Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nίκος Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nίκος Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Νίκος Εγγονόπουλος: Όρθρου βαθέος



εκείνο που σ' εμένα
συγκινούσε
- και συγκινεί πάντοτε -
τους
ανθρώπους
είναι
η καταπληκτική μου ομοιότης
με τον
Aβραάμ Λίνκολν

μάλιστα σαν κάποτες ανεγέρθηκε το μπρούντζινό μου άγαλμα
σε μίαν οποιαδήποτε πλατεία του Πειραιώς
εναπόθεσαν
στα πόδια μου
σιωπηλά
κάτι
που έμοιαζε
- δεν εδιάκρινα καλά πάν' απ' το βάθρον -
σαν λείψανο
σα χάλκινο
μαγκάλι
μ' αναμμένα κάρβουνα

περίμενα να νυχτώση καλά
κι' όταν επλησίασα
να δω
διεπίστωσα
- με τι χαρά -
ότι δεν είταν τίποτ' άλλο
παρά
τα μαύρα μάτια της γυναίκας π' αγαπώ
που
ελάμπανε
μέσ' στο
σκοτάδι



(από τα Ποιήματα, B΄, Ίκαρος 1977)


Πηγή


Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Νίκος Εγγονόπουλος: Ενοικιάζεται


Αυτοπροσωπογραφία του Νίκου Εγγονόπουλου

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
παρέδωσε το πνεύμα
η ωραία αθηναία κόρη
ξαπλωμένη στα μεταξωτά χιράμια
— τα ξανθά μαλλιά ξέπλεκα γύρω στην κερένια κεφαλή —
ενώ απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
ακούγονταν
οι καμπάνες της Αγια-Σωτήρας
που βάραγαν
εσπερινό
ως την επομένη ξημέρωνε
η εορτή
του προφήτη Σαμουήλ

σ’ αυτό μέσα το δωμάτιο
συνουσιάστηκαν τα δυο φοβερά τέρατα
κι’ ευφραίνονταν
μ’ αγκομαχητά κι’ άγρια γρυλίσματα
κι’ αγριοφωνάρες
λες και βουργάροι υλοτόμοι
τα βάλανε με θεόρατα ελάτια
ή μάλλον
( κ α λ ύ τ ε ρ ο )
να εγκρεμιζόντουσαν
βουνά

μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο
η γηραιά δέσποινα
πέρασε χρόνια και χρόνια
ανίας :
κουνούσε ανεπαίσθητα τα τρεμάμενα χέρια
προσπαθώντας στο σκοτεινιασμένο
και θολό μυαλό
να ξαναφέρη εικόνας των παλαιών της μεγαλείων
ίσαμε τη μέρα
που με βηματάκια αργά
ξεκίνησε— την εξεκίνησαν —
για το γεροκομείο

μέσα εδώ εγεννηθήκαν τρία παιδιά
— γόνοι τιμίας κι’ ευυπολύπτου οικογενείας —
που χάθηκαν
— τόπο δεν έπιασε κανένας τους —
ο ένας πήγε στην Αμερική
ο  άλλος πέθανε κακήν κακώς — μπεκρής —
κι’ ο τρίτος είναι κάπου ακόμη
φαροφύλακας

εδώ — ναι εδώ μέσα : σε τούτο το δωμάτιο —
σκότωσε χέρι άτιμο εκείνο
τον παλληκαρά
«να τιμωρήση — λέει — εν τω προσώπω του την αναρχία»
κι’ έγειρ’ η λεύκα και σωριάστηκε χαμαί
και κείνη η μουντή κηλίδα
του πατώματος
κει πέρα στη γωνιά
είναι το αίμα που ποτάμι χύνονταν απ’ την πληγή
και τίποτα ποτέ
δεν είταν δυνατό
να τηνέ καθαρίση απ’ τα σανίδια

όμως αρκεί ώς εδώ : τί πάω να κάμω ;
πόσο δε θάτανε κοπιαστικό
ίσως κι’ αδύνατο
πάντως ατέλειωτο
και μάταιο ακόμη κι’ ανιαρό
να σημειώσω τώρα με τόση λεπτομέρεια
την ιστορία την ατέλειωτη
αυτού του δωματίου

(άλλοτε έμπαζαν κρεββάτια
άλλοτε τάβγαζαν
άλλοτε κει ήταν σκρίνιο
ύστερα ντουλάπα
έπειτα κασσσέλα
άλλοτε στα παράθυρα είχανε βαρειά παραπετάσματα
άλλοτε τα τζάμια έμεναν γυμνά με μόνα τα παντζούρια
σε κείνη τη γωνιά μια είχανε τα εικονίσματα
άλλες φορές παντού κρέμονταν κάντρα)

