Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ: Άδειο




Αν φωνάξω μέσα μου, μόνο τη φωνή μου θ’ ακούσω· αν κοιτάξω μέσα μου, μόνο παλιές, θολές, εικόνες θα δω. Το «τίποτα» και το «άδειο» συγκατοικούν στους εφιάλτες μου. Τι έγιναν τα πολύτιμα πετράδια που αφήνουν πίσω τους οι εμπειρίες; Πού τ’ άφησαν; Μέσα μου; Μα δεν ακούγεται ούτε η ηχώ της νοσταλγίας ούτε της απόγνωσης. Το μέσα μου είναι το απόλυτο άδειο. Έφυγε και το μέλλον.


ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΗΛΕΟ ΧΡΟΝΟ (2018)

Παντελής Μπουκάλας: Ελάχιστα για την ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ




Δελεαστικός και διευκολυντικός ο όρος «γενιά», που τέμνει το λογοτεχνικό συνεχές για να συμμορφώσει στα ερμηνευτικά μας σχήματα, παραμένει ωστόσο προβληματικός. Ιδιαίτερα στην ποίηση, ο όρος απειλεί τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε ξεχωριστής ποιητικής φωνής, που πρέπει να υπαχθεί στον συχνά δυσδιάκριτο ομαδικό τόνο, για να υπηρετηθεί το γενικευτικό περιοριστικό πλαίσιο. Είναι τόσες οι εξαιρέσεις που πρέπει να συνεκτιμηθούν, ώστε τελικά ο κανόνας να χρησιμοποιείται με την προειδοποίηση πως είναι εγγενώς αυθαίρετος.
Σε ποια ποιητική γενιά ανήκουν, π.χ., όσοι πρωτοδημοσιεύουν συγχρονισμένοι με την επόμενη ή τη μεθεπόμενη ηλικιακή γενιά; Ενας ποιητής που γεννήθηκε στην αρχή της δεκαετίας του 1930 είναι γραμματολογικά θεμιτό να ομαδοποιείται με ποιητές γεννημένους στα τέλη της ίδιας δεκαετίας; Πώς να υποτεθεί, λ.χ., κοινή η ρίζα αισθημάτων του Τάσου Πορφύρη (γ. 1931) ή του Βύρωνα Λεοντάρη (γ. 1932) με την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και τη Ζέφη Δαράκη, που γεννήθηκαν το 1939; Προφανείς οι απαντήσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα πάψουμε να χρησιμοποιούμε τον επίδικο όρο, όσο διευκολύνει τις περιοδολογήσεις μας.
Η Αγγελάκη-Ρουκ ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά ή γενιά του ’60, η οποία αρκετά πρώιμα, το 1961, πριν δημοσιεύσει τους σπουδαιότερους τίτλους της, χαρακτηρίστηκε «χαμένη» από τον Παναγιώτη Μουλλά. Η εξήγηση ήταν ιστορική παρά λογοτεχνική. «Το ζήτημα δεν είναι ότι απλώς η δεύτερη μεταπολεμική γενιά δεν ανέβηκε στο προσκήνιο της ιστορίας», αλλά ότι «πορεύτηκε σαν παρίας της ιστορίας» έγραφε ο Γιώργος Αράγης στην εισαγωγή του στην Ανθολογία «Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά (1950-1970)» που εκπόνησε ο Ανέστης Ευαγγέλου («Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη, 1994).
Και όμως. Μπορεί η γενιά της Αγγελάκη-Ρουκ να συμπιέστηκε (τουλάχιστον στο πεδίο της δημοσιότητας) ανάμεσα στη «γενιά της ήττας», η οποία ωστόσο δεν παραδέχτηκε την ήττα, και στη «γενιά της αμφισβήτησης», όπως βιαστικά χαρακτηρίστηκε η γενιά του ’70, που πρωτοδημοσίευσε επί χούντας, υπήρξε εντούτοις κάτι σαφώς πλουσιότερο από «γενιά των αποήχων». Το 1994, παρουσιάζοντας στην «Κ» την Ανθολογία Ευαγγέλου, σημείωνα και τα εξής:
