Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Δημουλά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Δημουλά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2020

Παντελής Μπουκάλας: Για την Κική Δημουλά και τον Γιάννη Δάλλα





Στο δέλτα της ποίησης, στη βιβλιοθήκη μου, η Κική Δημουλά και ο Γιάννης Δάλλας είναι πολύ κοντά, σχεδόν δίπλα δίπλα. Κι ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να τους ξεπροβοδίσουμε σε κοντινές μέρες, προς το τέλος του Φλεβάρη. Ετών 89 η Δημουλά, 96 ο Δάλλας. «Πλήρεις ημερών»; Η πείνα του καθενός για ζωή δεν κάμπτεται με τέτοια στερεότυπα. Είχα τη χαρά να γνωρίσω προσωπικά και τον Δάλλα και τη Δημουλά. Το λίγο που τους ήξερα με κάνει να πιστεύω ότι και οι δυο τους θα έλεγαν σαρκαστικά πως η «πληρότης ημερών» είναι παραμυθητικός θρύλος. Ναι, «είμαστε στιγμιαίοι», όπως συμπεραίνει η Δημουλά στον «Δημόσιο καιρό» (2014), η δίψα μας όμως για χρόνο είναι λυσσωδώς διαρκής.
Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Δάλλας, που αποκλήθηκε «γενιά της ήττας», της δεύτερης η Δημουλά, που χαρακτηρίστηκε «χαμένη». Αν υποθέσουμε ότι προσδοκία κάθε ποιητικής γενιάς είναι ν’ αλλάξει τον κόσμο, με τη μαγγανεία των λέξεων και των ρυθμών, τότε κάθε γενιά πρέπει να θεωρείται ηττημένη και χαμένη. Η ορολογία εντούτοις, πάντα γενικευτική, άλλοτε διευκολύνει τη συνεννόησή μας κι άλλοτε μας ρίχνει στα βράχια της σύγχυσης.
Ξέρουμε επίσης από την αναγνωστική αυτοψία ότι η πρώτη μεταπολεμική γενιά ασκήθηκε εντατικότερα στην πολιτική ποίηση σε σύγκριση με τη δεύτερη, που ο λυρισμός της καλλιεργήθηκε αντιμέτωπος με ερωτήματα υπαρξιακού τύπου. Και πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η δημοτικότητα της ποίησης της Δημουλά ελάχιστα ευνοήθηκε από παραμέτρους ισχυρότατες σε άλλες περιπτώσεις: τη μελοποίηση και το πολιτικό περιεχόμενο.
Στα τέλη του 1994, γράφοντας στην «Κ» για την «Εφηβεία της λήθης», στεκόμουν στην ευγενή μελαγχολία των ποιημάτων της Δημουλά. Στη στωική πίκρα, που δεν εκπίπτει σε ανθρωποφοβία ή μισανθρωπιά. Από συλλογή σε συλλογή, η Δημουλά κατέκτησε έναν ονομαστικό, αμέσως αναγνωρίσιμο τρόπο ιστόρησης της λύπης και εναντίωσης στον βραχνά της παραίτησης. Οι στίχοι της, που η ίδια τους αποκαλούσε «ισχνούς» και «αδύναμους» στο «Ερεβος» (1956), απέκτησαν με τον καιρό ισχύ και λαμπερή μειλιχιότητα που δεν τις προοικονομούσαν οι πρώτες της καταθέσεις.
Νοησιαρχούμενη η ποίησή της, μολονότι εμβαπτίζεται διαρκώς στο υγρό αίσθημα και της απώλειας, είναι κατάστικτη από τεχνάσματα που καθιστούν όντως «πολυμήχανο το ταξίδι της φωνής» και της προσδίδουν έναν δελεαστικό χρησμικό τόνο: νεολογισμοί, αιφνιδιαστικά συμπλέγματα ζεύγη λέξεων (σκόρπια: «πολιούχοι χωρισμοί», «χήρα στιγμή», «δουλοπάροικος παλμός», «τοκογλύφος μνήμη», «μεσίστια η λιακάδα πατρίς», «τυμβωρύχος θυμηδία»), εκφραστική αντισυμβατικότητα εν γένει, ανθρωπομορφισμός. Ολα αυτά δεν είναι στολίδια προς διακόσμηση του πένθους. Είναι τεκμήρια της εμπιστοσύνης στη μαγική διάσταση της γλώσσας, άρα στην ίδια ποίηση. Εμπιστοσύνη που σπάνια τραυματίζεται. Σ’ αυτές τις σπάνιες στιγμές η επιμονή στα λαμπερά επινοήματα υποδηλώνει ότι, για να συνεχιστεί το μέγα παίγνιο της ποίησης, για να μην ανακοπεί ηττημένο από μια πνιγηρή αίσθηση ματαιότητας, ίσως πρέπει να αναλαμβάνεται ακόμα και το σοβαρό ρίσκο της μανιέρας και της ανταπόκρισης στις προσδοκίες του αναγνωστικού κοινού. Ως προς αυτό, η στάση της Δημουλά μοιάζει να έχει κοινά γνωρίσματα με τη στάση του Γιάννη Ρίτσου.