να : άνθρωποι κι’ άνθρωποι περάσανε και φύγανε
κι’ άλλοι — πολλοί— εδώ μέσα γεννηθήκαν
κι’ άλλους πάλι εδώ μέσα τους βάλανε στην κάσσα
και τί δεν άκουσαν οι τοίχοι αυτοί
φωνές οδύνης
και φωνές χαράς
είδανε και βαφτίσια
μουγκές απελπισιές
και στεφανώματα

(θα το ξεχνούσα : και πιάνο εδώ μέσα αντήχησε παίζοντας αβρά τη Romance du Mal-Aimé)

έζησα κι’ εγώ — ο γράφων — μέσ’ σε τούτο το δωμάτιο
χρόνια πολλά — φτωχά — κι’ ως πάντα
κι’ εδώ γιομάτος πάθος ασχολήθηκα
με τη ζωγραφική την ποίηση
τη γλυπτική
αλλά και τη φιλοσοφία και τον έρωτα
κι’ έμεινα ώρες καθισμένος
—  να καπνίζω  —
σε κει δα το παράθυρο
κυττάζοντας
άλλοτε τον ουρανό
κι’ άλλοτε το δρόμο

και τώρα πρέπει — φευ — κι’ εγώ να φεύγω
—  δεν αποκλείεται άλλωστε να μου μέλλονται καλύτερα —

πάλι το ενοικιάζουν το δωμάτιο

Burges, 1956



Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Nίκος Εγγονόπουλος: Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη (και του καθενός μας – άλλωστε)



                    ...δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
                          K. KABAΦH H πόλις

νταλγκαδιασμένος και βαρύς
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του

σ' αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ' αυτή θε ν' αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν κρουνηδόν

εδώ τον βασανίσαν
μόνος του
πίστεψε - φορές -
πως τη χαράν ευρήκε σπανίως

κάποτε θέλησε κι' αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι


ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ (1992)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Nίκος Εγγονόπουλος: Ο Μυστικός Ποιητής



  hommage a raveL

η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ' στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι' ακόμη κάτω απ' το τραπέζι
και πίσω απ' τα βιβλία
και μέσ' στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι της
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ' στ' άσπρα ντυμένη
κάτω απ' το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ' άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι' έλεγα να χαθώ κι' εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π' ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ' ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι' έτσι να φύγω
μακριά
απ' την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ' στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή


ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ (1938)


Πηγή

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Νίκος Εγγονόπουλος: Το γεράκι



Ἕνα γέλιο γυναικεῖο ἀκούγεται μακρυά. Μιὰ κυρία γελάει κάπου, μακριά μας,  κι ὁ ἄνεμος φέρνει τὸν ἦχο τοῦ γέλιου της μέχρις ἐδῶ.  Μέχρις ἐδῶ, σ’ αὐτὸ τὸ ἔρμο περιγιάλι, κάτω ἀπ’ τὸ μολυβὴ οὐρανό, κοντὰ στ’ ἀφρισμένα κύματα,  ὅπου στὴ στάση «τρεῖς φιλόσοφοι στ’ ἀκροθαλάσσι», ζοῦμε μέσα σὲ μιὰ καταθλιπτικὴ μοναξιά. Στὰ γυμνὰ πόδια μας φυτρώνουν, λίγο-λίγο, φτερά. Ἴσως ἐμεῖς νἄμαστε αὐτὸς ὁ θεὸς Ἑρμῆς τὸν καιρὸ τῆς νειότης του. Αὐτὴ ἡ φοβερὴ μοναξιά μας! Αὐτὴ ἡ τραγικὴ μοναξιά σας! Γιατί, δὲν χωρεῖ καμμιὰν ἀμφιβολία, εἴμαστε μόνοι, μόνοι, πάντα μόνοι, αἰώνια, βασανιστικά, μόνοι. Ὅλοι. Ὅλοι. Ἐμεῖς, ἐσεῖς, ὅλοι. Ὅμως ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος, πάλι, ποὺ δὲν τὴ δέχεται  τὴν αἰσχρὴ τούτη καταδίκη, καὶ διαμαρτύρουμαι, καὶ χτυπιέμαι, καὶ τὸ φωνάζω. Μόνον ἐγώ. Καὶ μιὰ λεπτομέρεια: ἡ κυρία δὲν γελοῦσε. Ἔκλαιγε. Μᾶς εἶχε γελάσει ὁ ἄνεμος. Ὁ ἄνεμος παρεμόρφωσε τὸν ἦχο. Στὸ μολυβὴ οὐρανὸ πετοῦν πουλιά. Μιὰ βάρκα παλεύει πάνω στ’ἀφρισμένα κύματα. Εἶναι μακρυά, ἀλλ’ ὁλονὲν πλησιάζει.


ΕΛΕΥΣΙΣ (1948)