Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νάνος Βαλαωρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νάνος Βαλαωρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Άι Γιάννη (απόσπασμα)


[...]

να σκουπίσεις αναγνώστη τον ιδρώτα τα δάκρυα που κυλάνε

απ' τα μάγουλα απ' τα μάτια εκείνων που χάσανε στην εξέγερση

τα παιδιά τους· να κλείσεις τ' αυτιά σου για λίγο στο θρήνο

στον ψίθυρο και στη διάδοση που εξογκώνει τον αριθμό των θυμάτων

τη φριχτή λεπτομέρεια τους νεκρούς στα ψυγεία τη διανομή τους

κατ' οίκον μ' απειλές και φοβέρες και μυστικότητα την παραλαβή

στις σφραγισμένες κασέλες άλλων νεκρών τη μακάβρια ατμόσφαιρα

σου δίνω δέκα λεφτά αναγνώστη να την ξεχάσεις να γεμίσεις

το νου σου με χαρούμενες σκέψεις· της ανυπόστατης διάδοσης

τη μαύρη σκιά ν' αποβάλεις· και να δεις τη φωτισμένη μεριά

το αισιόδοξο μέλλον την καλύτερη αύριο τον αριθμό των γεννήσεων

που αυξάνεται σ' αναλογία με τον αριθμό των θανάτων

τη βελτιωμένη περίθαλψη· το ψηλό μεροκάματο την ανάπτυξη

του εμπορίου τη σύσφιξη των σχέσεων με τη διεθνή αγορά

την αφθονία την ευημερία τον πλούτο την άνεση την πλήρη απασχόληση

του ανέντιμου έμπορα τη σκληρή τιμωρία

σου δίνω κι άλλα δέκα λεφτά

αναγνώστη να επιστρέψεις στης ζωής τη ρουτίνα στο γραφείο

να συντάξεις να διεκπεραιώσεις τα έγγραφα να θάψεις τον εαυτό σου

στην τρισκατάρατη λεπτομέρεια στο λάθος

κι ίσως εδώ μια σκιά

κι ίσως εκεί μια γωνιά φωτισμένη μια χαρούμενη είδηση

κομματιάζει με άπειρα τετραγωνάκια ενός πλέγματος συρματένιου

το πρόσωπο της ημέρας

[...]


ΑΝΩΝΥΜΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ (1977)

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Νάνος Βαλαωρίτης: Εις μνήμην Κόμητος Διονυσίου Σολωμού




Δεν άφησε στο διάβα του παράθυρα ο καιρός
Δεν άφησαν τριαντάφυλλα τα χέρια του στη γη
Περνούσαν τα καράβια του στ’ αρχοντικό του εμπρός.

Ο τελευταίος ανάπηρος στη χώρα μας εσύ
Ένας μεγάλος πόλεμος μάς πήρε την ψυχή σου
Τώρα στην αμασχάλη σου κοιμούνται οι κεραυνοί.

Πέντε χιλιάδες άγγελοι πλάγιασαν μαζί σου
Δεν είναι πια σαν άλλοτες ο κόσμος σταθερός
Οι στίχοι σου τους φόρεσαν εμβλήματα οι εχτροί σου.

Στο μέτωπό σου έλαμπε σαν άστρο ο στοχασμός
Δεν μπόρεσε όταν έπεσες η γης να σε δεχτεί
Κι ανάμεσά μας έγειρε την πόρτα του ο καιρός.

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2018

André Breton: L'Union libre (Ελεύθερη Ένωση)




