.
Κλειστές οι πόρτες. Ξέρουν και τι τρως.
Με κόλπο δυο φτερά κρυφά σου κλέβουν.
Το μίσος γιατρικό τους και γιατρός.

Στα καφενεία μόνοι τους συχνάζουν.
Πίνουν καφέ. Κοιτούν ποιος τους κοιτά.
Γελούν μ’ ό,τι συμβεί και σχολιάζουν.
Χιονίζει απόψε φως του θανατά.

Κορίτσια λυρικά τα όνειρά τους –
θα γίνουν σκύλες αν τους αρνηθούν.
Ξαναμετρούν με τρόμο τα έξοδά τους.
Αγρίεψε η ζωή. Θα τρελαθούν.

Γυναίκες, που είχαν μοίρα για να γίνουν
ποτάμια, δέντρα κι άστρα με φιλιά,
το σώμα τους μονάχες πια το γδύνουν
και στον καθρέφτη ακούν την πιστολιά.

Στο τέλος ζουν μες στα γηροκομεία
κι ο αγέρας έξω αφρίζει και λυσσά.
Τις σάρκες της θα τρώει η επαρχία
ντυμένη τέτοιες ώρες στα χρυσά.


Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Francois Villon: Μπαλάντα των κυριών του παλαιού καιρού



Πέστε μου πού, σε ποιο μέρος της γης,
είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
η Αλκιβιάδα, κι ύστερα η Θαΐς,
η εξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφία τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;

Πού 'ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
Γι' αυτήν είχε τότε καλογερέψει
ο Πέτρο Αμπαγιάρ. Άλλος κανείς
όμοια στον έρωτα δεν θα δουλέψει.
Κι η βασίλισσα που έκανε τη σκέψη
κι έριξε στο Σηκουάνα, αληθινά,
το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;

Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη,
η Βέρθα, η Βεατρική, η Αρεμβουργίς
του Μαίν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη,
κι η καλή Ιωάννα από την Λορραίνη,
όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά,
η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει.
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;

Πρίγκιψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
τάχα θα τις εύρετε πουθενά,
τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;
Μα πού 'ναι τα χιόνια τ' αλλοτινά;


Απόδοση στα ελληνικά:
Κ.Γ. Καρυωτάκης

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

Δίπτυχο: Κώστας Καρυωτάκης και Ezra Pound


Κ. Καρυωτάκης δια χειρός Αλέκου Φασιανού


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ


Θὰ καλλιεργήσω τὸ ὡραιότερο ἄνθος. Στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ φυτέψω τὴν Ἀχαριστία. Εὐνοϊκοὶ εἶναι οἱ καιροί, κατάλληλος ὁ τόπος. Ὁ ἄνεμος τσακίζει τὰ δέντρα. Στὴ νοσηρὴ ἀτμόσφαιρα ὀρθώνονται φίδια. Οἱ ἐγκέφαλοι, ἐργαστήρια κιβδηλοποιῶν. Τερατώδη νήπια τὰ ἔργα, ὑπάρχουν στὶς γυάλες. Καὶ μέσα σὲ δάσος ἀπὸ μάσκες, ζήτησε νὰ ζήσεις. Ἐγὼ θὰ καλλιεργήσω τὴν Ἀχαριστία.

Ὅταν ἔρθει ἡ τελευταία ἄνοιξις, ὁ κῆπος μου θά ῾ναι γεμάτος ἀπὸ θεσπέσια δείγματα τοῦ εἴδους. Τὰ σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θὰ περπατῶ στοὺς καμπυλωτοὺς δρόμους, μετρώντας αὐτὰ τὰ λουλούδια. Πλησιάζοντας μὲ κλειστὰ μάτια τὴ βελούδινη, σκοτεινὴ στεφάνη τους, θὰ νιώθω στὸ ἀπρόσωπο τοὺς αἰχμηρούς των στημόνες καὶ θ᾿ ἀναπνέω τ᾿ ἄρωμά τους.

Οἱ ὧρες θὰ περνοῦν, θὰ γυρίζουν τ᾿ ἄστρα, καὶ οἱ αὖρες θὰ πνέουν, ἀλλὰ ἐγώ, γέρνοντας ὁλοένα περσότερο, θὰ θυμᾶμαι.

Θὰ θυμᾶμαι τὶς σφιγμένες γροθιές, τὰ παραπλανητικὰ χαμόγελα καὶ τὴν προδοτικὴ ἀδιαφορία.

