Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίκης Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίκης Θεοδωράκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Μάνος Ελευθερίου: Ποιος τη ζωή μου



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Τα τραγούδια του αγώνα (1974)



Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά,
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
Ουρλιάζουν και σφυρίζουν φορτηγά
Σαν ψάρι μ’ έχουν πιάσει μες στα δίχτυα

Για κάποιον μες στον κόσμο είν’ αργά
Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά;

Ποιος τη ζωή μου, ποιος παραφυλά;
Στου κόσμου τα στενά ποιος σημαδεύει;
Πού πήγε αυτός που ξέρει να μιλά,
που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει;

Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Γιάννης Ρίτσος: Κουβέντα μ' ένα λουλούδι




Κυκλαδινό κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις

Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα στάλα
Μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα


***




Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974)


Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Μίκης Θεοδωράκης: Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου




Όπερα σε δύο πράξεις σε κείμενο του συνθέτη και στίχους Κώστα Καρυωτάκη και Κώστα Βάρναλη.

Τα Πρόσωπα :

ΔΙΟΝΥΣΟΣ, μπάσος
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, κοντράλτο
ΠΟΙΗΤΗΣ, βαρύτονος
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, τενόρος
ΦΑΙΔΡΑ, σοπράνο
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΑΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, σοπράνο
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, βαρύτονος
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, τενόρος
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΛΑΟΣ.

ΕΠΟΧΕΣ : 1928 – 1942 – 1850 – 1948 – 1980



ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή 1

ΣΚΗΝΙΚΟ: Παραλία της Πρέβεζας στον Αμβρακικό. Αριστερά, η θάλασσα. Στο κέντρο, η ακτή. Δεξιά, ένας στενός, χωμάτινος, επαρχιακός δρόμος, πλάι στη θάλασσα. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ένα μικρό καφενείο. Ο «Ουράνιος Κήπος». Στο πεζοδρόμιο μερικά σιδερένια τραπέζια με ψάθινες καρέκλες. Μάντρες με μεγάλες πόρτες κρύβουν μερικά διώροφα σπίτια πίσω από φοίνικες, δέντρα, λουλούδια. Αριστερά από το δρόμο, σε μια μικρή λουρίδα γής, ένα τραπέζι και λίγες καρέκλες. Πάνω στο κύμα. Στο βάθος δεξιά, μόλις διακρίνονται τα σπίτια της πόλης. Η παραλία. Ίσως και κανένα βαπόρι. Στο βάθος της θάλασσας, αριστερά, το ακρωτήρι του Άκτιου και στο κέντρο, η έξοδος προς το Ιόνιο. Ο ουρανός χάλκινος. Ουρανός του Ιουλίου από τις 5 το απόγευμα και μετά. Έχει λίγα σύννεφα λευκά, για να παίξει μαζί τους το φώς του ήλιου. Είκοσι δευτερόλεπτα περίπου, πριν αρχίσει η μουσική, απόλυτο σκοτάδι. Πρέπει οι πρώτες νότες να παιχτούν μέσα σε νεκρική σιωπή. Στο δεύτερο μέτρο, ανοίγει η αυλαία. Το σκηνικό σε ημίφως. Εξωπραγματικό. Και στο μέλλον θα υπάρχει αυτή η εναλλαγή : εξωπραγματικό – ρεαλιστικό. Βγαίνει ο Διόνυσος από τα δεξιά. Είναι ντυμένος με μακριά πορφυρή χλαμύδα. Και τραγουδά απευθυνόμενος προς το κοινό. Η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής έρχονται από το βάθος στο κέντρο της σκηνής. Οι φιγούρες τους πρέπει να συγχέονται με τις σκιές. Η Ρωμιοσύνη φυσιολογική (δηλαδή, δεν είναι έγκυος). Όσο τραγουδούν η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής, ο Διόνυσος υπάρχει και δεν υπάρχει.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Είμαι ο Διόνυσος. Σας χαιρετώ. Στη σκηνή μας αυτή θα
αναπαραστήσουμε για σας το εύθυμο δράμα του τέλους του Ποιητή. Ας περάσει το πρώτο πρόσωπο.
(Μπαίνει η Ρωμιοσύνη)
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Ρωμιοσύνη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : να’ χω πεθάνει πριν από καιρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …πληγωμένη πικραμένη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …Η Ρωμιοσύνη ορφανή.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ήρθε στον Αμβρακικό να συναντήσει…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …τον Ποιητή…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …που με μια σφαίρα στην καρδιά…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …ήλιους εκτυφλωτικούς…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …εσκόρπισε μες στα σκοτάδια.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το δράμα αυτό…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …σε λίγο θα ξετυλιχτεί μπροστά σας.

