Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Πάλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Πάλλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ω



Και τα παιχνίδια πια σκολνούν, και γύρω στα καράβια
σκορπούν τα πλήθη εδώ κι' εκεί, και νιάζουνται να φάνε
κι' ύπνο γλυκόνε να χαρούν. Μα θρήναε ο Αχιλέας
κι' είχε στο νου τ' αγαπητό συντρόφι, μηδ' ο ύπνος,
του κόσμου ο καταπονετής, τον έπιανε, μόν πάντα        5
πότε από δω πότε από κει παράδερνε γυρνώντας,
και του Πατρόκλου ανάδεβε τη λεβεντιά τη νιότη,
κι' όλα όσα τράβηξαν μαζί —τί κόπους πόσα πάθια—
με τ' άγριο κύμα του γιαλού και με στεριάς πολέμους.
Αφτά θυμούνταν κι' έχυνε πικρά και μάβρα δάκρια,
ώρες στη ράχη πλαγιαστός ή στο πλεβρό γυρμένος        10
ώρες τ' απίστομα. Άλλοτες σηκώνουνταν περπάταε
άσκοπα στ' ακρογιάλι ομπρός. Μα εφτύς το χαραμέρι
μόλις θωρούσε χρύσωνε τη θάλασσα τους άμμους,
κι' έζεβε τότες τ' άλογα στ' αμάξι, κι' από πίσω
τον Έχτορα έδενε κι' εφτύς ναν τον τραβά αρχινούσε.        15

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ψ



Σαν έτσι αφτοί βογγούσανε στο κάστρο. Μα οι Αργίτες
σαν ήρθαν στον Ελλήσποντο κι' ως στα γοργά καράβια,
γύρω όλοι οι άλλοι σκόρπισαν, στο πλοίο του ο καθένας,
μα τους δικούς του θαρρετούς ο Αχιλιάς συντρόφους
δεν άφινε να διαλυθούν, παρά τους είπε πρώτα        5
« Συντρόφοι ακούστε αγαπητοί, γοργοί μου Μυρμιδόνες,
» τ' άτια μη λύστε απ' τα λουριά, μόν έτσι λίγο ακόμα
» μ' αμάξια ας πάμε κι' άλογα να κλάψουμε μιά στάλα
» τον Πάτροκλο μας· τί πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε.
» Μα αφού κατόπι κλάματα χορτάσουμε και δάκρια,        10
» τότες εδώ ξεζέβουμε κι' όλοι ενωμένοι τρώμε.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Χ



Μέσα έτσι οι Τρώες στο καστρί σα λάφια δειλιασμένοι
να ξεδιψάσουν έπιναν και στέγνωναν τον ίδρο
γυρμένοι απάς στα τεχνικά μπροστήθια· κι' οι Αργίτες
ζύγωναν τότες με γυρτά στις πλάτες τους τ' ασπίδια.
Μα απ' όξω αφτού τον Έχτορα η περιπαίχτρα η Μοίρα        5
να μείνει στο πορτί μπροστά τον πεδουκλώνει τότες.
Τότ' είπε στου Πηλιά το γιο ο φυλαχτής Απόλλος
« Γιατί, Αχιλέα, εσύ θνητός μού τρέχεις καταπόδι
» εμένα τ' άλιωτου θεού ; Μα τί λοιπόν, ακόμα
» θεός πως είμαι δε θωράς που κυνηγάς με πείσμα;        10
» Σκοπό μαθές δε θάχεις πια να δεκατίζεις Τρώες—
» αφτοί παν τρύπωσαν—για αφτό στ' απόμακρα αλαργέβεις.
» Μα εμένα δε μπορείς, γραφτό δε σούναι να με σφάξεις.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Φ