Θὰ μένω ἀκίνητος ἡμέρες καὶ χρόνια, χωρὶς νὰ σκέπτομαι, χωρὶς νὰ βλέπω, χωρὶς νὰ ἐκφράζω τίποτε ἄλλο. Θὰ εἶμαι ὁλόκληρος μία πικρὴ ἀνάμνησις, ἕνα ἄγαλμα ποὺ γύρω του θὰ μεγαλώνουν τροπικὰ φυτά, θὰ πυκνώνουν, θὰ μπερδεύονται μεταξύ τους, θὰ κερδίζουν τὴ γῆ καὶ τὸν ἀέρα. Σιγὰ σιγὰ οἱ κλῶνοι τους θὰ περισφίγγουν τὸ λαιμό μου, θὰ πλέκονται στὰ μαλλιά μου, θὰ μὲ τυλίγουν μὲ ἀνθρώπινη περίσκεψη.

Κάτου ἀπὸ τὴ σταθερή τους ὤθηση, θὰ βυθίζομαι στὸ χῶμα.

Καὶ ὁ κῆπος μου θὰ εἶναι ὁ κῆπος τῆς Ἀχαριστίας.



***




EZRA POUND:
CANTO XLV
Απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Πανδής

Με την τοκογλυφία κανένας δεν έχει σπίτι καμωμένο από πέτρα γερή
ή πέτρα λαξεμένη και στη θέση της βαλμένη,
έτσι που όλο να χαμογελά
Με την τοκογλυφία
κανένας δεν έχει ζωγραφισμένους παραδείσους
στους τοίχους των εκκλησιών του,
μ' άρπες και λαγούτα,
ή εκεί που η Παρθένος το μήνυμα παραλαμβάνει
και το φωτοστέφανο προβάλλει
Με την τοκογλυφία
κανένας δε βλέπει τον Γκοτζάνγκα, τους κληρονόμους και τις παλλακίδες του,
καμιά εικόνα δε φτιάχνεται για ν' αντέξει στο χρόνο ούτε και για να ζήσει -
γίνεται για να πουληθεί γρήγορα
Με την τοκογλυφία -αυτή την αμαρτία ενάντια στη φύση-
είν' το ψωμί σου πλιότερο από ποτέ καμωμένο από ψίχουλα πολυκαιρνά,
είν' το ψωμί σου ξερό σαν το χαρτί,
χωρίς βουνίσιο στάρι, με δίχως αλεύρι δυνατό
Με την τοκογλυφία η γραμμή όλο και χοντραίνει
Με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός
και κανένας δεν μπορεί να βρει τόπο για να μείνει·
ο λιθοξόος είναι μακριά από το λιθάρι του,
ο υφαντής είναι μακριά από τον αργαλειό του
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
το μαλλί δεν έρχεται στην αγορά -
τα πρόβατα δε φέρνουν κανένα κέρδος με την τοκογλυφία
Η τοκογλυφία είναι πανούκλα·
στομώνει το βελόνι στης κόρης την παλάμη
κι αχρηστεύει του αδραχτιού την τέχνη
Ο Πιέτρο Λομπάρντο δεν ήρθε με την τοκογλυφία
Ο Ντούτσιο δεν ήρθε με την τοκογλυφία
ούτε ο Πιερ ντελα Φραντσέσκα· ο Χουάν Μπελλίνι δεν ήρθε με την τοκογλυφία
ούτε μ' αυτήνε ζωγραφίστηκε η «Συκοφαντία»·
δεν ήρθε με την τοκογλυφία ο Αντζέλικο· δεν ήρθε ο Αμπρότζιο Πραίντις
ή μια εκκλησία από πέτρα λαξεμένη και με χαραγμένο το
"Adamo me fecit"
Όχι με την τοκογλυφία ο Άγιος Τρόφιμος
Όχι με την τοκογλυφία ο Άγιος Ιλαρίων
Η τοκογλυφία σκουριάζει το σκαρπέλο,
σκουριάζει την τέχνη και τον τεχνίτη της,
κατατρώει το νήμα του αργαλειού
Κανείς δε μαθαίνει να υφαίνει μαλαματένια μοτίβα
Το γαλανό απόχτησε πια έλκος από την τοκογλυφία· η πορφύρα παραμένει ακατέργαστη·
το σμαράγδι δε βρίσκει κανένα Μέμλιγκ
Η τοκογλυφία σκοτώνει το παιδί μες στης μάνας την κοιλιά,
σταματά το ερωτοπάλεμα του νιου,
έχει φέρει την παράλυση απάνω στο κρεβάτι και κείται
ανάμεσα στη νεάνιδα νύφη και τον άντρα της
CONTRA NATURAM
Έχουνε φέρει πόρνες για την Ελευσίνα,
πτώματα έχουνε στρωθεί στο γεύμα,
ως η τοκογλυφία προστάζει


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Μίκης Θεοδωράκης: Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου




Όπερα σε δύο πράξεις σε κείμενο του συνθέτη και στίχους Κώστα Καρυωτάκη και Κώστα Βάρναλη.