«Η γενιά του ’60 δεν διέθετε τον απροκάλυπτο (και συχνά στεντόρειο) πολιτικό λόγο των προγόνων της (λόγο είτε καταφατικό, ενθουσιαστικό και προτρεπτικό είτε αιρετικό και κρημνιστικό), που ενδεχομένως θα την καθιστούσε δημοτικότερη, αν μάλιστα συνεκτιμηθεί ότι μεγάλο μέρος της παραγωγής της εμφανίστηκε σε χρόνια που υπέθαλπαν ή και απαιτούσαν την αμιγώς και ευθέως πολιτική ποίηση. Βέβαιο είναι επίσης ότι αρκετοί από τους λογοτέχνες των επόμενων γενεών, που το έργο τους δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να καυχηθεί ότι πρόλαβε κιόλας να γίνει ισοϋψές του έργου του Βύρωνα Λεοντάρη ή της Κικής Δημουλά λ.χ., είδαν τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν πάνω τους σαν να είχαν φτάσει ήδη στα Ιμαλάια του Νομπέλ. Η φαινόμενη μειλιχιότητα, λοιπόν, η εγκαρτέρηση με την οποία εξευγενίζεται η πίκρα της γενιάς αυτής, ο ήπιος λυρισμός της, οι εσωτερικότεροι δρόμοι που διήνυσε κατά την αυτογνωσία της, το μέτρο με το οποίο πολιτεύτηκε και στη λογοτεχνία και στη ζωή της, την οδήγησε να κατεργάζεται τη γλώσσα και τους ρυθμούς της στο περιθώριο· και ίσως σ’ αυτόν τον εσκεμμένο και τίμιο αυτοαποκλεισμό της από τη βουερή σκηνή να χρωστάει όσα διαμάντια εξόρυξε».
Κρυπτομνήμων του εαυτού μου, είπα πολλές φορές σιωπηρά τις λέξεις «η ευγένεια της λύπης», απαντώντας μέσα μου στο κακό νέο για τον θάνατο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Ξαναείπα δηλαδή τη φράση για την «εγκαρτέρηση με την οποία εξευγενίζεται η πίκρα» που είχα γράψει εδώ κι ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Αυτό το γενικότερο γνώρισμα της γενιάς της το διακρίνουμε ευχερώς και αμέσως στην ποίηση της Αγγελάκη-Ρουκ – θα έλεγα και στη συνολική παρουσία της. Τη θυμάμαι, ένα γλυκό γέλιο ολόκληρη, σε ένα συνέδριο περί ποιήσεως που είχε διοργανώσει προ ετών το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ. Ετυχε να προεδρεύω στην τελευταία συνεδρία, και με την ενθουσιωδώς σύμφωνη γνώμη όλων των παρόντων ανακήρυξα την Κατερίνα «MVP του συνεδρίου»: μόνον αυτή είχε παρακολουθήσει όλες τις συνεδρίες, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια ομιλία επικεντρωμένη στο έργο της. Το γέλιο της ομόρφυνε ακόμα περισσότερο όταν ρώτησε: «Τι πάει να πει MVP;».
