Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέφανος Ροζάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στέφανος Ροζάνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Στέφανος Ροζάνης: Kaddish




Και θάλασσα θάλασσα μαύρη
Και το πέλαγος βούιζε ακατάπαυστα
Στενό στενό απ' τον τρόμο.

Και πέρναγε ο ουρανός ανέμσα στα σύννεφα
Σαν απειλή και σαν χείλη σφιγμένα απ' τον καημό
Σαν τότε που φανέρωσες το σώμα σου απρόκλητα
Και τα μάτια έσταζαν δάκρυα πάνω στα χέρια
       σταυρωμένα στο στήθος

Κι έγινε πρωί κι έγινε νύχτα
Ημέρα πρώτη

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Στέφανος Ροζάνης: Τραύμα




Με το δικό μου τραύμα σε θανάτωσα
Κι όλες οι γλώσσες που μιλώ είναι το όνομά σου

Στο όνομά σου αλλάζω των γραμμάτων τις θέσεις
Προκαλώ τη σταθερότητά τους κι έννα σύννεφο με καλύπτει
Ανατρέπω την τάξη τους και εισβάλλει ο άνεμος
Δεν μιλώ και τ' όνομά σου λέγει
Μιλώ και τ' όνομά σου σιωπά

Κάπου κάπου ανάμεσα σε μένα και στ' όνομά σου
Οι λέξεις συρρέουν ακατάπαυστα
Έρχονται ωσάν εξόριστοι στοιβαγμένοι σε άθλιες συνοικίες
Ωσάν μέτοικοι και μετανάστες
Όπως το βουητό πριν απ' την κοσμοχαλασιά

Έρχονται και μένουν εκεί ανάμεσα σε μένα και στ' όνομά σου
Τους μιλώ σαν κάποιος που το κακό τον βρήκε αναπάντεχα
Σαν κάποιος που δεν μπόρεσε να αποδράσει
Έγκλειστος μες στ' όνομά σου κι ανυπεράσπιστος

Σαν κάποιος που δεν είδε τους μιλώ
Κι  ο κόσμος στένεψε και μετετέθη
Μέσα στη νύχτα
Ένας ολολυγμός που έμεινε στη μέση

Τους μιλώ και τ' όνομά σου σιωπά


QUASI UNA FANTASIA (1996)

Στέφανος Ροζάνης: Ένας τρόπος θα βρεθεί




Τώρα σου λέω ένας τρόπος θα βρεθεί να μάθεις
Πώς στέκονται τα δέντρα και πώς αντέχουνε στη θύελλα
Που με λυμένα τα μαλλιά της χύνεται και τα κτυπά
Τα φύλλα τους αρπάζοντας απ' την αγκάλη τους
Και τρέμουν τα κλαριά και συγκλονίζονται

Τώρα ένας τρόπος θα βρεθεί να μάθεις επιτέλους
Πώς στέκομαι και πώς αντέχω στη νύχτα
Που γδέρνει με τα νύχια της τα όνειρα
Και συναρπάζει τα μάτια μου ακατάληπτα
Και υποσκάπτει με σκοτάδι τις μέρες και τα έργα μου

Ο θάνατος δεν θα με προλάβαινε
Αν δεν συλλάβιζα τόσα ονόματα στο σώμα σου


QUASI UNA FANTASIA (1996)

Στέφανος Ροζάνης: Quasi una fantasia




Όταν μιλώ παράταιρα σα να συλλαβίζω τον ερχομό σου
Κι αγαπώ τις λέξεις που σε καλούν τα μεσάνυχτα
Θάνατο μ' ολόγιομο φεγγάρι από φως και θάνατο
Και ξεχνώ να φανερωθώ μπροστά σου με τις λύπες μου
Του χρόνου αντίπαλος κι αγαπημένος

Όταν λούζεσαι στη νύχτα σαν σε αθάνατο νερό
Κι εγώ εντούτοις συλλαβίζω τον ερχομό σου από μακρυά
Κάνοντας τάχα πως δεν πιστεύω στην εγγύτητα
Και ρωτώ έναν τόπο και η φωνή σου αποκρίνεται σαν αντίλαλος στην ερημιά