Ma femme à la chevelure de feu de bois
Aux pensées d’éclairs de chaleur
A la taille de sablier
Ma femme à la taille de loutre entre les dents du tigre
Ma femme à la bouche de cocarde et de bouquets d’étoiles de dernière grandeur
Aux dents d’empreinte de souris blanche sur la terre blanche
A la langue d’ambre  et de verre frottés
Ma femme à la langue d’hostie poignardée
A la langue de poupée qui ouvre et ferme les yeux
A la langue de pierre incroyable
Ma femme aux cils de bâton d’écriture d’enfant
Aux sourcils de bord de nid d’hirondelle
Ma femme aux tempes d’ardoise de toit de serre
Et de buée aux vitres
Ma femme aux épaules de champagne
Et de fontaine à têtes de dauphins sous la glace
M femme aux poignets d’allumette
Ma femme aux doigts de hasard et d’as de cœur
Aux doigts de foin coupé
Ma femme aux aisselles de martre et de fênes
De nuit  de la Saint Jean
De troène et de nids de scalares
Aux bras d’écume de mer et d’écluse
Et de mélange du blé et du moulin
Ma femme aux jambes de fusée
Aux mouvements d’horlogerie et de désespoir
Ma femme aux mollets de moelle de sureau
Ma femme aux pieds d’initiales
Aux pieds de trousseaux de clefs aux pieds de calfats qui boivent
Ma femme au cou d’orge imperlé
Ma femme à la gorge de val d’or
De rendez-vous dans le lit même du torrent
Aux sens de nuit
Ma femme aux seins de taupinière marine
Ma femme aux seins de creuset du rubis
Aux seins de spectre de la rose sous la rosée
Ma femme au ventre de dépliement d’éventail des jours
Au ventre de griffe géante
Ma femme au dos d’oiseau qui fuit vertical
Au dos de vif argent
Au dos de lumière
A la nuque de pierre roulée et de craie mouillée
Et de chute d’un verre dans lequel on vient de boire
Ma femme aux hanches de nacelle
Aux hanches de lustre et de pennes de flèche
Et de tiges de plumes de paon blanc  De balance insensible
Ma femme aux fesses de grès et d’amiante
Ma femme aux fesses de dos de cygne
Ma femme aux fesses de printemps
Au sexe de glaïeul
Ma femme au sexe de placer et d’ornithorynque
Ma femme au sexe d’algue et de bonbons anciens
Ma femme au sexe de miroir
Ma femme aux yeux pleins de larmes
Aux yeux de panoplie violette et d’aiguille aimantée
Ma femme aux yeux de savane
Ma femme aux yeux d’eau pour boire en prison
Ma femme aux yeux de bois toujours sous la hache
Aux yeux de niveau d’eau de niveau d’air de terre et de feu.

