Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Κουτσουρέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Κουτσουρέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Κώστας Κουτσουρέλης: Μικρό γλωσσάρι για την πρακτική συνεννόηση



ΑΙΜΑ
νέφος κόκκινο αμίλητο
(Γκέοργκ Τρακλ)

ΒΡΟΧΟΣΤΑΛΙΔΕΣ
φλάουτα που αντηχούν στις φυλλωσιές
(Ράινερ Μαρία Ρίλκε)

ΓΛΑΡΟΙ
υστερόγραφα πλοίων
(Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα)

ΔΟΞΑ
ονόμα χαραγμένο στο νερό
(Τζων Κητς)

ΕΓΩ
αυτός που προχωρεί στο πλάι μου και δεν τον βλέπω
(Χουάν Ραμόν Χιμένεθ)

ΖΩΗ
τα ωραία σας μάτια ! οι λέξεις των παθών ! τα νόμιμα κρεβάτια !
(Κ. Γ. Καρυωτάκης)

ΗΛΙΟΣ
κιτρινισμένοι φοίνικες, καψαλισμένοι από τη νάρκη του καλοκαιριού
(Ντέρεκ Ουώλκοττ)

ΘΑΛΑΣΣΑ
ένας κάμπος χλωμός δίχως όνειρα
(Τζουζέπε Ουνγκαρέττι)

ΙΣΤΟΡΙΑ
πόσα χουνέρια και τι πλεκτάνες !
(Νίκος Εγγονόπουλος)

ΚΟΥΔΟΥΝΙΣΜΑ
μια γυναίκα που τινάζει τις μπούκλες της
(Τέοντορ Αντόρνο)

ΛΥΓΜΟΣ
το έχε γεια των εραστών λίγο προτού χαράξει
(Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ)

ΜΑΧΑΙΡΙ
σκληρό πουλί από πάγο
(Οκτάβιο Πας)

ΝΕΚΡΟΣ
μορφασμός που δαγκώνει τα χείλη
(Γκέοργκ Χάυμ)

ΞΗΜΕΡΩΜΑ
το φως χίλια σού σπέρνει μάτια
(Κωστής Παλαμάς)

ΟΜΠΡΕΛΕΣ
ιδιωτικοί ουρανοί
(Μιχάλης Γκανάς)

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
χειροκρότημα που ξεσπά στο παράθυρο
(Μελίχ Τσεβντέτ Άνταϋ)

ΡΟΔΙΑ
αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
(Οδυσσέας Ελύτης)

ΣΠΙΡΤΟ
ενός λεπτού μια Τροία
(Γιάννης Πατίλης)

ΤΕΡΜΑ
ένα κέρμα κάτω απ’ τη γλώσσα
(Γκύντερ Άιχ)

ΥΠΝΟΣ
κύκνος αυθόρμητος, γεμάτος δώρα
(Γιώργος Σαραντάρης)

ΦΕΓΓΑΡΙ
σκόρδο ασημί από την αγωνία
(Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα)

ΧΡΟΝΟΣ
η ηχώ του τσεκουριού στα δάση
(Φίλιπ Λάρκιν)

ΨΥΧΗ
παλιά συνταξιδιώτισσα της σάρκας
(Αδριανός)

ΩΡΑΙΟ
νά ’σαι σκελετός, νά ’σαι άμμος
(Άλμπερτ Ερενστάιν)



Πηγή

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Rainer Maria Rilke: Πώς φθίνουν έτσι ανάλαφρα...



Hinschwindende ganz leicht, eh sie vergehen,
zurückhalten mit ein wenig Wink,
aus Abschiednehmen und Nicht-Wiedersehen
ein Ding zu machen, so daß sich auf den Zehen
hinüberhebt um dem, was schon verging,
leis beizuwohnen ( : Rosen und Ideen – )

Μόναχο, 2.10.1913


***


Πώς φθίνουν έτσι ανάλαφρα, προτού χαθούν,
με μια λεπτή χειρονομία, τελευταία…
Με το Έχε Γεια και τ’ Όχι Πια ποθούν
να συμφιλιωθούν, κι όσα μοιραία
χάθηκαν ήδη, πάνε να τα βρουν
ακροπατώντας απαλά ( : το Ρόδο και η Ιδέα – )



