Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λορέντζος Μαβίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λορέντζος Μαβίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

Λορέντζος Μαβίλης: Εἰς τὴ Μίννα




Τί μὲ γνοιάζει πῶς εἶναι κελνερίνα
Ἂν μ’ ὅλη τὴν καρδιά της μ’ ἀγαπάει,
Ἂν τὰ στήθη της ἄσπρα εἶναι σὰν κρίνα,
Ἂν σὰν τὰ Χερουβὶμ χαμογελάει;
Σὰν ὁ τυφλὸς ποὺ ξάφν’ οὐράνι’ ἀχτίνα
Τὸ μαῦρο σκότος γύρω του σκορπάει,
Ὅμοια κ’ ἐγὼ θαμπόνομαι ἀπὸ κεῖνα
Τὰ δυό της μαῦρα μάτια ἂν μέ τυράῃ.
Ἄμε χάσου ξερὴ Φιλολογία,
Γριὰ φτιασιδωμένη, ἄσχημη, κρύα,
Ποῦ ὡς τώρα τὸ μυαλό μου ἔχεις τυφλώσῃ.
Τὴν Ἐμορφιὰ τὴν κλασικὴ σπουδάζω
Ὅταν γλυκὰ τὴ Μίννα μου ἀγκαλιάζω,
Ὅταν ἡ Μίννα ἕνα φιλὶ μοῦ δώσῃ.

23 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1884

Λορέντζος Μαβίλης: Ἔρως καὶ θάνατος




Μὲ ἐκοίταξε ἕνα σούρουπο τὸ Μάη,
Τὸ μοσκοβολισμένο Μάη τὸ μῆνα,
Καὶ ἡ ματιά της γιὰ πάντα μοῦ ἐπρομήνα
Εὐτυχία, ποῦ τὸ οὐδέν δὲν πεθυμάει
Μὰ ὁ πόθος δὲ χορταίνει ὅσο κι’ ἂ φάῃ,
Μές τὴν καρδιά μου μπήγεται σὰ σφῆνα·
Σὰ διψασμένη λυόνεται ἀλαφίνα
Ἡ ψυχὴ ὅση γλύκα κι’ ἂ ρουφάῃ.
Μάγο, ἀνέσπερο φέγγος τοῦ θανάτου,
Ἐσύ, ναί, μὲ γλυκιὰ παρηγορία
Πραΰνεις καθενὸς τὰ βάσανά του.
Μές ἀπ’ τὴν ἀλαβάστρινην ὑδρία
Ὅ,τι κι’ ἂν τάζῃς δίνεις· ἀφανίζεις
Τὴν πεθυμιά, τοὺς ὕπνους αἰωνίζεις.

ΦΕΒΡ. ΜΑΡΤ. 96

Λορέντζος Μαβίλης: Ἰάκωβος Πολυλᾶς




Στὴν κορφὴ τῆς ζωῆς, ὅπου ροδίζει
Τῆς Λευτεριᾶς ἀμόλευτος ἀγέρας
Καὶ σὰν ἦχος ἀθάνατης φλογέρας
Ἡ ποίηση, ἀηδόνι θεῖο, καλοκαρδίζει,
Ἄσκωσες διαμαντένιο μετερίζι
Καὶ στὴ μέση, ὀμορφιᾶς θάμα καὶ τέρας,
Ναό τῆς Μεγαλόψυχης Μητέρας
Ἔστησες ποῦ σὰν ἥλιος πορφυρίζει.
Ποτέ στ’ ἀραχνιασμένο βάραθρ’, ὅπου
Μὲς τὴ μούχλα καὶ μὲς τὴ φαρμακίλα
Ὀχὲς κλωσσοῦν οἱ κάκητες τ’ ἀθρώπου,
Ποτὲ δὲν ἐκατέβηκες· κ’ ἐκύλα
Ἡ φωνή σου βροντὴ κ’ ἔκαιε σὰ φλόγα
τοὺς πονηρούς,—μὰ τοὺς καλοὺς εὐλόγα.