Στον «Ηχο απομακρύνσεων» του 2001, το ποίημα της Δημουλά «Οικοδόμημα» δίνει στην αυτοκριτική τον τολμηρό τόνο του αυτοσαρκασμού. Το θυμίζω: «Πώς πήγε αλήθεια η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος / που άνοιξες. / Μαθαίνω σε γονάτισε. / Τουλάχιστον ξεμπέρδεψες με τις υποχρεώσεις; / Βοήθησε τη λήθη να χτίσει; / Χρόνια ονειρευότανε / δική της οικογένεια / δικό της σπιτικό / μακριά / μακριά από τη μνήμη / όσων τις αγάπησαν και τις δυο». Πάλι και πάλι το ζεύγος Μνήμη - Λήθη λοιπόν. «Μάντιδα» η μνήμη, έτσι αποκαλείται στο «Χαίρε ποτέ» (1988), και «διπλανή ιέρεια» η Λήθη. Ψυχοπνευματικές συγκάτοικοι, μέσα στις πολεμικές διαφορές τους, και συνεργοί.
Στο ερώτημα προς εαυτόν (αλλά και προς τον αναγνώστη) του ποιήματος, «Πώς πήγε αλήθεια / η μεγάλη εκείνη επιχείρηση αισθήματος / που άνοιξες», η ποιήτρια ιδιοποιείται ευθαρσώς τη γλώσσα της αγοράς και σφετερίζεται την ωμότητά της, αλλά για να την υπονομεύσει. Η ποίηση ορίζεται ως «επιχείρηση», δηλαδή ως επίμονη και συστηματική παραγωγή και διακίνηση ενός μοναδικού προϊόντος, του αισθήματος. Ή μήπως καταγγέλλεται σαν μηχανή μελοδραματισμού, σαν βιοτεχνία οργάνωσης και καλλωπισμού του αισθηματικού υλικού; Είναι σχεδόν αναπόφευκτο να θέσει κάθε ποιητής, ωριμάζοντας, το ερώτημα αυτό στην τέχνη του.
Τα έργα του Γιάννη Δάλλα δεν βρίσκονται μόνο στη βιβλιοθήκη με τα ποιήματα, όπου η βαθιά πολιτική φωνή του συνομιλεί με τον Αναγνωστάκη, τον Σινόπουλο και τον Κατσαρό. Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε λόγιος με πλούσια ποιητική, μεταφραστική και δοκιμιογραφική παραγωγή. Ενας ελληνιστής που –όχι και τόσο αυτονόητο ή συνηθισμένο– γνώριζε βαθιά και τα νεοελληνικά γράμματα και τα αρχαιοελληνικά. Το φανερώνουν οι μελέτες του για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη, τον Βάρναλη, τον Σαχτούρη, τον Θεοτόκη, τον Φιλύρα, τον Οικονόμου. Ολες τους υπήρξαν αποτέλεσμα μιας αναγνωστικής-ανασκαφικής μεθόδου που τολμά, ξέρει να εκμεταλλεύεται και το ταπεινότερο στοιχείο και, χάρη στην πολύ γερή εποπτεία του λογοτεχνικού φαινομένου, προβαίνει σε πρωτότυπες συσχετίσεις και συγκρίσεις.
Το μεταφραστικό του έργο ωφελείται ιδιαίτερα από την απόφαση του φιλολόγου να υπηρετήσει τον ποιητή, να μην τον πνίξει, αλλά και από την ταυτόχρονη απόφαση του ποιητή να ακούει προσεχτικά τον φιλόλογο, να μην τον περιφρονεί παρεξηγώντας τα δικαιώματα της «έμπνευσης». Δεσπόζει εκεί η σχολιασμένη μεταφορά στα νέα ελληνικά (σε τέσσερις τόμους) του έργου όλων των αρχαίων Ελλήνων λυρικών, πράγματι πολύτιμη προσφορά. Μετάφρασε επίσης τα (λιγοστά δυστυχώς) σωζόμενα δημώδη των αρχαίων, επιγράμματα του Πλάτωνα, του Καλλίμαχου και του Ρουφίνου, καθώς και Ρωμανό Μελωδό.
Ταιριάζει πιστεύω εδώ, αντί τέλους, μια εγγραφή από τους εξαιρετικούς «Χρονοδείκτες» του Δάλλα (Γαβριηλίδης, 2004): «Μέσα τη Χούντα ο Φίλιππας [ο Βλάχος] και το εργαστήρι του, στα “Κείμενα”. Παλαιοί και νέοι μπαινοβγαίνοντας και συζητώντας με τις ώρες, ανταλλάσσοντας ιδέες, χαρμανιάζοντας τις εμπειρίες και τις ηλικίες τους. Δίπλα στις κάσες με στοιχεία, πρωτογράμματα, βινιέτες, όλα σπάνια. Και με την πράξη ζωντανή της στοιχειοθεσίας μπροστά στα μάτια μου. Στα πρώτα ράφια η παραγωγή: Το μάτι ν’ αγκιστρώνεται στον Μπρεχτ με τα θεατρικά του, στη νωπή μετάφραση του Μάρκαρη. Και δίπλα εμείς οι μεταπολεμικοί: Σαχτούρης, Κακναβάτος, Αλεξάνδρου, Κατσαρός και Γονατάς. Πιο πίσω η Χατζηλαζάρου, ο Λίκος και ο Φιλητάς και μπρος να διαγράφεται η συνέχεια: ο Γκανάς και ο Μπράβος· και μ’ άλλη γλώσσα και ποιητική η Δημουλά, η Λαϊνά, και απ’ τους νεότατους ο Γιώργος Κακουλίδης. Σαν να προτείνεται καινούρια αφετηρία και εντολή για τη γραφή και την ανάγνωση της ποίησης». Αενάως έτσι.

