Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Θέμελης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Θέμελης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Απριλίου 2019

Γιώργος Θέμελης: [Μπορεί λοιπόν να 'μαστ' εμείς...]




Μπορεί λοιπόν να 'μαστ' εμείς
Πραγματικά, εμείς να 'μαστε
Οι πρώτοι νέοι Πρωτόπλαστοι

Εμείς να 'μαστε οι αναστημένοι

Το πρόσωπο σηκώνοντας, την απεικόνισή μας,
Τ' άγια σεπτά Εικονίσματα της Ομοιότητας

Πίσω μας έρχεται η πομπή,
Πίσω μας συνοδεία και ποδοβολητό
Η καινούργια γέννα, που άρχισε
Η καινούργια γενιά η πανέμορφη
Των Ερχομένων

Αλαργηνό αντιφέγγισμα στο Πρόσωπό τους
Ως να 'χουν στρέψει κοιτάζοντας πέρα
Προς κάποιαν άλλη αόρατην Έκτση

Μες στην ογκούμενη εγκυμοσύνη του Μέλλοντος
Στον κόλπο του μητρικού Παρόντος κυοφορείται
Ο Μέγας Έρωτας


ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΦΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ ΘΑΥΜΑΤΑ (1977)

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Γιώργος Θέμελης: Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέου Κάλβου




Λησμονημένος ταξιδευτής.

Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.

Πικρός κι αλύγιστος.

Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.

Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου
Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.

Καστάλιε κύκνε.

Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και το ’κανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.

(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κι η γλώσσα ας μου κοπεί.)

Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.
Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.

***

Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.

Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.

Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.

Γιώργος Θέμελης: Ελληνική γη




Ανασκαλεύω τη στάχτη των προγόνων

Ψάχνω να βρω την κρυφή γωνιά, τους μυστικούς διαδρόμους
Μέσα από σωριασμένες νύχτες κι αυγές με δέντρα που στέκουν
Σηκώνοντας το πένθος του καιρού, την ηλικία του ήλιου,
Φυλάγοντας παλαιές βροχές, γενεές αηδόνια στις κόγχες των φύλλων,
Ακίνητα, χωρίς να σαλεύουν στα κλώνια των κελαϊδισμών,
Που έγιναν πέτρινος ήχος.

Στάχτη βαριά, χώμα ιερό, χώμα θρέμμα τ’ ουρανού,
Ζυμωμένο με πορφυρές ανοίξεις, με σεμνές πτυχές, ωραία μαλλιά και τρόπαια του θανάτου,
Σεντόνι της αξύπνητης φθοράς, της ομορφιάς πληγή, ρωγμή του νερού, δίψα του σύγνεφου,
Που το βαστούν στις φούχτες των οι ελεύθερες ψυχές να φυτέψουν τον ύπνο,
Που τα κρυμμένα κόκαλα των νεκρών ξυπνούν να θρέψουν τον τελευταίο καπνό τους,
Όταν φυσάει κακός βοριάς και ξεριζώνει τα σπίτια.

Ποια νύχτα μπορεί να σβήσει τα ονόματα στους λάκκους των θεών,
Να μαράνει τα λουλούδια των βράχων που τα ’χει ανοίξει ο θάνατος.

Αν βουλιάξουν οι τάφοι, θα μείνουν φωνές,
Ομιλίες ίσκιων, που βγαίνουν τις νύχτες να πατήσουν γη,
Να σηκώσουν μια γνώριμη πέτρα και να την έχουν απάνω τους
Να τους βαραίνει τη διάφανη μορφή να θυμούνται το σώμα,
Το αγαπημένο σώμα από λάσπη και άνεμο, θαλασσινό βυθό κι άγνωστη μέρα,
Και μ’ ένα καραβιού ελαφρό σκαρί μες στην καρδιά του.

Γη, που σε σκάβουν τα κοιμητήρια του καιρού και τ’ ανέμου,
Με το παντοτινό φθινόπωρο των ερειπίων, το κλίμα της αφθαρσίας.
Τα παιδιά, τα νέα παιδιά σου, είναι γεμάτα θάνατο,
Σκιά θανάτου, και μπορούν και παίρνουν τα ίχνη του δίχως να τρέμουν,
Με μιαν υπόκωφη βοή που πολλαπλασιάζει το βήμα τους σε άπειρες κρύπτες
Κι είν’ η καρδιά τους σαν ένα νησί από λωτούς και πικροδάφνες κι αλλοτινά πουλιά που ταξιδεύει
Και το χαμόγελό τους ένας παλιός σπασμένος καθρέφτης που θυμάται.