ΟΧΤ. 96

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Λορέντζος Μαβίλης: Παλαιοκαστρίτσα




Σαν πεθάνω, εδώ θάρθω με τα μύρια
Φαντάσματα άυπνα μέσα σε άυλα γνέφια,
Ή σε ασημοβολής μαϊκά σεντέφια
Τ' άγια της νύχτας να χαρώ μυστήρια·
Να ιδώ των ξωτικών τα πανηγύρια,
Των τελωνιών τα θεότρελλα κέφια,
Του Νεραϊδοχορού να ακούσω ντέφια
Και Σέρηνων τραγούδια ή και μαρτύρια.
Και άμα στα αστέρινά τους χρυσαμάξια
Οι αγγέλοι φύγουν και ο Ήλιος φέξη πίσω,
Ύμνο στην τετραγάλανη μονάξια
Πουλί τ' άγριου γιαλού θα κελαηδήσω·
Τεχνίτρα η πικροθάλασσα παράξια
Της λαλησιάς μου θα βαστάει το ίσο.


24 VIII. 1905

Λορέντζος Μαβίλης: Καρδάκι




Τ' άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
Ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάϊ
Χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
Γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.
Και λέω που ακόμα απ' την κορφή του ωραίου
Βουνού στ' άσπρα ντυμένη ροβολάει
Η αρχαία ζωή κι' αυτού φεγγοβολάει
Λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.
Χρυσόνειρο, σε βλέπω γιατί μ' έχει
Μαγέψη το νερό στην κρύα βρύση,
Που μέσαθε από τ' άγιο χώμα τρέχει.
Έτσι κάποιος θεός θα το 'χη ορίση·
Κι' όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσῃ.


ΔΕΚ. 96

Λορέντζος Μαβίλης: Κέρκυρα




Η θάλασσα εσπαρτάρησε ως τον πάτο
Κι' άφρισε σαν εδέχτηκε στον κρύο
Κόρφο ακόμα ολοζώντανο το θείο
Σπόρο, απ' τον ουρανό σταγμένον κάτω.
Τότες βγήκε απ' το πέλαγο τ' αφράτο,
Τέρας της ομορφάδας και σημείο,
Τ' άγιο της Αφροδίτης μεγαλείο,
Γλύκες ερωτικές όλο γιομάτο.
Μα το δρεπάνι, πούχε αυτού σκορπίση
Του θεού τ' αμελέτητα, και κείνο
Μες το γιαλό μελλότουν να καρπίση.
Κ' έτσι, Αφροδίτη των νησιών, με κρίνο
Και ρόδο πλουμιστή, γιομάτη γλύκες,
Κέρκυρα, απ’ του Ουρανού το αίμα εβγήκες.


ΟΧΤ. 96

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Λορέντζος Μαβίλης: Εις την Πατρίδα




Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φώς του λαχταρούν η θάλασσα κ' οι κάμποι,
Πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ', η λαγκαδιές
Στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν η ρεματιές και λαχταρίζ' η λίμνη,
Χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
'Σ άπειρ' αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
Τ' αγέρος τα πετούμενα, τα σερπετά της γης.
Κι' αυτός σηκόνει τ' αλαφρό της καταχνιάς μαγνάδι
Κ' η κάθε στάλ' από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
Η κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
Χαρά, ζωή και δύναμι κ' ελπίδα όπου κι αν μπη.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κ' εσύ, καλή πατρίδα,
Και μάγια σαν τα μάγια σου 'ς τον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κ' αιώνια γαλανός
Γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ' ο ουρανός.
Κ' η νύχτες σου με τ' άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
Με τ' αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ' άστρα,
Με το φεγγάρι 'που περνά, σαν όνειρο ευτυχιάς,
'Σ τη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχιάς,
Η νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
Και 'ς των παιδιών σου τες καρδιές αμάραντα τραγούδια,
Σταλάζουν εις τα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
Ελευτεριάς αγάλλιασι και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ' ασημοΰφαντο, φως μαργαριταρένιο,
Λυόνονται 'ς ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
Μεσ' απ' αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι' ανάμεσα στα χρώματ' από χίλια ουράνια τόξα,
Προβαίνει πάλ' ο ήλιος εις όλη του τη δόξα,
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
Εως 'ς το χρυσό βασίλεμα λάμπει 'ς τον ουρανό.
Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει
Και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσῃ ερθή,
Θε να σ' ευρή πεντάμορφη, στεφανωμένη, ορθή.

