Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστής Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

Κωστής Παλαμάς: Τραγούδι των Εφτά Νησιών




Από την Κέρκυρα, όνειρο μες στη χαρά του Μάη,
ώς τον Καβομαλιά,
σκιάχτρο κοντά στα Κύθηρα, κάθε κορφή γελάει
και κάθε ακρογιαλιά.

Λάμπεις, Ιόνιο πέλαγο, σα να ’σαι από διαμάντια.
Μια ορμή πάντα οδηγεί,
σε χάιδια, απ’ την Ελλάδα σου τα κύματά σου, αγνάντια,
ώς του Ιταλού τη γη.

Και μέσ’ από το πέλαγο τα Εφτάνησα χαράζουν
πλασμέν’ απ’ τον αφρό,
και υψώνονται και πλέκονται σεμνά κι αναγαλλιάζουν,
και στήσανε χορό·

Κι η εφτάδιπλη ομορφάδα τους εφτάφωτη είναι πούλια·
γύρω υποταχτικούς
έχουν τους χρυσοδέλφινες και τα θαλασσοπούλια·
κι ένα τραγούδι ακούς:

«Σαράντα χρόνια πέρασαν. Ω μάνα μας, η αγκάλη
του ξένου είναι βραχνάς·
αίμα για σένα χύσαμε και γίνηκε κοράλλι
για σένα· μην ξεχνάς.

»Του κάκου ο ξένος με λογής δολώματα και βρόχια
και μάγια μάς τραβά.
Από της γης τους θησαυρούς, μάνα, η δική σου φτώχεια
στοιχίζει πιο ακριβά.

»Παρά του ξένου φόρεμα κι αρχοντικό στεφάνι
με λάμψη περισσή,
κάλλιο, ω μητέρα, να είμαστε σαν τα χορτάρια, φτάνει
να μας πατάς Εσύ.

»Εμείς το πίνουμε το φως απ’ τα δικά σου μάτια
που είν’ ήλιος της αυγής.
Και του κορμιού σου τ’ άχραντου τ’ αχώριστα κομμάτια,
μητέρα, είμαστ’ εμείς».

Ζάκυθο, χαίρε, ολόανθη, Κεφαλονιά δουλεύτρα,
ω Κύθηρα, ω Παξοί,
κι εσύ του νου και της καρδιάς, ω Κέρκυρα, μαγεύτρα,
και Ιθάκη εσύ ακουστή.

Χαίρε κι εσύ, της Ρούμελης γειτόνισσα, ω Λευκάδα,
του αρματολού φωλιά!
Ακόμη την ηρωική σού σπέρνει ανατριχάδα
του ψάλτη σου η λαλιά.

Τ’ άνθια της πάντα η λεϊμονιά, και πάντα να σας έχει
καρπούς η ελιά, νησιά,
και πάντα η Αφροδίτη σας απάνου σας να βρέχει
τ’ Απρίλη τη δροσιά!

Πάντα, καθώς απ’ τον καιρό του θείου Ομήρου, ώς τώρα
που ανθίζει ο Σολωμός,
καμάρι σας να τα ’χετε του τραγουδιού τα δώρα,
και η γνώμη σας, ρυθμός.

Σα να είστε Ηλύσια, σ’ εσάς αρχαία στοιχειά και νέα,
μακάρια, δοξαστά,
του Καποδίστρια η ψυχή κι ο ίσκιος του Οδυσσέα
φιλιούνται ταιριαστά.

Άμποτε από το ταίριασμα κι από το φίλημά τους
κάποιος να γεννηθεί,
πλάστης, απάνου απ’ τους γκρεμούς κι απάνου απ’ τους θανάτους,
με λόγο, ή με σπαθί!


1905


Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ (1912)

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Λάκης Παπαστάθης: Η εικόνα του ποιητή




Ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
Μίλτος Σαχτούρης


Θυμάμαι τον αξέχαστο εκδότη Φίλιππο Βλάχο τη μέρα που πέθανε ο Βάρναλης, στα τέλη του 1974. Είχε βγει στους δρόμους με ντουντούκα και παρότρυνε τον κόσμο να μπει στα βιβλιοπωλεία και να αγοράσει τα βιβλία του ποιητή. Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Εξάρχεια, Κολωνάκι. Μόνος του ο Φίλιππος καλούσε το κοινό να παραστεί στην κηδεία! Ο Ασημάκης Πανσέληνος, λίγο πριν το θάνατό του, μου μίλησε μπροστά στο φακό του Παρασκήνιου για την κηδεία του Κωστή Παλαμά, που έγινε μέσα στη γερμανική κατοχή. «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είχε απαγγείλει ο Άγγελος Σικελιανός, και η πάντα αθυρόστομη Μαρίκα Κοτοπούλη, όταν ο Γερμανός αξιωματικός κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του ποιητή, αυτή ούρλιαξε το μεγαλειώδες, «σκατά»! Τότε ο θάνατος ενός ποιητή μπορούσε ν’ αποτελέσει μείζον αντιστασιακό γεγονός. Χιλιάδες Αθηναίοι πριν και μετά την κηδεία διαδήλωσαν για την ελευθερία. «Οι σημαίες οι περήφανες της λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα». Ο Σεφέρης πέθανε μέσα στη Χούντα. Και ο δικός του θάνατος ήταν ένα γεγονός που συνήγειρε τους Έλληνες. Η δήλωσή του εναντίον των συνταγματαρχών τον έκανε σύμβολο του δημοκρατικού κόσμου. Ο κάθε πολίτης ένιωθε πως η παρουσία του στην κηδεία ήταν μια αντιστασιακή πράξη. Ο Μίλτος Σαχτούρης πέθανε στους δικούς μας καιρούς. Όταν χθες αναγγέλθηκε ο θάνατός του σε τίποτα δεν άλλαξε η τηλεοπτική μας ευδαιμονία. Ένας ποιητής που είναι μόνον ποιητής δεν μπορεί να γίνει σήμερα σύμβολο για τις μάζες. Τα ιερά και τα όσια είναι εξορισμένα. Κι όμως εδώ και είκοσι χρόνια ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος κατέγραφε σε φιλμ το Μίλτο Σαχτούρη με πάθος, γνώση, αγάπη και συστηματική επιμονή. Αυτή η καταγραφή σε κινούμενη εικόνα μοιάζει με υλικό κρυφού σχολείου, σαν πράξη αντίστασης, σαν μυστική αποστολή. Το ότι υπάρχει στο ντοκιμαντέρ η μορφή του Σαχτούρη και ο τόνος της φωνής του καθώς απαγγέλει, σίγουρα θα δώσει τα κλειδιά στους μελλοντικούς μελετητές ν’ ανοίξουν τις πόρτες της ποιήσεώς του. Ο Ξανθόπουλος έκλεψε τον ποιητή, ζωντανό, απ’ το χάρο. Θυμάμαι την εικόνα του Σαχτούρη όταν απαγγέλει.

Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
—Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
—Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
—Ησυχάστε
—Ησυχάστε
—Ησυχάστε.


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος: Από το φάκελο μιας αστροφεγγιάς




                … έρμη σκλάβα
                πικρή ρωμιοσύνη
                  Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ


… κι αν δεν είναι έτσι;
κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα;
βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα νά ’ρχεσαι
έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά,
μπροστά μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων
και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…
μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία,
να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών
ν’ αλλάζουν σημαία
τους απεργούς θερμαστές στην προκυμαία
να σουλατσάρουν πεισματάρηδες
με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα
στις φούχτες
να ψάχνουν για μπορντέλα
να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο
με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη
για την ανάσταση του γένους…
εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός :
ορκίστηκαν όλοι,
άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα
άλλος στ’ όνομα της κορούλας του
άλλος στον άγνωστο στρατιώτη
άλλος… πού να θυμάμαι τώρα,
μα ο τελευταίος
αχ θεέ μου, τί στιγμή ήταν εκείνη…
…………………………………….


Χωρίς ραδιουργίες,
έτσι όπως απόγεμα μεγάλο σάββατο
μου βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό
απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα,
φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια,
ανάμεσα σε δυο θάλασσες
από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο
και στη μέση το σημάδι
το ματωμένο.

[...]


ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ (1972)

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Δημήτρης Κοσμόπουλος­: «Ακούσατε τη γύρω μελωδία;» Αναφορά στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη




Οταν ένας αληθινός ποιητής φεύγει από τον κόσμο, αφήνει το τραγούδι. Μέσα σ’ αυτό, πλατύτερο με την πολύσημη απουσία του, αντικρύζουμε το πρόσωπό του εκτυπότερο, τώρα που έχει διαβεί το ποτάμι. Αυτό είναι, άλλωστε το μυστήριο της ύπαρξης των ανθρώπων. Όταν φεύγουν, τα ίχνη από το πέρασμά τους διακρίνονται τηλαυγέστερα και με τον τρόπο που το μυστήριο της ζωής ορίζει. Η απουσία τους ανοίγει σαν το κουκκούλι του μεταξοσκώληκα για να φανερωθεί μέσα από τα ίχνη των έργων και της φωνής τους περισσότερο αληθινό, στις πραγματικές του διαστάσεις, το πρόσωπό τους.
Το μυστήριο και το μυστικό του να υπάρχεις. Αυτονόητο στην σπατάλη του καθημερινού οριζόντιου χρόνου, αλλά μέγα δώρο και συνάμα άχθος, όταν σταθείς και νιώσεις τον κόσμο και τα πράγματα ουσιαστικώτερα. Η βασική ορίζουσα της ποιητικής τέχνης του Ορέστη Αλεξάκη, ήδη από την δεκαετία του ’60, υπήρξε αυτή η διήκουσα σταθερά βλέμματος προς την ζωή, τον κόσμο, τον συνάνθρωπο. Και το βλέμμα του παλινδρόμησε και παλινώδησε με προσήλωση ασκητικής συνέπειας, από το ερώτημα του προς τι να υπάρχω, και την ποιητική του ανίχνευση, μέχρι την τραγική και ειλικρινή παραδοχή ότι το ερώτημα μας ξεπερνά. Ότι η απάντηση κατ’ άνθρωπον, δεν μπορεί παρά να είναι αριθμού πληθυντικού. Ότι παραμένουμε αδαείς και απολύτως συντετριμμένοι, στα βράχια των ατελέσφορων απαντήσεων, επιστρέφοντας πάντοτε στην αρχέγονη παραδοχή ότι το μυστικό της ζωής και του κόσμου αποκαλύπτεται μόνο σε όσους παραδέχονται το ατελέσφορο των δυνατοτήτων τους και συνδέονται μ’ ένα νόημα οριστικής αλήθειας που όπως έλεγε ο Βιτγκενστάιν, δεν μπορεί παρά να έρχεται έξω από το όρια των πεπερασμένων δυνατοτήτων μας, ως διαρκώς τελειούμενη στο γίγνεσθαί της, σχέση. Έτσι ομολογεί ο ίδιος ο ποιητής Αλεξάκης με την αφοπλιστική ειλικρίνεια του τραγικού βιώματος του υπάρχειν στο τέλος σχεδόν της ποιητικής του διαδρομής, «σαν ώριμος από καιρό», στο ποίημα Αδαής, που μας εμπιστεύτηκε για το περιοδικό Νέα Ευθύνη, (τεύχος 21, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014):

