Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Πολέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Πολέμης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Θεόκριτος: Φαρμακεύτριαι




ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ

ΕΙΔΥΛΛΙΑ

II. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΑΙ

Μετάφραση Ι. Πολέμη

    Πᾷ μοι ταὶ δάφναι; Φέρε, Θεστυλί. Πᾷ δὲ τὰ φίλτρα;
Στέψον τὰν κελέβαν φοινικέῳ οἰὸς ἀώτῳ,
ὡς τὸν ἐμὶν βαρὺν εὖντα φίλον καταδήσομαι ἄνδρα,
ὅς μοι δωδεκαταῖος ἀφ᾽ ὧ τάλας οὐδὲ ποθίκει,

Θεόκριτος: Κηριοκλέπτης



ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ

ΕΙΔΥΛΛΙΑ

XIX. ΚΗΡΙΟΚΛΕΠΤΗΣ

Μετάφραση Ι. Πολέμη

    Τὸν κλέπταν ποτ᾽ Ἔρωτα κακὰ κέντασε μέλισσα
κηρίον ἐκ σίμβλων συλεύμενον, ἄκρα δὲ χειρῶν
δάκτυλα πάνθ᾽ ὑπένυξεν. Ὁ δ᾽ ἄλγεε, καὶ χέρ᾽ ἐφύση,
καὶ τὰν γᾶν ἐπάταξε, καὶ ἅλατα, ταῖ δ᾽ Ἀφροδίται
Εκέντρωσε μιά μέλισσα τον έρωτα τον κλέφτη
όταν της έκλεβε κερί μέσ' από την κυψέλη,
κι όλα του τ' ακροδάχτυλα τα βρήκε το κεντρί της.
Κι αυτός πονούσε ο δύστυχος κ' εφύσαγε τα χέρια
κ' εχτύπαγε τα πόδια του πηδώντας απ' τον πόνο·
κ' έτρεξε στη μητέρα του την ώμορφη Αφροδίτη
5δεῖξεν τὰν ὀδύναν, καὶ μέμφετο, ὅττι γε τυτθὸν
θηρίον ἐντὶ μέλισσα καὶ ἁλίκα τραύματα ποιεῖ.
Χἀ μάτηρ γελάσασα· "Τὺ δ᾽ οὐκ ἴσσον ἐσσὶ μελίσσαις;
χὠ τυτθὸς μὲν ἐης, τὰ δὲ τραύματα ἁλίκα ποιεῖς.”
κ' έδειξε τα χεράκια του και της παραπονέθη
πώς είν' η μέλισσα μικρή κι όμως σκληρά πληγώνει.
Κ' εγέλασ' η μητέρα του και στράφηκε και τούπε:
Γιατί απορείς; μήπως και συ της μέλισσας δε μοιάζεις;
Έτσι μικρός είσαι και συ κ' έτσι σκληρά πληγώνεις.


Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Ιωάννης Πολέμης: Χαμένα χρόνια



Αχ! και να γύριζαν, να 'ρχονταν πίσω
τα χρόνια που έζησα πριν σ' αγαπήσω!
Χρόνια αμνημόνευτα σα να 'ταν ξένα
τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.
Ποτάμι που 'τρεξε μες σε λιθάρια
και δεν επότισε μηδέ χορτάρια,
κι η γη το ρούφηξε στ' άφωτα βάθη
κι ως και το χνάρι του για πάντα 'χάθει.

Αχ! και να γύριζαν να διπλοζήσω
αγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσω
Και να 'σαι η πρώτη μου, εσύ η στερνή μου
από τη γέννα μου, ως τη θανή μου

Μισή σου χάρισα ζωή μονάχα!
Ζωές αμέτρητες ήθελα να 'χα,
έτσι όπως πρέπει σου να σ' αγαπήσω...
Αχ! και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!


Πηγή

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Ιωάννης Πολέμης: Άγνωστος



Οὔτε μὲ γνωρίζεις, οὔτε σὲ γνωρίζω,
ποῦ καὶ ποῦ μοῦ ῥίχνεις μιὰ ματιὰ γοργή,
κι' ὅμως σἄν μὲ βλέπῃς κἄποτε νομίζω
πῶς δὲν μᾶς χωρίζει τίποτε 'ςτὴ γῆ.

Ἄν σοῦ'πῶ πῶς ἔρως τὴν καρδιά μου καίει,
δὲν θὰ τὸ πιστεύσῃς ὅπως κι' ἄν σ'τὸ 'πῶ,
κι' ὅμως, δὲν εἰξεύρω, κἄτι τι μοῦ λέει,
−κ' ἴσως εἶν' ἀλήθεια−ὅτι σ' ἀγαπῶ.

Οὔτε σὲ γνωρίζω, οὔτε μὲ γνωρίζεις,
ὅμως σἄν διαβαίνῃς κ' ἔτσι μὲ θωρεῖς,
δίχως νὰ τὸ ξέρῃς κἄτι μοῦ χαρίζεις,
δίχως νὰ τὸ ξέρω κἄτι μ' ἀφαιρεῖς.