Όταν περιγελώ την ακοή μου που άλλα έφερε
Ανήκουστα πράγματα και θαυμαστά
Κι εσύ επιμένεις να μου θυμίζεις το σώμα σου
Φεγγάρι ολόγιομο από φως και θάνατο

Τότε είναι σχεδόν σαν φαντασία


QUASI UNA FANTASIA (1996)

Στέφανος Ροζάνης: Nocturne




Καθώς οι ήχοι πλανιώνται στο σώμα σου ανεβαίνοντας
Και οι λέξεις στα χείλη σου σέρνονται
Κι απ' τ' όνομά σου το λάμδα υγραίνει τα μάτια μου
Καθυστερώ απορώντας πώς έτυχε να σκοτωθεί τόσο νωρίς στα δάχτυλά σου κι αυτό το σκίρτημα


QUASI UNA FANTASIA (1996)


Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

Στέφανος Ροζάνης: [Μόνον η απουσία δημιουργεί]




Εχω την εντύπωση ότι πολλά πράγματα έχουν παρεξηγηθεί σε σχέση με αυτό που αποκαλούμε «δυτικός πολιτισμός» και πολύ περισσότερο σε σχέση με αυτό που ονομάζουμε «εξειδικευμένο υποκείμενο» μέσα στον δυτικό πολιτισμό. Ενα μόρφωμα που το αναπαράγουν δυστυχώς τα πανεπιστήμιά μας. Σχεδόν αποσιωπάται το γεγονός ότι πίσω από κάθε μεγάλη επίτευξη της επιστήμης, πίσω από τον Χάιντεγκερ, πίσω από τον Φρόιντ, πίσω από τον Αϊνστάιν, βρίσκεται ζωντανό το πνεύμα αυτής της γλωσσολογικής μυστικιστικής παράδοσης, χωρίς την οποία το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να διαπορευθεί, όπως λέμε στη φιλοσοφία. Είναι εκπληκτικά δηλωτική στο σημείο αυτό η Καμπάλα όταν λέει πως μόνον η απουσία δημιουργεί, ποτέ η παρουσία. Μόνον η απουσία του ανθρώπου δημιουργεί τον άνθρωπο, μόνον η απουσία του Θεού δημιουργεί τον Θεό, μόνον η απουσία ενός πρακτικού πνεύματος μπορεί να δημιουργήσει ένα αντίστοιχο πνεύμα. Γι" αυτόν ακριβώς τον λόγο προσπαθούμε, όσοι έχουμε απομείνει και στον βαθμό που μπορούμε βέβαια, να ανοίξουμε όχι μόνον τα πανεπιστήμια αλλά και τις τέχνες προς αυτόν τον προσανατολισμό. Εναν προσανατολισμό που δημιουργούσε ακόμα και στον Μεσοπόλεμο ή πριν από τον Μεσοπόλεμο τα μεγάλα μεταρομαντικά πνεύματα ενός Ροντέν και ενός Βαν Γκογκ. Πνεύματα που δεν είναι δυνατόν να τα ερμηνεύσεις με βάση το τεχνικό και τεχνολογικό τους διάβασμα. Χρειάζονται ένα άλλου είδους υπόβαθρο. Αυτό το υπόβαθρο μάς το δίνει η μυστικιστική κοινωνία και – ακόμη περισσότερο – η ίδια μας η γλώσσα. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν μιλούσε για τη «μαγεία της γλώσσας». Αυτό σημαίνει το να είναι κανείς ανοιχτός.


Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Στέφανος Ροζάνης: Η εξόριστη γλώσσα του Ανδρέα Κάλβου