Το πρώτο ποίημα της Αγγελάκη-Ρουκ, η «Μοναξιά», γράφτηκε στα δεκαεπτά της, το 1956, στη ρότα του διάσημου «Αν» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ. Παρά τη νοηματική προφάνεια ή μια-δυο λεκτικές αστοχίες, η ποιήτρια δεν το αποκήρυξε ούτε το αποσιώπησε. Αντίθετα, το χρησιμοποίησε «αντί για πρόλογο» στη συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα 1963-1977» (Καστανιώτης, 1997). Εύλογο. Δεν αποτελούσε, βέβαια, την πρώιμη κατάθεση ενός ποιητικού προγράμματος, ήταν όμως κάτι ουσιωδέστερο από εφηβικό καρυωτακισμό. Η μοναξιά εξεικονίζεται στο ποίημα πρωτίστως στην κοινωνική της διάσταση, δεν είναι μια τυπικά ναρκισσιστική νοητική κατασκευή, εξ ου και η αέναη επιστροφή της: «Τι μου λείπει και κλαίω; / Βρέχει και θα ’μαι πάντα μόνη, ανέραστη νυφίτσα μες στο κρύο» διαβάζουμε τους σκληρούς στίχους με τους οποίους καταλήγει ένα ποίημα αναπόλησης, το «Εφηβεία 1» της συλλογής «Επίλογος αέρας» (Κέδρος, 1990).
Οσο πύκνωνε με τον χρόνο η έκφρασή της, προσπερνώντας τη χρησμική κρυπτικότητα και κατακτώντας τη διαύγεια, η Αγγελάκη-Ρουκ εμπιστευόταν όλο και περισσότερο τη ζωή σαν θαύμα ούτως ή άλλως, και τον άνθρωπο σαν επινοητή της ίδιας του της ζωής: «Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς / θα εφεύρει η ζωή / ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης / και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας. / Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο» («Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα», Καστανιώτης, 2005). Και στο ποίημα «Η προδοσία της όρασης» της ίδιας συλλογής: «Ξέρεις πως η επινόηση της επιβίωσής σου / κρέμεται απ’ αυτό που κοιτάς / γιατί έλιωσες και ξαναπλάστηκες τόσες φορές».
Γενικότερα, ο πόλεμος της ποιήτριας με τη μελαγχολία και τη λύπη δεν ήταν υπόθεση λέξεων, άλλωστε το κύριο μέτωπο αυτού του πολέμου ήταν το σώμα και η «σαρκική μνήμη»: το σώμα που «έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» («Λύκοι και σύννεφα», 1963), αναδείχθηκε ως «η νίκη και η ήττα των ονείρων» («Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό», 1974) και προτάθηκε σαν κλειδί για να κατακτηθεί η θνητή αθανασία, μάλλον η μοναδική ανθρωπίνως νοητή: «Ο παράδεισος κερδίζεται / με το σώμα / κι είναι κι αυτός θνητός» (στο ποίημα «Τα πόδια μου» της συλλογής «Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας», 1978).
«Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας» ή, στωικότερα, «Η ευλογία της έλλειψης», όπως τιτλοδοτεί η Αγγελάκη-Ρουκ ένα ποίημα της συλλογής «Η ανορεξία της ύπαρξης» (Κέδρος, 2011). Αρκούν λίγοι στίχοι: «Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου· / ό,τι μού λείπει με προστατεύει / από κείνο που θα χάσω. [...] Ο,τι μού λείπει με διδάσκει. [...]
Στέρησέ με –παρακαλώ το Αγνωστο– / στέρησέ με κι άλλο / για να επιζήσω». Το Αγνωστο εδώ είναι η μόνη ανθρωπίνως νοητή θεότητα ενός αποφασισμένου, καρτερικού γνωστικισμού.


