Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όμηρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όμηρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Νεκρός ταξιδιώτης




Όταν ευρέθη ο πνιγμένος, ακριβώς κάτω από τον βράχον του Κοιμητηρίου, ανάμεσα εις την Μεγάλην Άμμον κ᾿ εις τον Ταρσανάν, ολίγον ακόμη ήθελε να βασιλέψη ο ήλιος, ή μάλλον να κρυφθή οπίσω από το γείτον βουνόν αντικρύ. Τότε αι αρχαί του τόπου ―ο Ειρηνοδίκης του πάλαι ποτέ ειρηνοδικείου, κι ο Νωματάρχης ο αστυνομεύων― απεφάνθησαν ότι έπρεπε να μείνη ολονυχτίς άταφος, επειδή ήτο ανάγκη να τον σχίσουν οι γιατροί, διά να βεβαιωθή αν ήτον πνιγμένος ή δεν ήτον.
Κ᾿ ήτον καλής ψυχής άνθρωπος, ο συχωρεμένος ο Κώστας του Σταματάκη. Φαίνεται, είχε τάξει εις την Παναγίαν την Κ᾿νιστριώτισσαν, να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της μικράς νήσου του —εκεί επάνω εις τον θαλασσόπληκτον βράχον, όπου τα κύματα φαίνονται να τραγουδούν μυστηριώδες νανούρισμα εις τους νεκρούς— κ᾿ η Παναγία η Κ᾿νιστριώτισσα του παρεχώρησε το ταπεινόν αίτημα, αφού από την στιγμήν που έπλευσε ναυαγός εις το κύμα, και απέδωκε την απλοϊκήν ψυχήν του πελαγωμένος εις την πάλην με τον Χάρον τον θαλάσσιον, δεν έπαυσε ν᾿ αντικρύζη τον έρημον ναΐσκον της πέραν, εις το δυτικόν πλάγι του χαριτωμένου νησιού. Εκεί λοιπόν αγνάντευε, κ᾿ εκεί ήτον προσκολλημένος ο πόθος του, μέχρι της τελευταίας στιγμής του. Κ᾿ εκεί άσπριζεν ακόμη το παλαιόν έρημον μοναστηράκι, προκύπτον μέσα από βαθείαν χλόην ανάμεσα εις τας πίτυς και τας καστανέας, ολίγον υψηλότερα από την ωραίαν θαλασσίαν αγκάλην του Ασέληνου, όπου εβασίλευε γλυκά σιγά ο ήλιος, ως να έκρυπτεν ολίγον κατ᾿ ολίγον τα χρυσά και στίλβοντα στολίδια του μέσα εις τον θησαυρόν του.
Κι όταν η μικρά καμπάνα εκάλει τους αγροίκους βοσκούς του βουνού εις την προσευχήν ―οι οποίοι δεν επήγαιναν, αλλ᾿ ίσως να έκαναν μακρόθεν ένα σταυρόν, αν ήξευραν ακόμη να κάμουν τον σταυρόν τους― κ᾿ εδιάβαζεν ο πάτερ Εφραίμ ο πνευματικός τον Εσπερινόν, μαζί με τον Μιχαίαν τον υποτακτικόν του, κατέβαινε τα σκαλοπάτια ο γέρων έως την βρύσιν, διά ν᾿ απολαύση και άπαξ ακόμη την γλυκείαν μελαγχολίαν της μοναξιάς μέσα εις την περιοχήν εκείνην, την οποίαν αυτός είχεν ονομάσει «γωνίαν του Παραδείσου». Και της βρύσης το μάρμαρον, τον κρουνόν και την λεκάνην, τα είχε φάγει το νερόν. Και μόλις ημπορούσε να διαβάση τις, μισοσβησμένους, τους ιαμβικούς στίχους, τους οποίους είχε γράψει ποτέ επί του μετώπου της πηγής, ο διάσημος ασκητής, ο αββάς Διονύσιος: «Χείρας, πρόσωπα και πόδας νίπτων αβρώς, ομού δε και διαυγές νυν ύδωρ πίνων, της καλλιρρείθρου τήσδε της κρήνης, ξένε, ψυχής τότε μνήσθητι Διονυσίου».
Και ψηλά εις το πλάγι, σιμά εις την κορυφήν του βουνού, ίστατο ακόμη ορθός ο χιλιετής πεύκος, οπού εις τους κλάδους επάνω, ανάμεσα στους κλώνάς του, είχεν ευρεθή ένα καιρόν αιωρουμένη η λαμπρά Εικών της Παναγίας. Ο πεύκος ομοιάζει με άνθρωπον οπού δεν εκάρη την κόμην εις όλην την ζωήν του. Από τριακοσίων χρόνων και πλέον κανείς δεν εξάμωσε να κόψη φύλλον από το γιγαντιαίον δένδρον. Όλοι οι κωνίσκοι, οι καρποί του πεύκου, μυριάδες αναρίθμητοι, εξ αμνημονεύτων χρόνων εκρέμαντο ανάμεσα εις τους κλώνάς του. Είναι βέβαιον ότι εκεί επάνω ευρέθη μίαν πρωίαν, εις τα χίλια εξακόσια τόσα, η Εικών της Παναγίας. Ήτο ζωγραφισμένη ως προτομή παιδίσκης, χωρίς να έχη τον Χριστόν βρέφος εις τας αγκάλας της, και διά τούτο εσχετίσθη με τα Εισόδια, όταν προσεφέρθη «ως τριετίζουσα δάμαλις» εις τον ναόν του Θεού. Και ο ναΐσκος του μικρού ασκητηρίου, όπως ήτο τότε το ύστερον κτισθέν μοναστήριον, ετιμάτο επ᾿ ονόματι των Εισοδίων. Η ευρεθείσα παραδόξως τότε εικών, εφάνη εις τους Χριστιανούς τους τότε ως να ήτο αθώα κόρη ευαίσθητος, ήτις ενέδωκεν εις την επιθυμίαν να κάμη κούνια, να λικνισθή αιωρουμένη επί των κλάδων του δένδρου· και διά τούτο επωνομάσθη Παναγία η Κουνίστρα ή Κ᾿νιστριώτισσα.