Αιώνια παιδιά, σώματα ελαφρά με τη φτενή τη σάρκα,
Και με τις διάφανες ψυχές π’ ανάβουν με το τίποτα.
Ποιο αδυσώπητο φτερό, ποιο μάτι σάς έχει χτυπήσει
Κι έχετε πίσω σας πλήθος σκιές, σπίτια μικρά, τάφους απλόχωρους,
Και γύρω γύρω θάλασσα και χρόνο, χρόνο και θάλασσα και μακρινό ουρανό.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

Γιώργος Θέμελης: Ακροτελεύτιος ύμνος (Έβδομη ραψωδία)




Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς…
Διονύσιος Σολωμός

Πατώντας τάφους παλιούς και τάφους νιόσκαφτους

Τη συνοδεύουν σπασμένες πέτρες κι ένα πλήθος σκιές
Και μια βοή, ένας καπνός που βγαίνει από μεγάλα βάθη

Με το ματωμένο φουστάνι, το τρύπιο σώμα της παρουσίας
Με τη λεπίδα στα μαχαίρια της αυγής σαν την ακονισμένη αγάπη
Που σκοτώνει

***

«Τόπο» λέει η ματιά κόβοντας θάλασσα «τόπο»
Αγναντεύοντας τ’ αδύναμα περιστέρια που δεν μπορούν να σηκωθούν πολύ ψηλά
Κι αφήνουν άσπρους παραδαρμούς πάνω στους κίονες
Στα χιόνια των Καρυάτιδων που κρύβουν ωραίους αιώνες
Στους θείους λαιμούς οπού κρατούνε κάνιστρα αετών
Που ψάλλουν την εντέλεια κι υμνούν το φως μες σε γαλήνια τόξα
Δροσίζοντας πότε πότε το στήθος τους μες στους αφρούς του Αιγαίου
Για να πάρουν κουράγιο και να σηκώνουν τη διαύγεια

Και τα στιλπνά κοιμητήρια που κρύβουν ζωντανές αγάπες κι άφθαρτους έρωτες
Πεθαμένους μα αθάνατους, θαμμένους μα ξυπνητούς σ’ όλα τα φώτα
Και που αγαπούν την αξίνα βγάζοντας τα πουκάμισα των παρθένων
Το ίδιο όπως οι Σάτυροι με τους γενναίους φαλλούς μες στις σπηλιές των τάφων
Το ίδιο όπως οι λευκοί νυμφίοι που σέρνουν τις αναμμένες λαμπάδες των γάμων τους μέσα στις νύχτες
Και κλειούν τις πόρτες σ’ όλες τις άβγαλτες κοπέλες που δεν ξέρουν τι θα πει άνοιξη
Αθανασία κι υμέναιος, νυμφικές αμυγδαλιές και στέφανα κερένια
Κι όπως οι άγγελοι που παίρνουν σάρκα ντύνονται και κατεβαίνουν σκάλες
Για να μιλήσουν με τον άνθρωπο δοκιμάζοντας το ψωμί του
Για να του φανερώσουν κάποια μυστικά του απλώνοντας τη μοίρα του
Και βλέπουν θάλασσα, πίνουν χαμόγελο και ξεχάνουν
Θρόνους και γρύπες και φτερά και κρίνους αμάραντους

***

Καλά όλα θαυμαστά κι ευλογημένα τρεις φορές

Μα θέλουν να φάνε
Θέλουν να δώσουν μπόι για να μπορούν να περπατάνε
Να πάρουν αίμα βαθύ για να μπορεί να πλέει η καρδιά τους

***

Φεγγοβολή τού ελληνικού ουρανού

Που κούρσευες τις ματωμένες πεδιάδες κάνοντας τρία βήματα κι ένα μεγάλο τέταρτο
Περπάτησε και πάλι, κάνε το πέμπτο και γίνου θάλασσα
Πνίξε τα σάπια καράβια και τα τέρατα και μπήξε μια φωτιά
Που να πάει ντουμάνι, να καπνίσει ο θάνατος να σκάσει ο μαύρος ήσκιος
Και μπήξε μια φωνή και κράξε απ’ τις πέντε ηπείρους του καιρού τους πεθαμένους
Ναρθούν και να ζεστάνουν τα χέρια τους, να πιουν καπνό και να μιλήσουν όπως μιλούσαν
Απλά σταράτα με την καρδιά και με τα γένια τους
Κι ύστερα να μας πάρουν στα χέρια και να μας φιλήσουν
Να μας πουν την αγάπη και την περηφάνια, τον ύπνο και την ομορφιά
Να μας μάθουν πώς χτίζουν πώς σπέρνουνε παιδιά
Πώς πελεκούν το μάρμαρο για να πάρει μιλιά κι αγέρα
Πώς ανεβαίνουν στον ουρανό κι αγναντεύουν τον κόσμο