***

Η γυναίκα μου με μαλλιά φωτιάς από ξύλα
Η γυναίκα μου με σκέψεις αστραπών της ζέστης
Με μέση κλεψύδρας
Η γυναίκα μου με μέση σβίδρας ανάμεσα στα δόντια της τίγρης
Η γυναίκα μου με στόμα κονκάρδας και ανθοδέσμης άστρων
μικρότερου μεγέθους
Με δόντια αποτυπώματα άσπρου ποντικιού πάνω στην άσπρη γη
Με γλώσσα κεχριμπαριού και γυαλιού τριμμένου
Με γλώσσα μαχαιρωμένου αντίδωρου
Με γλώσσα κούκλας που ανοιγοκλείνει τα μάτια της
Με γλώσσα πέτρας απίστευτης
Η γυναίκα μου με ματόκλαδα όρθιες γραμμούλες παιδικής
γραφής
Με φρύδια περίγυρου φωλιάς χελιδονιού
Η γυναίκα μου με κροτάφους σχιστόλιθου στέγης θερμοκηπίου
Κι άχνας στα παράθυρα
Η γυναίκα μου με ώμους σαμπάνιας
Και κρήνης με κεφάλια δελφινιών κάτω από τον πάγο
Η γυναίκα μου με καρπούς χεριών από σπίρτα
Η γυναίκα μου με δάχτυλα τύχης και καρδιάς άσσου κούπα
Με δάχτυλα θερισμένου σταχυού
Η γυναίκα μου με μασχάλες τριχώματος του κουναβιού και
καρπών οξιάς
Της νύχτας του Αϊ-Γιαννιού
Της αγριομυρτιάς και φωλιάς σκαλαριών
Με μπράτσα του αφρού της θάλασσας και του υδροφράγματος
Και μίγματος σταριού και μύλου
Η γυναίκα μου με γάμπες βεγγαλικού
Με κινήσεις ωρολογιακές κι απελπισίας
Η γυναίκα μου με γάμπες από μεδούλι της ακτέας
Η γυναίκα μου με πόδια αρχικά ονομάτων
Με πόδια εσμού κλειδιών με πόδια καλφάδων που πίνουν
Η γυναίκα μου με λαιμό μαργαριταριού αλεσμένου κριθαριού
Η γυναίκα μου με λαιμό χρυσής κοιλάδας
Και συναντήσεων μέσα στην ίδια την κοίτη του χειμάρρου
Με στήθια της νύχτας
Η γυναίκα μου με στήθια θαλασσινής φωλιάς του τυφλοπόντικα
Η γυναίκα μου με στήθια χοάνης για ρουμπίνια
Με στήθια φάσματος του ρόδου κάτω απ’ τη δροσιά
Η γυναίκα μου με κοιλιά βεντάλιας των ημερών όταν ξεδιπλώνεται
Με κοιλιά γιγάντιο νύχι γαμψό
Η γυναίκα μου με ράχη πουλιού που φεύγει κατακόρυφα
Με πλάτη υδραργύρου
Με πλάτη φωτός
Με σβέρκο πέτρας στρογγυλεμένης και κιμωλίας βρεμένης
Και πεσίματος του ποτηριού που μόλις ήπιαμε
Η γυναίκα μου με γοφούς μικρού πλοίου
Η γυναίκα μου με γοφούς πολυελαίου και με φτερά σαΐτας
Και με μίσχους φτερών άσπρου παγωνιού
Και ζυγαριάς ανευαίσθητης
Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόπετρα και αμίαντο
Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης του κύκνου
Η γυναίκα μου με γλουτούς της άνοιξης
Με αιδοίο γλαδιόλας
Η γυναίκα μου με αιδοίο φλέβας χρυσού κι ορνιθόρυγχου
Η γυναίκα μου με αιδοίο φύκια και καραμέλες του παλιού καιρού
Η γυναίκα μου με αιδοίο καθρέφτη
Η γυναίκα μου με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα
Με μάτια μενεξεδιάς πανοπλίας και μαγνητισμένης βελόνας
Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας
Η γυναίκα μου με μάτια νερού για να πίνεις στη φυλακή
Η γυναίκα μου με μάτια του ξύλου πάντα κάτω από τον πέλεκυ
Με μάτια στο ύψος του νερού στο ύψος του αέρα της γης και της φωτιάς


μετάφραση: Νάνος Βαλαωρίτης

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Νάνος Βαλαωρίτης: Στη διστακτική μου ερωμένη