*
* *

Εκείνο το παλαιόν ασκητήριον, το οποίον ασπροβολά ανάμεσα εις την βαθείαν πρασινάδαν της κοιλάδος, εις όλην την παραθαλασσίαν φάραγγα την πολυσχιδή από τις ράχες και τις ρεματιές, αντίκρυζεν ο πνιγμένος νεκρός, όταν αρμένιζεν επί ημέρας διά να πλεύση από τους κρημνώδεις αιγιαλούς των υπωρειών της Όσσης και του Πηλίου εις την βάσιν του θαλασσίου λόφου, όπου λευκάζουν τα Μνημούρια της μικράς πατρίδος του, εκεί όπου προσκυνεί τους βράχους το μόλις δαμασθέν μετά γογγυσμών και υλακτούν κύμα. Και το μικρόν πλοίόν του, βάρκα μεγάλη, σκαμπαβία φορτηγός, έπλεεν από Σαλονίκης εις Ζαγοράν και έμπαλιν, φορτωμένον και ξαναφορτωμένον. Ήσαν οι δύο αδελφοί, ο Γιάννης κι ο Κωσταντής του Σταματάκη, και μαζί των επέβαινεν ο έμπορός των. Μήλα και πατάτες και κάστανα εκόμιζον προς τους Εβραίους της Σαλονίκης, διά να τους ξαναφορτώσουν οι Εβραίοι εκείθεν άλλα είδη, λ.χ. όσπρια ανακατωμένα, ολίγα πρόσφατα της χρονιάς, όσον διά δείγμα, και πολλά περυσινά ή προπέρσινα σαπρακωμένα.
Η βάρκα ήτον ιδιοκτησία του Γιάννη, του νεωτέρου αδελφού, όστις και επλοιάρχει. Αυτή ήτον η περιουσία του εις τον κόσμον. Όσον διά τον Κώσταν, ούτος δεν είχεν αποκτήσει ποτέ τίποτε. Είχε λάβει γυναίκά ποτε, και είχεν αποκτήσει εν παιδίον. Είτα το παιδίον απέθανεν εις τον μαζόν της μητρός του, η δε γυνή εφονεύθη, νομίζω, πεσούσα από του εξώστου, εν εκστάσει φρενών. Έκτοτε έμεινεν ελεύθερος, τόσω μάλλον, όσω ήτο εις θέσιν να εκτιμήση την ελευθερίαν του, και να μη την απεμπολήση πλέον. Έκυπτε την κεφαλήν, εκάπνιζεν, έπινε καφέ, και δεν ωμίλει. Ποτέ δεν έβγαζε λόγον από το στόμα του. Ήτο πλέον ή πενήντα ετών, κ᾿ εσυντρόφευε τον νεώτερον αδελφόν του, κ᾿ εθαλασσοπνίγετο προθύμως μαζί του, εν άκρα υπακοή. Ο Γιάννης ήτο ολιγώτερον των πενήντα ετών την ηλικίαν, είχε δε οικογένειαν, σχεδόν μισήν δουζίνα παιδιά.
Ήσαν και αυτοί θύματα της τοκογλυφίας των 36 τοις εκατόν, και «το διάφορο κεφάλι», όπως και τόσοι άλλοι. (Το ομοιοτέλευτον δεν το έκαμα εκ προθέσεως.) Ο τοκογλύφος, βίαιος επαίτης, (και ενίοτε ο επαίτης, ύπουλος τοκογλύφος· ― ποίον εκ των δύο θηρίων είναι το χαλεπώτερον!) με τα «θαλασσοδάνεια», και με το 36 τοις %, είχε καταστρέψει προ πολλού το ναυτικόν του τόπου των, και είχεν εξανδραποδίσει όλον τον λαόν. Κλήρος και μοίρα και προορισμός των δύο αδελφών, όπως και τόσων άλλων, ήτο να θαλασσώνουν, να παραδέρνουν, να βασανίζωνται χειμώνα καιρόν με την ψυχήν στα δόντια, να «θανατούνται όλην την ημέραν, ως πρόβατα σφαγής». Τέλος… εσώθηκαν τα βάσανά του. Μίαν νύκτα, την προτελευταίαν του Νοεμβρίου, ημέραν του φεγγαριού, οπού ήτο φοβερά ταραχή και τρικυμία… και το μεν πρώτον κύμα εσάλευσεν εκ βάθρων, δηλ. εκ της τρόπιδος, την βάρκαν, το δεύτερον κύμα την εγέμισε νερά, διά να πλέη ίσα με την επιφάνειαν της θαλάσσης, το δε τρίτον κύμα, το σφοδρότερον, την εσπλαγχνίσθη, και της έδωκεν τον τελειωτικόν κτύπον, την κατεπόντισε.