Και πια σαν ήρθαν στου γοργού το πέρασμα ποτάμου
πούχε του Δία κάνει ο γιος, στου κυματάρη Ξάνθου,
τους κόβει εκεί, και τους μισούς στον κάμπο κυνηγούσε
κατά τη χώρα, οπούτρεχαν κατάφοβοι οι Αργίτες
τη μέρα πριν, σα μάνιαζε τ' αφέντη ο γιος Πριάμου·        5
εκεί τρεχάτοι χύθηκαν, κι' ομπρός ναν τους μπερδέψει
άπλωσε η Ήρα 'να πηχτό σκοτάδι. Οι άλλοι πάλι
σπρωχνόντουσαν προς το βαθύ αφράργυρο ποτάμι.
Και πέφτουν μέσα βάρηχα, σαλαγοσπάει το ρέμα,
οι οχτοί γύρω αντιβογγούν· και με φωνές οι Τρώες        10
κουβάρια μέσα εδώ κι' εκεί στους χόχλους κολυμπούσαν.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Υ



Έτσι στα κοίλα πλοία ομπρός τριγύρω σου οι Αργίτες,
γιε του Πηλιά, αρματώθηκαν, αχόρταγε πολέμων·
και πάλε οι Τρώες αντικρύ στο καμποβούνι απάνου.
Κι' ο Δίας λέει της Θέμιστας σε συντυχιά να κράξει
κάθε θεό στου ορθόβραχου κορφοβουνιού την άκρη.        5
Κι' αφτή τρεχάτη από παντού προστάζει χέρι χέρι
κάθε θεόνε ως στου Διός τον πύργο να κοπιάσει.
Κανένα, εξόν ο Ωκιανός, δεν έλειψε ούτε ρέμα,
ξωθιά καμιά όσες χαίρουνται χορταριασμένους βάλτους
και βρύσες και πηγές νερών κι' όσες πανώρια δάσα.
Κι' όλοι σαν ήρθαν στου Διός τον πύργο, παν καθίζουν        10
στα μαρμαρόκοφτα θρονιά που του πατέρα Δία
του τάχε κάνει ο Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Τ



Κι' η κροκοστόλιστη η Αβγή οχ τ' Ωκιανού το ρέμα
ανέβαινε να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους·
και φτάνει η Θέτη φέρνοντας απ' το θεό τα δώρα
κάτου στα πλοία. Κι' ήβρε εκεί το γιο της που πεσμένος
στα στήθια απάνου του νεκρού πικρόλαλα θρηνούσε,        5
κι' ένα σωρό συντρόφοι του μοιρολογούσαν γύρω.
Κι' αφτή στη μέση πρόβαλε, η σεβαστή του η μάννα,
που πήγε τον αγκάλιασε με συμπονιά και τούπε
« Πονάς, παιδί μου, μα άφισ' τον στο νεκρικό του στρώμα
» το μάβρο αφτό, π' απ' των θεών καταδρομή πια πήγε,
» και δέξου αφτά απ' τον Ήφαιστο τα όπλα, ξακουσμένα        10
» πανώρια, π' όμια αντρός κορμί δε ζώστηκε ως στα τώρα.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Σ



Σαν έτσι αφτοί χτυπιόντουσαν, που λες φωτιά 'χε ανάψει.
Εκεί ο γοργός Αντίλοχος ως στ' Αχιλέα φτάνει
με τα μαντάτα, κι' ήβρε τον π' ομπρός αφτού στα πλοία
στο νου ίσα ίσα αφτά 'βαζε που τούχαν τύχει κιόλας,
κι' έτσι έλεγε στενάζοντας μες στη γερή καρδιά του        5
« Ώχου, τί πάλι τσάκισαν ως στα καράβια τάχα
» οι Δαναοί, και τρέχουνε στον κάμπο αλαφιασμένοι ;
» Λες οι θεοί πως τους κακούς να μούκαναν σκοπούς τους,
» σαν που μου ξήγαε η μάννα μου και μούλεγε πως όσο
» ακόμα ζω, ένας αρχηγός τρανός των Μυρμιδόνων        10
» θ' αφίσει του ήλιου το φως από κοντάρι Τρώων;
» Ώχου, ναι ο Πάτροκλος θαρρώ θα μούπεσε στη μάχη...
» ο έρμος! μα δεν τούπα εγώ, σα σώσει απ' την κορώστρα
» φωτιά τα πλοία, δίχως πια πολέμους να γυρίσει ; »