Πηγή

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Θεόκριτος: Ηλακάτη



Γλαυκᾶς, ὦ φιλέριθ᾽ ἀλακάτα, δῶρον Ἀθανάας
γυναιξίν, νόος οἰκωφελίας αἷσιν ἐπάβολος,
θαρσεῦσ᾽ ἄμμιν ὑμάρτη πόλιν ἐς Νείλεω ἀγλαάν,
ὅππᾳ Κύπριδος ἱρὸν καλάμω χλωρὸν ὑπ᾽ ἀπαλῶ.

[5] Τυίδε γὰρ πλόον εὐάνεμον αἰτήμεθα πὰρ Διός,
ὅππως ξεῖνον ἐμὸν τέρψομ᾽ ἰδών, κἀντιφιλήσομαι,
Νικίαν, Χαρίτων ἱμεροφώνων ἱερὸν φυτόν,
καὶ σέ, τὰν ἐλέφαντος πολυμόχθω γεγενημέναν,
δῶρον Νικιάας εἰς ἀλόχω χέῤῥας ὀπάσσομεν,

[10] σὺν τᾷ πολλὰ μὲν ἔργ᾽ ἐκτελέσεις, ἀνδρεΐοις πέπλοις,
πολλὰ δ᾽ οἷα γυναῖκες φορέοισ᾽ ὑδάτινα βράκη.
Δὶς γὰρ ματέρες ἀρνῶν μαλακοῖς ἐν βοτάνᾳ πόκοις
πέξαιντ᾽ αὐτοενεί, Θευγενίδος γ᾽ ἕννεκ᾽ ἐϋσφύρω·
οὕτως ἀνυσιεργός, φιλέει δ᾽ ὅσσα σαόφρονες.

[15] Οὐ γὰρ εἰς ἀκίρας οὐδ᾽ ἐς ἀέργῳ κεν ἐβολλόμαν
ὀπάσαι σὲ δόμοις, ἀμμετέρας ἔοισαν ἀπὸ χθονός.
Καὶ γάρ σοι πατρίς, ἃν ὡξ Ἐφύρας κτίσσε ποτ᾽ Ἀρχίας
νάσω Τρινακρίας μυελόν, ἀνδρῶν δοκίμων πόλιν.
Νῦν μὰν οἶκον ἔχοισ᾽ ἀνέρος, ὃς πόλλ᾽ ἐδάη σοφὰ

[20] ἀνθρώποισι νόσοις φάρμακα λυγραῖς ἀπαλαλκέμεν,
οἰκήσεις κατὰ Μίλλατον ἐραννὰν μετ᾽ Ἰαόνων.
ὡς εὐαλάκατος Θευγενὶς ἐν δαμότισιν πέλῃ,
καί οἱ μνᾶστιν ἀεὶ τῶ φιλαοίδω παρέχῃς ξένω.

Κεῖνο γάρ τις ἐρεῖ τὦπος ἰδών σ᾽· “Ἦ μεγάλα χάρις
[25] δώρῳ ξὺν ὀλίγῳ, πάντα δὲ τιματὰ τὰ πὰρ φίλω.”


***


Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες
η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη,
έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως
πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια.

Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση,
το φίλο το Νικία μου να 'δω και να φιλήσω,
που οί χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει,
και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι,
εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο,

να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα
και νήματα για διάφανα φορέματα γυναίκεια.
Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια
κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους
πάντα το χρόνο δυό φορές· τ' είνε καλή δουλεύτρα
κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες.

Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες
μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακαμάτρας σπίτι,
γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα
την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας
πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς , της Σικελίας καμάρι.
Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι

που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες·
αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης
έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο τ' αδράχτι
και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της
εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο.
Όποιος σε 'δη στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια,
μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο.

Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι.


Απόδοση στα νέα ελληνικά:
Ιωάννης Πολέμης


Πηγή

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ιωάννης Πολέμης: Ο χρυσός και το μάρμαρο



Λέγει ο χρυσός στο μάρμαρο :
- Στα πέρατα του κόσμου
ποιος ήλιος λάμπει ωσάν εμέ, ποιο φως έχει το φως μου;
Εγώ τον κόσμο κυβερνώ, την ευτυχία υφαίνω,
ποδοπατώ την εμορφιά, την ασχημιά ομορφαίνω.
Εγώ οδηγώ στα σκοτεινά του κλέφτη μου το χέρι,
εγώ ακονίζω του φονιά το δίκοπο μαχαίρι.
Εγώ αγοράζω την τιμή και την πουλώ στο δρόμο,
εγώ νικώ την αρετή, καταπατώ τον νόμο.
Περίσσες είν΄ οι χάρες μου, κ΄ η δύναμή μου μόνη
κρεμνίζει θρόνους απ΄ εδώ, θρόνους εκεί στηλώνει...
Εσύ τι κάνεις, μάρμαρο;
Και τ΄ απαντάει εκείνο :
- Εγώ σε τάφου σκοτεινιά την δύναμή σου κλείνω.


Ημερολόγιον Σκόκου, τόμος 15 (1900), σελίδα 86


Πηγή