*
* *

Δεν απείχε μίλια από την στεριάν το μέρος όπου κατεποντίσθησαν. Ο Γιάννης ήτο δεινός κολυμβητής. Με το υποκάμισον και με την «σκελέαν» έπλευσεν, έπλευσε, κ᾿ έφθασεν εις τους βράχους του γιαλού, εις μίαν απότομον ακτήν της Αγυιάς. Εκτύπησεν, εμωλωπίσθη, επρήσθη, και μισοπνιγμένος, παγωμένος, επάτησεν επί της ξηράς. Ήτο λυκαυγές ήδη. Αφού εβυθίσθη η βάρκα, ύστερον ήρχισε να γλυκοχαράζη ο ουρανός, διά να «μετανοήση όποιος επνίγη», ή ίσως, διά να φωτισθούν τα ναυάγια. Ο Γιάννης εκοίταξε παντού, δεξιά, αριστερά, προς τα άνω, προς τα κάτω· δεν είδε πουθενά καλύβην, ούτε άνθρωπον. Μισοπαγωμένος, ζαλισμένος όπως ήτον, ως αλλόκοτον όνειρον αισθανόμενος την ζωήν, μη βλέπων αλλού που δρόμον ούτε μονοπάτι, ήρχισε ν᾿ αναρριχάται την κρημνώδη ακτήν. Εγλίστρα, επιάνετο μανιωδώς από τους θάμνους, έπιπτεν, εσηκώνετο. Τέλος έφθασεν εις την κορυφήν της ακτής. Οι άνθρωποι, όσοι είδαν ύστερον τα ίχνη του, διά να πιστεύσουν οφθαλμοφανώς εις την απεγνωσμένην αναρρίχησίν του, έκαμναν τον σταυρόν των. Εις δε νεαρός διδάσκαλος του γείτονος χωρίου, συγκινηθείς, έκλαιε μετά λυγμών. Ο ίδιος ο σωθείς ναυτίλος έβλεπε τα ίχνη του ιδίου εαυτού του και δεν επίστευεν.
Εύρε φιλανθρώπους βοσκούς και ξενίαν πρόθυμον εις την καλύβην των. Τον έθαλψαν, τον ανεζωογόνησαν, του έδωκαν μίαν κάπαν και βλαχόκαλτσες και τσαρούχια. Οι καλοί άνθρωποι έψαξαν εις όλους τους γείτονας αιγιαλούς, μήπως εύρωσι πτώμα ναυαγού ή ναυάγιον, ή άνθρωπον ζώντα ακόμη. Πουθενά τίποτε. Ο έμπορος του φορτίου, ο κυρ Στάθης ο πραματευτής, «ούτε ήτον, ούτ᾿ εφάνη». Ο αδελφός του Γιάννη, ο Κώστας, ήτο καλός ναύτης, σχεδόν όσον και ο αδελφός του, κ᾿ εκολύμβα εξ ίσου καλά. Πώς δεν εφάνη; Κατά πού έβαλε πλώρην τάχα; Όπως και αν έχη, αν τυχόν επνίγη, κ᾿ εσώθη αυτός (διελογίζετο ακουσίως, θρηνών μέσα του, ο Γιάννης ο διασωθείς) η θάλασσα φαίνεται να έκαμεν επιεικώς καλήν κρίσιν την φοράν αυτήν· διότι αυτός είχε γυναίκα και πέντε ή εξ παιδιά, κ᾿ εκείνος δεν είχε «κανένα στον κόσμον!» Τον συλλογισμόν δε τούτον έκαμαν μεγαλοφώνως πλέον ή χίλιοι άνθρωποι, ύστερον, όσοι ήκουσαν το δράμα, κ᾿ εγνώριζον τας περιστάσεις των προσώπων.

*
* *
Όταν, μετά εννέα ή δέκα ημέρας, επέστρεψεν ο ναυαγός εις την πατρίδα του, και απήλαυσεν, ως «υστερόποτμος», οιονεί από τον άλλον κόσμον ερχόμενος, το θάλπος της πτωχικής του εστίας, την ιδίαν ημέραν, προς εσπέραν, πράγμα οπωσούν παράδοξον συνέβη.
Οδοιπόροι διαβάται, από τους αγρούς επανερχόμενοι, περνώντες την μακράν άμμον, πέραν του δυτικού ναυπηγείου, και κάτω από τον περίβολον του Κοιμητηρίου της πολίχνης, είδαν νεκρόν πνιγμένον, πτώμα φουσκωμένον, μισοσφιγμένον από την άλμην, και όχι πολύ οδωδός. Ποίος ήτο; Ξένος τις, άγνωστος; Όχι. Ήτο πατριώτης, γνωστός· όλοι οι ιδόντες τον ανεγνώρισαν. Ήτον ο Κωσταντής, υιός του Σταματάκη, από τον Επάνω Μαχαλάν.
Επήγαν και είπαν την είδησιν εις τους αδελφούς του· εις τον Γιάννην, τον μόλις ανασωθέντα ναυαγόν, κ᾿ εις τον νεώτερον Γιώργην τον εσχάτως παλιννοστήσαντα εκ της Αμερικής. Οι άνθρωποι έτρεξαν, τον ανεγνώρισαν, τον έκλαυσαν. Έκειτο επί του ρηχού αιγιαλού, σιμά εις τους χαμηλούς βράχους της ακτής· οι πόδες του είχον αναπαυθή επί της άμμου, η κεφαλή και το στήθος του ελικνίζοντο ακόμη εις το κύμα. Έστειλαν είδησιν εις τας αρχάς, πριν τον θίξουν, παρήγγειλαν εις τους οικείους των να φέρωσι σινδόνια και φορέματα διά να συστείλωσι τον νεκρόν.
Τέλος ήλθαν ο Νωματάρχης της αστυνομίας, κι ο Ειρηνοδίκης του πάλαι ποτέ ειρηνοδικείου. Και πλήθος περιέργων, ή και ενδιαφερομένων ηκολούθησε τους εν τέλει. Τότε ήρχισεν έκαστος να εκφέρη τας εικασίας του. Μήπως ο Γιάννης ο αδελφός του είχε φέρει τον νεκρόν μαζί του, όταν έφθασε χθες πρωί, με το βαποράκι τον «Καφηρέα», και τον είχε ρίψει λάθρα εκεί εις τον αιγιαλόν; Πρώτη άτοπος υπόθεσις. Δευτέρα πιθανή υποψία· κάποιος ναυβάτης, αλιεύς ή πορθμεύς, με πέραμα ή με βάρκαν, κάποια ψαροπούλα ή τράτα, θα εύρεν ίσως τον πνιγμένον πλέοντα εις το πέλαγος, μίλια μακράν, τον ώκτειρε, και ηθέλησε να τον φέρη έως εδώ, διά να τύχη χριστιανικής ταφής ο ατυχής ποντοπόρος. Και αφού τον έφερεν έως εδώ, τον άφησε σιμά εις τον γιαλόν, έκθετον. Ιδού και νεκρός έκθετος, ως να έλεγέ τις, βρέφος νόθον διά τον άλλον κόσμον.
Και διατί να λάβη τον κόπον να τον φέρη έως εδώ, κ᾿ ύστερα να τον αφήση λαθραίως και να φύγη; Τί είδους λαθρεμπόριον ήτον αυτό; Προφανώς, κατά την συλλογιστικήν μέθοδον των ούτω σκεπτομένων, διότι εφοβείτο μην εύρη ο άνθρωπος τον μπελά του με τας αρχάς και εξουσίας που έχομεν εις τον τόπον αυτόν· «Έλα δω, βρε. Και πού τον ηύρες αυτόν; Και πώς τον έφερες εδώ; Και τί ξέρεις να μας πης; Και από τί θάνατον πάει; Και εις ποίον μέρος τον είδες, ακριβώς; Δεν ηύρες άλλο τίποτε; Και μην τον έψαξες; Τί ηύρες επάνω του; Δεν είδες άλλον άνθρωπον εκεί κοντά; Μήπως τον εσκότωσε κανείς; Άλλο τίποτε ξέρεις;… Μα πώς τον έφερες εδώ, επί τέλους;» Όλαι αι αλλεπάλληλοι ερωτήσεις θα εφαίνοντο να κρύπτουν περίπου την ενδόμυχον σκέψιν· «Μην τον εσκότωσες, ή μην τον έπνιξες;… και τώρα μας τον εκουβάλησες εδώ διά να βγης λάδι;… Κοίταξε καλά. Μη θαρρής πως θα μας γελάσης. Όλοι Ρωμιοί είμαστε», κτλ.