Λορέντζος Μαβίλης: Επίγραμμα




Στερηάς και του πελάγου
Σε περιζώνουν τ' άρματα
Βαρβάρου Ελληνοφάγου·
Και συ μένεις ασάλευτο
Εις την φωτιά που βόγγει
Τριγύρω σ', αντρειωμένο Μισολόγγι.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Dante Alighieri: Παράδεισος/ Άσμα πρώτο (μετάφραση Μαβίλη, 1-9)



Ἡ δόξα ἐκείνου ποὺ κινάει τὰ πάντα
περνάει καὶ λάμπει μὲς τὴν οἰκουμένη
περσὰ σὲ μιά, πιὸ λίγο σ' ἄλλη μπάντα.
Στὸν οὐρανὸ ποὺ πλιό του φῶς λαβαίνει
ἤμουν κ' εἶδ' ὅσα οὔτε μπορεῖ οὔτε ξέρει
νὰ ξαναπῇ ὅποιος κεῖθε κατεβαίνει.
Τί ὡς ζυγώνει στοῦ πόθου της τὰ μέρη,
τόσο βαθαίνει ἡ διάνοια μας ποὺ ὀπίσω
νὰ πάῃ ἡ θύμηση δὲ θὰ καταφέρῃ.



Dante Alighieri: Κόλαση/ Άσμα πρώτο (μετάφραση Μαβίλη, 1-7)



'Σ τῆς ζωῆς μας ἐγὼ τὸ μισοστράτι
βρέθηκα σ' ἕνα σκοτεινὸ ρουμάνι
γιατί εἶχα τὸ ἴσιο χάσῃ μονοπάτι.
Τί δύσκολα, ἄχ! κανεὶς ἀναθηβάνει
πὼς τ' ἄγριου λόγγου ἦταν τραχειὰ ἡ σκληράδα,
ποὺ νέα 'ς τὸ λογισμὸ τρομάρα βάνει.
Μόν' τοῦ θανάτου εἶν' πιὸ πολλὴ ἡ πικράδα.


Πηγή

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Νάλας και Νταμαγιάντη - απ' τη Μαχαμπαράτα (Απόδοση: Λ.Μαβίλης)




1
Ὁ Βριχαντάσβας εἶπε:
Ἄρχος ἐστάθη μ' ὄνομα Νάλας, τοῦ Βιρασαίνα
γιὸς δυνατὸς ὁλόπλουμος παινέδια ζηλεμένα,
ὡραῖος, μαθὸς ἀπ' ἄλογα· στὴν κορυφὴ τὴν πρώτη,
σὰν τῶ θεῶν ὁ ἐξουσιαστής, σὰν ἥλιος στὴ λαμπρότη,
ἔστεκε ἀπ' ὅλους πλιὸ ψηλὰ τοὺς ἀνθρωπορηγάδες,        5
θεοφοβούμενος, σοφὸς στοὺς Βαῖντες, στοὺς Νισχιάντχες
δυνάστης, φίλος τῶ ζαριῶ, μεγάλος στρατοκράτης,
ἥρωας, ἀληθινόλογος, εὐγενικός, προστάτης,
ποῦ ἀντρῶ μαζὶ καὶ γυναικῶν τὸν ἐποθοῦσαν μάτια,
καὶ γνωστικὰ χαλίνονε τὲς αἴστησες μ' ἐγκράτεια.        10
Σαγιττευτὴς δὲ στάθηκε σὰν κείνονε πιτήδειος,
κι' ὁλόβολος ἐφάνταζε σὰν ὁ Μανοὺς ὁ ἴδιος.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Gottfried Bürger: Leonore (Λεονώρα)



Lenore fuhr um’s Morgenroth
Empor aus schweren Träumen:
„Bist untreu, Wilhelm oder todt?
Wie lange willst du säumen?“ –
Er war mit König Friedrich’s Macht
Gezogen in die Prager Schlacht,
Und hatte nicht geschrieben,
Ob er gesund geblieben.