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ρ



Κι' ένιωσε εφτύς τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας,
το πώς σκοτώθη ο Πάτροκλος στον πόλεμο απ' τους Τρώες.
Και μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς χαλκόπλιστος, και στέκει
σιμά του, θάλεγες ομπρός λαφίνα σε ζαρκάδι
χαϊδέφτρα πρωτοβύζαχτη, πριν άγνωρη από γέννα·        5
έτσι σιμά του στάθηκε ο καστανός Μενέλας
κρατώντας στο νεκρό μπροστά ασπίδα και κοντάρι,
μ' απόφαση όπιος αντικρύ του βγει ναν τον σπαράξει.
Όμως αδιάφορος κι' ο γιος δεν έμεινε του Πάνθου
άμα ο λεβέντης Πάτροκλος σκοτώθηκε, μόν πήγε        10
κοντά του εκεί και στάθηκε και του Μενέλα τούπε
« Θεόσπαρτε τ' Ατρέα γιε, Μενέλα πολεμάρχη,
» πίσω! Τα λάφυρα άσ' τα αφτού και το νεκρό παραίτα,
» γιατί απ' τους ξακουστούς βοηθούς ή Τρώες πριν κανείς μου
» με τ' όπλο δεν τον κάρφωσε μες στης σφαγής τ' ανάστα.        15
» Έτσι άφισε να δοξαστώ μες στο στρατό των Τρώων,
» μη σε βαρέσω και ξινή σου βγει η παλικαριά σου.»

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Π



Σαν έτσι αφτοί για τ' όμορφο καράβι πολεμούσαν.
Και τότες φτάνει ο Πάτροκλος μπροστά στον Αχιλέα
χύνοντας δάκρια φλογερά, σα βρύση βουρκωμένη
π' απ' ορθολίθι τα θολά κατρακυλάει νερά της.
Και σαν τον είδε ο θεϊκός τον πόνεσε Αχιλέας,        5
και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια.
« Τί κλαις σαν κόρη, Πάτροκλε, μικρούλα που της μάννας
» ζητάει, μαζί της τρέχοντας, στα χέρια ναν την πάρει,
» και την τραβά ενώ βιάζεται, κι' ως που ναν τη σηκώσει
» τη βλέπει πάντα ολόδακρη πιασμένη απ' την ποδιά της ;        10
» Έτσι τα δάκρια, Πάτροκλε, σαν κοπελούδι χύνεις.
» Μην ξέρεις τίποτα κακό για τα παιδιά ή για μένα;
» μην άκουσες εσύ καμιά πικρή είδηση απ' τη Φτία;
» Ωστόσο ζει ο Μενοίτης λεν, τ' Αχτόρου ο γιος, ακόμα,
» ζει κι' ο Πηλιάς, του Αιακού ο γιος, μες στα βουνά μας,        15
» που να κλαφτούμε, αν πέθαναν, βαριόκαρδα κι' οι διο μας.
» Μα πες τί κλαις, να ξέρουμε κι' οι διο μας, μην το κρύβεις.»        19

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ο



Μα τέλος πια σα διάβηκαν παλούκια και χαντάκι
τρεχάτοι, κι' έπεφαν πολλοί απ' Αχαιών κοντάρια,
στάθηκαν τότες κι' έμεναν εκεί κοντά στ' αμάξια
χλωμοί του φόβου, τρέμοντας· και στην κορφή της Ίδας
ξύπνησε ο Δίας άξαφνα απ' το πλεβρό της Ήρας.        5
Κι' όρθιος πηδάει, και στέκοντας τους διο στρατούς τηράζει,
τους Τρώες πούχαν νικηθεί, και πίσω τους Αργίτες
που τους βαρούσαν κι' έτρεχε ο Ποσειδός μαζύ τους.
Κι' είδε στον κάμπο κατά γης τον Έχτορα βαλμένο,
κι' οι φίλοι γύρω κάθουνταν, κι' αφτός αγκομαχούσε        10
βαριά φυσώντας, που η ψυχή λες τούβγαινε, και ξέρναε
αίμας, τι δεν τον βάρεσε ο πιο αχαμνός Αργίτης.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ξ