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Κική Δημουλά: Επεισόδιο




Τότε που η γλώσσα με δασύτριχες
άναρθρες κραυγές χτυπούσε
την πήλινη καμπάνα του ουρανίσκου
κι εύληπτη ωστόσο αντιλαλούσε η επιβίωση

ἢ τὰν ἢ ἐπί τᾶς

χαράματα ξεκίναγε η πείνα
για το κυνήγι του αβέβαιου

κι είθε να γύριζε νικήτρια
αιμάσσοντας η πλάτη της αγρίμι
στου βέλους το φαρμάκι κρεμασμένο

κι ωσότου να χορέψει άγρια η πρόγευση
γύρω απ’ τη γδαρμένη προστασία της προβιάς
σουρούπωνε αθώα η ωμότης
κι ορεκτικό σιγοψηνότανε το βράδυ
στων αστεριών τη θράκα

τόσο λιτά χανότανε η μέρα.

Αλλεπάλληλοι τότε οι σεισμοί καθώς
η ογκώδης στρογγυλότητα της γης
ταπεινωμένη αντιστεκόταν
να ισορροπήσει επάνω στο λεπτότατο
νεοφερμένο της υπάρξεώς μας νήμα.

Σεισμός λογίζονταν κι ο έρωτας
με ανόητο επίκεντρο το σώμα
μα που γινόταν έκθαμβα αισθητός
και στις θαμμένες περιοχές της ευτυχίας
και στης απώτερης σποράς μας τους αγρούς.

Σβηστό ακόμα το ηφαίστειο της άμιλλας.
Καλύτερος μονάχα ο επιζών
κι απαρατήρητος τρελός εκείνος που
χάραζε σε βράχους το σχήμα της τροφής του
— ζώα και φόβο μη χαθούν.
Γαλήνιο πολίτευμα η αφάνεια.
Ώσπου ροβόλησαν από το αναπάντεχο
οι ταραξίες λέξεις διεφθαρμένοι κανταδόροι
παίζοντας ύμνο δόλιο.

Πρώτη χαιρέτησε η μουσικότης
ύστερα μίλησε η αγάπη αναπτύσσοντας
δια μακρών τις φυλακές της
με τους ελάχιστους κρατούμενους
κάπου στα μισά της λειτουργίας
έβγαλε δίσκο η ισότης
και τελευταία καταπέλτης
η φτιαξιά του καθενός μας προστάζοντας
τους ζυγούς λύσατε.

Οι λέξεις φταίνε. Αυτές
ενθάρρυναν τα πράγματα σιγά
σιγά ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν.

Πρωτύτερα ο θάνατος τί ήταν;
Μια στάθμευση πολύωρη μαυρίλας
πάνω στις ράγες του φωτός.

Μαλάκιο αηδές η ματαιότης.
Μιλώντας μεγαλοπιάστηκε
κι έλαβε σάρκα και οστά που
τα αφαιρεί βεβαίως από μας
κάθε φορά για να ορθοποδήσει.

Αθώα δόρατα και βέλη βιοπαλαιστικά
μιλώντας έγιναν Ζαΐρ Σεράγιεβο Νταχάου
— φύσει εκδορεύς η ιστορία.

Πως ήσουνα εχθρός μου δεν το ήξερες.
Οι λέξεις σού το είπαν.

Σ’ εκείνες πούλησε ο έρως το σεισμό του
κι ήρθε στην επιφάνεια

ότι δεν μ’ αγαπούσες.