Der König und die Kaiserinn,
Des langen Haders müde,
Erweichten ihren harten Sinn,
Und machten endlich Friede;
Und jedes Heer, mit Sing und Sang,
Mit Paukenschlag und Kling und Klang,
Geschmückt mit grünen Reisern,
Zog heim zu seinen Häusern.

Und überall all überall,
Auf Wegen und auf Stegen,
Zog Alt und Jung dem Jubelschall
Der Kommenden entgegen.
Gottlob! rief Kind und Gattinn laut,
Willkommen! manche frohe Braut.
Ach! aber für Lenore’n
War Gruß und Kuß verloren.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Λορέντζος Μαβίλης: Ποίησις



Στην μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
Την κεφαλή του προς τα σύγνεφα και αφήνει
Τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
Και τα μαρμάρινα τα στήθη του να πλύνει,

Εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
Ενώ μεσουρανείς φιλέρημη σελήνη
Ασημοϋφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
Εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

Αυτού η καρδιά μ' απ' τη χαρά της ξεχειλίζει,
Όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
Των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
Αιθέρια μούσα μ' όλα τ' ουρανού τα κάλλη,
Θαρρώ πως αγρικώ της λύρας της τους ήχους.


Πηγή

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Η αγόρευση του Λορέντζου Μαβίλη στη Βουλή για το γλωσσικό ζήτημα



Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξαιτοῦµαι τὴν ἐπιείκειάν σας διὰ τὴν ῥητορικὴν ἀνεπάρκειαν, τὴν ὁποίαν θὰ παρατηρήσετε εἰς τὸν λόγον µου. Τὰς γνώµας µου ὄµως παρακαλῶ νὰ ἐπικρίνετε µεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος· ἀρκεῖ ἡ ἐπίκρισις νὰ εἶναι ἰσόρροπος, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν φράσιν.
Εἶµαι, Κύριοι, κατὰ τῆς παραδοχῆς τῶν δύο προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ εἰσαγωγῆς ἄρθρων εἰς τὸ Σύνταγµα πρὸς περιφρούρησιν δῆθεν τῆς κινδυνευούσης γλώσσης, τῆς Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός, τῆς Πολιτείας ἀφ’ ἑτέρου· ἐνόµιζον µάλιστα, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκρουσθῇ δι’ ἀναστάσεως, ὅπως προβλέπει ὁ Κανονισµός, ὡς ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις αὕτη. Τοῦτο δέ, ὄχι διότι ἤθελον ἐγὼ ν’ ἀποφύγω τοιαύτην συζήτησιν. Εἶµαι µαθητὴς καὶ ὑπῆρξα ἐπὶ πολλὰ ἔτη φίλος τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ, τοῦ ἑπτάκις ἐκλεγέντος βουλευτοῦ Κερκύρας, ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῶν ὑποστηριξάντων τὸν πρῶτον Τρικούπην καὶ ἐγκαταλείψαντος αὐτόν, ὅταν µετέβαλε γνώµας, τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη ποτὲ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἤθελεν ἴσως νὰ εὑρεθῇ ποτὲ εἰς θέσιν νὰ ἔλθῃ εἰς συµβιβασµὸν µὲ τὴν συνείδησίν του, τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ αὐτὸς ἄκρος φίλος καὶ µαθητὴς τοῦ ∆ιονυσίου Σολωµοῦ, τοῦ ποιητοῦ τοῦ ἐθνικοῦ ὕµνου. Ἀνήκω λοιπὸν εἰς τὴν σχολὴν ἐκείνην καὶ ὄχι εἰς τὰς µετέπειτα ἀναφανείσας, σήµερον δέ, ὁπότε τὸ ζήτηµα τίθεται εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι ἐπισείονται φόβητρα ἐρυθρά, ἂν θέλετε, κατὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Σολωµοῦ, χρέος τιµῆς θεωρῶ νὰ κατέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν καλὸν ἀγῶνα καὶ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήµατος τούτου, πρὸς ὃ ἀτενίζει ὁ Ἑλληνισµὸς ὁλόκληρος, καὶ εἶµαι εὐτυχής, ὅτι δύναµαι νὰ τὸ πράξω, ὅτι εἶµαι δηµοτικιστής.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Λορέντζος Μαβίλης: Ἕρμονες