Εκεί νά ! ακούει, κιάς έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω,
και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο διο φτερωμένα λόγια
« Σκέψου, τί λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε.
» Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη.
» Μόν κάθου εδώ του λόγου σου κι' ήσυχος πίνε μόνος,        5
» ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη
» θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει·
» τί τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»
Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει
στέρια μιά ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα        10
στην κόχη —τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης-
και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο.
Κι' όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλιά άχαρη ξανοίγει,
τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι
που τους βαρούσαν· κι' είταν πια και το τειχί πεσμένο.        15

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Μ



Έτσι μες στα καλύβια αφτός το λαβωμένο φίλο
γιάτρεβε, του Μενοίτη ο γιος· μα οι άλλοι πολεμούσαν
Τρώες κι' Αργίτες σωρεφτοί. Μηδ' είταν ν' αμποδίσει
πια το χαντάκι, ή το φαρδύ τειχόκαστρο από πάνου
που τόφτιασαν των καραβιών ταμπούρι, και χαντάκι        5
κυκλόσκαψαν, μα των θεών δεν πρόσφεραν σφαχτάρια
που τα πολλά τους λάφυρα να σώζει και καράβια
γύρω τριγύρω· αθέλητα σα νάταν των μεγάλων
θεών χτισμένο, και για αφτό δε βάσταξε και τόσο.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Λ



Κι' απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αβγούλα
σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους·
κι' έστειλε ο Δίας στα γοργά καράβια την Αμάχη
φριχτή, που πολεμόσκιαχτρο στα χέρια της βαστούσε.
Και στάθηκε η Αμάχη ομπρός στα πλοία του Δυσσέα,
πούταν στη μέση κι' άκουγες καλά απ' τα διο τα μέρη,
δεξά απ' τα ξυλοκάλυβα του Αία, και ζερβά σου
απ' τ' Αχιλέα, πούσυραν οι διο τους τα καράβια
στις διο άκρες της απλογιαλιάς απ' αφοβιά και θάρρος·
εκεί η Αμάχη στάθηκε και σκούζει και στριγγλίζει        10
άγρια, και σ' όλων την καρδιά των Αχαιών πυρώνει
το θάρρος, για να πολεμάν κι' ακούραστοι να σφάζουν.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Κ



Κι' οι άλλοι στρατηγοί κοντά στα πλοία, καρωμένοι
από βαθύ ύπνο μαλακό, ολονυχτύς κοιμούνταν·
μα πού τ' Ατρέα ο άξιος γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους,
να κλείσει μάτι που πολλές τον μαρτυρέβανε έγνιες !
Πώς ρήχνει αστραπομπούμπουνα ο βροντολάλος άντρας        5
της Ήρας, φτιάνοντας βροχή και δυνατό χαλάζι,
ή χιόνι όταν οι εξοχές τριγύρω ασπρολογάνε,
ή κάπου στόμα αρπαχτικό φαρμακερού πολέμου·
Ετσι πυκνά του στέναζαν τα στήθια απ' της καρδιάς του
το βάθος, και τα σπλάχνα εντός τού θέριζε η τρομάρα.        10
Το μάτι εκεί σαν έρηχνε στους Τρωικούς τους κάμπους,
σάστιζε πόσες έκαιγαν φωτιές ομπρός στο κάστρο,
τί αβλοί π' αχούσαν κι' όργανα, τί λαλητός αθρώπων·
μα πάλε όταν τα πλοία του και το στρατό θωρούσε,
15· τρίχες και τρίχες σύριζα τραβούσε οχ το κεφάλι
προς τα ουράνια κι' έκλαιγε βαριά η πικρή ψυχή του.
Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του·
πρώτα να πάει στο Νέστορα πριν άλλους κράξει αρχόντους,
μην κατεβάσει ωφέλιμη καμιά βουλή μαζί του
π' ολόκληρο απ' τη συφορά το στράτεμα να σώσει.        20