Πηγή

Κώστας Καναβούρης: Να σε λένε Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ




Να ξέρετε: Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ υπήρξε ένας μεγάλος άνθρωπος. Τόσο μεγάλος που δεν της πρέπει αποχαιρετισμός. Τώρα, ακριβώς την στιγμή που της συνέβη ο θάνατος, θα πρέπει όλοι να αρθούμε στο ύψος αυτής της στιγμής. Και να μην αποχαιρετήσουμε, αλλά με σεβασμό και απέραντη αγάπη να πούμε ξανά τα λόγια μιας οδυνηρής ποίησης όπως εκείνη που εγκατέλειψε πίσω της.
Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Ένα παιδί που έσκυβε ξεθάβοντας αγγέλους. Και ύστερα τους έκανε να πετάνε. Ένα παιδί που αναμασούσε τις κλωστές από το όνειρο κι όλο ανέβαινε, όλο ανέβαινε προς τη σιωπή. Τώρα έφτασε στο «εκεί» της σιωπής κι όλο μας αποχαιρετάει. Με το σκυμμένο της κεφάλι γράφοντας έναν κόσμο που τον έβλεπε εκκωφαντικά και διασταλτικά από την έλλειψη: το ελλείπον σώμα. Και με τη λύπη χείμαρρο να πλημμυρίζει το σπίτι, το βάδισμα, τον δρόμο όπου θα συναντήσει τους άλλους. Μέχρι τώρα, από τώρα και ύστερα, η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ πήρε τα ποιήματά της, χαμήλωσε κι άλλο τη σιωπή της και βούλιαξε σε όλους τους βυθούς όπου λυπούνται οι λυπημένοι άνθρωποι. Δεν είχε άλλο κόκκινο κραγιόν να βάψει τα χείλη της, δεν είχε άλλη κόκκινη σιωπή να βάψει τον χαμό της: η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ.
Με μια λέξη τραυματισμένη να γράφεις μια τεράστια ποίηση. Με μια ποίηση τραυματισμένη να γράφεις το λυπημένο και τεράστιο πρόσωπο του κόσμου. Με μια κραυγάζουσα σιωπή να γράφεις τον λυγμό. Να βυθίζεσαι στον σταυρό. Να φεύγεις. Να χορεύεις τον κόσμο. Όχι σαν θεός. Σαν ένα μεγάλος άνθρωπος που εκποιεί τον θάνατο κουβαλώντας την ανάσταση σαν σταυρό. Ξανά και ξανά. Κάθε μέρα. Κάθε βράδυ. Κάθε στιγμή που οι άλλοι ονειρεύονται προσδοκίες κι εσύ ονειρεύεσαι το ανέφικτο κορμί σου. Έτσι, με τέτοια καρφιά να φτιάχνεις ποίηση. Πάει να πει, με τέτοια καρφιά να σταυρώνεσαι, κι όλο περισσότερο να σε λένε Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ.
Και να σωριάζονται τα ποιήματα το ένα πάνω στο άλλο όπως τα βράδια του χειμώνα πάνω στα καλοκαίρια που πέρασαν στην άκρη του κορμιού. Στην άκρη της ανάστασης. Σε μιαν ελπίδα. Λέξη προς λέξη αυτή η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ έδειξε την ελπίδα. Για όλα. Αυτό το κουράγιο για όλα, που κάνει τον Γολγοθά αίτημα λυγρής φιλοσοφίας και ποίημα σιωπής μέσα σε ποίημα που θέλει να σιωπήσει κι άλλοτε το καταφέρνει, άλλοτε όχι.
Δεν το καταφέρνει πάντοτε αυτό το ποίημα η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Της ξέφευγε ο πόνος και γινόταν έρωτας. Της ξέφευγε το βήμα και γινότανε χορός. Της ξέφευγε το μέτρο και γινότανε ελευθερία. Ένα μεγάλο ποίημα της σιωπής κι ακόμα ένα που περιμένει στο σκοτάδι ήταν η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Ένα μεγάλο υπομονετικό ποίημα της πλησμονής σ’ ένα σκοτάδι που μονάχα εκείνη ήξερε. Και το ήξερε τόσο καλά ώστε μπορούσε να το φανταστεί ακόμα περισσότερο. Πέρα από τον θάνατο.
Να το γράψει δηλαδή. Θέλει κουράγιο και βαθύτατη ανθρωπιά για να το κάνεις. Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ το έκανε: έσπασε τον εαυτό της για να μπορέσει να βρει τις λέξεις της. Έσπασε τον εαυτό της για να μπορέσει να βρει το ποίημα. Έσπασε ακόμα και τη γενναιότητα της εγκατάλειψης, με το βαρύ σφυρί της ποίησης. Αμόνι και δάκρυ. Χάλυβας και χαμόγελο. Χορός και εικόνισμα. Εξάρθρωση και λόγος. Συμπληγάδες και Ερινύες. Α, ναι. Από πολλές Συμπληγάδες πέρασε η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ ώσπου να φύγει. Χρόνια και χρόνια χαμηλώνοντας τις λέξεις, χρόνια και χρόνια χαμηλώνοντας τη σιωπή μέσα στα ζήτω των άλλων. Αυτή τη χοάνη που καταπίνει τους ποιητές. Και τους ξεβράζει σε ασήμαντες ημερομηνίες. Σε μια σιωπή ασήμαντη. Αυτό είναι το θηρίο: Η ασήμαντη σιωπή. Λες και δεν έγινε τίποτα που πέθανε η ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ που τίμησε τη σιωπή, τον έρωτα, τον θάνατο, το πολεμικό κορμί, το άλλο βλέμμα, τον παλμό, την υστέρηση που λέγεται στυγνότητα όταν το δάκρυ καθυστερεί για λίγα δευτερόλεπτα κι ο κόσμος για αιώνες.
Γι’ αυτό θα πω πως είναι μεγάλο πράγμα να έχεις υπάρξει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Γιατί μαζί σου, για όλα αυτά, υπήρξαμε κι εμείς.
Δεν γίνεται λοιπόν να σε αφήσουμε από τα χέρια μας, να πούμε ότι πέθανες και να τελειώσει έτσι η κατάσταση. Δεν γίνεται να σε αφήσουμε να μας αφήσεις. Συνεχίζουμε. Θα γράψουμε τα ποιήματα που δεν πρόλαβες να γράψεις.
Αύριο πάλι, Κατερίνα. Αύριο, στον αιώνα τον άπαντα.