Λέξεις ζηλότυπες κρυμμένες στην εκδίκηση
της Μήδειας κατασφάξανε Χρυσόμαλλο
το μητρικό της φίλτρο
με λέξεις τύφλωσε ο Οιδίποδας
τη μάνα ενοχή του
— λες και δεν είναι εκ γενετής
τυφλός ο πόθος

λέξεις θεάρεστες θάψανε κρυφά
νύκτωρ τον αδελφό τους, έκθετον
στα όρνια της ατίμωσης
— λες και θαμμένος παύει
να είναι ατίμωση ο θάνατος
ναι ναι, με λέξεις διαιωνίστηκε
θέατρο παγκοσμίου ακουστικής η τραγωδία μας

Κι όταν κλαίμε μην ακούς
τι ψεύδονται οι αδένες
τάχα πως νίπτουν δάκρυα τας χείρας των.
Δεν είναι δάκρυα.
Λέξεις ξαναχτυπούν
καιρό επιφυλαγμένες στο αλάτι τους
αυτές οι λέξεις άθλιες δε λένε να φυσήξουν
και τη θυσία μάς εμφυσούν στην άπνοιά τους

Δεν είναι λέξη ο καιρός. Είναι
ο κακοήθης όγκος της στιγμής.


ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ (1998)

Κική Δημουλᾶ: Συμπληγάδες συγκρίσεις




Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.
Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση
βλέπω τί παίζεται πλαγίως
ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει
τὴν ἀναμονή.

Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ
παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.
Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται
διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου
ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ.
Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα
μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.

Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ
στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εὕρημα στεριανό.
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει
βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία
φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν
ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο
καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου
μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω
κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς
σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.

Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι
οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Κική Δημουλά: Άτιτλο




Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός
υπάρχει
και δεν είναι το χώμα λοιπόν
η μόνη λύση
όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.



Κικής Δημουλά: Φωτογραφία 1948




Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.


ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1971)

Κική Δημουλά: Σκόνη




Λυπάμαι τις νοικοκυρές
έτσι που αγωνίζονται
κάθε πρωί να διώχνουν απ’ το σπίτι τους τη σκόνη,
σκόνη, ύστατη σάρκα του άσαρκου.
Σκούπες σκουπάκια
ρουφηχτήρια φτερά τιναχτήρια
ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν
θόρυβοι και τρόποι ακροβάτες,
μαστίγιο πέφτουν οι κινήσεις
πάνω στην κατοικίδια σκόνη.
Κάθε πρωί μπαλκόνια και παράθυρα
ακρωτηριάζουνε μια δράση και μιανέξαψη:
άσώματα κεφάλια χοροπηδάνε σαν γιογιό,
χέρια εξέχουν και σφαδάζουν
σαν κάτι να τα σφάζει από μέσα,
σπασμένα σώματα μισά
που τα πριόνισε το σκύψιμο.
Άλλο ένα σπάσιμο του Ολόκληρου.
Όλο σπάζει αυτό,
πριν καν υπάρξει σπάζει
και σαν να είναι γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό,
για να μην είναι.
Ολόκληρη ζωή σου λέει ο άλλος.

Από πού ως πού ολόκληρη
μ’ ένα σπασμένο πάντα μέτρο που κρατάτε
και μετράμε;
Αξιολύπητη λέξη το Όλόκληρο.
Σωματώδης άλλοπαρμένη περιφέρεται.
Γι’ αυτό τη φωνάζουν τρελή τα μπατίρια μεγέθη.

Τινάγματα τινάγματα
να φύγει η σκόνη απ’ τις ρηχές
να φύγει κι από τις βαθιές φωλιές του ύπνου,
σεντόνια καί σκεπάσματα.
Κι εκείνες οι φορές
όπου πετάγεται το σώμα τρομαγμένο
νύχτα κι ούρλιάζει Θέ μου μικραίνω,
θα τιναχτούν κι αυτές σαν σκόνη,
σκόνη η έλάττωση κι ο τρόμος
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.
Πρησμένα μαξιλάρια του ύπνου
φριχτά γρονθοκοπιούνται και φοβάμαι
τρέμω μη γίνουνε ζημιές:
είν’ οι κρυστάλλινες διαθήκες των ονείρων εκεί μέσα.
Όλα τα όνειρα όνειρο τα κληρονομεί
και άνθρωπος κανένα.
Τρέμω, τέτοια παγκόσμια αποκλήρωση
δεν το αντέχω να τινάζεται σαν σκόνη.
Χτυπήματα χαλιών
να βγει η σκόνη απ’ των σχεδίων τις φωλιές,
να γκρεμιστεί απ’ τα γεφύρια των χρωμάτων.
Κι ο γρήγορος βηματισμός
ο τρελαμένος πέρα δώθε μέσ’ στο σπίτι
μέσ’ στή ρηχή εμπιστοσύνη των χαλιών
να μην ακούν οι από κάτω τι βαδίζει
να μην ακούνε τι δε συμβαδίζει,
θα τιναχτεί κι αυτός σαν σκόνη
και πώς δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.