Όχι /ποτέ δεν έμαθα ποιος είμαι /ποιος είναι ο χώρος που με περιέχει /ποιος με κατέχει ποιος με κατοικεί /ποιος μέσα από τα μάτια μου κοιτάζει / Κι ούτ΄έχω μάθει / ποιος μ’ έφερε σ’ αυτή την άγρια στέπα / τι λέν τα γύρω σκοτεινά βουνά / τι μαρτυρούν τα μαύρα πετεινά / και πού ο Αθέατος Ξεναγός με πάει / κι ούτε που ξέρω ποιος επιστατεί / ποιος κι αν αξιολογεί τα πεπραγμένα / ποιος τις βαθιές σιωπές ιχνηλατεί / ποιος τις μικρές απαντοχές διαψεύδει / Κι ούτε που ξέρω / πόσα ναυάγια σέρνει στο βυθό / κι αν έχει ακτές ο ωκεανός του χρόνου / ανίδεος προχωρώ Μαγδαληνή / ένα μικρό σαν σκόνη σκουπιδάκι / που λάμπει μια στιγμή προτού χαθεί / μές στον αιώνιο στρόβιλο του κόσμου

Η ποιητική τέχνη του Αλεξάκη εμφανίζεται εξ αρχής ασκητική: «κλεισμένος στο κελί της ύπαρξής σου / το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις / αυτό που δεν το δείχνουν οι καθρέφτες». (Ο μεταμφιεσμένος χρόνος, 2005). Έτσι μόνον ο ποιητής μπορεί να πραγματωθεί ως κοινωνικό όν. Γιατί οφείλουμε να το πούμε ότι μόνο με το βλέμμα του παρεπίδημου, του ξένου, μόνο με τη στάση της αποταγής και της άρνησης του δεσμωτηρίου του χρόνου μπορεί για τον Αλεξάκη να οικοδομηθεί μια αληθινή κοινωνική συνείδηση ως ποιητική επιταγή. Μόνο με την αποταγή και την αναχώρηση από τα τρέχοντα, μόνο με την αναμέτρηση προς τα ουσιώδη ερωτήματα, καθίσταται δυνατό ο άνθρωπος να συνυπάρξει και να μαρτυρήσει την ανάγκη της ζωής ως αλήθειας μέσα από την συνύπαρξη, όχι με προκατασκευασμένους ντετερμινισμούς, που εξαντλούν την ύπαρξη και την κοινωνία στην φτηνή μεταφυσική της κρεατομηχανής των ιδεοληψιών:

Έτσι Δημήτρη ξετυλίγονται τα μέλλοντα / μ’ ανοιχτά στήθη σ’ όλα τα ενδεχόμενα / χωρίς μπουκέτα και υποκλίσεις / χωρίς μπροσούρες και εισηγήσεις [] λοιπόν μπορούμε / μ’ ένα χέρι / μισό χέρι / δίχως χέρι / μόνο με την κρυγή την σφηνωμένη / την τσακισμένη περηφάνια / το εμβατήριο των βουβών ματιών / το χείμαρο μιας άλλης ραψωδίας.
(Το ποίημα «Εμιγκράτσια»,
από την συλλογή Οι Κόνδορες και το Αντιπρανές, 1982).

Στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη, μια ποίηση όπως προείπαμε βλέμματος και στάσεως, η οντολογική παράμετρος γεννάει επομένως μιαν πρωτόφαντα αληθινή κοινωνική ευαισθησία. Η ασκητική ποιητική πράξη οδηγεί το ποιητικό αποτέλεσμα στις παρυφές της σιωπής, δίχως ολωσδιόλου ο ποιητής να αρνείται το δράμα της ιστορίας. Άλλωστε η οντολογία του έχει -επειδή ακριβώς εκφράζεται με ποιητικούς όρους στο ποιητικό αποτέλεσμα και όχι με όρους διανοητικών προσαρμογών- έχει λοιπόν την ολότμητη διάσταση της καθολικότητας που μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να χαρίσει. Θέλω να πω, ότι είναι η υπαρκτική αγωνία του Αλεξάκη, η οποία τροφοδοτεί τα κοινωνικά του αιτούμενα, και τούμπαλιν. Να η κεντρικότερη έκφανση της παλινωδίας την οποία προσπαθήσαμε να περιγράψουμε.
Όλα αυτά βεβαιότατα επιτυγχάνονται και τελεσιουργούνται στο μορφικό πεδίο. Επιτυγχάνονται δηλαδή στο πεδίο του ποιητικού αποτελέσματος. Και εδώ υποχρεούμαστε να αναγνωρίσουμε μιαν άλλη οφειλή, που η νεώτερη ποίησή μας χρωστά στον Ορέστη Αλεξάκη. Από πολύ νωρίς, από τις πρώτες του ποιητικές απόπειρες, και με πιο ρηξικέλευθο τρόπο στις κατακτήσεις της ωριμότητός του, ο Αλεξάκης δεν εφησυχάζει στην πεπατημένη μιας έκφρασης που ήδη από την εποχή της γενιάς του στην συντριπτική της πλειοψηφία βαλτώνει στον αναμηρυκασμό της μορφικής πλαδαρότητας, η οποία θεωρουμένη ως πανάκεια στην εύκολη ασυδοσία της οδήγησε και στις επόμενες δεκαετίες στα διασκεδαστικά φαινόμενα τα οποία σήμερα κυριαρχούν συμπαρασύροντας στην φαιδρότητά τους και την συντριπτική πλειοψηφία της κατάφασης της κριτικής.
Ως ένας γνήσιος λυρικός ο Αλεξάκης τολμά. Έχοντας βαθιά αίσθηση της ενότητας της λυρικής παράδοσης είναι από τους λίγους, που από την γενιά του και μετά, δημιουργούν μιαν διαφορετική ευταξία στην ποιητική έκφραση, προσφεύγοντας στην ομοιοκαταληξία, στην εμμετρότητα και στην δημιουργική ανάκρασή τους με τις κορυφώσεις της μοντερνιστικής έκφρασης (η οποία στη σημερινή σύγχυση τεχνηέντως λησμονείται, ότι βασικό συστατικό της έχει την εσωτερική ρυθμική αγωγή του λόγου που απαιτεί η ποιητική έκφραση κι ότι δεν είναι χυλός ή πολτός στιχοποιημένων «μεγαλεπήβολων» σκέψεων.)
Δεν είναι μόνο τα έμμετρα ποιήματα της συλλογής Μου γνέφουν του 2000, αλλά τα ομοιοκατάληκτα και έμμετρα ποιήματα τα οποία διασχίζουν όλο το ποιητικό του έργο. Από την γονιμοποίηση των μορφικών κανόνων του σονέττου μέχρι την χρήση των εύρωστων κατακτήσεων του δεκαπεντασύλλαβου, των τροχαϊκών και των αναπαίστων και μέχρι την συνομιλία με την επτανησιακή παράδοση των δεκατρισύλλαβων και των ενδεκασύλλαβων:

Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές / Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν / Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν / καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές. [] Κι όλο ζητώ κι όλο επιμένω / στην ύπαρξή μου να γυρνώ / σαν βλέμμα σε γυμνό ουρανό / σαν επιβάτης σ’ άδειο τρένο.