*
* *

Η απορία δεν ελύθη. Όλοι οι πονηρευόμενοι δεν επείσθησαν. Το γνησιώτερον μέρος του απλού λαού επίστευσεν εις το θαύμα. «Καλός άνθρωπος ήτον. Μέγα πράγμα δεν εζήτησε. Καθώς επνίγετο, παρεκάλεσε μόνον την Μητέρα του Θεού να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της πατρίδος του, και να μην επιτρέψη να τον φαν τα ψάρια. Κ᾿ η Παναγία, η θαματουργιά, οπού αντίκρυζεν ο πνιγμένος το παλαιόν μοναστηράκι της, και τον βαθυπράσινον λόφον με τα πεύκα τα γιγαντιαία όπου την εύρόν ποτε επί αιώρας, να λικνίζεται ως αθώα παιδίσκη, του παρεχώρησε το ταπεινόν αίτημά του».
Ο άνθρωπος αφήκε την τελευταίαν πνοήν υπό το κύμα, όπου εβυθίσθη κατ᾿ αρχάς, είτα το νεκρόν σώμα ανέδυ εις την επιφάνειαν, κ᾿ έβαλε πλώρην, καθώς είπεν ο αδελφός του, φερόμενον υπό των κυμάτων, κατά την νοτιάν· και αρμένισεν, αρμένισε πολλά μίλια εωσότου έφθασεν εις το θαλάσσιον τρίστρατον, τον πλατύν πορθμόν, τον μεταξύ του Αρτεμισίου, της Σηπιάδος άκρας του Παγασαίου κόλπου, και των Σποράδων. Εκεί εταλαντεύθη πολύ, συρόμενον πότε από τα ρεύματα, πότε ωθούμενον από τ᾿ απόγεια της ξηράς και από τας θαλασσίας αύρας, τέλος έβαλε πλώρην κατά τον λεβάντην και τον σορόκον. Διαπόντιος νεκρός, χωρίς ποτέ να γίνη υποβρύχιος. Τα κύματα ως να ώκτειρον τον ποτέ ναύτην, μαλακά μαλακά τον προέπεμπον εις τον πένθιμον δρόμον του. Τα ψάρια του αφρού επήδων τριγύρω του, εδοκίμαζον να τον πλησιάσουν, και πάλιν, ως να ηλαύνοντο από αόρατον δύναμιν, έφευγον μακράν του. Τα δελφίνια τον παρέκαμπτον ευλαβώς, αι φώκαι εκρύπτοντο εις τα υποβρύχια άντρα των, τα σκυλόψαρα υπεχώρουν εις την διάβασίν του. Ο θαλασσοπόρος νεκρός, ως να είχεν ακόμη πυξίδα και πηδάλιον εις αυτό το σκέλεθρόν του, δεν έχασε ποτέ την κατεύθυνσίν του. Διέπλευσεν ακόμη οκτώ ή δέκα μίλια, όλον το νότιον πλάτος της μικράς νήσου του, και είτα εστράφη πάλιν. Έβαλε πλώρην κατά τον βορράν, και ήρχισε να εισπλέη τον λιμένα της πατρίδος του…
Είχε διανύσει περί τα σαράντα μίλια, εις τόσας πολλάς ημέρας. Δεν ήτο ταχύς, αλλά βραδύς εις τον πλουν του. Δεν εβάδιζεν εις την χαράν του, έβαινεν εις την κηδείαν του. Και δεν ηδυνήθη να προσεγγίση εις καμμίαν μεμακρυσμένην θαλασσίαν αγκάλην, δεν επήγε να σταματήση εις κανένα απόκεντρον όρμον, εις κανένα έρημον αιγιαλόν της νήσου του. Δεν εστάθη ν᾿ αναπαυθή εις καμμίαν ύφαλον, εις καμμίαν σύρτιν ή άμμον. Επήγε κατ᾿ ευθείαν προς τον θαλάσσιον λόφον του Κοιμητηρίου εις τα δυτικά της πολίχνης, και προσωρμίσθη εις την μικράν ακτήν, κ᾿ εκεί έμεινε. Η ζωή του αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατόν του δεν ήθελε να δώση κόπον εις τους ανθρώπους. Προς τί να τον κουβαλούν εις οικίαν, εις εκκλησίαν, και να τον πομπεύουν διά της αγοράς; Αγοραίαν κηδείαν δεν ήθελεν. Ήρκει να ευρεθούν δύο χριστιανοί να τον ανεβάσουν ολίγα βήματα παραπάνω, ήρκει να σκάψουν δυο τρείς σπιθαμάς εις το χώμα να τον καλύψουν, και θα εύρισκον το έλεος εις την ψυχήν των. Αν ο παπα-Στάμος ή ο παπα-Γληόρης ή και ο πάτερ Ιωακείμ ακόμη, ο μοναχός ο περιπλανώμενος, ήρχετο να είπε το Μετά πνευμάτων, καλώς θα είχεν· άλλως ο Θεός τα ήξευρε.