Λυπάμαι τις νοικοκυρές
τον άγονό τους κόπο.
Δε φεύγει η σκόνη, δε στερεύει.
Κάθε που πάει ο καιρός καιρό να συναντήσει
καινούργια συμφωνία σκόνης κλείνεται.
Οι προφυλάξεις απ’ αυτήν- το Καθαρό
και η Σταθερότης- μέσα επιστροφής της.
Τη φέρνουν πρώτες και καλύτερες.
Δεν έχω δει πιο σκονισμένες επιφάνειες από δαύτες.
Ως και το Φως το πεντακάθαρο
χαρούμενη μεταφορά της σκόνης:
είν’ ένα θαύμα να τη βλέπεις
πώς προχωρεί ακίνητη πάνω σ’ άκτίνα ήλιου,
σαν να πατάει σε σκάλα κυλιόμενη
απ’ αυτές τις μοντέρνες, τις υπνωτισμένες,
με τα ευνουχισμένα σκαλοπάτια.
Μεταφέρεται
ορατή σαν αέρας χοντρά αλεσμένος
να ξαναμπεί απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα
τους ανοιχτούς της νόμους.
Η ύπαρξή μας σπίτι της και μέλλον της.
Ανοικοκύρευτη εγώ, την αφήνω να κάθεται.
Μελετηρή στη ράχη ενός βιβλίου
που μιλάει για το Γήρας.
Στη φρόνιμη φωτογραφία των παιδιών μου
6ταν αυτά με φόραγαν
λευκή κολλαριστή ολοστρόγγυλη Μητέρα
χαλαρά από μέσα ραμμένη
με κρυφές αραιές βελονιές
στη σχολική ποδιά τους.
Τώρα ντυθήκανε Μεγάλα τα παιδιά μου,
φοράει η σκόνη τώρα την ποδιά τους
τον στρογγυλό γιακά,
με φοράει Μητέρα η σκόνη-
έτσι πρέπει να ράβονται
οι σχέσεις κι οι εξαρτήσεις,
με αραιές χαλαρές βελονιές,
για να μπορούν να ξηλώνονται εύκολα.
Ποτέ δεν ξεσκονίζω
τον ορειχάλκινο αθλητή
που διακοσμεί μεγάλο ορειχάλκινο ρολόγι.
Τόσο μυώδη τα μέλη του
που μοιάζουν θυμωμένα.
Ίσως γιατί τον αναγκάζουν να γυμνάζει
κάτι πολύ αόρατο,
μπορεί το χρόνο να γυμνάζει,
μπορεί να θέλει ο χρόνος να μπορεί
πιο γρήγορα να τρέχει απ’ όσο τρέχει.
Επίδοση που χαροποιεί τη σκόνη.

Κάθεται στον καθρέφτη μου,
δικός της, της τον χάρισα.
Χέρσο πράμα, τι να το `κανα;
Έπαψα να καλλιεργώ τα πρόσωπά μου εκεί μέσα,
δεν έχω όρεξη να οργώνω αλλαγές
και να διπλασιάζομαι αλλιώτικη.
Την αφήνω να κάθεται
την αφήνω να έρχεται
με το τσουβάλι να έρχεται
την αφήνω να χύνεται απάνω μου
σαν αλεσμένη διήγηση μεγάλης ιστορίας,
την αφήνω να έρχεται γρήγορα γρήγορη
σαν χρόνος που γυμνάστηκε
πιο γρήγορα να τρέχει απ’ όσο τρέχει
και κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη,
την αφήνω να κάθεται, χρονίζει,
μπατάλα με σκεπάζει, την άφήνω
να με σκεπάζει την αφήνω
με σκεπάζει
να με ξεχνάς την άφήνω
να με ξεχνάς άφήνω
με ξεχνάς
να με ξεχνάς
σε αφήνω
γιατί δεν τα αντέχω τα τινάγματα
του μέσα βίου έξω.




Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Κικὴ Δημουλᾶ: Πάσχα στό φοῦρνο



Βέλαζε τὸ κατσίκι, ἐπίμονα βραχνά.
Ἄνοιξα τὸ φοῦρνο μὲ θυμὸ τί φωνάζεις εἶπα
σὲ ἀκοῦνε οἱ καλεσμένοι.
Ὁ φοῦρνος σου δὲν καίει, βέλαξε
κᾶνε κάτι ἀλλιῶς θὰ μείνει νηστικὴ
χρονιάρα μέρα ἡ ὠμότητά σας.

Ἔβαλα μέσα τὸ χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο τὸ μέτωπο τὰ πόδια ὁ σβέρκος
τὸ χορτάρι ἡ βοσκὴ τὰ κατσάβραχα
Ἡ σφαγή.

Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

Κική Δημουλά: Μεγάλη Πέμπτη




Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.

Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μας θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.

Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.

Όσα μας έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.

Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι' αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις-Συ είπας-
όσα χάσαμε επ' αυτής.

Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μια βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.

Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μας υπέβαλαν.

Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς

ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.





Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Κική Δημουλά: Κλέφτες στη σκέψη




Κλέφτες στη σκέψη
Kλαίγοντας περιγράφει
πώς ρήμαξαν το σπίτι της ληστές
της πήρανε χρυσαφικά και βίασαν οι άθλιοι
γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Eμένα έχει χρόνια να πατήσει
κλέφτης το πόδι του στο σπίτι
ούτε για καφέ.
Eπίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

Kάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι
να βρώ σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν
με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα
από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο
και στη σπανή αφή μου να 'χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται η διάψευσή τους

κι απ' την κουζίνα να 'ρχεται με το πάσο του ατμός
ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.


ΠΗΓΗ

Κική Δημουλά: Ωδή σε μια επιτραπέζια λάμπα



Στη μνήμη του θείου μου
Παναγιώτη Kαλαμαριώτη

Παλιά επιτραπέζια λάμπα,
δουλεμένη από τεχνίτη Aνατολίτη
με φαντασία και πρόβλεψη.
Tην έφερ' ένας θειος μου δικαστής από τη Σμύρνη
και στο φως της
δεθήκανε οι νόμοι με τις πράξεις των ανθρώπων.

H πείρα της μεγάλη στα ελαφρυντικά,
στο τι βρασμός ψυχής, τι προμελέτη.
Tόσα χτυπήματα στο στήθος από ζηλοτυπία,
βεντέτες για μια μεσοτοιχία,
για μια κατσίκα που μηρύκασε ξένο χορτάρι.
Γνώρισε πάμπολλους προτέρους έντιμους βίους
κι ερωτεύτηκε ενόχους.

Kαημένε θείε,
πώς τα πας μ' αυτόν το νέο νομοθέτη
και τους νόμους του –
ύλη αδίδακτη ο θάνατος.
Tης ύπαρξής σου δεν πήγες συνήγορος.
Aλλ' είναι η ζωή
απ' τις χαμένες υποθέσεις,
ακόμα και για τους δυνατούς νομομαθείς,
όπως ήσουν.

Kληρονομιά μου τώρα η λάμπα.
Δουλεμένη με φαντασία
και προπαντός με πρόβλεψη.

Tο φως της, για νά 'ρθει να σταθεί
σαν άλλος ένας κουρασμένος αναγνώστης
του ίδιου μ' εμένανε βιβλίου
ή σαν διαιτητής ανάμεσα στο άγραφο χαρτί,
που νικητής πάλι βγαίνει απόψε
και νικημένα όσα σκόπευα να γράψω,
πηδάει μέσ' από πλούσια φύλλα φοινικιάς.
Kι αυτό υποκινεί βλάστηση.
Kάτω απ' τη φοινικιά
στέκει, σκυφτός και μειλίχιος, ένας γέροντας.
Eίχε και φλέβα πείρας ο τεχνίτης:
μόνο φως, μόνο φύλλα φοινικιάς,
φόβων και καιρών αντίπαλοι δεν γίνονται.
H μοναξιά φοβάται μόνο τον άνθρωπο δίπλα σου.

Kαλά λοιπόν που είναι εδώ αυτός ο γέροντας.
Aνατολίτη τον δείχνει η κελεμπία, το σαρίκι
και το μαυριδερό άσαρκο πρόσωπο.
Tο χέρι του, απλωμένο σε σένα,
δεν ξέρεις αν σε καλεί να πλησιάσεις,
αν απαιτεί, εξηγεί, οδηγεί ή προβλέπει.
Όλ' αυτά ένας τεχνίτης μπορεί να τα χωρέσει
στην ίδια κίνηση,
όπως κι η ζωή τα χωράει όλα στο ένα της πέρασμα.
Mπορεί να είναι μουεζίνης
κι ετούτη τη στιγμή να εξηγεί στο θεό του
τι λείπει από τον έναν κόσμο.
Mπορεί να είναι επαίτης.
Ή νυχτοφύλακας
της προεκτεινόμενης πέρ' απ' τη λάμπα τροπικότητας.
Ίσως ρήτορας ξεπεσμένος σε είδη διακοσμητικά,
ασκητής,
οδοιπόρος που πέτυχε ίσκιο αναπάντεχο
στην προεκτεινόμενη πέρ' απ' τη λάμπα έρημο.
Ποιος ξέρει; Kανένας περιηγητής,
που έχασε το δρόμο
αλλά και το νόημα της περιηγήσεώς του.
Kαι τώρα, υψώνοντας το χέρι, με ρωτάει
ποιος είν' ο δρόμος και ποιο το νόημά του.
Eμένα ρωτάει
ποιος είν' ο δρόμος και ποιο το νόημά του;

Nυχτοφύλακας ή επαίτης,
περιηγητής, ρήτορας,
μωαμεθανός ή άπατρις,
εμένα δεν με νοιάζει.
Eγώ,
έτσι που πέρασαν τα χρόνια,
έτσι που ήρθανε τα πράγματα,
Προφήτη τον ορίζω.
Γιατί Προφήτη τον χρειάζομαι,
έτσι που χάθηκαν τα χρόνια,
έτσι που στέκουνε τα πράγματα.