(Μπαίνει ο Ποιητής.
Ο Ποιητής εμφανίζεται από τα βάθος. Προχωρεί αργά προς το κοινό καθώς τραγουδά. Ντυμένος σε στυλ 1928. Κουστούμι. Γραβάτα. Ψαθάκι. Ο Διόνυσος χάνεται.)

ΠΟΙΗΤΗΣ : Δέντρα μου, δέντρα μου,
δέντρα μου ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία,
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.
Δέντρα μου, δέντρα μου, δέντρα.
Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.
Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου, να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στην πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

(Εμφανίζεται διακριτικά ο Διόνυσος. Ο Ποιητής κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα, πλάι στην ακτή. Βγάζει το περίστροφο και το ακουμπά προσεκτικά πάνω στο τραπέζι. Μπαίνει ο Δημοσιογράφος από το κέντρο της σκηνής. Είναι ντυμένος σύγχρονα. Καλοκαιρινά. Φορά μαύρα γυαλιά ήλιου και ασχολείται συνεχώς με το κασετόφωνο. Καθώς πλησιάζει με γρήγορα βήματα τον Ποιητή, το φως γίνεται εκτυφλωτικό. Τα πράγματα παίρνουν τη ρεαλιστική τους όψη.)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μπαίνει ο Δημοσιογράφος της RET.
(και πάλι εξαφανίζεται)

TO ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (Από τις σημειώσεις του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο)



Από τις μέρες που κυκλοφόρησαν σε δίσκους οι δύο εκδόσεις του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ (1960) έως το καλοκαίρι του 1961 πηγαινοερχόμουνα ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι με πυκνές επισκέψεις για επαγγε-λματικούς λόγους στο Λονδίνο. Και ενώ συνέθετα το ένα έργο μετά το άλλο –ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ- καθώς και τη μουσική για την τραγωδία του Σοφοκλή ΑΙΑΣ, που θ΄ανέβαζε ο Μουζενίδης με το Βασιλικό Θέατρο, στην Επίδαυρο τον Ιούλιο του 1961, απ΄την άλλη μεριά συνέβαιναν πολλά και διάφορα με επίκεντρο τα τραγούδια μου και ιδιαίτερα τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ.

Τρείς ήσαν οι βασικές τάσεις: Η αντίδραση της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού, που ήταν κάτω από τον έλεγχο της Δεξιάς, με την απαγόρευση (την πρώτη!) μετάδοσης των τραγουδιών μου απ΄το ΕΙΡ. Η αντίδραση της ηγεσίας της Αριστεράς αλλά και των κορυφαίων διανοούμενων-καλλιτεχνών του ίδιου χώρου, που οργάνωσαν τον Δεκέμβρη του 1960 συγκέντρωση στον Ελληνοκινεζικό με σκοπό να αποδείξουν ότι η μελοποίηση του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ήταν μια σκέτη ιεροσυλία. Ενώ στον Άη Στράτη η τοπική ηγεσία πήρε την απόφαση να εξαφανίσει τους δίσκους μου, με αποτέλεσμα οι νεολαίοι εξόριστοι να καταφεύγουν στις βραχώδεις ακτές για να τραγουδήσουν κρυφά τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, τη ΜΥΡΤΙΑ και τα άλλα τραγούδια. Και τέλος, η τρίτη στάση, δηλαδή η αντίδραση κυρίως των νέων, που αποδοκίμασαν τους << επισήμους>> της Αριστεράς στον Ελληνοκινεζικό. Οργάνωσαν την παρουσίαση των δύο ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ στη Λέσχη Ελ. Βενιζέλου, στη Χρήστου Λαδά, μέσα στο 1960, και τον Μάρτη του 1961 με πρωτοβουλία του Συλλόγου Φοιτητών της Νομικής οργάνωσαν στο ΝΕΟ ΘΕΑΤΡΟ, στην οδό Πατησίων, μια συζήτηση-συναυλία, στην οποία πήραν μέρος ο Δημήτρης Χριστοδούλου και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, και μέσα από τη γενικευμένη συζήτηση έβγαινε η βαθιά αγάπη και πίστη ων φοιτητών στο έργο μου.