Ας προσέξουμε: επειδή πολύς θόρυβος γίνεται, δεν πρόκειται περί «επιστροφής», όπως απροϋπόθετα και με παρελθοντολαγνική διάθεση ρετρό θεωρητικολογούν σήμερα αδέξιοι μιμητές του είδους. «Η ρίμα εκθέτει ανεπανόρθωτα» έλεγε άλλωστε ο πολυνούστατος Παλαμάς. Αντιθέτως στην περίπτωση του Αλεξάκη, όπως και λίγων άλλων, έχουμε να κάνουμε με αυτό που έγραφε στα Μελετήματά του ένας άλλος κορυφαίος του μοντερνισμού και μαιτρ του είδους, επίγονος του Παλαμά και μέχρι σήμερα μέγας άγνωστος, ριγμένος στην επιτίμηση των ποιηματογράφων, βαρυνόμενος με το αμάρτημα της πολυγραφίας, ο Γιάννης Ρίτσος:

[] Το θέμα δεν κάνει το έργο. Οφείλουμε να σεβόμαστε αυτό που μας παραδόθηκε, αφομοιώνοντας το παρελθόν, και δημιουργώντας μια φόρμα του παρόντος με στοιχεία του μέλλοντος.

Εκτός όλων των άλλων, ακριβών για την ποιητική μας έκφραση ο Ορέστης Αλεξάκης είναι από εκείνους που επανέφεραν τον στίχο ως θεμελιώδη μονάδα στην πυρηνική ανάπτυξη του ποιήματος. Ας τον διαβάζουμε.


Πηγή

Κωστής Παλαμάς: [Σιγά…]




«—ΣΙΓΑ. Μην τρέμεις. Είμαστε των τραγουδιών οι Μοίρες,
φτερά αρμονίας φέρνουμε
στα ψυχομαχητά,
κι αγνάντια στα χαροπαλέματα
τα μουσικά ανυψώνουμε παλάτια,
και με φιλιά σα ροδοστάματα
γλυκά τα παραδίνουμε τα μάτια
στην αξημέρωτη νυχτιά.
Φως και φυτό, την κάθε υπέρτατη
λαχτάρα, που έφεξε και βλάστησε
μες στην καρδιά
κι έπνιξε γύρω της και θάμπωσε
κάθε άλλο βλαστομάνημα,
κάθε άλλη αστροφεγγιά,
τη μια λαχτάρα την υπέρτατη,
η θάλασσα του Τίποτε προτού να σε σκεπάσει,
φτωχή ζωούλα, που έζησες και τώρα σιγοσβείς,
πιοτό σού την εκάμαμε.
Στο διαμαντένιο τάσι
τον ουρανό σού φέρνουμε
για να τον πιεις.

Ξένε, σκληρά σού αυλάκωσε ο καιρός
τα μάγουλά σου,
κι είσαι σα βράδυ, ξένε, και λαμποκοπάς
από το χιόνι απάνου στα μαλλιά σου.
Ξένε, ταράζει ο βόγκος σου,
ξένε, σπαράζει το ξεψύχισμά σου·
του Ύμνου με τα χίλια στόματα
η γόησσα βρύση
από ποιό στόμα της ποθείς
να σε ποτίσει;

Του κόσμου το πολύβοο
τραγούδι θέλεις;
Ή το τραγούδι της ολύμπιας ομορφιάς,
που λάμπει αθάνατη στην πέτρα της Πεντέλης;
Του κάμπου θέλεις του κατάσπαρτου
το καταπράσινο τραγούδι;
Ή το τραγούδι του σπιτιού του ειρηνικού,
ή το τραγούδι της βροντής και των ανέμων,
ή το τραγούδι της κορφής που ξεχωρίζει,
ή το τραγούδι των ηρώων και των πολέμων;
Το τραγούδι διψάς του ωκεανού,
ή το τραγούδι του ωκεάνιου νου;
Μη θέλεις το τραγούδι
κάποιου παράδεισου αποπέρα,
γιά κάποιας γης αποδώ κάτου;
Ή το τραγούδι της ζωής
ή το τραγούδι του θανάτου;»

«—Τραγούδι τραγουδήστε μου χιλιοτραγουδημένο
τραγούδι και χιλιόκαλο,
με το πανάρχαιο το βιολί το μεταχειρισμένο,
με το γλυκό γλυκό βιολί.
Της Νιότης τραγουδήστε μου το αφρόντιστο τραγούδι,
και το τραγούδι των ολόχλωρων καρδιών·
τα μάτια, ω Μοίρες, κλείστε μου
με το βιολί των είκοσι χρονών…»


1902


Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ (1904)

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Στέφανος Ροζάνης: Η εξόριστη γλώσσα του Ανδρέα Κάλβου