Απόδοση στα ελληνικά:
Κώστας Κουτσουρέλης



Πρώτη δημοσίευση:
      R. M. Rilke - L. Pritzel, Κούκλες,
      Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης,
      Περισπωμένη, Αθήνα 2012




Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Octavio Paz: Κώστας




στη Νίτσα και τη Ρεία

In this monody the αuthor bewαils 
α leαrned friend, unfortunαtely 
drowned in his pαssαge from 
Chester on the Irish Seαs, 1637. 
And by occαssion foretells the ruin 
of our corrupted clergy. 

JOHN MILΤON, Lycidas (1638)


   Εγώ ήμουνα τριάντα χρονώ, ερχόμουν από την Αμερική κι αναζητούσα στις στάχτες του 1946 το αυγό του Φοίνικα,
   εσύ ήσουν είκοσι, ερχόσουν από την Ελλάδα, απ' την εξέγερση κι από την φυλακή
   βρεθήκαμε πρώτη φορά μες σ' ένα καφενείο όλο καπνό, φωνές, λογοτεχνία,
   μια εστία μικρή, που την κρατούσε ζωντανή ο ενθουσιασμός, ενάντια στην ανέχεια και την παγωνιά εκείνου του Φλεβάρη
   βρεθήκαμε και πιάσαμε κουβέντα για τον Ζαπάτα και για τ' άλογό του, για την πεπλοφόρο Δήμητρα, μια πέτρα μαύρη, μιας φοράδας κεφαλή,
   κι όταν ο νους μας πήγε στην ωραία μάγισσα απ' τη Θεσσαλία που μεταμόρφωσε τον Λούκιο σε όνο και φιλόσοφο
   κύμα βαρύ το γέλιο σου σκέπασε γύρω τις φωνές και το κουδούνισμα απ' τα κουταλάκια στα φλιτζάνια,
   ένας αχός σηκώθηκε, ένα ποδοβολητό, αίγες ασπρόμαυρες πήραν ν' αναρριχώνται βιαστικά σ' ένα τοπίο όλο καμένους λόφους,
   το διπλανό ζευγάρι έπαψε να μιλάει ψιθυριστά και απόμεινε άναυδο με αδειανό το βλέμμα
   λες κι η πραγματικότητα είχε απογυμνωθεί κι άλλο δεν έμενε παρά η βουβή τροχιά ατόμων και μορίων,
   ένα πλατάγισμα σηκώθηκε φτερών πάνω απ' το κύμα, του ήλιου μια αστραψιά πάνω στα βράχια,
   ακούσαμε το βήμα του νερού πάνω στις πλάκες τις τεφρώδεις να πλανιέται
   είδαμε στο ταμείο μια πεταλούδα να κουρνιάζει πάνω στης υπαλλήλου το κεφάλι, να ξεδιπλώνει τα ολοφλόγινα φτερά της και να σκορπάει σ' ανταύγειες
   αγγίξαμε τις σκέψεις που σκεπτόμασταν, τις λέξεις είδαμε που είχαμε στο στόμα,
   ώσπου και πάλι αρχίσανε τα κουταλάκια να χτυπούν, δυνάμωσε της θάλασσας ο βόγκος, το πηγαινέλα των ανθρώπων
   όμως εσύ στεκόσουνα στο φρύδι του γκρεμού, ένα πλατύ χαμόγελο εμπρός σου ο κόλπος,
   κι εκεί ψηλά το φως κι ο άνεμος μαζί, σε ειρήνη: η ίδια η Ψυχή να πνέει στο μέτωπό σου.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2015

Novalis: Ύμνοι στη νύχτα




1.

Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως — με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο. Σαν της ζωής την ψυχή την εσώτατη ο μέγας κόσμος των αστερισμών ανασαίνει το φως, κολυμβητής που χορεύει στη γαλάζια ροή του. Εκείνο ανασαίνει ο στιλπνός, πάντα ασάλευτος βράχος, το λεπτό φυτό που θηλάζει τη γη, του ανήμερου ζώου η αλκή. Μα προπαντός ο εξαίσιος ξένος με τα βαθύγνωμα μάτια και τ' ανάλαφρο βήμα, με τ' αβρά, τονισμένα του χείλη. Σαν ηγεμόνας της επίγειας φύσης το φως καλεί κάθε δύναμη σε τροπές αναρίθμητες, συνάπτει και λύει συμμαχίες αμέτρητες, χαράζει την ουράνια εικόνα του σε κάθε πλάσμα της γης. Μονάχα η παρουσία του αποκαλύπτει το θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Όμως αλλού στρέφομαι τώρα, προς την απόκρυφη, την ανείπωτη Νύχτα. Μακριά κείται ο κόσμος, σε κρύπτη βαθιά βυθισμένος. Έρμη και μόνη η σκοπιά του. Στις όχθες του στήθους βαθιά μελαγχολία φωλιάζει. Σε στάλες δροσιάς ζητώ να βουλιάξω και με τη στάχτη ζητώ να ενωθώ. Αποστάσεις της μνήμης, της νεότητας πόθοι, της παιδικής ηλικίας μου όνειρα, της ζωής μου όλης χαρές βιαστικές και μάταιες ελπίδες φθάνουν με ρούχα φαιά, ομίχλη εσπερινή μετά την δύση του ήλιου. Σε χώρους τώρα άλλους το φως τα εύθυμα σκηνώματά του υψώνει. Πότε η ώρα του γυρισμού θα σημάνει, ως πότε θα προσμένουν οι πιστοί του ν' ανατείλει ξανά;

Τι νά 'ν' αυτό που σαν προαίσθημα βαθύ πηγάζει ξάφνου απ' την καρδιά και σαρώνει τους ανέμους της θλίψης; Να βρίσκεις σε μας και συ μια χαρά, κατασκότεινη Νύχτα; Τι κάτω απ' τα πέπλα σου κρύβεις, που αθέατο μες στην ψυχή μου βίαια βαδίζει; Από τα χέρια σου σταλάζει γλυκό της παπαρούνας το βάλσαμο. Τα βαριά φτερά της ψυχής μετέωρα κρατάς. Mαύρο ανείπωτο ρίγος μ' αγγίζει. Ένα πρόσωπο αυστηρό τώρα κοιτώ που πράο και κατανυκτικό τείνει σε μένα, που κάτω απ' των βοστρύχων τα βρόχια μού δείχνει της μητέρας την αγαπημένη νεότητα. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως, πόσο ευλογημένος και φαιδρός της μέρας ο αποχωρισμός. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η Νύχτα σ' αποστερεί από ακολούθους, σπέρνεις στων χώρων την άβυσσο τις φλόγινες σφαίρες σου, την δύναμή σου κηρύσσοντας, την επιστροφή σου εξαγγέλλεις, την ώρα ετούτη της δικής σου απουσίας. Πιο ουράνια κι απ' τα περίλαμπρα αστέρια μάς φαίνονται τώρα τ' άπειρα μάτια που εντός μας η νύχτα ανοίγει. Μακρύτερα βλέπουν κι από κείνων τις ωχρές στρατιές τις αμέτρητες, δίχως νά 'χουν ανάγκη το φως κοιτούν μες απ' τα βάθη μιας ψυχής στοργικής. Τόπους μακρινούς κατακλύζουν με ηδυπάθεια βουβή. Της άνασσας έπαθλο, της μάντισσας κόσμων ιερών, της τροφού του μακάριου έρωτα — εκείνη εσένα μου στέλνει, αβρή αγαπημένη, γλυκύτατε ήλιε της νύχτας. Φθίνει τώρα, χάνεται η μέρα και σ' ορίζω ξανά. Εσένα, που τη Νύχτα μέσα μου ανήγγειλες, που μ' όψη ανθρώπινη μ' έπλασες. Στείλε την θεία σου πνοή στο κορμί μου, για να ενωθώ στους αιθέρες μαζί σου — και κράτα εσύ παντοτινή, του υμέναιου ετούτου την πρώτη μας νύχτα.