Τα Πρόσωπα :

ΔΙΟΝΥΣΟΣ, μπάσος
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, κοντράλτο
ΠΟΙΗΤΗΣ, βαρύτονος
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, τενόρος
ΦΑΙΔΡΑ, σοπράνο
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΑΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, σοπράνο
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, βαρύτονος
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, τενόρος
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΛΑΟΣ.

ΕΠΟΧΕΣ : 1928 – 1942 – 1850 – 1948 – 1980



ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή 1

ΣΚΗΝΙΚΟ: Παραλία της Πρέβεζας στον Αμβρακικό. Αριστερά, η θάλασσα. Στο κέντρο, η ακτή. Δεξιά, ένας στενός, χωμάτινος, επαρχιακός δρόμος, πλάι στη θάλασσα. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ένα μικρό καφενείο. Ο «Ουράνιος Κήπος». Στο πεζοδρόμιο μερικά σιδερένια τραπέζια με ψάθινες καρέκλες. Μάντρες με μεγάλες πόρτες κρύβουν μερικά διώροφα σπίτια πίσω από φοίνικες, δέντρα, λουλούδια. Αριστερά από το δρόμο, σε μια μικρή λουρίδα γής, ένα τραπέζι και λίγες καρέκλες. Πάνω στο κύμα. Στο βάθος δεξιά, μόλις διακρίνονται τα σπίτια της πόλης. Η παραλία. Ίσως και κανένα βαπόρι. Στο βάθος της θάλασσας, αριστερά, το ακρωτήρι του Άκτιου και στο κέντρο, η έξοδος προς το Ιόνιο. Ο ουρανός χάλκινος. Ουρανός του Ιουλίου από τις 5 το απόγευμα και μετά. Έχει λίγα σύννεφα λευκά, για να παίξει μαζί τους το φώς του ήλιου. Είκοσι δευτερόλεπτα περίπου, πριν αρχίσει η μουσική, απόλυτο σκοτάδι. Πρέπει οι πρώτες νότες να παιχτούν μέσα σε νεκρική σιωπή. Στο δεύτερο μέτρο, ανοίγει η αυλαία. Το σκηνικό σε ημίφως. Εξωπραγματικό. Και στο μέλλον θα υπάρχει αυτή η εναλλαγή : εξωπραγματικό – ρεαλιστικό. Βγαίνει ο Διόνυσος από τα δεξιά. Είναι ντυμένος με μακριά πορφυρή χλαμύδα. Και τραγουδά απευθυνόμενος προς το κοινό. Η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής έρχονται από το βάθος στο κέντρο της σκηνής. Οι φιγούρες τους πρέπει να συγχέονται με τις σκιές. Η Ρωμιοσύνη φυσιολογική (δηλαδή, δεν είναι έγκυος). Όσο τραγουδούν η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής, ο Διόνυσος υπάρχει και δεν υπάρχει.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Είμαι ο Διόνυσος. Σας χαιρετώ. Στη σκηνή μας αυτή θα
αναπαραστήσουμε για σας το εύθυμο δράμα του τέλους του Ποιητή. Ας περάσει το πρώτο πρόσωπο.
(Μπαίνει η Ρωμιοσύνη)
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Ρωμιοσύνη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : να’ χω πεθάνει πριν από καιρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …πληγωμένη πικραμένη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …Η Ρωμιοσύνη ορφανή.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ήρθε στον Αμβρακικό να συναντήσει…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …τον Ποιητή…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …που με μια σφαίρα στην καρδιά…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …ήλιους εκτυφλωτικούς…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …εσκόρπισε μες στα σκοτάδια.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το δράμα αυτό…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …σε λίγο θα ξετυλιχτεί μπροστά σας.