Αν είχαμε Χρόνο και Κόσμο αρκετό μπροστά μας
Δεν θα ’ταν έγκλημα κυρά μου οι δισταγμοί σου
Θα αποφασίζαμε πού θα πηγαίναμε να περάσουμε
Την Ατέλειωτη Μέρα της Αγάπης μας
Εσύ στου Ινδού Γάγγη ποταμού την όχτη
Θα ψάρευες Ρουμπίνια. Εγώ στην άμπωτη
Του Άμπερ θα θρηνούσα. Θα σ’ αγαπούσα
Δέκα χρόνια πριν απ’ τον Κατακλυσμό.
Κι εσύ αν ήθελες θα μ’ αρνιόσουνα
Ίσαμε των Εβραίων τη Βάπτιση
Η φυτική αγάπη θα μεγάλωνε
Μεγαλύτερη από Αυτοκρατορία και πιο αργή.
Εκατό χρόνια θα πήγαιναν σ’ επαίνους
Των Ματιών σου και το Μέτωπό σου
Να θωρώ. Άλλα διακόσια να Λατρεύω
Το κάθε σου Βυζί και τριάντα
Χιλιάδες χρόνια για όλα τα υπόλοιπα.
Μια εποχή για κάθε μέρος του κορμιού σου
Και η Τελευταία Εποχή θα ’δειχνε την Καρδιά σου
Γιατί Κυρά μου μια τέτοια Θέση σου αξίζει.
Δεν θα σ’ αγαπούσα για μια φθηνότερη Τιμή
Μα πίσω από την πλάτη μου διαρκώς ακούω
Του Χρόνου το δρεπανηφόρο άρμα γρήγορα
Να καλπάζει κι απέραντη μπροστά μας
Ν’ απλώνεται η Έρημος της Αιωνιότητας.
Η ομορφιά σου ποτέ πια δεν θα ξαναγίνει
Ούτε στα μαρμάρινό σου μνήμα θ’ αντηχήσει
Το τραγούδι μου. Τότε τα σκουλήκια θα γευτούν
Την τόσο ζηλότυπα φυλαγμένη Παρθενιά σου
Κι η πολύτιμη Τιμή σου θα ’ναι σκόνη.
Κι ο δικός μου ολόκληρος ο Πόθος στάχτη.
Ο Τάφος είναι μια πολύ ωραία και ήσυχη γωνιά
Μα κανείς μέσα εκεί θαρρώ δεν αγκαλιάζει.
Τώρα λοιπόν όσο το ζωηρό χρώμα της νιότης
Ροδίζει στο δέρμα σου όπως η πρωινή δρόσος
Κι ενόσω η πρόθυμη ψυχή σου βγάζει
Από τον κάθε πόρο σου έντονες φωτιές
Ας απολαύσουμε ακόμα όσα προλάβουμε
Και τώρα αμέσως σαν όρνια ερωτικά
Ας καταβροχθίσουμε το Χρόνο Εντελώς
Ας μην αργοπορούμε στις αργές δαγκάνες του
Ας τυλίξουμε όλη τη ζωτικότητα
Και τη γλύκα μας σε μια Σφαίρα
Ο ένας τον άλλο ηδονικά σκίζοντας
Μια άγρια πάλη μες στις Σιδερένιες
Πόρτες της Ζωής. Έτσι και αν δεν καταφέρουμε
Να σταματήσει ο Ήλιος, θα τον υποτάξουμε


«ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟΝ ΑΝΕΠΙΔΟΤΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ»
(Ποιήματα 2002 – 2006)
Μετάφραση του ποιήματος: To my Coy Mistress - Andrew Marvell


***


Η Marie Wilson-Βαλαωρίτη (1922-2017), ήταν σπουδαία ζωγράφος και κεραμίστρια του κύκλου των Σουρρεαλιστών, σημαντική φίλη των Αντρέ και Ελίσας Μπρετόν, Βόλφγκανγκ Πάαλεν και πολλών άλλων ενώ συνεργάστηκε στο στούντιο με τον Πικάσο.
Ο Μπρετόν αναγνώρισε το ταλέντο της και συμπεριέλαβε τη δουλειά της σε μια έκθεση στο Παρίσι ενώ δημοσίευσε έργα της στο περιοδικό του "Surréalisme Même". Έλαβε μέρος σε μια πολύ σημαντική έκθεση για τον Σουρρεαλισμό στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, στο Κέντρο Πομπιντού, στο Παρίσι το 1991.Ένιωθε έντονα πως όταν ζωγράφιζε, μια έντονη κοσμική αρμονία η οποία εκφράζονταν μέσω της συμμετρίας, παρουσιάζονταν μέσω των έργων της στον κόσμο.

Marie Wilson-Valaoritis (1922-2017) was a painter and ceramic artist in the circle of the Surrealists, a great friend of Andre and Elisa Breton, Wolfgang Paalen and many others, having also worked in the studio of Picasso. Breton, who recognized her talent, included her in an exhibition in Paris and published her in his magazine, Surréalisme Même.
She took part in an important exhibition on Surrealism in the modern art museum at the Pompidou Centre, Paris in 1991.
She strongly felt that while working, a great cosmic harmony that is expressed in symmetry was coming through her into the world.

Έργο: Marie Wilson (USA, b. 1922-2017).
13.- The Palace of King Chaos, 1952-1954, Paris.
Oil on board (35 x 27).