Πηγή

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η ανορεξία της ύπαρξης




Δεν πεινάω, δεν πονάω, δεν βρωμάω,
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δεν μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.


Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ (2011)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η αλλοτρίωση της έλξης




Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.


Η ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ (2011)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Το άνθος διδάσκει




Όλα του σώματος χάνουν το νόημά τους
ενώ του δένδρου το άνθος πάντα κάτι σημαίνει
επιμένει ν’ ανοίγει και στη γη να πέφτει
χωρίς να περιμένει προσωπικές απολαβές
χωρίς να λογαριάζει τι λειψή αθανασία
είναι ο καρπός…
Κοίτα τι οικειότητα με τον γκρεμό
έχει το κάθε τι π’ ανθίζει!
Πως το λουλούδι δε λέει ποτέ
να μην εκτελέσει τον προορισμό του;
Πως όντας αποκομμένο απ’ την ανθρώπινη μοίρα
τη στεφανώνει στο τέλος;
Γιατί η μνήμη των ματιών
που λάτρεψα δε με παρηγορεί
ενώ ακάθεκτη κατεβαίνω
και μόνο τα μυριοπέταλα γελάκια της φύσης
υψώνουν το στήθος μου;
Α, λέω, υπάρχουν μυστικά
που μόνο χάνοντας τα μαθαίνεις…
Αυτό που θέλω να μάθω απ’ έξω
είναι οι αόρατες πλευρές του ορατού
το τοπίο να δω σαν κέντρο του κόσμου
κι όχι πια σαν το θεϊκό περίβλημα «εκείνου».
Να μ’ αφοπλίζει αποκλειστικά το δάσος
με τις αειθαλείς λαμπάδες του
κι η νύχτα
να προχωράει μέσα μου
άπειρους ουρανούς βαθιά
χωρίς κανένα υποκοριστικό…
Φως να βγαίνει απ’ τις χλοερές χαραμάδες των φύλλων
όπως παλιά απ’ τις ίριδες των εραστών.
Α! πότε η φυλλοβόλα ομορφιά
θα μου επιβληθεί τελειωτικά
πότε θα μάθω ότι η φύση όλη
είναι έρωτα;


Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ (2001)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: [Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα]




στ’

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα 
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.


ΛΥΠΙΟΥ (1995)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Εκεί που είσαι ωραίος




Εκεί που είσαι ωραίος
είναι εκεί που ανοίγουν οι κλάδοι τα όνειρα
και ξετυλίγονται σαν χλοερές γάζες
πάνω απ’ τα σκληρά κι ανήλικα
πράγματα του κόσμου.
Εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ
κάτι αμετάκλητοι πόλεμοι
με το μέλλον
κι η τελευταία θρασύτητα
η πριν από την πτώση
μ’ έφεραν στα ολάνθιστα σοκάκια
στη βαθιά σιωπή
της προσωπικής σου άνοιξης
όταν αμετανόητος για την ωραιότητα
μοιράζεσαι τα πάντα με τη νύχτα.
Όμως υπάρχει μια απορία στον έρωτα
μια φρίκη μπρος στην πρόσκαιρη αξία
του υποκινητή
και τότε το θαύμα του όμορφου
μοιάζει μ’ ένα μακρύ τούνελ
μες στο χρόνο
φορτώνεται με μαύρο
η περίλαμπη άμαξα
άμαξα πένθους στην άλλη άκρη…
Κι εγώ περνώντας όλο χαλώ
με την πράξη
αυτό που χωρίς την πράξη
δεν υπάρχει.
Αγγίζω και θυμάμαι:
μια από τις πέντε αισθήσεις
ήταν αρκετή
όταν η ζωή είχε μια παραπάνω αρετή
την αλήθεια.


ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ (1984)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο ύπνος




Τα όνειρα απλώνονται
επάνω μας τη νύχτα
μ’ όλο τον τρόμο της ζωής
με σφίγγεις με φωνάζεις
πνιγμένοι π’ αγκαλιάζονται
στο τελευταίο κύμα.
Φανταχτερή κουρτίνα
η ομορφιά που λατρέψαμε
τραβιέται μες στη νύχτα
απεικονίζεται στο μαύρο
η απειλή γύρω απ’ τα σώματα
κι όλες οι πράξεις
π’ αφήσαμε μισές τη μέρα
ξανάρχονται να μας αποτελειώσουν
στο σκοτάδι.
Μακαρίζω τους νευρωτικούς
τους φοβισμένους
που μι’ αμυχή, μια σκιά, μια υποψία
τους κυριεύει το μυαλό.
Εγώ δεν έχω παρά το θάνατο
απλό, καθαρό, στρογγυλό
μια βεβαιότητα
που κάθεται στο στήθος.
Κοιμάσαι δίπλα μου
με το αρυτίδωτό σου πρόσωπο
σαν ανοιξιάτικο πανί
που πλέει μες στον ύπνο.
Σε αγγίζω
κι όπως η ανάσα σου δροσερή
χαϊδεύει τη σκέπη του ονείρου
ακόμα λίγο ήλιο παίρνω, λίγο νερό
πριν μες στο κώμα αρχίσει
ατέρμονη η επιστροφή
στις ρίζες του φθαρτού.


ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (1982)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η ζέστη




Στη ζέστη της Ελλάδας
τα κολλημένα στέρνα μας
ανάβλυζαν νερά
έπινα τον ιδρώτα σου
μαζί με τα φιλιά σου
το αχ σου
στη σκιά του πατζουριού.
Την ώρα που ανέβαινε
το άγριο μεσημέρι του τόπου
εφούντωνες και συ
με τα τρελά τσουλούφια σου
τα θεία τσίνορα σου,
το γέλιο σου πολύεδρο
μες στ’ αλμυρά πρίσματα του πάθους.
Στην τόση λάβρα,
στην τόση ακινησία,
με μόνο ίσκιο πάνω μας
το μαύρο πεπρωμένο,
τα σκίτσα της ύπαρξης μας
έμοιαζαν μ’ εξίσωση εντόμων.
Κακοφορμίζει ο Αύγουστος
σαν ανοιχτή πληγή
και τα τζιτζίκια αστείρευτα
θυμίζουν πάλι τον ποιητή
στου ποιήματος το τέλος.
Άπνοια...
Η μύγα σχολαστικά τα πάντα π’ ασχημίζει
εκάθισε στο πέος σου
και τρώει το χυμό σου.
Περνάει με το μεγάφωνο
αυτός με τα καρπούζια.
Το μεσημέρι πέφτει
στα πόδια μου
σαν κεφαλή κομμένη.


ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ (1982)

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Το διπρόσωπο σώμα




Πριν ακόμα βυζάξω το γάλα της ζωής
έπεσε πάνω μου η σκιά του θανάτου
το ανύποπτο σώμα μου πάλεψε, νίκησε
κι ακολούθησε την τροχιά του
γύρω από το ανάπηρο αστέρι της γέννησής μου
αεράκι φυσούσε και χάιδευε ουλές, καμπύλες
το σώμα μεγάλωνε και με κουβαλούσε σ’ αυτή τη γη
μαζί με τους δυο αντίθετους κόσμους
τη ζωή και το θάνατο
τα πορφυρά χρώματα της δύσης με μάγευαν
άνοιγαν του παράδεισου τις πύλες
κι ας σήμαιναν το τέλος της ημέρας
όταν ανέτελλε το αρσενικό σώμα
το δικό μου ξαναγεννιόταν
ξάπλωνα τότε πάνω στη γη
τη ζέστα της έκλεβα
και θαρρούσα πως μάντευα πώς αισθάνονται τα φυτά της.
Σώμα μου, δικό μου σώμα
από σένα όλα απορρέουν…
ως κι εκείνες οι στιγμές οι άυλες
οι μεταφυσικές
όταν ανεβαίνει ο νους και γίνεται ουρανός
όλα από σένα ρέουν…
όμως του σώματος η διπροσωπία
δεν είναι απάτη
είναι ευλογία.