Κι ύστερα να σύρουν τις γυναίκες τους μες στα φαρδιά τους φορέματα
Για να μας γεννήσουν άλλη μια φορά μες σε βαθιά κρεβάτια

Αληθινούς


Θεσσαλονίκη, Φλεβάρης 1948


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ (1948)

Γιώργος Θέμελης: Ο βασιλιάς των ταξιδιών (Πρώτη ραψωδία)




Quantum mutatus…
Βιργίλιος

Όχι τη χιλιοτραγουδισμένη δόξα
Το ξύλινο άλογο με τη σιδερένια κοιλιά
Τις φλόγες που χόρεψαν το μεσονύχτι

Ούτε τις μεγάλες περιπέτειες
Το έπος που έγραψε μια καρδιά με χίλιες τρόπιδες σε στεριά και θάλασσα
Στις αιωνόβιες πέτρες του χρόνου με το αιώνιο αίμα της
Πιο καυτερό απ’ το πάθος της φωτιάς
Πιο δυνατό απ’ τον καημό του ανέμου

***

Το τραγουδούσαν οι ακρογιαλιές και το τραγουδούν ακόμα
Και θα το τραγουδούν ώσπου να κοιμηθεί ο ήλιος χαμηλώνοντας όλες τις λάμπες
Το τραγούδι του καπετάνιου με τ’ απέραντα μάτια

Το παίρνουν οι άνεμοι, το δίνουν στα πουλιά να το μοιράσουν στον ουρανό μαζί με το φως
Και της βροχής τα δάχτυλα το σπέρνουν στους κόλπους της γης και στα ποτάμια να καρπίζουν τα δέντρα
Να μεγαλώνουν τα παιδιά να ζουν τ’ αγάλματα
Και τα κατάρτια να βαστούν τη μοίρα τους που τα χτυπάει από ψηλά

Κι οι άνθρωποι να σηκώνουν το μπόι τους ίσαμε τα βυζιά των θεών
Και κείνοι να γελούν από κειπάνω και να χαίρονται με την καρδιά για την καλή γενιά τους
Θυγατέρες και γιους αγγόνια και δισάγγονα βγαλμένα απ’ τα φαρδιά τους γόνατα
Που να που πάνε να τους μοιάσουν, να π’ ανεβαίνουνε να γίνουν άλλη μια φορά θαυμαστές εικόνες
Σκαλιστές σκιές τους που βαθαίνουν τη γη και την κάνουν καθρέφτη
Όπου οι γυναίκες βλέπουν θεούς και οι θέαινες ανθρώπους
Όπου κι ο θάνατος περνά μοιράζοντας στεφάνια

Κάτω στους τάφους οι νεκροί τ’ ακούν κι αναστενάζουν

***

Οι βοριάδες τού πήραν τη φωνή
Οι τρικυμίες μελετούν τη θάλασσα συλλαβίζοντας τ’ όνομά του
Οι αστραπές τού γράφουν την κορμοστασιά στο φόντο των βουνών με πράσινα κοντύλια
Κι η ψυχή μας σηκώνεται και καλωσορίζει την άφθαρτη παρουσία του σαν τον αναμενόμενο βασιλιά των ταξιδιών
Όταν ο ίσκιος του έρχεται και δρασκελάει το κατώφλι του ύπνου
Και σκύβει να ξεσηκώσει απ’ τους βυθούς
Τα βουλιαγμένα καράβια μας

***

Όχι τη δόξα…

Τραγούδησέ μας τώρα πια τη θλίψη
Τον ακίνητο ήλιο του μεσημεριού που κρέμεται από πάνω καρφώνοντας την όψη
Την παμπάλαια άλμη και τους παλιούς ανέμους που έπηξαν στα μαλλιά
Και το πικρό πικρόχολο χασομέρι που μαραίνει τα χέρια
Ανάμεσα σ’ ένα νεκρό λιμάνι και μια ταβέρνα
Ανάμεσα σ’ ένα μισό τσιγάρο και τρεις βαριές κουβέντες
Για το βαριεστημό
Για το βαριεστημό