*
* *

Εντούτοις, αφού μετεφέρθη ο νεκρός εντός του περιβόλου των Μνημάτων, αι αρχαί απεφάνθησαν ότι, επειδή ήτο περί δύσιν ηλίου, δεν ήτο καιρός να γίνη νεκροψία, διά να βεβαιωθή αν ήτο πράγματι πνιγμένος ο νεκρός. Όθεν έπρεπε να μείνη όλην την νύκτα άταφος μέχρι της πρωίας.
Την νύκτα, εις το καφενεδάκι του Αλέξη του Μπαρμπαδήμου μία παρέα εύθυμος συνεζήτει περί τάφων και νεκρών. Ο Ντάκης του Αγγούδη έβαλε στοίχημα με τον Τάκην του Πατάκη, αν ο πρώτος ήτο ικανός να υπάγη περί τα μεσάνυκτα εις το Νεκροταφείον, να εισέλθη ολομόναχος, και να μείνη επί μίαν ώραν εις το ύπαιθρον, πλησίον του πνιγμένου, του ατάφου νεκρού. Διότι ο άτυχος είχε, βλέπετε, μετά θάνατον την μοίραν του Αίαντος του Μαστιγοφόρου. Μετά το δράμα του θανάτου, νέον δράμα επλέκετο περί της ταφής. Ευτυχώς η παρέα ήτο από εκείνας οπού μέχρι λόγων φθάνουσιν, αλλά και δεν νοούσιν οπόση ασέβεια ενυπάρχει εις τους λόγους.
Τέλος ανέτειλεν η πρωία, κ᾿ επήγαν οι ιατροί… «Μη τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια; ή ιατροί αναστήσουσι, και εξομολογήσονταί σοι;» Μάτην διεμαρτύροντο οι οικείοι του νεκρού, ότι η αιτία του θανάτου ήτο εδώ φανερά, αυταπόδεικτος και μεμαρτυρημένη.
Μετά δύο ώρας έλαβε τέλος το ανωφελές βάσανον, και ο νεκρός απεδόθη εις την γην. Ετάφη εις την εσχάτην γωνίαν του περιβόλου, την πλησιεστέραν προς την θάλασσαν.

Μή μ' άκλαυτον, άθαπτον ιών όπιθεν καταλείπειν…
σήμα τε μοι χεύαι πολιής επί θινί θαλάσσης.


(1910)

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ω



Και τα παιχνίδια πια σκολνούν, και γύρω στα καράβια
σκορπούν τα πλήθη εδώ κι' εκεί, και νιάζουνται να φάνε
κι' ύπνο γλυκόνε να χαρούν. Μα θρήναε ο Αχιλέας
κι' είχε στο νου τ' αγαπητό συντρόφι, μηδ' ο ύπνος,
του κόσμου ο καταπονετής, τον έπιανε, μόν πάντα        5
πότε από δω πότε από κει παράδερνε γυρνώντας,
και του Πατρόκλου ανάδεβε τη λεβεντιά τη νιότη,
κι' όλα όσα τράβηξαν μαζί —τί κόπους πόσα πάθια—
με τ' άγριο κύμα του γιαλού και με στεριάς πολέμους.
Αφτά θυμούνταν κι' έχυνε πικρά και μάβρα δάκρια,
ώρες στη ράχη πλαγιαστός ή στο πλεβρό γυρμένος        10
ώρες τ' απίστομα. Άλλοτες σηκώνουνταν περπάταε
άσκοπα στ' ακρογιάλι ομπρός. Μα εφτύς το χαραμέρι
μόλις θωρούσε χρύσωνε τη θάλασσα τους άμμους,
κι' έζεβε τότες τ' άλογα στ' αμάξι, κι' από πίσω
τον Έχτορα έδενε κι' εφτύς ναν τον τραβά αρχινούσε.        15

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ψ



Σαν έτσι αφτοί βογγούσανε στο κάστρο. Μα οι Αργίτες
σαν ήρθαν στον Ελλήσποντο κι' ως στα γοργά καράβια,
γύρω όλοι οι άλλοι σκόρπισαν, στο πλοίο του ο καθένας,
μα τους δικούς του θαρρετούς ο Αχιλιάς συντρόφους
δεν άφινε να διαλυθούν, παρά τους είπε πρώτα        5
« Συντρόφοι ακούστε αγαπητοί, γοργοί μου Μυρμιδόνες,
» τ' άτια μη λύστε απ' τα λουριά, μόν έτσι λίγο ακόμα
» μ' αμάξια ας πάμε κι' άλογα να κλάψουμε μιά στάλα
» τον Πάτροκλο μας· τί πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε.
» Μα αφού κατόπι κλάματα χορτάσουμε και δάκρια,        10
» τότες εδώ ξεζέβουμε κι' όλοι ενωμένοι τρώμε.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Χ



Μέσα έτσι οι Τρώες στο καστρί σα λάφια δειλιασμένοι
να ξεδιψάσουν έπιναν και στέγνωναν τον ίδρο
γυρμένοι απάς στα τεχνικά μπροστήθια· κι' οι Αργίτες
ζύγωναν τότες με γυρτά στις πλάτες τους τ' ασπίδια.
Μα απ' όξω αφτού τον Έχτορα η περιπαίχτρα η Μοίρα        5
να μείνει στο πορτί μπροστά τον πεδουκλώνει τότες.
Τότ' είπε στου Πηλιά το γιο ο φυλαχτής Απόλλος
« Γιατί, Αχιλέα, εσύ θνητός μού τρέχεις καταπόδι
» εμένα τ' άλιωτου θεού ; Μα τί λοιπόν, ακόμα
» θεός πως είμαι δε θωράς που κυνηγάς με πείσμα;        10
» Σκοπό μαθές δε θάχεις πια να δεκατίζεις Τρώες—
» αφτοί παν τρύπωσαν—για αφτό στ' απόμακρα αλαργέβεις.
» Μα εμένα δε μπορείς, γραφτό δε σούναι να με σφάξεις.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Φ