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η ευλογία της έλλειψης




Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με - παρακαλώ το Άγνωστο -
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.



Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα




Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε όλοι εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ' αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ' ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει...
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω
να φεύγουν τα περιττά, λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ατμοσφαιρική ποίηση



Πόσα εικοσιτετράωρα απουσίας
χρειάζεται ο αέρας
για ν’ αδειάσει από τις εκπνοές
του δέρματός σου
για να επικρατήσει πάλι
η γαζία, το πεύκο
όλες οι ωραίες αναθυμιάσεις
της απρόσωπης φύσης;
Πόσος είν’ ο χρόνος
που το τοπίο συνηθίζει να κρατά
εκείνο τον συντριπτικό συνδυασμό
αύρας και μιας συγκεκριμένης περπατησιάς;
Πόσο το σύμπαν θα θυμίζει ακόμη
τη συνάντηση μιας ασήμαντης ματιάς
πότε το φως θα ξανακερδίσει
την απόλυτη υπεροχή του
πάνω στον στιγμιαίο θρίαμβο
μιας ανθρώπινης σκιάς;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Εκεί που είσαι ωραίος




Εκεί που είσαι ωραίος
είναι εκεί που ανοίγουν οι κλάδοι τα όνειρα
και ξετυλίγονται σαν χλοερές γάζες
πάνω απ’ τα σκληρά κι ανήλικα
πράγματα του κόσμου.
Εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ
κάτι αμετάκλητοι πόλεμοι
με το μέλλον
κι η τελευταία θρασύτητα
η πριν από την πτώση
μ’ έφεραν στα ολάνθιστα σοκάκια
στη βαθιά σιωπή
της προσωπικής σου άνοιξης
όταν αμετανόητος για την ωραιότητα
μοιράζεσαι τα πάντα με τη νύχτα.
Όμως υπάρχει μια απορία στον έρωτα
μια φρίκη μπρος στην πρόσκαιρη αξία
του υποκινητή
και τότε το θαύμα του όμορφου
μοιάζει μ’ ένα μακρύ τούνελ
μες στο χρόνο
φορτώνεται με μαύρο
η περίλαμπη άμαξα
άμαξα πένθους στην άλλη άκρη…
Κι εγώ περνώντας όλο χαλώ
με την πράξη
αυτό που χωρίς την πράξη
δεν υπάρχει.
Αγγίζω και θυμάμαι:
μια από τις πέντε αισθήσεις
ήταν αρκετή
όταν η ζωή είχε μια παραπάνω αρετή
την αλήθεια.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ποιητικές (υπαρξιακές;) υποσημειώσεις



WORK IN PROGRESS
ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ (ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ;) ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
                                                       
                                                                                       Και η φαντασία προσχεδιάζει
                                                                     το σχήμα άγνωστων πραγμάτων.
                                                                                                W. Shakespeare



Απ’ έξω στίχους δεν ξέρω
δεν θυμάμαι
ήχους δεν προσέχω
ή δεν φτάνουν ως εμένα∙
μόνο με απόηχους κοιμάμαι
μόνο με απόηχους
το παρελθόν μου φαντάζομαι
κι αναπλάθω.

----

Όταν λες: «τι κρίμα που δεν πιστεύω στο Θεό» είναι σα να λες: «τι κρίμα που δεν γεννήθηκα ωραία!»

----

Γνώρισα τη γνησιότητα της θλίψης και ξέχασα την     πλασματική χαρά.

----

Η πτώση του γέλιου: έπεσε το γέλιο κι έγινε χαμόγελο.
Η εξαφάνιση του είναι: χάθηκε το είναι και βρέθηκε κλεισμένο στη φυλακή της υγείας.

----

Ποτέ μου δεν είχα δύο εραστές μαζί. Τώρα ναι. Τον έρωτα που κατοικεί στην κρεβατοκάμαρα της μνήμης και τον θάνατο που περιμένει στην αίθουσα αναμονής.