Πηγή

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Νάνος Βαλαωρίτης: Εις μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμού (Άσμα για δυό φωνές)




Δεν άφησε στο διάβα του παράθυρα ο καιρός
Δεν άφησαν τριαντάφυλλα τα χέρια του στη γη
Περνούσαν τα καράβια του στ’ αρχοντικό του εμπρός.

Ο τελευταίος ανάπηρος στη χώρα μας εσύ
Ένας μεγάλος πόλεμος μάς πήρε την ψυχή σου
Τώρα στην αμασχάλη σου κοιμούνται οι κεραυνοί.

Πέντε χιλιάδες άγγελοι πλάγιασαν μαζί σου
Δεν είναι πια σαν άλλοτες ο κόσμος σταθερός
Οι στίχοι σου τους φόρεσαν εμβλήματα οι εχτροί σου.

Στο μέτωπό σου έλαμπε σαν άστρο ο στοχασμός
Δεν μπόρεσε όταν έπεσες η γης να σε δεχτεί
Κι ανάμεσά μας έγειρε την πόρτα του ο καιρός.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Νάνος Βαλαωρίτης: Ονειρώξεις




Στα νεφελώματα των Άλπεων
λες να υπάρχει η λέξη ράμφος
που συνοδεύεται από τη λέξη σ' αγαπώ
και την κρατάει από το χέρι
και νύχτα μέρα της προσφέρει
χάδια φιλιά και τρυφερότητες
που τη βγάζουν απ' το χάος
μιας ένδειας τρομερής συναισθημάτων
που επικρατεί στα πανδοχεία
των καλοκαιρινών εγκαταστάσεων
όπου αποφεύγουνε επιμελώς
να σε κοιτάξουνε στα μάτια


Ιούλιος 2003


ΣΤΟ ΥΠΟΚΥΑΝΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ (2015)


Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Νάνος Βαλαωρίτης: Τι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας μένει ακόμα…




Χάσαμε τ’ αυτοκίνητα, τα κινητά μας, τα ακίνητά μας, τα επιδόματα του Πάσχα και των Χριστουγέννων. Χάσαμε τον ύπνο μας, τη δουλειά μας, το μαγαζάκι, το καφενείο, την επιχείρηση ρούχων, παπουτσιών, την ιστορία μας, το 1821, τη Σμύρνη, τη Μικρά Ασία. Χάσαμε τα καπέλα μας, την αξιοπρέπειά μας, την μπέσα μας (Μπέσαμε μούτσος…), τις πνευματικές μας αξίες, τις αξίες στο Χρηματιστήριο, τις καρέκλες μας εποχής, στο Δημοπρατήριο, τις ντουλάπες, τους καθρέφτες.

Χάσαμε τη βυζαντινή μας ταυτότητα, ως γνήσιοι Έλληνες απόγονοι εκείνων των άλλων Ελλήνων που θαυματούργησαν χωρίς δάνεια, χωρίς θέσεις στο δημόσιο, αργομισθίες στα Δέκο, στη Λυρική σκηνή, στη Δημόσια Τηλεόραση. Χάσαμε τα αυγά και τα πασχάλια μας, τα βρακιά μας, τα εισοδήματα απ’ τους τεράστιους φόρους, τα ξενοδοχεία μας, τα πλοία τα εμπορικά, τα πλοία της γραμμής, τη φήμη μας στο εξωτερικό, τους φίλους μας, που μας άφησαν χωρίς να το αντιληφθούμε… μια νύχτα βροχερή, συννεφιασμένη.

Τι μας έμεινε;

Ο Ήλιος ο Πρώτος, ο Δεύτερος, ο Τρίτος, ο Δήμιος μιας Πράσινης σκέψης, ο Ηλιάτορας, ο νοητός, ο αυτονόητος, μας έμειναν τα νησιά με τα καφετιά τους βράχια, που ήταν ωραία κάποτε, τα νησιά, εδώ που τα γυρεύαμε, που ψάχναμε να τα βρούμε, η θάλασσα με τα γαλάζια κύματα, με τα καράβια, τα φέρι μποτ, τα ιστιοφόρα.