Έτσι γινόταν φανερό ότι οι κατεστημένες ηγεσίες της Δεξιάς και της Αριστεράς (η καθεμιά για τους δικούς της λόγους) ενοχλήθηκαν απ΄τη προσπάθειά μου και αποφάσισαν εν ψυχρώ να την εξοντώσουν πάνω στη γένεσή της και ότι από δω και στο εξής το μόνο που θα με έσωζε ήταν ο λαός με πρωτοπορία τη νεολαία.

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Μιχάλης Κακογιάννης: Ευριπίδου Ιφιγένεια







Ταινία βασισμένη στην τραγωδία του Ευριπίδη "Ιφιγένεια εν Αυλίδι"

Τάσος Λειβαδίτης: Μοιρολόι της βροχής


Ο Τάσος Λειβαδίτης δια χειρός Γιάννη Ρίτσου

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης
Άλμπουμ: Τα Λυρικά (1978)






Μοιρολόι της βροχής,
βράδυ Κυριακής
Πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί

Παλληκάρι χλωμό,
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας
Ο καημός σου, βραχνάς
Πάψε να πονάς -
η ζωή γοργά περνά:
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια

Παλληκάρι χλωμό,
σ' ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι
Μοιρολόι η βροχή
μαύρα π' αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί
Σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Επιτάφιος κατά Ξαρχάκο




Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Διασκευάζει και διευθύνει ο Σταύρος Ξαρχάκος
Ερμηνεύει η Μαρία Σουλτάτου





Νίκος Γκάτσος: Σε πότισα ροδόσταμο



Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Μαίρη Λίντα
Δίσκος: Αρχιπέλαγος (1959)



Στον άλλο κόσμο που θα πας,
κοίτα μη γίνεις σύννεφο,
κοίτα μη γίνεις σύννεφο
κι άστρο πικρό της χαραυγής
και σε γνωρίσει η μάνα σου,
που καρτερεί στην πόρτα

Σε πότισα ροδόσταμο,
με πότισες φαρμάκι,
της παγωνιάς αητόπουλο,
της ερημιάς γεράκι

Πάρε μια βέργα λυγαριά,
μια ρίζα δεντρολίβανο,
μια ρίζα δεντρολίβανο
και γίνε φεγγαροδροσιά,
να πέσεις τα μεσάνυχτα
στη διψασμένη αυλή σου

Σε πότισα ροδόσταμο,
με πότισες φαρμάκι,
της παγωνιάς αητόπουλο,
της ερημιάς γεράκι


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης: Την πόρτα ανοίγω το βράδυ



Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης
Δίσκος: Τα λυρικά (1977)


Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να 'ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν' ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα 'ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Ιάκωβος Καμπανέλλης: Άσμα ασμάτων (Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν)



Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη
Δίσκος: Η Μαρία Φαραντούρη τραγουδά Μίκη Θεοδωράκη (1965)





Τι ωραία που είν' η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

Κοπέλες του Άουσβιτς
του Νταχάου κοπέλες
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι
δεν είχε πια το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν
κοπέλες του Μπέλσεν
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ' ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι
με κίτρινο άστρο στην καρδιά

Τι ωραία που είν' η αγάπη μου
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία

Μανόλης Αναγνωστάκης: Δεν έφταιγεν ο ίδιος



Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες
κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι
και δεν ακούσανε των παλιών τις υποθήκες.

Τάχα η θέλησή σου λίγη
τάχα ο πόνος σου μεγάλος
η ζημιά ήτανε στο ζύγι
πάντα φταίει κάποιος άλλος.

Καλά καλά ποιο είναι το κέρδος, ποια η ζημιά
ποιος να το πει δεν ξέρει
το βέβαιο ήτανε πως κάτι δεν πήγε καλά
δεν έφτασε όπου ονειρεύτηκε το χέρι.

Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
κι οι άνθρωποι γεμάτοι είναι τώρα απαιτήσεις
αφού σήμερα δε θά `λεγε το ίδιο το ναι
τώρα περίσσεψαν η σύνεση και η κρίση.