----

Φθείρομαι, φθείρομαι, όχι οργανικά, όχι διανοητικά,               μόνο υπαρξιακά. Δεν μπορώ πια να φανταστώ την ύπαρξή μου, γι’ αυτό θέλω, λαχταρώ να φανταστώ την ύπαρξη των άλλων κι όλο κοιτάω, κρυφοκοιτάω τα σώματα τα ζωντανά, φαντάζομαι την αλήθεια κάτω απ’ τα ρούχα.

----

Ο φόβος  και η γυναίκα του η ηλικιωμένη μοναξιά είναι καρπεροί: γέννησαν μια γλυκιά νοσταλγία για τη μοναξιά της νιότης.

----

Όσο λιγότερες επιλογές έχεις, τόσο πιο επιλεκτικός γίνεσαι.

----

Εφεύρε η πανέξυπνη ψυχή –ή φύση; – το  δάκρυ για να δροσίζεται ο πόνος και να καρποφορεί ο νους στην υγρασία, να απορεί όντας όλο και πιο κοντά στην ουσία: Γιατί όλο αυτό όσο προχωράει να πλησιάζει, όλο να πλησιάζει το τίποτα;

----
----
                                                            Αθήνα, 19/1/09



Πηγή

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

«Άσε μας με το μυαλό σου χρυσό μου...» - Όταν η Λένα Διβάνη συνάντησε την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ




«Την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ τη συνάντησα για πρώτη φορά στη Βοστώνη όπου είχε έρθει καλεσμένη του Poetry Room του Harvard να διαβάσει ποιήματά της. Έτρεξα φυσικά εντελώς ψαρωμένη να συναντήσω από κοντά την μεγάλη κυρία της ποίησης. Δεν είχα ακούσει τίποτα γι αυτήν, μόνο τα ποιήματά της ήξερα. Προετοίμαζα λοιπόν τον εαυτό μου να συναντήσω ένα άτομο σεβαστικό, εμφανώς στοχαστικό, με τη σφραγίδα της σοφίας στο κούτελο.
Ε, λοιπόν η Κατερίνα έκανε στάχτη την προετοιμασία μου μόλις μπήκε στο δωμάτιο σα σίφουνας, με ανοιχτά τα χέρια και το πλατύτερο και βροντερότερο γέλιο που είχα αντικρύσει ποτέ. Αγκάλιαζε και φιλούσε τους φίλους της σαν να έδινε και να παιρνε κομματάκια ζωής- και ήταν πολλοί κι απ΄όλες τις φυλές.
-Κυρία Ρουκ, δεν σας είχα έτσι στο μυαλό μου, της είπα αργότερα στην αναπόφευκτη ταβέρνα
-Άσε μας με το μυαλό σου χρυσό μου, είπε αυτή και με χτύπησε συγκαταβατικά στην πλάτη. Σημασία έχει ... αυτό (έδειξε τη σαλάτα). Σημασία έχει αυτός (έδειξε το νόστιμο σερβιτόρο, φοιτητή της θεολογικής).
Αρχισα να γελάω κι εγώ.
-Άσε το μυαλό σου και κοίτα τη ζωή, κατέληξε και με ξέχασε. Στράφηκε στο φίλο της που της έλεγε κάτι από απέναντι.
Γύρισα σπίτι και ξαναδιάβασα τα ποιήματά της προσπαθώντας ν' αφήσω το μυαλό μου απ΄έξω. Ήταν η πιο εορταστική εμπειρία της χρονιάς.
Ευχαριστώ Κατερίνα .Δεν έχω ακούσει πιο έγκυρη συμβουλή από πιο κατάλληλο (και το πιο χαμογελαστό) στόμα.»


(από ανάρτηση στο προφίλ της Λένας Διβάνη στο facebook)

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ: [Ο άγγελος της μοναξιάς]




[...]

ΚΙ ΕΓΩ: Και γιατί τη θλίψη τη λες αθώα;

ΕΓΩ: Μα είναι. Κανένας δεν την κάλεσε, δεν έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. Είναι σαν τη συννεφιά που σε προστατεύει απ' τη βροχή. Η θλίψη δεν προσπαθεί να σου αλλάξει τη διάθεση για να σηκωθεί να φύγει. Μένει κοντά σου, στη μοναξιά σου. Ναι, για μένα η θλίψη είναι άγγελος. Ο άγγελος της μοναξιάς.


ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΔΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ (2016)