Εκείνος είναι αυτός που καπνίζει φτύνοντας καπνό και πάθος
Που συλλαβίζει τα μηνύματα των καιρών, την ιστορία της θάλασσας
Και χτίζει με άμμο και τίποτα τα πιο απίθανα όνειρα
Γιατί δεν έχει τι να κάνει
Απλοχωριά να πάρει ανάσα
Σανίδι να σταθεί, μεριά ν’ απλώσει
Τ’ ατέλειωτο κουβάρι των ελπίδων του
Τι τον πλακώνει η απανεμιά, τον ζώνει ο χρόνος
Κι ένα μεράκι η θύμηση του σκάβει τα πνεμόνια
Γιατί η καρδιά του είναι βαριά, δεν τη σηκώνει το αίμα
Και το θεόρατο ίσκιο του η τρύπια φορεσιά

Τραγούδησέ μας τώρα πια τη θλίψη

Δεν έχουν μπάλσαμο οι στεριές κι αγέρα τα βουνά
Δεν έχει πια για μας καράβια η θάλασσα


Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ (1948)

Γιώργος Θέμελης: Είναι για σένα




Είναι για σένα που αγαπώ το φως
Τους ανθρώπους τα δέντρα που σου μοιάζουν
Ό,τι σαλεύει κι ό,τι πνέει
Το κύμα που μοιράζεται την απλωσιά του
Και το νερό που τραγουδάει τον έρωτα

Είναι για σένα κι είσαι εσύ
Που περπατείς μες σ’ όλους τους καθρέφτες
Στο κάθε τι στα πράγματα
Τα γκαρδιακά μου αδέρφια

Και το τραπέζι αυτό το τρυφερό που βλέπει
Τα χέρια σου στον ύπνο του σα δυο φτερά
Και το τραπέζι αυτό το τρυφερό που ακούει
Τη μυστική του ηχώ μες στην πυκνή σιωπή του

Είναι η καρδιά μου που σε στηρίζει σα μια σημαία
Είναι η καρδιά μου που σε δέχεται σαν ουρανό


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Σε ποια θάλασσα




Σε ποια θάλασσα
Ποιος ουρανός
Σ’ έχει φιλήσει

Τα μαλλιά σου τρυπούν
Την καρδιά του ανέμου
Σαν τα δέντρα και σαν τα ταξίδια

Το χέρι σου χαμόγελο
Φωνή σαν του νερού
Σαν κοριτσιού κάτασπρη ντάλια

Όπου κι αν κοιτάξεις
Προβάλλει το πρόσωπό σου
Κατεβαίνει το βλέμμα σου
Από χίλια
Λουλούδια

Κοίταξε κάλλιο τον ίσκιο που πέφτει
Τον καβαλάρη της βροχής
Το χαμογέλιο του καλού
Θεού


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι




Ξυπνάς το αιώνιο καλοκαίρι
Ανατέλλοντας έναν άλλο ήλιο
Κάνοντας πιο όμορφα πιο θαυμαστά τα μάτια
Καθώς ελπίζουν να σε ιδούν κρεμώντας μια λευκή αντηλιά

Κι είναι η σκιά σου αυτό το φως το ειρηνικό που πέφτει
Στους κάμπους στεφανωμένους με πορφυρήν αιωνιότητα

Κι είναι η σκιά σου αυτό το φως που με τυλίγει
Και με σηκώνει με κρεμνάει ψηλά
Στην άνοιξη του κόρφου του


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Απουσία πικρότερη




Απουσία πικρότερη από νύχτα

Η πτήση σου αντιλάλησε μέσα σ’ όλες τις φλέβες
Σιγά-σιγά σαν ένα θαλάσσιο πουλί

Το φως επάνω μια πελώρια σιωπή
Μια παγερή μετέωρη λύπη

Ακολουθώ τα δάση που σιωπούν
Τα λουλούδια που συνοδεύουν τους πεθαμένους

Ο ουρανός με κοιτάζει με περιέργεια
Με μάτια μικρού παιδιού που φοβάται τα ζώα

***

Ουρανέ γεμάτε βροχή κι αγαθότητα
Που υφαίνεις την ημέρα και ξηλώνεις τη νύχτα

Ρίξε μου ένα κόκκινο χαλάζι
Ένα λευκό αστέρινο δάκρυ
Από την άσπιλη ευφορία της αστραπής