Ο Ανδρέας Κάλβος εμίλησε μια γλώσσα εξόριστη. Όχι τη γλώσσα του εξορίστου: αυτή και πατρίδα έχει και αποδέκτες, εντός και εκτός των ορίων του τόπου της φυσικής εξορίας, μα και την ύπαρξή της αυτοβεβαιώνει διαρκώς με τα ενεργήματά της, με την προφορικότητά της, με την αυτονόητη ισχύ της ως έκφραση, σχεδόν αποκλειστική, της κοινότητας των ανθρώπων της διασποράς· ανθρώπων με γη γενέθλια και με γενέθλια γλώσσα.
Η άλλη γλώσσα του Κάλβου, η εξόριστη, ούτε πατρίδα έχει ούτε αποδέκτες· ούτε προφορικότητα, που να την αυτοβεβαιώνει, ούτε ισχύ και ενεργήματα· κι ούτε υπάρχει ανθρώπων κοινότητα να την υποδεχθεί, στη διασπορά ή στη γενέθλια γη, να μιλήσει μέσα απ' αυτήν, να γράψει τις έγνοιες και τις φροντίδες της, τις ποιήσεις των ανθρώπων της και την πρόζα του κόσμου τους.
Ο Κάλβος, μας λέγει η Σοφία Σκοπετέα, στα πολύτιμα Πέντε Μαθήματά της για τον Κάλβο, «διάλεξε να μιλήσει μια δικιά του γλώσσα [...] και να αναπτύξει ένα δικό του μέλος. Το αποτέλεσμα της τέχνης του αυτής είναι μια σύζευξη οικείου και αλλοτρίου, που είναι η πρώτη [...] φορά που επιχειρείται στα ποιητικά μας πράγματα, κάτι που κάνει την προσπέλαση δυσχερή. [...]  Η γλώσσα και το μέλος του είναι ένα θεληματικό και κατορθωμένο «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω», που απευθύνεται στους πάντες [...]· μια λυσιτελής οχύρωση».
Τη λυσιτελή αυτή οχύρωση της εξόριστης γλώσσας του Κάλβου, για την οποία μας μιλά η Σκοπετέα, την είχε από νωρίς διαγνώσει η κριτική ιδιοφυία του Κωστή Παλαμά. «Ο Κάλβος» έγραφε ο Παλαμάς, «εξ ουδενός των συγχρόνων αυτώ εδέχθη μαθήματα, και ουδένα εύρεν μιμητήν. Δεν ωμίλησε την γλώσσαν του λαού, ούτε την σήμερον εν χρήσει καθαρεύουσαν. Μεταχειρίζεται γλώσσαν αχαλίνωτον και ακανόνιστον». Και ο Σπυρίδων Δε-Βιάζης, εκδότης των Ωδών, την ίδια λυσιτελή οχύρωση κατονομάζει, με λέξεις που λίγο μόνον διαφέρουν από εκείνες του Παλαμά: «Ο Κάλβος ευτυχώς ήρξατο να στιχουργή ακολούθως ελληνιστί, αλλά με γλώσσαν αυθαίρετον και ανώμαλον».

Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Μάνος Ελευθερίου: Περίοπτοι



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιώργος Καζαντζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Έρωτας ή τίποτα (2018)


Περίοπτοι υπάλληλοι που μπήκανε με μέσον -
μόνο αυτοί προβλέπουνε τα χρόνια σκοτεινά
Πίνουν καφέ, ξανά καφέ και φρέντο και εσπρέσο
Κάτι στα σπλάχνα τους σκιρτά, κάτι τους τριγυρνά

Γιατροί κρατούν τις σύριγγες και μόρτες το αφιόνι
και οι μεγάλοι κι οι τρανοί υμνούν τη Χαλιμά
Ποτέ δε θα ‘ρθει ένα πουλί, δε θα ‘ρθει ένα αηδόνι,
κάποιο τραγούδι να μας πει γλυκό του Παλαμά

Εκεί που ζούσαν θερμαστές, στης κόλασης τον πάτο,
δεν έφτασε καμιά φωνή που να ‘χει γιατρικά,
να πάει ο κόσμος πιο μπροστά, να σηκωθεί από κάτω,
να μάθει ποιος του σκότωσε ζωή κι ιδανικά

Στρατιώτες βγαίνουν απ‘ το φως κι από τον Κάτω Κόσμο
με λάβαρα, εξαπτέρυγα κι αγγέλων τα φτερά
Οι γκόμενες δεν έμαθαν τι είναι να ζεις με τρόμο -
γι’ αυτές ο έρωτας ξυπνά σε δροσερά νερά

Τρίτη 22 Μαΐου 2018

Κωστής Παλαμάς: [Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου]




Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου
και σμιγ’ η Ανατολή μ’ ένα φιλί τη Δύση,
κι ανθεί παντού με την ελιά το κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολή στο γαλανό του Απείρου,

εκεί η ψυχή μου ωρέχτηκε να γλυκοζήσει
στο μεγαλόπετρο όραμα της γης του Πύρρου,
εκεί που χύνονται σαν ομορφιές ονείρου
η μάννα της αυγής, της αρμονίας η βρύση.

Τ’ αθάνατου Τυφλού με νέα φωνή ελληνίδα
σοφά εκεί πέρ’ αντιλαλούν οι ραψωδίες,
εκεί αναπνέει από τα ρόδα ευωδίες

του Σολωμού η σκιά σε Ηλύσια, και τεχνίτης
εκεί της λύρας ξαναζεί και την πατρίδα
και τη δόξα ο Δημόδοκος υμνεί της Κρήτης.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Κωστής Παλαμάς: Ηδονισμός




Από τραγούδια έν' άυλο κομπολόι
Σ' εσέ δεν ήρθα σήμερα να δώσω.
Με τα τραγούδια εγώ θα σε λιγώσω
Και με τα ξόρκια, αγάπη μου, ενός γόη.

Γυμνοί. Και σαν κισσός θα σκαρφαλώσω
Να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιού σου την δροσάτη χλόη
Με το χέρι θρασά θα την πυρώσω.