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ι



Σαν έτσι οι Τρώες φύλαγαν· μα τους Αργίτες μάβρη
τρομάρα θέριζε, φυγής συντρόφισσα ατιμάστρας,
και πλήγωνε βαρύς καημός κάθε αρχηγού τα σπλάχνα.
Πώς ψαροθρόφα θάλασσα διο άνεμοι αντάμα δέρνουν,
ο ζέφυρος με το βοριά, άμα άξαφνα πλακώσουν        5
μέσα απ' τη Θράκη, και με μιάς το μελανό της κύμα
θεριέβει κι' όξω απ' το γιαλό πετάει σωρό τα φύκια·
να πώς παράδερνε η ψυχή στων Αχαιών τα στήθια.
Κι' ο γιος τ' Ατριά από τα δεινά κατάκαρδα θλιμένος
γύρναε παντού και πρόσταζε τους βροντολάλους κράχτες        10
χώρια έναν ένα σε βουλή τους στρατηγούς να κράξουν
δίχως φωνές· και δούλεβε κι' ατός του με τους πρώτους.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Θ



Κι' η κροκοστόλιστη η Αβγή φωτούσε κάθε στράτα,
κι' έκραξε των θεών βουλή ο βροντορήχτης Δίας
ψηλά ψηλά στον Έλυμπο με τις πολλές ραχούλες.
Κι' έλεγε αφτός, κι' όλοι οι θεοί προσεχτικά αγρικούσαν
« Ακούστε με όλες οι θεές, κι' όλοι οι θεοί προσέξτε,        5
» για να σας πω όσα μου ζητάει μέσα η καρδιά στα στήθια·
» αφτόν κανείς το λόγο μου ας μη ζητάει ν' αλλάξει,
» μήτε θεός μήτε θεά, μόνε όλοι ναι να πείτε,
» για να τελειώνει αφτή η δουλιά που θέλω χέρι χέρι.
» Όπιο σας νιώσω χώρια μας πως μελετάει στον κάμπο        10
» να κατεβεί κι' ή Δαναούς ή Τρώες να βοηθήσει,
» πίσω στον Έλυμπο άσκημα θαρθεί κεραβνωμένος·
» ή θαν τον ρήξω αρπώντας τον μακριά στον αραχνιάρη
» τον Τάρταρο, όπου η πιο βαθιά κάτου απ' τη γη 'ναι τρούπα,
» πούχει χαλκένια εκεί μπασιά και σιδερένιες πόρτες,        15
» τόσο απ' τον Άδη πιο βαθιά όσο κι' η Γης απ' τ' άστρα·
» τότες θα δει πόσο 'μαι εγώ πιο δυνατός απ' όλους.
» Ειδέ έλα, κάντε δοκιμή, να φωτιστείτε εδώ όλοι·
» χρυσή τριχιά απ' τον ουρανό κρεμάστε και πιαστείτε
» όλοι οι θεοί κι' οι θέαινες, μα δε θα κατορθώστε        20
» ναν τον τραβήξτε εσείς στη γης απ' του ουρανού το θόλο
» το Δία, ολόπρωτο οριστή, όσο πολύ κι' αν δρώστε.
» Όμως να σύρω αν έπιανα κι' εγώ με τα καλά μου,
» όλους σας με γιαλό και γης θα σας τραβούσα αντάμα.
» Θάδενα τότες την τριχιά τριγύρω στου Ελύμπου        25
» μιαν άκρη, κι' όλα θάμεναν τα πάντα στον αγέρα.
» Τόσο όλους τους θεούς νικώ, νικώ όλους τους αθρώπους. »        27

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Η



Είπε ο λεβέντης Έχτορας, κι' όξω απ' το τειχοπόρτι
ορμάει, κι' ο Πάρης έτρεχε μαζί του· και των διό τους
μέσα τους γύρεβε η καρδιά να σφάξουν και να θύσουν.
Κι' όπως σε νάφτες που ποθούν μιά στάλα αγέρι πρύμο,
του Κρόνου τούς το στέλνει ο γιος σαν τύχει κι' αποστάσουν        5
χτυπώντας με τα λάτινα καλόξυστα κουπιά τους
το κύμα, κι' είναι η μέση τους απ' τη δουλιά κομένη·
έτσι κι' αφτούς, σα φάνηκαν, οι Τρώες τους ποθούσαν.
Σκότωσε τότε ο ένας τους τον άρχοντα Μενέστη,
τ' Αρήθου γιο, που γέννησε στην πολυστάφυλη Άρνα        10
η ώρια η Φυλομέδουσα κι' ο ροπαλάς Αρήθος.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ζ