Και πια σαν ήρθαν στου γοργού το πέρασμα ποτάμου
πούχε του Δία κάνει ο γιος, στου κυματάρη Ξάνθου,
τους κόβει εκεί, και τους μισούς στον κάμπο κυνηγούσε
κατά τη χώρα, οπούτρεχαν κατάφοβοι οι Αργίτες
τη μέρα πριν, σα μάνιαζε τ' αφέντη ο γιος Πριάμου·        5
εκεί τρεχάτοι χύθηκαν, κι' ομπρός ναν τους μπερδέψει
άπλωσε η Ήρα 'να πηχτό σκοτάδι. Οι άλλοι πάλι
σπρωχνόντουσαν προς το βαθύ αφράργυρο ποτάμι.
Και πέφτουν μέσα βάρηχα, σαλαγοσπάει το ρέμα,
οι οχτοί γύρω αντιβογγούν· και με φωνές οι Τρώες        10
κουβάρια μέσα εδώ κι' εκεί στους χόχλους κολυμπούσαν.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Υ



Έτσι στα κοίλα πλοία ομπρός τριγύρω σου οι Αργίτες,
γιε του Πηλιά, αρματώθηκαν, αχόρταγε πολέμων·
και πάλε οι Τρώες αντικρύ στο καμποβούνι απάνου.
Κι' ο Δίας λέει της Θέμιστας σε συντυχιά να κράξει
κάθε θεό στου ορθόβραχου κορφοβουνιού την άκρη.        5
Κι' αφτή τρεχάτη από παντού προστάζει χέρι χέρι
κάθε θεόνε ως στου Διός τον πύργο να κοπιάσει.
Κανένα, εξόν ο Ωκιανός, δεν έλειψε ούτε ρέμα,
ξωθιά καμιά όσες χαίρουνται χορταριασμένους βάλτους
και βρύσες και πηγές νερών κι' όσες πανώρια δάσα.
Κι' όλοι σαν ήρθαν στου Διός τον πύργο, παν καθίζουν        10
στα μαρμαρόκοφτα θρονιά που του πατέρα Δία
του τάχε κάνει ο Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Τ



Κι' η κροκοστόλιστη η Αβγή οχ τ' Ωκιανού το ρέμα
ανέβαινε να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους·
και φτάνει η Θέτη φέρνοντας απ' το θεό τα δώρα
κάτου στα πλοία. Κι' ήβρε εκεί το γιο της που πεσμένος
στα στήθια απάνου του νεκρού πικρόλαλα θρηνούσε,        5
κι' ένα σωρό συντρόφοι του μοιρολογούσαν γύρω.
Κι' αφτή στη μέση πρόβαλε, η σεβαστή του η μάννα,
που πήγε τον αγκάλιασε με συμπονιά και τούπε
« Πονάς, παιδί μου, μα άφισ' τον στο νεκρικό του στρώμα
» το μάβρο αφτό, π' απ' των θεών καταδρομή πια πήγε,
» και δέξου αφτά απ' τον Ήφαιστο τα όπλα, ξακουσμένα        10
» πανώρια, π' όμια αντρός κορμί δε ζώστηκε ως στα τώρα.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Σ



Σαν έτσι αφτοί χτυπιόντουσαν, που λες φωτιά 'χε ανάψει.
Εκεί ο γοργός Αντίλοχος ως στ' Αχιλέα φτάνει
με τα μαντάτα, κι' ήβρε τον π' ομπρός αφτού στα πλοία
στο νου ίσα ίσα αφτά 'βαζε που τούχαν τύχει κιόλας,
κι' έτσι έλεγε στενάζοντας μες στη γερή καρδιά του        5
« Ώχου, τί πάλι τσάκισαν ως στα καράβια τάχα
» οι Δαναοί, και τρέχουνε στον κάμπο αλαφιασμένοι ;
» Λες οι θεοί πως τους κακούς να μούκαναν σκοπούς τους,
» σαν που μου ξήγαε η μάννα μου και μούλεγε πως όσο
» ακόμα ζω, ένας αρχηγός τρανός των Μυρμιδόνων        10
» θ' αφίσει του ήλιου το φως από κοντάρι Τρώων;
» Ώχου, ναι ο Πάτροκλος θαρρώ θα μούπεσε στη μάχη...
» ο έρμος! μα δεν τούπα εγώ, σα σώσει απ' την κορώστρα
» φωτιά τα πλοία, δίχως πια πολέμους να γυρίσει ; »

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ρ



Κι' ένιωσε εφτύς τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας,
το πώς σκοτώθη ο Πάτροκλος στον πόλεμο απ' τους Τρώες.
Και μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς χαλκόπλιστος, και στέκει
σιμά του, θάλεγες ομπρός λαφίνα σε ζαρκάδι
χαϊδέφτρα πρωτοβύζαχτη, πριν άγνωρη από γέννα·        5
έτσι σιμά του στάθηκε ο καστανός Μενέλας
κρατώντας στο νεκρό μπροστά ασπίδα και κοντάρι,
μ' απόφαση όπιος αντικρύ του βγει ναν τον σπαράξει.
Όμως αδιάφορος κι' ο γιος δεν έμεινε του Πάνθου
άμα ο λεβέντης Πάτροκλος σκοτώθηκε, μόν πήγε        10
κοντά του εκεί και στάθηκε και του Μενέλα τούπε
« Θεόσπαρτε τ' Ατρέα γιε, Μενέλα πολεμάρχη,
» πίσω! Τα λάφυρα άσ' τα αφτού και το νεκρό παραίτα,
» γιατί απ' τους ξακουστούς βοηθούς ή Τρώες πριν κανείς μου
» με τ' όπλο δεν τον κάρφωσε μες στης σφαγής τ' ανάστα.        15
» Έτσι άφισε να δοξαστώ μες στο στρατό των Τρώων,
» μη σε βαρέσω και ξινή σου βγει η παλικαριά σου.»