Να περπατήσω κάτω απ’ την άκρα του επιείκεια

Νάβρω τα ίχνη των φτερών που φώτισαν τον άνεμο
Τους ορίζοντες που έκλεισαν λυπημένοι


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Γιώργος Θέμελης: Χωρίς χέρια




Νύχτα θολή κουφώνοντας τη σκιά μας
Φθορά της πέτρας μοναξιά του ατέλειωτου πάγου

Έμεινε πίσω η ανοιχτή καρδιά που αγκάλιαζε τον άνεμο
Που κινούσε τα σώματα σαν ένα δάσος
Τα μαραμένα σύμβολα από κάποια λουλούδια
Λείψανα των χεριών στα χιονισμένα κοιμητήρια

Έμεινε πίσω μελανή δροσιά στη σάρκα της χλόης
Στην άσπιλη παρθενικότητα της ημέρας

Ο άνεμος δε θρηνεί πια δεν μπορεί να μιλήσει
Έχει χλωμιάσει ως την κοκάλινη κοίτη, την κόμη του ύψους,
Στόμα κατάπληχτο σαν πληγωμένο αηδόνι
Φωνή ματωμένη ως τις στεφανωμένες σιωπές

Τα ζώα θα γδυθούν το παλιό πεθαμένο ντύμα
Τα πουλιά θ’ ανοίξουν τις παγωμένες πτυχές τους
Για να φωτίσουν την άφθαρτη παρουσία

Παιδιά και λουλούδια θα ’χουν την ίδια βροχή
Τις άλλες στάλες τα ίδια αστέρια μέσα στα μάτια
Δείχνοντας το χρώμα της αγνότητας τον ουρανό της αγάπης

Ένας άνθρωπος χίλια σώματα ένα σώμα χίλιες ψυχές

***

Όμως εμάς ποια σάλπιγγα θα μας καλέσει
Με τι χέρι και πρόσωπο να σηκωθούμε
Κάτω απ’ τα δέντρα που μυρίζουν πληγές και σκοτάδι
Και σάπιο νερό


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Χαμένο αίμα




Πρωία λευκή από κάθε στίγμα
Αδερφή της αστραπής και της άνοιξης

Θα σηκωθούμε μέσα σ’ όλα τα βλέμματα
Ανοίγοντας την πυκνή παγερότητα
Ξεσκεπάζοντας τ’ ακρωτηριασμένα μέλη

Ακέριο άγαλμα από ήλιο και πηλό
Στόμα και στήθος εικόνα τ’ ανθρώπου
Καρδιά που χτυπούσε ανάμεσα στα δέντρα
Όπως χτυπάει το νερό
Το αίμα του κόσμου

Πέτρα
Φωτιά
Πουλί

Φριχτή ωραιότητα που μας δόθηκε

***

Πώς να δεχτούμε το θάνατο
Χωρίς αίμα και σώμα


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Κυοφορία




Δε μιλώ γι’ αυτό που είναι
Μιλώ γι’ αυτό που γίνεται
Για κείνο που έρχεται

Τραγουδώ για να παίρνω ανάσα
Για ν’ ακούω την πολλαπλή φωνή μου

Εξάσκηση πουλιού

Αγαπώ τ’ ανυπόμονα κλειδωμένα χείλη
Τους κύκλους που γράφουν τα ποτάμια
Τους ήχους των πεδιάδων
Κι ένα άγνωστο άρωμα που τρυπάει το γυαλί
Ανοίγοντας ρωγμές απόκρυφες
Με διαστάσεις αθανασίας

Δεν ακούω τα πουλιά να πετούν σ’ έναν άδειο αιώνα

Ένας αιώνας είναι μια άρπα
Κι η ρόδα του ήλιου πάει μπροστά
Ανάμεσα στους αριθμούς και τα όντα

Ακούω μια καινούργια βοή
Στ’ άσπρα κοπάδια των πρόσφατων τάφων

Χίλια λουλούδια κοιμούνται θαμμένα
Κάτω απ’ τα φύλλα του τρυφερού
Τα λουλούδια που ονειρεύομαι

Η φωτιά κηρύχνει την έλευση
Καίοντας σαν καλοκαιρινή πομπή
Μια στοίβα από νεκρούς

Διαβαίνω το κατώφλι της στάχτης
Καλημερίζω τα δέντρα που γέρνουν
Από καρδιές και μητρικά χαμόγελα