Κι' έμειναν μόνοι οι Δαναοί να πολεμάν κι' οι Τρώες·
κι' ώρα ξανάσμιγαν δεξά ώρα ζερβά στον κάμπο,
κι' έρηχναν ένας τ' αλλουνού τα φράξινα κοντάρια
ανάμεσα απ' τα ρέματα του Ξάνθου και Σιμόη.
Πρώτος του Τελαμώνα ο γιος, των Αχαιών το κάστρο,        5
έσπασε λόχο Τρωικό κι' αλάφρωσε τους φίλους,
άντρα λεβέντη ορθόκορμο τρυπώντας, τον Ακάμα,
που μες στους Θράκες είτανε το πιο καλό κοντάρι.
Αφτόνε πρώτος βάρεσε στου φουντοπλούμιου κράνους
τη λάμα, κι' έμπηξε μπροστά στο κούτελο του τ' όπλο·        10
κι' ως μέσα χώθηκε ο χαλκός του στόκου, διαπερνώντας
το κόκκαλα, και σκοτεινιά του σκέπασε τα μάτια.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ε



Πάλι καρδιά και δύναμη του φοβερού Διομήδη
τούδωκε η κόρη του Διός, για να φανεί μες σ' όλους
τους Αχαιούς κι' αθάνατο να κάνει τ' όνομά του.
Απ' την ασπίδα τούκαιγε κι' απ' το χαλκένιο κράνος
φωτιά άσβυστη, λες είτανε το θερινό τ' αστέρι,        5
π' απ' όλα αστράφτει πιο λαμπρό αφού λουστεί στο κύμα·
τέτια απ' τους ώμους τούκαιγε κι' απ' το κεφάλι φλόγα !
Και μες στη μέση, όθ' άπειροι χτυπιούνταν, τόνε στέλνει.
Ζούσε ένας πλούσιος άρχοντας στην Τριά, ένας κάπιος Δάρης,
Ηφαιστολειτουργός, κι' αφτός είχε διό γιούς —Νιδιόνε        10
τους λέγαν και Φηγιά— καλούς σε πάσα μάχης είδος.
Βγήκανε τότε αφτοί μπροστά να χτυπηθούν μαζί του,
αφτοί οχ τ' αμάξι, και πεζός ξεκίνησε ο Διομήδης.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Δ



Και στο χρυσόστρωτο οι θεοί τον πύργο με το Δία
κάθουνταν κι' είχανε βουλή, και τους κερνούσε γύρω
νεχτάρι η Ήβα· κι' οι θεοί με τα χρυσά ποτήρια
ένας τον άλλο φίλεβε, κατά την Τριά τηρώντας.
Άξαφνα ο Δίας βάλθηκε την Ήρα να κεντήσει        5
μ' ένα διό λόγια αγγιχτικά, κι' ορθά κοφτά μιλούσε
« Έχει προστάτρες διό θεές ο βασιλιάς Μενέλας,
» την Ήρα την Αργίτισσα, την Αθηνά τη Σώστρα.
» Μα αφτές μακριά του κάθουνται και μόνο κάνουν χάζι
» τον κάμπο, μα η ροδόγελη όμως θεά Αφροδίτη        10
» στον Πάρη πάντα 'ναι κοντά, τον βγάζει οχ τους κιντύνους,
» και τώρα μέσα απ' του φιδιού τον γλύτωσε το στόμα.
» Δεν έχει ωστόσο, νίκησε ο καστανός Μενέλας.
» Κι' εμείς ας δούμε αφτή η δουλιά πώς πρέπει να τελειώσει·
» θ' ανάψουμε άγριο πόλεμο και μάχες ξαναπίσω,        15
» για λέτε πια να βάλουμε αγάπη ανάμεσό τους ;
» Μα αν πάλι σας καλόρχεται και δε σας πολυνιάζει,
» ας μείνει η χώρα απείραγη του βασιλιά Πριάμου,
» και πίσω στ' Άργος η Λενιό ας πάει με το Μενέλα.»