Το κρασί που ξανάφτει και το γάλα
Που κοιμίζει, θα φέρω στάλα στάλα,
Μ' όλο μου το κορμί να σε ποτίσω

Και στα πόδια σου τ' ασπροσκαλισμένα,
Δυο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
Στερνή μανία το μέλι μου θα χύσω.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2016

Κωστής Παλαμάς: Θάνατος παλληκαριού



Κανείς δεν έπεσε να κοιμηθή, όλοι αγρυπνούσαν· πού να κλείσουν μάτι τέτοια χρονιάρα νύχτα; Νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής. Ό,τι πέρασαν τα μεσάνυχτα, βουβές οι καμπάνες και στις τρεις εκκλησούλες του Θαλασσοχωριού. Σωπαίνουν κ' οι καμπάνες για του Χριστού τα πάθη, σα νάχουν κι αυτές ανθρώπινη ψυχή και δε απορούν απ' το βαθύ καημό τους ούτε να ξεφωνίσουν. Μόνο τα ξύλινα τριτσόνια ξεκουφαίνουν τον κόσμο στων παιδιών τα χέρια· τρέχουν τα παιδιά, κι από γειτονιά σε γειτονιά, κι από πόρτα σε πόρτα, και τα χτυπούνε με κακό και με φωνές: «Ώρα για την εκκλησά! Ώρα για την εκκλησά!» Κ' οι λιγοστοί που απομένουν βάρυπνοι, πετειούνται ξαφνισμένοι και τρέχουν στο παράθυρο, θαρρώντας πως γλυκοχαράζει και πως περνάει κάτου ο επιτάφιος. Για την αγάπη του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη Μεγάλη Παρασκευή, βουβαίνοντ' οι καμπάνες του Θαλασσοχωριού, εκείνες μόνο γιατί, απ' άκρη σ' άκρη, το θαλασσοχώρι σηκώνεται στο πόδι, για την αγάπη πάλι του Χριστού, μια φορά το χρόνο, τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Κωστής Παλαμάς: Ένας άνθρωπος σ' ένα χωριό



Ἀπὸ τόπον ἄλλον ἕνας ἄνθρωπος ἦλθε σὲ ἕνα χωριό.
Τὸ Χωριὸ σὰ βυθισμένο σὲ λαγκάδι. Γύρω, τοῦ χωριοῦ οἱ πλαγιές, τοίχοι φυλακῆς χλωροπράσινης.
Καὶ εἴπεν ὁ ἄνθρωπος πρὸς τοὺς χωριάτες:
-Τί ὡραῖος καὶ τί μεγάλος ποῦ δείχνεται ὁ κόσμος γύρω σας!
Καὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν οἱ χωριάτες:
-Ἀλήθεια! Ὅλο πρασινάδες μᾶς περιζώνουν.
Τὰ βουνά μας ἔχουμε, τὰ βουνά μας. Ἔχουμε καὶ τὰ λιοστάσια μας. Ζοῦμε ἀπ’ αὐτά. Πέρα ἐκεῖ στὸ ριζοβούνι δυὸ τρεῖς φορές τό χρόνο σταίνουμε ζωηρότατα πανηγύρια καὶ γλεντοκοποῦμε.
Τὸ στρώνουμε στὸν ἴσκιο τῆς Κουκουναριᾶς. Πλέκουμε στεφάνια ἀπό μυτριές καὶ τὰ φοροῦμε. Τὸ μεγάλο πράσινο ζουνάρι τοῦ λαγκαδιοῦ μᾶς σφιχτοδένει χειμῶνα καλοκαίρι. Σὰ δὲ σκάφτουμε καὶ σὰ δὲν οργώνουμε, τὸ χαιρόμαστε ἀπὸ τὰ παράθυρά μας.
Καὶ τοὺς εἶπε τότε ὁ ἄνθρωπος:
-Κάτι ἄλλο ἤθελα νὰ σᾶς πῶ. Τὸν κόσμο γύρω σας, τὸν ὡραῖο καὶ τὸν μεγάλο, δὲν εἶναι μπορετό ἄνθρωποί μου, νὰ τονὲ χαρῆτε ἀπὸ τὰ παραθύρια σας.
Τραβᾶτε, σκαρφαλώστε στὸ βουνό, τραβᾶτε παραπέρα ἀπὸ τὰ πανηγύρια σας, κάτου στὴ ριζοβουνιά, ψηλότερα, ψηλότερα, κι’ὡς τὴν κορφή του φτάστε.
Κι’ ἀφοῦ φτάστ’ ἐκεῖ, τότε ρίχτε μιὰ ματιὰ πλατιά, μακριά, τριγύρω σας, πρὸς τὰ βάθια καὶ πρὸς τὰ πλάτια, πρὸς τοὺς ὁρἰζοντες ποὺ δὲν τοὺς βλέπετε καὶ δὲν τοὺς ἔχετε ἀπὸ τὰ παραθύρια σας.
Οὐρανοῦς, ὠκεανοῦς, ὅλα τὰ χρώματα καὶ ὅλο τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέριαν, ἀκομμάτιαστη ὁλόγυρά σας.
Θὰ ἰδῆτε τότε κάτου κάτου κάτου, παράμερα, βαθιά, ἕνα μικρό σημάδι ἀσπροδερό ποὺ μιὰ λιγνή λουρίδα θὰ τὸ φασκιώνει βαθυπράσινη. Καὶ θὰ εἶναι τὸ χωριό σας μὲ τὴ λαγκαδιά του.
Ὅμως τότε, ὅταν θὰ τὸ ματιάσετε ἀπὸ μακριά μακριά, σὰν κάτι λιγοστό καὶ σὰν κάτι ξένο καὶ σὰν κάτι μακρυσμένο, τότε ποὺ θὰ τὸ διῆτε ὁλάκερο, συμμαζεμένο, σὰν κάτι ζωντανό, ὀργανικό ἢ σὰ μιὰ καλοδουλεμένη ζωγραφιὰ μὲ τὴν κορνίζα της, εἰκόνα ποὺ μικρούλα κι ἄν εἶναι, δὲ χάνει τίποτα ἀπὸ τὴν χάρη της, τότε ἄνθρωποί μου, τότε ποὺ θὰ ξανοίξετε τὴν μικράδα καὶ τὴν ταπεινοσύνη τοῦ χωριοῦ σας μπρὸς στὸν ὁλόκοσμο, τότε μαζί θὰ νοιώσετε μέσα σας πιὸ βαθιά τὴν ἀγάπη τοῦ χωριοῦ σας.
Γιατὶ θὰ διῆτε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρισμέν’ ἡ πατρίδα σας, πὼς εἶναι καὶ αύτὴ σφιχτοδεμένη μὲ τἄλλα πετράδια γύρω στὸ δαχτυλίδι τοῦ κόσμου.
Πὼς εἶναι κάτι δυσκολοξεχώριαστο ἀπὸ τὰ ὅλα. Ἀπὸ τὴν άγάπη τοῦ χωριοῦ ποὺ δὲν ξέρει καὶ δὲν βλέπει ὁρίζοντες, ποὺ δὲν ξεχωρίζει τίποτε μακριά, εἶναι ἀσύγκριτα σπουδαιότερη καὶ καρπερώτερη ἡ ἀγάπη ποὺ τὴν πατρίδα δὲν τὴν ἀποχωρίζει άπὸ τὸ πᾶν.
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ ἀγαπᾶ ὄχι ἀπὸ τὰ χαμηλά τά παραθύρια, εἶναι ἡ ἀγάπη ἀπὸ τὰ κορφοβούνια.
Τὰ λόγια τοῦ ἀνθρώπου πήρανε δρόμο στὸ χωριό.
Κι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, καθῶς εἴτανε καὶ δυσκολονόητα κάπως γιὰ τοὺς καημένους τοὺς χωριάτες, παράλλαξαν, πήρανε κι ἄλλα νοήματα.
Κι ἀπὸ στόμα σὲ στόμα φτάσανε σταὐτιά τοῦ ἀφέντη ποὺ εἶχε τὸ χωριό τσιφλίκι του καὶ τοὺς χωριάτες ὑποταχτικούς του. Καὶ εἶπε μὲ τὸ νοῦ του ὁ ἀφέντης:
-Τώρα θὰ τοὺς γητέψει αὐτὸς ὁ πλάνος τοὺς ἀνθρώπους μου.
Θὰ τοὺς ἀνάψῃ τὸν καημό γιὰ τοὺς μακρινούς τοὺς δρόμους καὶ τὸν πόθο γιὰ τὰ ψηλά ἀνεβάσματα.
Θὰ τοὺς πάρῃ ἀπὸ τὴ δουλειά τους, θὰ τοὺς βγάλῃ ἀπὸ τὰ μεροκάματα, θὰ τοὺς κάμῃ ἀκαμάτηδες καὶ ψωροπερήφανους.
 Ἀδιάφορους θὰ τοὺς κάμῃ πρὸς τὰ σπίτια τους καὶ πρὸς τὴ δούλεψή μου.
Θὰ μοῦ σηκώσουνε κεφάλι. Ἀπὸ δουλευτάδες, θὰ μοῦ γίνουν καταφρονητάδες. Θὰ μοῦ λιγοστέψουν τὰ χέρια καὶ θὰ μοῦ κιντυνέψουν τἀγαθά μου.
Καὶ βροντοφώνησε πρὸς τοὺς ὑποταχτικούς του:
-Διῶχτε καὶ γκρεμίστε ἀπὸ δῶ πέρα τὸν κακόν αυτόν ἄνθρωπο, τὸν πλάνο, τὸν ἀερολόγο, τὸν ἀτσίγγανο καὶ τὸν ἀκάθαρτο.
Θὰ μολέψει τὸ χωριό μας. Δὲν ἔχει αὐτὸς πατρἰδα καὶ ἦρθε νὰ μᾶς δασκαλέψῃ τὴν καταφρόνηση πρὸς ὅ,τι ὁ Θεὸς μᾶς έδωκε ἁγιότερο καὶ τιμιότερο:
Πρὸς τὴν Πατρίδα!
Κ’ ἔβαλε τοὺς δούλους καὶ τὸν πετροβολήσανε τὸν ἄνθρωπο.