Πέρα απ’ το χώμα που διψάει
Κι από τους ελαφρούς ορίζοντες
Τους πόθους που περνούν στις άκρες των φτερών
Η φωνή των πουλιών αλλάζει
Και μιλεί για μυστικούς άσπιλους έρωτες
Για μεγάλες ελπίδες που κρέμονται στον ουρανό
Για κάλυκες γεμάτους αίμα κι ανείπωτες κυοφορίες

*

Αστερωμένη αναμονή
Διάδημα στον κρόταφο της αγωνίας
Νίκη του βάθους από διάσταση κι άπειρο
Δυναστεία της ομορφιάς χέρι μετέωρο
Δέντρο ιδεατό που αναριγεί από χυμό και πόνο
Κύλησε σαν ένα κρατημένο ποτάμι,
Γεωμετρία πολύμορφη, επιθυμία, όνειρο, πράξη
Επάνω σ’ όλους τους κοιμισμένους

Επάνω σ’ όλα τα πράγματα
Που περιμένουν


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Άγαλμα





«άρσεν και θήλυ εποίησας αυτούς»
Γένεσις

Περαστικό πουλί αποδημητικό όπως τα χελιδόνια κι οι αύρες
Σταματώ κι αγναντεύω τα παιδικά κορμιά και τα ζώα
Την ξεχασμένη θάλασσα σε σύνορα από φλόγες,
Την ημέρα, το λίκνο του νερού, τον ήλιο που βασιλεύει,
Το βράδυ που ψυχομαχάει ο θάνατος κάτω από μουσκεμένα φώτα,
Τ’ άλογο της σελήνης που ξετυλίγεται στη γραμμή του βουνού
Ένα όνομα
Ένα κλαδί
Μια τρυφερή ανεμώνα

Ανεβαίνω την κλίμακα
Απ’ την ποδιά της χλόης ως τις απρόσιτες κορυφές
Απ’ το πεζούλι στ’ όνειρο κι απ’ τ’ όνειρο στη μοναξιά
Εκεί που σβήνουν οι σκιές κι αρχίζει η παρουσία

Ομιλία από στόμα σε στόμα
Κάτω απ’ το μάτι τ’ ουρανού
Κάτω απ’ τα μεγάλα μηνύματα που εξαγγέλλουν οι σιωπές
Ανάμεσα σ’ ένα χαμόγελο και μια αστραπή
Το θάνατο μιας πτυχής τη γέννηση ενός άστρου

Καρδιά του κρυμμένου καλοκαιριού
Κάτω απ’ τις νεκρές επιφάνειες
Καθαρή ευφορία από βρέφη κλειστά κι ανέκφραστες μητέρες
Που γεμίζουν τις πεδιάδες του τρόμου αντηχώντας το αίμα τους

Ένα βλέμμα χαράζει το ίχνος του
Άφθαρτο ρόδο στην απλωσιά του ματιού
Τα κρατημένα δάκρυα συντρίβουν τις φλέβες
Κάτω απ’ το μίσχο μιας μεγάλης μορφής που γεννιέται
Μες απ’ τα φύλλα του σκοταδιού ως το λυμένο χαμόγελο
Μορφή πολλαπλή, ένας ήλιος που μοιράζει το σώμα του
Στις πεινασμένες πλώρες και τα δέντρα
Στην άγραφη σελίδα του νέου χιονιού
Που σκεπάζει τους έρωτες και τους τάφους
Τις θήκες όπου αναπαύονται οι κοιμισμένες μητέρες

Πρόσωπο που απλώνεσαι, πρόσωπο,
Έκσταση της γης καθρέφτισμα ουρανού
Πέρα απ’ το σημείο το σχήμα και τ’ όνομα
Ευλογία της ύπαρξης που εγκυμονείς τα σπέρματα του γαλάζιου
Στη μυστική αναδίπλωση της νύχτας του εαυτού σου

Ψηλό σκαλοπάτι από πάγο και κίνδυνο
Αγγίζοντας την πέτρα ως την κρυμμένη φωτιά
Τον ύπνο του νερού στην ηχηρή του κοίτη
Αγγίζοντας την κλειστή καμπύλη του αόρατου ακρογιαλιού
Πρόσωπο π’ ανεβαίνεις πιο δυνατό απ’ τον άνεμο
Σώμα πιο πλαστικό κι απέραντο απ’ τη θάλασσα
Η ομορφιά που περπατεί επάνω στο χρόνο και στο θάνατο