ΠΗΓΗ

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Κική Δημουλά: Αυτοβιογραφικό Σημείωμα



Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει, αφού γραφτεί, να μείνει επ' αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ' έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.

Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις,

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα». Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.

Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή Άθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης.

Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά». Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.

Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής.

Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ' ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.

Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου.


ΠΗΓΗ

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Κικὴ Δημουλᾶ: Πέρασα



Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.


Πηγή


***


Απαγγέλλει η Κική Δημουλά






Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Κικὴ Δημουλᾶ: Οἱ ἀποδημιτικὲς καλημέρες



Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ἦρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.


Πηγή

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Κική Δημουλά: Βρετανικό μουσείο (Ελγίνου μάρμαρα)



Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.
Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα
(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)
που δυό βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|
τους δυό αυτούς να 'χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ' τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ' τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να 'χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ' τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν' ανεγείρουν.

[πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37]


***


Απαγγέλλει η Κική Δημουλά


Κική Δημουλά: Σκόνη



  Λυπᾶμαι τίς νοικοκυρές
ἔτσι πού ἀγωνίζονται
κάθε πρωί νά διώχνουν ἀπ' τό σπίτι τους τή σκόνη,
σκόνη, ὕστατη σάρκα τοῦ ἄσαρκου.
5 Σκοῦπες σκουπάκια
ρουφηχτήρια φτερά τιναχτήρια
ξεσκονόπανα κουρελόπανα κλόουν
θόρυβοι καί τρόποι ἀκροβάτες,
μαστίγιο πέφτουν οἱ κινήσεις
10 πάνω στήν κατοικίδια σκόνη.
Κάθε πρωί μπαλκόνια καί παράθυρα
ἀκρωτηριάζουνε μιά δράση καί μιάν ἔξαψη:
ἀσώματα κεφάλια χοροπηδᾶνε σάν γιογιό,
χέρια ἐξέχουν καί σφαδάζουν
15 σάν κάτι νά τά σφάζει ἀπό μέσα,
σπασμένα σώματα μισά
πού τά πριόνισε τό σκύψιμο.
Ἄλλο ἕνα σπάσιμο τοῦ Ὁλόκληρου.
Ὅλο σπάζει αὐτό,
20 πρίν κάν ὑπάρξει σπάζει
καί σάν νά εἶναι γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό σκοπό,
γιά νά μήν εἶναι.
Ὁλόκληρη ζωή σοῦ λέει ὁ ἄλλος.

Ἀπό ποῦ ὥς ποῦ ὁλόκληρη
25 μ' ἕνα σπασμένο πάντα μέτρο πού κρατᾶτε
καί μετρᾶμε;
Ἀξιολύπητη λέξη τό Ὁλόκληρο.
Σωματώδης ἀλλοπαρμένη περιφέρεται.
Γι' αὐτό τή φωνάζουν τρελή τά μπατίρια μεγέθη.

30 Τινάγματα τινάγματα
νά φύγει ἡ σκόνη ἀπ' τίς ρηχές
νά φύγει κι ἀπό τίς βαθιές φωλιές τοῦ ὕπνου,
σεντόνια καί σκεπάσματα.
Κι ἐκεῖνες οἱ φορές
35 ὅπου πετάγεται τό σῶμα τρομαγμένο
νύχτα κι οὐρλιάζει Θέ μου μικραίνω,
θά τιναχθοῦν κι αὐτές σάν σκόνη,
σκόνη ἡ ἐλάττωση κι ὁ τρόμος
καί πῶς δέν τά ἀντέχω τά τινάγματα
40 τοῦ μέσα βίου ἔξω.
Πρησμένα μαξιλάρια τοῦ ὕπνου
φριχτά γρονθοκοπιοῦνται καί φοβᾶμαι
τρέμω μή γίνουνε ζημιές:
εἶν' οἱ κρυστάλλινες διαθῆκες τῶν ὀνείρων ἐκεῖ μέσα.
45 Ὅλα τά ὄνειρα ὄνειρο τά κληρονομεῖ
καί ἄνθρωπος κανένα.
Τρέμω, τέτοια παγκόσμια ἀποκλήρωση
δέν τό ἀντέχω νά τινάζεται σάν σκόνη.
Χτυπήματα χαλιῶν
50 νά βγεῖ ἡ σκόνη ἀπ' τῶν σχεδίων τίς φωλιές,
νά γκρεμιστεῖ ἀπ' τά γεφύρια τῶν χρωμάτων.
Κι ὁ γρήγορος βηματισμός
ὁ τρελαμένος πέρα δῶθε μές στό σπίτι
μές στή ρηχή ἐμπιστοσύνη τῶν χαλιῶν
55 νά μήν ἀκοῦν οἱ ἀποκάτω τί βαδίζει
νά μήν ἀκοῦνε τί δέν συμβαδίζει,
θά τιναχθεῖ κι αὐτός σάν σκόνη
καί πῶς δέν τά ἀντέχω τά τινάγματα
τοῦ μέσα βίου ἔξω.