(Μπαίνει ο Ποιητής.
Ο Ποιητής εμφανίζεται από τα βάθος. Προχωρεί αργά προς το κοινό καθώς τραγουδά. Ντυμένος σε στυλ 1928. Κουστούμι. Γραβάτα. Ψαθάκι. Ο Διόνυσος χάνεται.)

ΠΟΙΗΤΗΣ : Δέντρα μου, δέντρα μου,
δέντρα μου ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία,
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.
Δέντρα μου, δέντρα μου, δέντρα.
Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.
Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου, να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στην πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

(Εμφανίζεται διακριτικά ο Διόνυσος. Ο Ποιητής κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα, πλάι στην ακτή. Βγάζει το περίστροφο και το ακουμπά προσεκτικά πάνω στο τραπέζι. Μπαίνει ο Δημοσιογράφος από το κέντρο της σκηνής. Είναι ντυμένος σύγχρονα. Καλοκαιρινά. Φορά μαύρα γυαλιά ήλιου και ασχολείται συνεχώς με το κασετόφωνο. Καθώς πλησιάζει με γρήγορα βήματα τον Ποιητή, το φως γίνεται εκτυφλωτικό. Τα πράγματα παίρνουν τη ρεαλιστική τους όψη.)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μπαίνει ο Δημοσιογράφος της RET.
(και πάλι εξαφανίζεται)

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης απαγγέλλει Κ.Γ. Καρυωτάκη






Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Kώστας Καρυωτάκης: Όλοι μαζί…



Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,
γυρεύοντας ομοιοκαταληξία.
Mια τόσο ευγενικιά φιλοδοξία
έγινε της ζωής μας ο σκοπός.

Aλλάζουμε με ήχους και συλλαβές
τα αισθήματα στη χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τα ποιήματά μας
για να τιτλοφορούμεθα ποιητές.

Aφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά
και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα.
Aνυπόφορη νομίζουμε πρόζα
των καλών ανθρώπων τη συντροφιά.

Mόνο για μας υπάρχουν του Θεού
τα πλάσματα και, βέβαια, όλη η φύσις.
Στη Γη για να στέλνουμε ανταποκρίσεις,
ανεβήκαμε στ' άστρα τ' ουρανού.

Kι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ' τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».


Πηγή

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Καρυωτάκης: Στο Σταυρό



Κι ακλούθησε του Γολγοθά το δρόμο
φορώντας αγκαθένιο ένα στεφάνι
κι ένα σταυρό σηκώνοντας στον ώμο.
Αυτός που ’ρθε να ζήσει, να πεθάνει,
προς την Αλήθεια για ν’ ανοίξει κάποιο δρόμο.

Να Του καρφώσουν άφησε τα χέρια
και σα ληστή με τους ληστές κοιτούσε
να Τον κοιτάνε —οι ματιές σαν μαχαίρια.
Αυτός που τη χαρά μόνο σκορπούσε
και μοναχά για να βλογάει είχε τα χέρια.

Σαν άνθρωπος στα νύχια του θανάτου
παράδερνε, σαν άνθρωπος τη φύση
εχάιδεψε με τη στερνή ματιά Του.
Αυτός που είχε τη ζωή στον κόσμο χύσει
και που ήταν πάνω από τους νόμους του θανάτου.


Πηγή

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Καρυωτάκης: Φυγή



Ι
Αἰσθάνομαι τὴν πραγματικότητα μὲ σωματικὸ πόνο. Γύρω δὲν ὑπάρχει ἀτμόσφαιρα, ἀλλὰ τείχη ποὺ στενεύουν διαρκῶς περισσότερο, τέλματα στὰ ὁποῖα βυθίζομαι ὁλοένα. Ἀναρχοῦμαι ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις μου.

Ἡ παραμικρότερη ὑπόθεση γίνεται τώρα σωστὴ περιπέτεια. Γιὰ νὰ πῶ μία κοινὴ φράση, πρέπει νὰ τὴ διανοηθῶ σ᾿ ὅλη της τὴν ἔκταση, στὴν ἱστορική της θέση, στὶς αἰτίες καὶ τὰ ἀποτελέσματά της. Ἀλγεβρικὲς ἐξισώσεις τὰ βήματά μου.