***

Ο άντρας ακολουθεί τ’ ωρολόγιο των πουλιών
Τα πουλιά τις πυξίδες του ήλιου
Η γυναίκα απλώνεται μες στο κοχύλι του εαυτού της
Ανάβοντας ένα φως λιγνό από διάφανη γύμνια
Κοντά στη θάλασσα που λικνίζει τα ζωντανά όστρακα
Και τ’ άστρα που ονειρεύονται έναν ασάλευτο ήλιο
Μια πάμφωτη σπηλιά από τιτανικές μορφές πάγου
Γυναίκα του μελιχρού ύπνου μοναξιά από σάρκα
Ψυχή του βουνού πορφυρή ουσία της γης
Σελήνη ολόγεμη από έρωτα του γυμνού κόσμου
Μνηστή του θανάτου που συλλέγεις το αίμα του χρόνου
Επάνω σ’ ένα χαμόγελο μέσα σε μια σταγόνα
Χορδή τ’ ουρανού λαχτάρα του ύψους
Άγαλμα της ζεστής βροχής κοιλότητα της θάλασσας
Αρράγιστη καρδιά παιδιού ακρογιαλιά του ανέμου
Πολλαπλό τοπίο που βυθίζεται μέσα σ’ όλα τα δέντρα
Ύπαρξη φλέβα χαράς ανάμεσα στα λουλούδια
Ύπαρξη βλέφαρο ανοιχτό επάνω στα πράγματα

Τα θαυμαστά σου χέρια βυθίζονται μέσα στη λάσπη
Ξεσκίζοντας τη σκιά κάτω απ’ τα πεθαμένα φύλλα
Και πλάθουν την απλότητα του προσώπου με τα μεγάλα τους δάχτυλα
Χαράζοντας την απαράμιλλη ομορφιά του σύμβολο ζωντανό
Πάνω από τα ζώα
Πάνω απ’ τ’ άστρα

Επάνω απ’ τους Αγγέλους


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Γιώργος Θέμελης: Χώμα





Τα φτερά με τρομάζουν

Αγαπώ το απλό χώμα
Τη ζεστή σκόμη της κάθε ημέρας
Περπατεί μέσα στον άνεμο
Μας μαθαίνει να βλέπουμε τους ίσκιους των άστρων
Τα κλαδιά και τα μάτια που μας περίμεναν

Ένα περιστέρι εμπιστεμένο στον κόρφο του ήλιου
Φύλλο που αφέθηκε σαν ένα φτερό
Νερό που τρέχει
Εγκάρδιος ουρανός
Η τρυφερότητα της γης

Ποιος ξέρει
Γλήγορα γλυστρούμε απ' τον κόρφο τ' ουρανού
Από βυθό σε βυθό
Πιο κάτω από τα ζώα
Μέσα στη νύχτα

Ξεχάσαμε και δεν το ξέρουμε
Η καρδιά μας ξεπερνά
Θάλασσα φορτωμένη ανάστροφο ύψος
Έρωτα των αγγέλων

Ποιος μπορεί να σταθή στην ακτή και στον άνεμο
Στην ίσια γραμμή π' ανοίγεται το ταξίδι


ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (1945)

Γιώργος Θέμελης: Μορφή καθαρή




Προτού φωνάξει η θάλασσα
Κατέβηκα με τη λάμψη που έκαψε τις φτερούγες

Ύψος και γληγοράδα
Ίσκιος από καθαρότητα χιονιού
Από κατατομές και ζώα που τρέχουν
Το αθάνατο νερό το μέταλλο της ηχηρότητας
Όταν ένα βλέμμα γίνεται άστρο
Μέσα σ’ ένα αδιάσπαστο χαμόγελο

Αγαπώ τ’ ακίνητα χέρια
Την στέγνα του καλοκαιριού
Την ουσία της απέραντης τέφρας
Ανοίγω τα σκοτεινά παράθυρα
Μέσα στην άλλη πρωία μιας αόρατης παρουσίας

Μην αγγίζετε το πρόσωπο
Τ’ όνειρο μιας κρυμμένης αυγής
Που σχηματίζει τα μάγουλά της
Μην πληγώνετε το σώμα
Το πιο ακριβό φορτίο της θάλασσας

Αφήστε το ν’ αντηχήσει
Μέσα στο θόρυβο των ωρών

***

Έρχεται η βασιλεία της μοναξιάς
Η απεραντοσύνη της γυμνής πεδιάδας
Του παγωμένου νερού