Ὀνειρεμένα, λυγερὴ μυρίκη,
τὴν ὡραία ἀντιφεγγίδα σου στοιχειόνει
ἡ ἀκύμαντη ἅρμη, ὡς μὲ κάτασπρα χιόνι
λουλούδια κλεῖς μαύρης σπηλιᾶς τὴ φρίκη.
Σμίγεις πνοὲς μὲ τὸ ἀφροδίσιο φύκι
καὶ ὁ ξέχυτος βράχος ποὺ ἐσὲ κουπόνει
χρυσόνεται ὅλος ὅταν σουρουπόνει
χωρὶς ἀχτίδα ἡλιοῦ σ' ἐσὲ ν' ἀφήκῃ.
Ἔχ' ἡ γῆ γλύκες ποὺ ἄλλη δὲν αἰστάνθη
ψυχὴ παρὰ ἡ φιλέρημη, ἡ ἀνυφάντρα
τῶν ὑπέργειων ὀνείρων, καὶ μὲς τ' ἄνθη
τοῦ ἴσκιου, στὸ ἔμπα ἀπὸ τ' ἀπόκρυφ' ἄντρα
τὸ μυστήριο ἁπαλὰ τὴν ἀγκαλιάζει·
γένετ' ἕνα μ' αὐτὸ καὶ ἀναγαλλιάζει.


Πηγή

Λορέντζος Μαβίλης: Ανάξιο Β΄



Πόσες φορές με την ψυχή μου σ΄ είδα
ν΄ ακουμπάς σε μια μαρμαροκολώνα
του φεγγαροβρεμένου Παρθενώνα
σα σε κρίνο απαλό μάγου άστρου αχτίδα.

Και τώρα απ΄ τη μεγάλη Πυραμίδα
ανάερα πλες με αθανασίας κορώνα,
σα να εζούσες ισόθεη στον αιώνα
των ωραίων και υψηλών αντιφεγγίδα.

Σα θα ξανάμαι αγνάντια σου, και ομπρός μου
θα λάμπουν τα δυο μάτια σου, θα λέω
πως βλέπω όλα τα θάματα του κόσμου,

πως αγκαλιάζω ό,τι υψηλό και ωραίο,
και ξεψυχώντας στο φως της ειδής σου
τη γλύκα θ΄ αγρικώ του παραδείσου.-


Πηγή

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Λορέντζος Μαβίλης: Στην Πατρίδα



Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ', οι λαγκαδιές
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ' η λίμνη,
χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
σ' άπειρ' αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
τ' αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.
Κι αυτός σηκώνει τ' αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,
κι η κάθε στάλ' από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ' ο ουρανός.
Κι οι νύχτες σου με τ' άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
με τ' αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ' άστρα,
με το φεγγάρι που περνά, σαν τ' όνειρο ευτυχίας
στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.
Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ' ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ' ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μεσ' απ' αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι ανάμεσα στα χρώματ' από χίλια ουράνια τόξα,
προβαίνει πάλ' ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.
Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.


Πηγή