Μας έμεινε το φεγγάρι, αφερέγγυο και αυτό, μας έμειναν τα βουνά, τα φαράγγια, οι λίμνες, τα δάση αν δεν είχαν καεί ακόμα, οι ακρογιαλιές, οι αμμουδιές για μπάνιο, το χαρτί και το στυλό να γράφουμε τα ποίηματά μας και να τα πετάμε στο κάλαθο των αχρήστων, ποιος θα πληρώνει το χαρτί και το μελάνι, να τα δημοσιέψει.

Μας έμειναν τα ωραία κορίτσια με τα μακριά μαλλιά, και τα νέα παλικάρια, με τ’ αξούριστα γένια, άνεργοι οι περισσότεροι, μας έμειναν οι επιγραφές στις πόρτες, Ανοιχτό, Κλειστό, Σύρατε, Σπρώξτε, οι παράξενες φήμες, οι φακές, τα μακαρόνια, τα καλαμαράκια, τα σουβλάκια, τα κρασιά, για να ξεχάσουμε αυτά που χάσαμε, τις φιλενάδες μας στις ξένες χώρες, τις σπουδές μας στο εξωτερικό, και τα ηχηρά παρόμοια.

Μας έμεινε ο Όμηρος, αν έχουμε καιρό να τον διαβάσουμε, ο Καβάφης, ο Εμπειρίκος, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Καρυωτάκης, ο Καββαδίας, σας έμεινα κι εγώ, αν κάνετε έναν κόπο να με διαβάσετε.



Πηγή

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Νάνος Βαλαωρίτης: Το 'να μέσα στ' άλλο




Τα πάντα αλλάζουνε γίνονται τό ’να τ’ άλλο
Τα ξύλα γίνονται πέτρες τα δέντρα σύννεφα
Οι γυναίκες άντρες τα φύλλα θάλασσες
Τα φτερά πηγάδια τα μάτια αέρας
Τα σερτάρια μέταλλα τα λουλούδια νους
Τα γράμματα και οι γραφές γίνονται
Αναλφάβητα τ’ ωραίο γίνεται κτήνος
Τ’ αρσενικό ουδέτερο το μυστήριο φανερώνεται
Η ελπίδα τυφλώνεται όπως ο πλούτος
Τα πάντα είναι τηλεσκόπια και τίποτα δεν είναι
Σίγουρα ό,τι θα γίνει ή δε θα γίνει
Όλα είναι το ένα μέσα στ’ άλλο πέτρες
Ποτάμια τρέχουνε από τα δάχτυλά του
Οι λέξεις τους είναι τουλίπες
Η αγάπη του είναι στέρνα είναι τραπέζι
Μιά πολυθρόνα κάθεται μες στο δεξί του μάτι
Το περιβόλι του παραθυριού είναι ένα
Κοιμητήριο φύλλων η αγορά είναι παρθένα
Και η δροσιά του δειλινού μιά στραβοτιμονιά
Μιά βελόνα τεντώνει την κλωστή της ώσπου να σπάσει
Ένα πόδι μασάει την αλυσίδα του ένας χαρταετός
Γίνεται σκύλος και δαγκώνει όποιον έτυχε να περάσει
Ένα παιδί ορφανό γίνεται η μητέρα ενός άλλου
Ένας τίτλος γίνεται άπορος και παντρεύεται
Ό,τι υπάρχει ζει τα μέταλλα μέσα στη γη
Οι πέτρες μες στο χώμα απόδειξη πως μαραίνονται
Άμα τα ξεριζώσεις ο κόσμος είναι τρομερός
Δανείζει και δανείζεται αλλάζει χρώμα
Δε λέγεται πιά όπως λέγεται είναι
Τέρας χελώνα ντιβάνι καναπές μπούτι γκαζιέρα
Και μαλλί ξανθό γύρω από ένα γυναικείο φύλλο.