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Π



Σαν έτσι αφτοί για τ' όμορφο καράβι πολεμούσαν.
Και τότες φτάνει ο Πάτροκλος μπροστά στον Αχιλέα
χύνοντας δάκρια φλογερά, σα βρύση βουρκωμένη
π' απ' ορθολίθι τα θολά κατρακυλάει νερά της.
Και σαν τον είδε ο θεϊκός τον πόνεσε Αχιλέας,        5
και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια.
« Τί κλαις σαν κόρη, Πάτροκλε, μικρούλα που της μάννας
» ζητάει, μαζί της τρέχοντας, στα χέρια ναν την πάρει,
» και την τραβά ενώ βιάζεται, κι' ως που ναν τη σηκώσει
» τη βλέπει πάντα ολόδακρη πιασμένη απ' την ποδιά της ;        10
» Έτσι τα δάκρια, Πάτροκλε, σαν κοπελούδι χύνεις.
» Μην ξέρεις τίποτα κακό για τα παιδιά ή για μένα;
» μην άκουσες εσύ καμιά πικρή είδηση απ' τη Φτία;
» Ωστόσο ζει ο Μενοίτης λεν, τ' Αχτόρου ο γιος, ακόμα,
» ζει κι' ο Πηλιάς, του Αιακού ο γιος, μες στα βουνά μας,        15
» που να κλαφτούμε, αν πέθαναν, βαριόκαρδα κι' οι διο μας.
» Μα πες τί κλαις, να ξέρουμε κι' οι διο μας, μην το κρύβεις.»        19

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ο



Μα τέλος πια σα διάβηκαν παλούκια και χαντάκι
τρεχάτοι, κι' έπεφαν πολλοί απ' Αχαιών κοντάρια,
στάθηκαν τότες κι' έμεναν εκεί κοντά στ' αμάξια
χλωμοί του φόβου, τρέμοντας· και στην κορφή της Ίδας
ξύπνησε ο Δίας άξαφνα απ' το πλεβρό της Ήρας.        5
Κι' όρθιος πηδάει, και στέκοντας τους διο στρατούς τηράζει,
τους Τρώες πούχαν νικηθεί, και πίσω τους Αργίτες
που τους βαρούσαν κι' έτρεχε ο Ποσειδός μαζύ τους.
Κι' είδε στον κάμπο κατά γης τον Έχτορα βαλμένο,
κι' οι φίλοι γύρω κάθουνταν, κι' αφτός αγκομαχούσε        10
βαριά φυσώντας, που η ψυχή λες τούβγαινε, και ξέρναε
αίμας, τι δεν τον βάρεσε ο πιο αχαμνός Αργίτης.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ξ



Εκεί νά ! ακούει, κιάς έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω,
και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο διο φτερωμένα λόγια
« Σκέψου, τί λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε.
» Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη.
» Μόν κάθου εδώ του λόγου σου κι' ήσυχος πίνε μόνος,        5
» ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη
» θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει·
» τί τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»
Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει
στέρια μιά ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα        10
στην κόχη —τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης-
και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο.
Κι' όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλιά άχαρη ξανοίγει,
τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι
που τους βαρούσαν· κι' είταν πια και το τειχί πεσμένο.        15

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Μ



Έτσι μες στα καλύβια αφτός το λαβωμένο φίλο
γιάτρεβε, του Μενοίτη ο γιος· μα οι άλλοι πολεμούσαν
Τρώες κι' Αργίτες σωρεφτοί. Μηδ' είταν ν' αμποδίσει
πια το χαντάκι, ή το φαρδύ τειχόκαστρο από πάνου
που τόφτιασαν των καραβιών ταμπούρι, και χαντάκι        5
κυκλόσκαψαν, μα των θεών δεν πρόσφεραν σφαχτάρια
που τα πολλά τους λάφυρα να σώζει και καράβια
γύρω τριγύρω· αθέλητα σα νάταν των μεγάλων
θεών χτισμένο, και για αφτό δε βάσταξε και τόσο.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Λ



Κι' απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αβγούλα
σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους·
κι' έστειλε ο Δίας στα γοργά καράβια την Αμάχη
φριχτή, που πολεμόσκιαχτρο στα χέρια της βαστούσε.
Και στάθηκε η Αμάχη ομπρός στα πλοία του Δυσσέα,
πούταν στη μέση κι' άκουγες καλά απ' τα διο τα μέρη,
δεξά απ' τα ξυλοκάλυβα του Αία, και ζερβά σου
απ' τ' Αχιλέα, πούσυραν οι διο τους τα καράβια
στις διο άκρες της απλογιαλιάς απ' αφοβιά και θάρρος·
εκεί η Αμάχη στάθηκε και σκούζει και στριγγλίζει        10
άγρια, και σ' όλων την καρδιά των Αχαιών πυρώνει
το θάρρος, για να πολεμάν κι' ακούραστοι να σφάζουν.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Κ



Κι' οι άλλοι στρατηγοί κοντά στα πλοία, καρωμένοι
από βαθύ ύπνο μαλακό, ολονυχτύς κοιμούνταν·
μα πού τ' Ατρέα ο άξιος γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους,
να κλείσει μάτι που πολλές τον μαρτυρέβανε έγνιες !
Πώς ρήχνει αστραπομπούμπουνα ο βροντολάλος άντρας        5
της Ήρας, φτιάνοντας βροχή και δυνατό χαλάζι,
ή χιόνι όταν οι εξοχές τριγύρω ασπρολογάνε,
ή κάπου στόμα αρπαχτικό φαρμακερού πολέμου·
Ετσι πυκνά του στέναζαν τα στήθια απ' της καρδιάς του
το βάθος, και τα σπλάχνα εντός τού θέριζε η τρομάρα.        10
Το μάτι εκεί σαν έρηχνε στους Τρωικούς τους κάμπους,
σάστιζε πόσες έκαιγαν φωτιές ομπρός στο κάστρο,
τί αβλοί π' αχούσαν κι' όργανα, τί λαλητός αθρώπων·
μα πάλε όταν τα πλοία του και το στρατό θωρούσε,
15· τρίχες και τρίχες σύριζα τραβούσε οχ το κεφάλι
προς τα ουράνια κι' έκλαιγε βαριά η πικρή ψυχή του.
Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του·
πρώτα να πάει στο Νέστορα πριν άλλους κράξει αρχόντους,
μην κατεβάσει ωφέλιμη καμιά βουλή μαζί του
π' ολόκληρο απ' τη συφορά το στράτεμα να σώσει.        20