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΥΛΙΑ (1947)

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

Γιώργος Θέμελης: Κυμοθόη




I
Αφήστε με να κείτομαι
Ανέκφραστα μάτια τυραννία από βαθιά σημάδια
Πιο επίμονα απ’ το κολλημένο δέρμα
Από περιττές μεταμέλειες που μπερδεύουν το αίμα

Αγωνίζομαι να βρω τα δικά μου δάκρυα
Να εγκατασταθώ στην καρδιά μου

Πώς να το πω δεν ξέρω
Καμιά γλώσσα δε μιλιέται
Σιωπή από βυθισμένα άστρα
Ερημιά ουρανού μέσα σε κάθε φωνή

Έχω μια κρυφή ελπίδα
Να συναντήσω κάπου τη θάλασσα

Τα πουλιά ταξιδεύουν επάνω στα όνειρά τους

[...]


ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (1945)

Γιώργος Θέμελης: Επάνω στα ίχνη




Περπατώ και θυμούμαι

Κάτι ξέχασα
Κάτι είχα να κάμω

Πουθενά δεν είναι ο κόσμος
Κλεισμένοι ο ένας στον άλλο
Γνωρίσαμε τη νύχτα που ομιλεί

Κάθε πρωί γίνεται φως
Καινούργιος ουρανός
Ποτέ πια, δεν είναι αλήθεια,
Μέσα μου σκυμμένο πρόσωπο
Χέρια ξεχασμένα μέσα στη σάρκα

Περπατώ και θυμούμαι
Γυμνή στιγμή απέραντη διάρκεια

Ποτέ πια, δεν είναι αλήθεια,
Μέσα μου σκυμμένο πρόσωπο
Διπλό κορμί ακέρια μοναξιά

Να κοιμηθώ να γνωρίσω ατέλειωτα

ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (1945)

Γιώργος Θέμελης: Απογύμνωση




Κανείς δεν το περίμενε
Το κρύο και τη βροχή

Η νύχτα κάνει πιο βαθιές τις χαραμάδες
Μαζεύεται κόσμος και γελά χαζεύοντας απ’ όλες τις μεριές
Ζώα φυλακισμένα
Άδεια καθίσματα παλιά
Ένα κομμένο κεφάλι που ξεφωνίζει

Ο απέραντος τοίχος με το καρφί και το γκρεμισμένο παράθυρο

Ψάχνω να βρω ένα ρούχο
Ένα σκέτο πανί
Το σκέπασμα της νύχτας

Περνάει ο άνεμος φορτωμένος μιλήματα περιστέρια και μάτια
Έρχεται απ’ την άλλη μεριά
Πέρ’ απ’ τη θάλασσα την πόρτα τ’ ουρανού

Πάνω από κάθε ύψος
Αρχίζει η μοναξιά


ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (1945)

Γιώργος Θέμελης: Σημάδια




Κανένας ίσκιος μες στη νύχτα

Τα μαλλιά μου ήταν μια φορά γεμάτα ήλιο
Φωνές της θάλασσας

Κανένας ίσκιος μες στη νύχτα

Είναι μέσα κάτι
Που παίζει
Πονεί
Εδώ στο μάτι
Μια πεταλούδα

Ψάχνω να βρω σημάδια

Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά

Ανασέρνω το πανί
Ένα σκέτο ορθογώνιο πλαίσιο
Πεθαμένα πουλιά και φύλλα

Κανένας ίσκιος μες στη νύχτα


ΓΥΜΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (1945)

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Γιώργος Θέμελης: De Rerum Natura



Είναι σαν ένας άλλος ήλιος
ο ήλιος μες στην ψυχή μου,
είναι ένας άλλος ουρανός
δε σβήνει και δεν αμαυρώνεται.
Αδιάκοπος ουρανός αδειάζει το φως,
αδειάζει η θάλασσα, ξαναγεμίζει.
Όλα είναι μες στην ψυχή μου,
το σπίτι μας, ο θαμπωμένος δρόμος,
ο ψυχρός αγέρας, πέτρες και ξύλα.
Δέντρα, βουνά μες στην απόσταση
που τα ‘δαμε, κοιταγμένα για πάντα.
Βραδυάζει, ξημερώνει, κάποιοι συνομιλούν,
ως να ‘μαστ’ εμείς μες στα παλιά μας φορέματα.