Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιλτιάδης Μαλακάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιλτιάδης Μαλακάσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Μιλτιάδης Μαλακάσης: Ὁ Τάκη-Πλούμας



Στὰ παιδικά μου χρόνια, ὁ πιὸ μεγάλος
Ἀξάδερφός μου μ᾿ ἔπαιρνε μαζὶ
Στὰ πανηγύρια, ποὺ ἤτανε, παρ᾿ ἄλλος,
Πρῶτος στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὴν ὁρμή.

Τί ὡραῖος! τὸν θυμοῦμαι, ἀστροβολοῦσε
Καβάλα στὸ φαρί του, βυσσινιὰ
Φέρμελη χρυσοκέντητη ἐφοροῦσε,
Γιουρντάνια ἀπὸ βενέτικα φλουριά.

Τοῦ Καπετὰν πασᾶ φόραε τὴν πάλα
Καὶ τὸ χαρμπὶ τοῦ Μπότσαρη, καὶ δυό,
Στῆς σέλας του δεξόζερβα τὴ σπάλα
Πιστόλια ἀπὸ τ᾿ Ἀλῆ τὸ θησαυρό.

Φουστανελίτσα φόραε ζυγιασμένη
Καὶ κάλτσες καὶ τσαρούχια φουντωτά,
Παραγγελιὰ ἀπ᾿ τὰ Γιάννενα φερμένη,
Γαντζούδια πρεβεζάνικα ἀσημιά.

Ἔτσι σιαγμένος κ᾿ ἔχοντας στὸν ὦμο
Τὸ καριοφίλι, χαίτη καὶ λουριὰ
Στὸ χέρι του, ἐλαμπάδιζε τὸ δρόμο,
Χυμώντας ἀπ᾿ τὴν Πύλη τὴν πλατειά.

Κι᾿ ἐγώ, λίγο ξωπίσω του, ὅλο θάμπος,
Στὸ γρήγορο ἀλογάκι μου κι᾿ ἐγώ.
Δυνόμουν νὰ τὸν φτάνω, κι᾿ ἤμουν σάμπως
Νἄχα φτερά, κορμάκι ἀερινό.

Κι᾿ ὡς τρέχαμε, θυμᾶμαι, τὰ κλεισμένα
Στὸ τουνεζὶ φεσάκι του σγουρά,
Σκόρπια τριγύρα, φέγγανε, σὰν ἕνα
Γνεφάκι ἀπ᾿ ἀναμμένη ἀθημωνιά.

Κι᾿ ὡς πύρωνεν ἀκόμα στὴ φευγάλα
Τρικυμισμένος κι᾿ ὅλος μὲς στὸ φῶς,
Χρυσόχυτος μοῦ ἐφάνταζε καβάλα,
Σὰν τὸν Ἅη-Γιώργη, λίγο πιὸ μικρός.

Ὢ τὸ λεβέντη τοῦ Μεσολογγιοῦ μας,
Τὸν ἥλιο τῆς αὐγούλας μου ζωῆς!
Καὶ νὰ μετρῶ καὶ νἆναι ὁ Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μὲς στὴ γῆς...



Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Μιλτιάδης Μαλακάσης: Ὁ Μπαταριᾶς