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Κωστής Παλαμᾶς: Μιὰ πίκρα



Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.


ΟΙ ΚΑΗΜΟΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ (1912)




***


Το παραπάνω ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον Φοίβο Δεληβοριά.





Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Κωστής Παλαμάς: [Δεν υπάρχεις ό,τι χρόνος λέγεσαι]



Δε γνωρίζει από γεράματα η ψυχή,
δεν υπάρχεις ό,τι χρόνος λέγεσαι,
στων πνευμάτων την περιοχή,
Φλόγα, καις δεν καίγεσαι.


Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

RILKE – ΠΑΛΑΜΑΣ: ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ Ή ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ;



της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

Με χρονικό δείκτη 28.1.1924 έχει καταχωριστεί στο «Επίμετρο» της Ξανατονισμένης Μουσικής, δηλαδή, της συγκεντρωτικής παρουσίασης των μεταφράσεων του Κωστή Παλαμά, έτσι όπως αυτές συμπεριελήφθησαν στα Άπαντά του, η μετάφραση των εννέα πρώτων στίχων (έντεκα στο δικό του μεταφρασμένο κείμενο) από το «Βιβλίο τού Προσκυνήματος», δεύτερο από τα τρία συνολικά Μέρη τού Stundenbuch (το οποίο μεταφράστηκε ως Ωρολόγιον[1] από τον Άρη Δικταίο, αλλά είναι ευρύτερα γνωστό, και έτσι αναφέρεται και στη μετάφραση του Παλαμά[2], ως Βιβλίο των Ωρών) του RainerMariaRilke – αυτής της «εμβληματικής πνευματικής φυσιογνωμίας μιας διαχρονικής Μεσευρώπης των αρχών ενός τόσο πολύπλοκου και εύφορου αιώνα, η οποία ακόμα έχει μείνει αστάθμητη όσον αφορά την τόσο πλούσια πνευματική της προσφορά»[3].
Η πρώτη δημοσίευση, ωστόσο, του συγκεκριμένου μεταφράσματος συνδέεται με μια τραγική συγκυρία στην ζωή του Κωστή Παλαμά, καθώς γίνεται στην Νέα Εστία (τχ. 377, σ. 193) στις 15 Φεβρουαρίου1943, έξι ημέρες, δηλαδή, μετά τον θάνατο της συζύγου τού ποιητή και 12 μέρες πριν από τον δικό του θάνατο – ως μοιραία υπόμνηση, θα έλεγε κανείς (βάσει, βέβαια, της ερμηνευτικής απόδοσης διά χειρός Παλαμά), του έρωτα που ένωσε αυτούς τους δύο ανθρώπους στη ζωή και, τελικά, τους έφερε κοντά και στον θάνατο (οι γονείς του Κωστή Παλαμά, συμπτωματικά, είχαν επίσης πεθάνει πολύ σύντομα ο ένας μετά τον άλλον)[4]. Ας ακούσουμε το παλαμικό μετάφρασμα:
«Σβύσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,/ ταὐτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ./ Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθώ σ’ εσένα,/ και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ./ Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,/ σα να είταν χέρια, όμοια καλά,/ με την καρδιά./ Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ/ με το κεφάλι./ Κι αν κάμης το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ/ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι»[5].