Ο Ανδρέας Κάλβος εμίλησε μια γλώσσα εξόριστη. Όχι τη γλώσσα του εξορίστου: αυτή και πατρίδα έχει και αποδέκτες, εντός και εκτός των ορίων του τόπου της φυσικής εξορίας, μα και την ύπαρξή της αυτοβεβαιώνει διαρκώς με τα ενεργήματά της, με την προφορικότητά της, με την αυτονόητη ισχύ της ως έκφραση, σχεδόν αποκλειστική, της κοινότητας των ανθρώπων της διασποράς· ανθρώπων με γη γενέθλια και με γενέθλια γλώσσα.
Η άλλη γλώσσα του Κάλβου, η εξόριστη, ούτε πατρίδα έχει ούτε αποδέκτες· ούτε προφορικότητα, που να την αυτοβεβαιώνει, ούτε ισχύ και ενεργήματα· κι ούτε υπάρχει ανθρώπων κοινότητα να την υποδεχθεί, στη διασπορά ή στη γενέθλια γη, να μιλήσει μέσα απ' αυτήν, να γράψει τις έγνοιες και τις φροντίδες της, τις ποιήσεις των ανθρώπων της και την πρόζα του κόσμου τους.
Ο Κάλβος, μας λέγει η Σοφία Σκοπετέα, στα πολύτιμα Πέντε Μαθήματά της για τον Κάλβο, «διάλεξε να μιλήσει μια δικιά του γλώσσα [...] και να αναπτύξει ένα δικό του μέλος. Το αποτέλεσμα της τέχνης του αυτής είναι μια σύζευξη οικείου και αλλοτρίου, που είναι η πρώτη [...] φορά που επιχειρείται στα ποιητικά μας πράγματα, κάτι που κάνει την προσπέλαση δυσχερή. [...]  Η γλώσσα και το μέλος του είναι ένα θεληματικό και κατορθωμένο «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω», που απευθύνεται στους πάντες [...]· μια λυσιτελής οχύρωση».
Τη λυσιτελή αυτή οχύρωση της εξόριστης γλώσσας του Κάλβου, για την οποία μας μιλά η Σκοπετέα, την είχε από νωρίς διαγνώσει η κριτική ιδιοφυία του Κωστή Παλαμά. «Ο Κάλβος» έγραφε ο Παλαμάς, «εξ ουδενός των συγχρόνων αυτώ εδέχθη μαθήματα, και ουδένα εύρεν μιμητήν. Δεν ωμίλησε την γλώσσαν του λαού, ούτε την σήμερον εν χρήσει καθαρεύουσαν. Μεταχειρίζεται γλώσσαν αχαλίνωτον και ακανόνιστον». Και ο Σπυρίδων Δε-Βιάζης, εκδότης των Ωδών, την ίδια λυσιτελή οχύρωση κατονομάζει, με λέξεις που λίγο μόνον διαφέρουν από εκείνες του Παλαμά: «Ο Κάλβος ευτυχώς ήρξατο να στιχουργή ακολούθως ελληνιστί, αλλά με γλώσσαν αυθαίρετον και ανώμαλον».

Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Στέφανος Ροζάνης: [Μόνο ο ποιητής θυμάται]


Περικλής Κοροβέσης και Στέφανος Ροζάνης

«Η ποίηση θυμάται πράγματα που δεν μπορεί να θυμηθεί παρά μόνο αυτή»*. Σταματώ εδώ, σ' αυτό το σταυροδρόμι όπου οι ποιητές υπερασπίζονται τον εαυτό τους μπροστά στον άχρηστο καιρό, στις φιλολογικές κακώσεις που υποφέρουν τα ποιήματα (ζώντων και τεθνεώτων, προπαντός τεθνεώτων) από τους «υποψιασμένους» λόγιους: η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» - δύο ή τρεις ή πόσες (;) γραφές, έτσι για να μην θυμάται τίποτε το ποίημα από τον εαυτό του και να χάνει τα λόγια του και να ψευδίζει μιξοβάρβαρα ελληνικά· τα «Carmen Seculare», ποιος στίχος πρώτος στη θέση του πρώτου, και ποιος άλλος στη θέση του άλλου, και η αγωνία του Πολυλά, που αγαπούσε τα ποιήματα πιο πολύ κι από τον ποιητή τους, ανυπεράσπιστη.
Σταματώ εδώ, σ' αυτό το σταυροδρόμι. Με σταματούν τα πράγματα που μόνο η ποίηση θυμάται. Που σημαίνει: μόνο ο ποιητής θυμάται. Διότι τα πράγματα τού εδόθηκαν του ποιητή, οι εικόνες και οι υπνοφαντασίες του. Κι ο εφιάλτης του είναι να θυμηθεί τα πράγματα που του εδόθηκαν· να τα βγάλει στο φως και ν' ακολουθήσει τη μοίρα τους.
[...]

*Μάριος Μαρκίδης, «Το σήμαντρο της ζωής μας», Σημειώσεις, τεύχος 33, Ιούνιος 1989


ΣΟΛΩΜΙΚΑ (2017)