ΙΙ
Εἶμαι ὁ Φαίδων ριγμένος στὴ λάσπη. Θαυμαστὸ βιβλίο, ποὺ οἱ ἔννοιές του δὲ θὰ τὸ σώσουν ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ τὴ βροχή, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

ΙΙΙ
Στὸ χυδαῖο αὐτὸ καρναβάλι, ἐφόρεσα ἀληθινὴ πορφύρα, στέμμα ἀπὸ καθαρό, ἀτόφιο χρυσάφι, ὕψωσα ἕνα σκῆπτρο πάνω ἀπὸ τὰ πλήθη, κ᾿ ἐπήγαινα ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Ἔχανα τὴ συνείδηση τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ ἐπήγαινα σὰν ὑπνοβάτης, ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Οἱ παλιάτσοι ἔτρεχαν μπροστά μου ἢ ἐχόρευαν γύρω δαιμονισμένα. Ἐφώναζαν, ἐχτυποῦσαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐπήγαινα βλέποντας τὰ σύννεφα καὶ ἀκολουθώντας τὴν ἐσωτερική μου φωνή. Δυσκολότατα ἐπροχωροῦσα. Μὲ τοὺς ἀγκῶνες ἄνοιγα τόπο, ἀφήνοντας πίσω μου ράκη. Ἀποσταμένος, ματωμένος, στάθηκα κάπου. Στὸν ἥλιο ἔσπαζαν οἱ καγχασμοὶ τῶν ἄλλων. Κ᾿ ἤμουν γυμνός. Γέρνοντας βαθιά, σὰν τσακισμένο δέντρο, ἄκουσα γιὰ τελευταία φορὰ τὴν ἐσωτερική μου φωνή.

ΙV
Καὶ τώρα ἔχασα τὴν ἤρεμο ἐνατένιση. Ποῦ ν᾿ ἀφήσω τὸ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ μου; Δὲν μπορῶ νὰ συμφιλιωθῶ μὲ τοὺς κήπους. Τὰ βουνὰ μὲ ταπεινώνουν. Γιὰ νὰ δώσω τροφὴ στοὺς λογισμούς μου, παίρνω τὸ μεγάλο, δημόσιο δρόμο. Δυὸ φορὲς δὲ θὰ ἰδῶ τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Οἱ χωρικοὶ ποὺ στέκονται ἀπορημένοι, ἔχουν τὴν ἄγνοια καὶ τὴν ὑγεία. Τὰ σπίτια τους εἶναι παλάτια παραμυθιοῦ. Οἱ κατσίκες τους δὲ μηρυκάζουν σκέψεις. Χτυπῶ τὸ πόδι καὶ φεύγω. Περπατῶ ὁλόκληρες μέρες. Ποῦ πηγαίνω; Ὅταν γυρίσω τὸ κεφάλι, ξέρω πὼς θ᾿ ἀντικρίσω τὸ φάσμα τοῦ ἑαυτοῦ μου.



Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Κώστας Καρυωτάκης: Πελ Μελ (VIII)



VIII.

Τα παλιά μας τραγούδια, Πατρίδα,
δε θ' ακούσεις αυτή τη φορά·
μακρινής τώρα δόξας η αχτίδα
των παιδιών σου δεν είν' η χαρά.

Οι προγόνοι μας ήσαν μεγάλοι,
μα κι αντάξιοι τους είμαστ' εμείς,
των Ελλήνων η αλκή βρήκε πάλι
τα φτερά κάποιας νέας ορμής.

Και γεμίζει, Πατρίδα, τα στήθια
σαν υπόσχεση μια ευχή,
όσα ονείρατα γίναν αλήθεια
του θριάμβου σου να 'ν' η πηγή.

Δέκα χρόνια σωστά πολεμούμε
σε πελάγη, στεριές και βουνά,
από νίκη σε νίκη πετούμε,
από νίκη σε νίκη ξανά.

Τώρα πάλι εκεί στην Ασία
ο Τρανός Βασιλιάς οδηγεί
τους ανδρείους μας στην ελευθερία
που χαρίσαν στη σκλάβα τη γη.

Και με τον Κωνσταντίνο, με μια ελπίδα,
με μια σκέψη, με μια καρδιά,
να κινήσουμε, ναι, για την Πατρίδα
και να μπούμε στην Άγια Σοφιά.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Κώστας Καρυωτάκης: Ο Μιχαλιός




Tο Mιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Kαμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Mαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε: «Kυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Tον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Eκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ’λεγε, σαν να παρακαλούσε:
«Aφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Kι ο Mιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Tον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Mαρής κι ο Παναγιώτης.
Aπάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.


ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ (1927)


***


Το συγκεκριμένο ποίημα έχει μελοποιηθεί από αρκετούς τραγουδοποιούς. Παρακάτω μπορείτε να ακούσετε μερικές εκτελέσεις.