Ἕνα Σάββατο βράδυ,
Μιὰ Κυριακὴ πρωί...
Ὁ Μπουκουβάλας ὁ μικρὸς κι ὁ Κλὴς τοῦ Τσαγκαράκη
Κι ὁ Νίκος τοῦ Βρανᾶ,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τὸ ῾ρίχναν στὸ μεράκι,
Στοῦ Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.
Κι ὡς ἤσανε ἀρχοντόπουλα κ᾿ οἱ τρεῖς, στὸ κέφι ἀπάνω,
Στέλναν γιὰ τὰ βιολιά,
Καὶ μὲς σὲ λίγο βλέπανε τὸν Κατσαρὸ τὸν Πάνο,
Καὶ πίσω τὸ Θανάση Μπαταριᾶ.
Κι ἀμέσως μὲ τὸ βιολιτζῆ καὶ μὲ τὸ λαουτέρη,
Καὶ μ᾿ ἕναν πιφιρτζῆ,
Γιὰ τὸ βιλούχι κίναγαν τοῦ Κώστα Καλιαντέρη,
Ποὺ σίγουρα τὸν εὕρισκαν ἐκεῖ.
Κι ὁ Κώστας, λαγοκοίμητος, πάντα μὲ τὴν ποδιά του,
Τοὺς δέχονταν ὀρθός,
Καὶ τὸ τραπέζι ἑτοίμαζε πρὸς τὰ᾿ ἁρμυρίκια κάτου,
Στῆς ἅπλας λιμνοθάλασσας τὸ φῶς.
Κι ὡς νὰ στρωθῇ καὶ νὰ σιαχτῇ, καὶ νὰ συγκαιριστοῦνε
Τά ῾ργανα, σιγαλὰ
Τὰ λιανοτράγουδα ἄρχιζαν, τὰ γιαρεδάκια, ὁποῦ ῾ναι
Καθὼς τὰ προσανάμματα στὴ στιά.
Μὰ στὸ τραπέζι ὡς κάθουνταν, κι ἄνοιγεν ἡ φωνή σου,
Μεγάλε Μπαταριᾶ!
Στὸ τρίτο κρασοπότηρο, πουλιὰ τοῦ Παραδείσου
Ξυπνούσανε κι ἀηδόνια στὰ κλαδιά.
Καὶ λίγο λίγο ὡς γύριζες μὲς στὸ τραγούδι, ὢ θάμα!
Παλληκαριές, καϋμούς,
Τ᾿ ἀρματολίκι ἀνέβαζες καὶ τὴν ἀγάπη ἀντάμα,
Στ᾿ ἀστέρια, στὸ φεγγάρι, στοὺς Θεούς.
Κ᾿ ἐκεῖθε, ποὺ δὲν ἔφτανε κανένας, κ᾿ ἡ ἀνάσα
Πιάνονταν ὡς κι αὐτή,
Κ᾿ ἐκεῖθε ἀλέγρα, παίζοντας, σκαλὶ σκαλὶ τὰ μπάσα,
Κατέβαινε ἡ γαλιάντρα σου ἡ φωνή.
Κι ὅπως ἐτύχαινε συχνά, σὲ τέτοια γλέντια νά ῾ναι
Καλοκαιριοῦ χαρά,
Καὶ ὁ κόσμος ἔξω, τὰ νερὰ καὶ οἱ κάμποι νὰ εὐωδᾶνε
Κι ὅλα μαζὺ νὰ σπρώχνουν δυνατά,
Καὶ τὴν πιὸ λίγο ἀνάθαρρῃ, παρέκει νὰ πατήσει,
Ν᾿ ἀκούσει καὶ νὰ δεῖ, -
Δὲν ἔμενε εἰκοσόχρονη ποὺ νὰ μὴν ξεπορτίσει,
Καὶ χήρα νιὰ στὸ δρόμο νὰ μὴ βγεῖ.
Κι ὅσες ἀκόμα, οἱ ἄπλερες, δὲ βόλιε νὰ φτερίσουν,
Σὲ μάντρες καὶ σὲ αὐλές,
Τὰ κοχυλάκια αὐτάκια τους στυλῶναν νὰ γροικήσουν,
Τὰ μάτια τους νὰ ρίξουν σαϊτιές.
Καὶ τὰ τραγούδια, ἀέρηδες δροσιᾶς μαζὺ καὶ λαύρας,
- ὁ δόλιος ὁ σεβντᾶς!
Πότε τὶς φλόγες ἔφερναν, καὶ πότε μιᾶς ἀνάβρας
Τὸ ράντισμα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.
Μὰ ἐκεῖ ποὺ πέλαγο ἡ φωνὴ σάλευε πιὰ τὰ φρένα,
Κι ὁ πλανταγμένος νοῦς,
Ποῦ πήγαινε, δὲν ἤξερε, μὲ τὰ φτερὰ χαμένα,
Σ᾿ ἀναθυμιὲς καὶ πόθους ὠκεανούς,
Καθὼς ἡ νύχτα ἐθάμπιζε, καὶ τῆς αὐγῆς ἡ χάρη
Σπίθιζ᾿ ἀντικρινά,
Ξάμωνε ὁ Μπαταριᾶς μὲ μιᾶς καὶ πέταε τὸ δοξάρι,
Μὲ τὸ στερνό του βόγκο, στὰ νερά.
Καὶ ἀσηκωμένος, γνεύοντας νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι
Καὶ σκύβοντας στοὺς τρεῖς
Νιόβγαλτους καλεστάδες του, πού ῾χανε τὸ κεφάλι
Γεμάτο ἀπὸ καπνοὺς ἀποβραδίς,
Τοὺς ἔλεγε, ξενέρωτους, πὼς δὲν ἦταν ἡ τάξη,
Πρωὶ καὶ Κυριακή,
Νὰ δοῦν παιδιὰ ποὺ τά ῾χανε μὴ βρέξει καὶ μὴ στάξει,
Μπλεγμένα στὰ βιολιὰ καὶ στὸ κρασί.
Κ᾿ ἐνῷ τοὺς ἔλεγαν αὐτά, κ᾿ οἱ γύρω παρωρίτες,
Σὰ σ᾿ ὑπνοφαντασιά,
Παίρναν τὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, οἱ ἀπανωπαζαρίτες,
Κι οἱ κάτω, τὰ ντερσέκια τὰ στενά,
Μέσα στ᾿ ἀνάφλογο τὸ φῶς, ἄρχιζαν κ᾿ οἱ καμπάνες,
Ποὺ φάνταζαν χρυσές,
Καὶ τὰ κορίτσια ἐμπαίνανε νὰ κοιμηθοῦν, κ᾿ οἱ μάνες
Ξαλλάζανε νὰ πᾶν στὶς ἐκκλησιές..


Πηγή