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Κωστὴς Παλαμᾶς: Τὸ τέλος


Σαν σήμερα το 1943 έφυγε απ' τη ζωή ο Κωστής Παλαμάς.


Σὲ ξένη χώρα γυριστῆς καλέστηκα σὲ γάμο,
ἡ νύφη εἴταν πεντάμορφη καὶ μάγος ὁ γαμπρός,
καὶ καβαλλάρης βρέθηκα κ᾿ ἔτρεχα νὰ προκάμω·
δὲν εἶχε ὁ δρόμος τελειωμό, κι ὅλο τραβοῦσα ἐμπρός.

Καὶ ἡ ξένη χώρα εἶν᾿ ὅραμα, κ᾿ εἶναι καπνὸς τὸ ἄτι,
καὶ ὁ γάμος ἀγγελόσκιασμα, καὶ –ὢ ξύπνημα σκληρὸ–
πάντα εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ παράλυτος καὶ ρέβω στὸ κρεββάτι.
Ἦχοι παλιοὶ καὶ γνώριμοι, μονάχα ἐσὰς κρατῶ.

Καὶ σᾶς κρατῶ καθὼς κρατεῖ τὸ ἀξέχαστο παιγνίδι
ἀπὸ τὴ θέρμη λυώνοντας καὶ λάμποντας μαζὶ
ἀπὸ νιοφύτρωτα λευκὰ φτεράκια γιὰ ταξίδι,
τὸ βαριαρρωστημένο, τὸ χαδιάρικο παιδί.

Ἐγώ, τ᾿ ἀδέξιο, τ᾿ ἄβουλο παιδὶ τ᾿ ὀνειροπλάνο.
Ἦχοι παλιοὶ καὶ γνώριμοι, στ᾿ ἀφράτα σας φτερὰ
πάρτε μ᾿ ἐσεῖς καὶ φέρτε μὲ νὰ γιάνω ἢ νὰ πεθάνω
στὸν ἴσκιο τοῦ λευκοῦ σπιτιοῦ μέσα σὲ μιὰ ἀγκαλιά.


ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ (1904)


Πηγή

Σωτήρης Σκίπης: Στον Κωστή Παλαμά



Μέσ' από τα κάγκελλα τ' αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας,
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.

Κι έπεσες καθώς από σεισμό
πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σα ναός, οπού χτυπιέται
απ' τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα,
ήρωα, ποιητή του Αιώνα.

Μάτια στερεμένα από τις τόσες
συμφορές,
δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.

Θα σε κλάψουνε μια μέρα
οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν
έναν - ένα,
σαν ξυπνήσουν απ' τη μέθη τους
κι αντικρύσουν τι ερημιές
εσκορπίσανε στο διάβα τους
σ' αναρίθμητες καρδιές.

Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό,
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετάνε.
Ο καθένας ένα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σε ξεπροβοδάνε
με τα μύρια σου τραγούδια,
που βουίζουν σα μελίσσια
πάνω απ' Απριλιού λουλούδια,
σα να προμηνάνε την Ανάσταση,
ω μεγάλε ραψωδέ μας.


Πηγή

Κωστὴς Παλαμᾶς: Ἡ ἀσάλευτη ζωή


Σαν σήμερα το 1943 έφυγε απ' τη ζωή ο Κωστής Παλαμάς.


Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.

καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.

Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια,
ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»

Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.

Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων,
τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!

Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι,
δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε,
κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης
μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»

Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

1903



Άγγελος Σικελιανός: Παλαμάς



Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Πηγή

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Κωστής Παλαμᾶς: [Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα]




...
Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.

Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.

Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,

ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει

Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου

...
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!


Κωστής Παλαμάς: [Σαν των Φαιάκων το καράβ’ η Φαντασία]



Σαν των Φαιάκων το καράβ’ η Φαντασία
χωρίς να τη βοηθάν πανιά και λαμνοκόποι
κυλάει· και είναι στα βάθη της ψυχής μου τόποι
πανάρχαιοι κι ασάλευτοι σαν την Ασία,
πεντάγνωμοι κι απόκοτοι σαν την Ευρώπη
σα μαύρη γη Αφρική με σφίγγ’ η απελπισία,
κρατώ μιαν άγρια μέσα μου Πολυνησία,
και πάντα ένα Κολόμβο παίρνω το κατόπι.

Και τα τεράστια της ζωής και τα λιοπύρια
των τροπικών τα γνώρισα, και με των πόλων
τυλίχτηκα τα σάβανα, και χίλια μύρια

Ταξίδια εμπρός μου ξάνοιξαν τον κόσμον όλο.
Και τι ‘μαι; Χόρτο ριζωμένο σ’ ένα σβώλο
απάνω, που ξεφεύγει κι απ’ τα κλαδευτήρια.