Νάνος Βαλαωρίτης: Ποίηση




Μάταια οι ποιητές προσπαθούν
Να γεμίσουν το κενό
Με τους στίχους
Και τις εικόνες τους.

Το κενό επανέρχεται
Πιο άδειο από πριν
Και ζητάει
Νέο γέμισμα.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Νάνος Βαλαωρίτης: [Πρώτα ήρθε και στάθηκε στην άδεια πλατεία ένα ποδήλατο...]



Πρώτα ήρθε και στάθηκε στην άδεια πλατεία ένα ποδήλατο και στεκόταν για κάμποση ώρα έτσι μόνο του, αργότερα κάθισε επάνω στο ποδήλατο ο ποδηλάτης κι επάνω στους ώμους του ποδηλάτη ένα μικρό αγοράκι και στην παλάμη του μικρού παιδιού το αλογάκι της Παναγιάς και μες στ' αλογάκι της Παναγιάς, Εγώ! Κατόπιν μαζεύτηκαν —πρώτα ένας άνθρωπος περαστικός και στάθηκε και χάζευε— αργότερα έφυγε αυτός κι ήρθε ένας άλλος που στάθηκε και θαύμαζε —κατόπιν φεύγοντας αυτός ένας τρίτος που στάθηκε και κοίταζε απορώντας σαν κουτός και δεν έβγαζε νόημα— πέρασε κι αυτός και πήγε στη δουλειά του. Αφού έφυγαν αυτοί ήρθαν οι έξυπνοι τρεις-τρεις και συζητούσαν φωναχτά ανάμεσα τους κι έλεγαν ότι δε γίνεται και δεν μπορεί να 'ναι αληθινό —ένας ποδηλάτης αγών— στέκεται μόνος του χωρίς να πέφτει στη μέση του πελάου και στα νερά επάνω και να μη βουλιάζει, αυτό είναι βλαστήμια γιατί ένας μόνο περπάτησε τα νερά και τα νερά είναι της βροχής μια σπιθαμή μονάχα και δεν είναι αρκετά για να ανθέξουν το βάρος ενός κοτζάμ ποδηλάτου με αναβάτη με καταβάτη και με παιδί στον ώμο του και με τ' άλογο της Παναγιάς και με μένα μες στ' αλογάκι τον εμπνευσμένο. Τότε παρατώντας τα οι έξυπνοι άνθρωποι ήρθαν οι σχολαστικοί και μας εξετάζανε με προσοχή. Μέτρησαν τους παλμούς των φρένων και τα λάστιχα της αλυσίδας, την απόχη και την καμπύλη, ζύγισαν τα ρούχα, έδωσαν τροφή κι ανέλυσαν τ' απορρίμματα —συμπέρασμα μηδέν, δε φτάνουν τα συναισθήματα όταν πρόκειται περί ισορροπίας, ούτε τα επιχειρήματα όταν έχουμε να κάνουμε με πρωτόκολλο. Παρατώντας τα οι σχολαστικοί ήρθαν οι αμέτοχοι, οι άγνωστοι, οι ουδέτεροι κι έριχναν δεκάρες και γέμισε ο ντενεκές τρεις φορές έως επάνω και τον αδειάσανε και τότες ξεπέζεψε ο ποδηλάτης και το αγοράκι κατέβηκε από τον ώμο του και άνοιξε το χεράκι του και πέταξε τ' αλογάκι της Παναγιάς κι έφυγε ο ποδηλάτης και το ποδήλατο κι εγώ —κι έμεινε άδεια η πλατεία ως ήταν πριν και μετά και όπως θα 'ναι πάντα.


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ : ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ



Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Νάνος Βαλαωρίτης: Κατάσταση Πολιορκίας



Πολιορκούμεθα λοιπόν
Πολιορκούμεθα από ποιον
Από σένα κι από μένα απ' τον τάδε και τον δείνα
Πολιορκούμεθα στενά
Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική
Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,
Απ' τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους
Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά
Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία
Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ' απορρυπαντικά
Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες
Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,
Τ' άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές
Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,
Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις
Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,
Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,
Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς
Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους
Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας
Κι απ' ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.