***


Το παραπάνω ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη έχει μελοποιηθεί απ' το Μίκη Θεοδωράκη (Της εξορίας, 1976):



Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Μιχάλης Γκανάς: Οι δρόμοι του Αρχάγγελου



Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Βασίλης Λέκκας
Δίσκος: Ασίκικο Πουλάκη (1996)





Χρυσά φτερά, βυζαντινό μου βλέμμα,
αρχάγγελοι χορεύανε στο αίμα,
κι ένα τραγούδι μέσα στη φωνή μου,
μου γύρευε μιαν έξοδο κινδύνου

Γιάννενα και Τρίπολη και Σύρα,
όμορφη σκονισμένη μου πορφύρα,
Χίος, Κεφαλλονιά και Μυτιλήνη,
μοίρα μου πελαγίσια Ρωμιοσύνη

Χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα,
τίποτε δεν το φίμωσε ακόμα

Τρελή φυλή που κλαίει και γελάει,
μ' έναν καημό κοιμάται και ξυπνάει,
να σπείρει τα πελάγη με σιτάρι,
για να θερίσει το μαργαριτάρι

Γιάννενα και Τρίπολη και Κρήτη,
ρίζα μου, περηφάνεια, Ψηλορείτη,
Ζάτουνα και νησιά της αγωνίας,
φλέβα μου μυστική της Ιωνίας

Μιχάλης Γκανάς: Ασημένια ταμπακιέρα



Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Βασίλης Λέκκας
Δίσκος: Ασίκικο Πουλάκη (1996)



Ασημένια ταμπακιέρα
στο συρτάρι του πατέρα
Τα σέρτικα θυμάμαι της Λαμίας,
το γαλανό καπνό της αποδημίας

Ζωή μυστική, πού να πηγαίνεις;
Καρδιά νηστική, που δε χορταίνεις

Δίπλα στο χρυσό ρολόι,
κεχριμπάρι κομπολόι
Τις χάντρες του ακούω μία μία,
στην κούπα του καφέ μια τρικυμία

Καρδιά νηστική, που δε χορταίνεις,
ζωή μυστική, πού να πηγαίνεις;

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Δημήτρης Χριστοδούλου: Παράπονο



Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης
Δίσκος: Δίσκος 45 στροφών (1961)



Τι θέλεις απ' τα νιάτα μου
που είναι πικραμένα;
Δεν ξέρεις τι θα πει καημός
Τι θέλεις από μένα;

Εγώ περπάτησα γυμνός
Εγώ βαδίζω μόνος
Μου 'γινε ρούχο ο σπαραγμός
και σπίτι μου ο πόνος

Δεν ξέρεις τι 'ναι μοναξιά,
καρδιά που κλαίει τη νύχτα
Όσα τραγούδια σου 'γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχ' τα

Εγώ περπάτησα γυμνός
εγώ βαδίζω μόνος
Μου 'γινε ρούχο ο σπαραγμός
και σπίτι μου ο πόνος

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Το χατίρι



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Φωνητικά: Χάρις Αλεξίου
Δίσκος: Τα πικροσάββατα (1984)



Ψυχές μαραγκιασμένες σαν σφουγγάρια
ρουφάνε λίγον ήλιο απ’ το κρασί
κι αζήτητες σ’ απόμερα πατάρια
διψάνε για μια στάλα θαλασσί.

Στους τοίχους της ταβέρνας τα καράβια
που χάραξε ένα χέρι απλοϊκό.
Γιατί να καταντήσουμε ρημάδια;
Δε μάθαμε ποτέ το μυστικό.

Τα δάχτυλα να σφίγγουν το ποτήρι,
παινέματα και λόγια λιγοστά.
Χριστέ μου, κάνε απόψε ένα χατίρι
κι οι τελευταίοι νά ’ρθουν πιο μπροστά.

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Η βροχή



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα πικροσάββατα (1984)



Έλιωσε απόψε το φεγγάρι
κι έγινε ασημιά βροχή
και στις σκοπιές κάποιοι φαντάροι
λεν' το τραγούδι απ' την αρχή.

Για την Ελένη, την Ελέ-
σαπίζω στο Γεντί Κουλέ.

Οι στάλες πέτρωσαν στο χώμα,
ασήμι γέμισε η γη.
Μα οι φαντάροι κλαιν' ακόμα
για τη βαθιά τους την πληγή.

Για την Ελένη, την Ελέ-
σαπίζω στο Γεντί Κουλέ.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Τα πικροσάββατα



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα πικροσάββατα (1984)



Όλα τα πικροσάββατα
στο καπηλειό τα πίνανε.
Κανένα δεν κερνούσανε,
μόνο του Χάρου δίνανε.

Και κάποιο πικροσάββατο,
μέσα στην παραζάλη του,
τα κρίματά του σκέφτηκε
κι έσκυψε το κεφάλι του.

Μα τ’ άλλα πικροσάββατα
δεν του το συγχωρήσανε.
Στο Χάρο τον παράδωσαν
κι όλες οι στράτες κλείσανε.