Όμηρος: Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/φ



Τότες στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα
τῆς Πηνελόπης, τῆς καλῆς τοῦ Ἰκάριου θυγατέρας,
τόξο καὶ σίδερα σταχτιὰ νὰ βάλη στοὺς μνηστῆρες
ἀγώνα καὶ σφαγῆς ἀρχὴ μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους.
Τὴ σκάλα τοῦ θαλάμου της τὴν ἁψηλὴ κατέβη,
πῆρε ὥριο γυριστὸ κλειδὶ στὸ μαλακό της χέρι,
χαλκένιο καὶ μὲ φιλντισὶ χερούλι ταιριασμένο.
Ὡς στὸ στερνὸ τὸ θάλαμο πηγαίνει μὲ τὶς βάγιες,
ποὺ κοίτουνταν οἱ θησαυροὶ τοῦ βασιλέα κρυμμένοι,
χαλκός, χρυσάφι, σίδερο περίτεχνα ἐργασμένο.        10

Όμηρος: Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/υ



Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ θεϊκὸς στὸ πρόσπιτο πλαγιάζει,
σὲ ἀδούλευτο βοδόπετσο, μὲ ἀπάνω του στρωμένες
προβιὲς περίσσιες τῶν ἀρνιῶν ποὺ σφάζαν οἱ μνηστῆρες.
Σκέπασμα τότες τοῦ 'ριξε φλοκάτα ἡ Εὐρυνόμη.
Ἐκεῖ ἀγρυπνοῦσε, κι ὄλεθρο κρυφομελέτα ὁ νοῦς του
γιὰ τοὺς μνηστῆρες. Σύγκαιρα τοῦ παλατιοῦ οἱ κοπέλες,
ὅσες ἀγκαλιαζόντουσαν μ' ἐκείνους, βγαῖναν τώρα,
κι ἡ μιὰ τῆς ἄλλης μὲ χαρὲς καὶ γέλια συντυχαῖναν.

Όμηρος: Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/τ



Μὰ στὸ παλάτι ὁ θεϊκὸς ἀπόμεινε Ὀδυσσέας,
μὲ τὴ θεὰ ἀναδεύοντας τὸ φόνο τῶ μνηστήρων,
κι αὐτὰ τοῦ γιοῦ του μίλησε τὰ φτερωμένα λόγια·
     “Ἀνάγκη μέσα τ' ἄρματα, ὦ Τηλέμαχε, νὰ θέσης
κι ὅταν ἐκεῖνοι θέλοντας νὰ ξέρουν, σὲ ρωτᾶνε,
ἐσὺ μὲ λόγια μαλακὰ γλυκαποκοίμιζέ τους,
καὶ λέγε τους: —Ἀπ' τὸν καπνὸ τὰ πῆρα τὶ δὲν εἶναι
σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας τ' ἄφησε μισεύοντας στὴν Τροία,
μόνε ἡ ἀχνίλα τῆς φωτιᾶς τὰ θόλωσε ἀπὸ τότες.
Μὰ κι ἄλλο μεγαλύτερο βάζει στὸ νοῦ μου ὁ Δίας,        10
μὴν τύχη καὶ σὲ μάλωμα σᾶς ρίξη τὸ μεθύσι,
καὶ χτυπηθῆτε, κι ἀτιμιὰ στὴν προξενειά σας φέρτε,
γιατὶ μονάχο του τραβάει τὸ σίδερο τὸν ἄντρα.”

Όμηρος: Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/σ



Κι ἦρθε ἕνας ζήτουλας κοινός, ποὺ στοῦ Θιακιοῦ τὴ χώρα
γύρνα ζητώντας, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἀχορτασιά του·
ἔτρωγε κι ἔπινε ἄπαυα, μὰ δύναμη δὲν εἶχε
μήτ' ἀντρειοσύνη, ὅσο τρανὸς στὴν ὄψη κι ἂ φαινόταν.
Ἡ μάνα του τὸν ἔβγαλε σάνε γεννήθη Ἀρναῖο,
μὰ ὅλοι οἱ νέοι τὸν φώναζαν Ἶρο, τὶ τόνε στέλναν
κι ἔτρεχε σὰν τὴν Ἴριδα μηνύματα νὰ φέρη.
Ἀπ' τὸ παλάτι του ἦρθ' αὐτὸς τὸν Ὀδυσσέα νὰ διώξη,
καὶ τὸν κακόβριζε μ' αὐτὰ τὰ φτερωμένα λόγια.

Όμηρος: Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/ρ



Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα,
κι ὁ πολυαγαπημένος γιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα
τὰ θεόμορφά του σάνταλα στὰ πόδια του ἀποδένει,
καὶ στὴν παλάμη παίρνοντας τὸ δυνατὸ κοντάρι
στὴ χώρα γιὰ νὰ κατεβῆ, λέει τοῦ χοιροβοσκοῦ του·
     “Στὴ χώρα πάω, κυρούλη μου, γιὰ νὰ μὲ δῆ ἡ μανούλα,
τὶ δὲ θὰ πάψη νὰ θρηνῆ καὶ νὰ μοιρολογιέται
ἂ δὲ μὲ δῆ τὸν ἴδιο μου· καί, νὰ τί σοῦ προστάζω·