60 Λυπᾶμαι τίς νοικοκυρές
τόν ἄγονό τους κόπο.
Δέν φεύγει ἡ σκόνη, δέν στερεύει.
Κάθε πού πάει ὁ καιρός καιρό νά συναντήσει
καινούργια συμφωνία σκόνης κλείνεται.
65 Οἱ προφυλάξεις ἀπ' αὐτήν —τό Καθαρό
καί ἡ Σταθερότης —μέσα ἐπιστροφῆς της.
Τή φέρνουν πρῶτες καί καλύτερες.
Δέν ἔχω δεῖ πιό σκονισμένες ἐπιφάνειες ἀπό δαῦτες.
Ὥς καί τό Φῶς τό πεντακάθαρο
70 χαρούμενη μεταφορά τῆς σκόνης:
εἶν' ἕνα θαῦμα νά τή βλέπεις
πῶς προχωρεῖ ἀκίνητη πάνω σ' ἀκτίνα ἥλιου,
σά νά πατάει σέ σκάλα κυλιόμενη
ἀπ' αὐτές τίς μοντέρνες, τίς ὑπνωτισμένες,
75 μέ τά εὐνουχισμένα σκαλοπάτια.
Μεταφέρεται
ὁρατή σάν ἀέρας χοντρά ἀλεσμένος
νά ξαναμπεῖ ἀπ' τ' ἀνοιχτά παράθυρα
τούς ἀνοιχτούς της νόμους.
80 Ἡ ὕπαρξή μας σπίτι της καί μέλλον της.

Ἀνοικοκύρευτη ἐγώ, τήν ἀφήνω νά κάθεται.
Μελετηρή στή ράχη ἑνός βιβλίου
πού μιλάει γιά τό Γῆρας.
Στή φρόνιμη φωτογραφία τῶν παιδιῶν μου
85 ὅταν αὐτά μέ φόραγαν
λευκή κολλαριστή ὁλοστρόγγυλη Μητέρα
χαλαρά ἀπό μέσα ραμμένη
μέ κρυφές ἀραιές βελονιές
στή σχολική ποδιά τους.
90 Τώρα ντυθήκανε Μεγάλα τά παιδιά μου,
φοράει ἡ σκόνη τώρα τήν ποδιά τους
τόν στρογγυλό γιακά,
μέ φοράει Μητέρα ἡ σκόνη
—ἔτσι πρέπει νά ράβονται
95 οἱ σχέσεις κι οἱ ἐξαρτήσεις,
μέ ἀραιές χαλαρές βελονιές,
γιά νά μποροῦν νά ξηλώνονται εὔκολα.
Ποτέ δέν ξεσκονίζω
τόν ὀρειχάλκινο ἀθλητή
100 πού διακοσμεῖ μεγάλο ὀρειχάλκινο ρολόγι.
Τόσο μυώδη τά μέλη του
πού μοιάζουν θυμωμένα.
Ἴσως γιατί τόν ἀναγκάζουν νά γυμνάζει
κάτι πολύ ἀόρατο,
105 μπορεῖ τό χρόνο νά γυμνάζει,
μπορεῖ νά θέλει ὁ χρόνος νά μπορεῖ
πιό γρήγορα νά τρέχει ἀπ' ὅσο τρέχει.
Ἐπίδοση πού χαροποιεῖ τή σκόνη.

Κάθεται στόν καθρέφτη μου,
110 δικός της, τῆς τόν χάρισα.
Χέρσο πράμα, τί νά τό 'κανα;
Ἔπαψα νά καλλιεργῶ τά πρόσωπά μου ἐκεῖ μέσα,
δέν ἔχω ὄρεξη νά ὀργώνω ἀλλαγές
καί νά διπλασιάζομαι ἀλλιώτικη.
115 Τήν ἀφήνω νά κάθεται
τήν ἀφήνω νά ἔρχεται
μέ τό τσουβάλι νά ἔρχεται
τήν ἀφήνω νά χύνεται ἀπάνω μου
σάν ἀλεσμένη διήγηση μεγάλης ἱστορίας,
120 τήν ἀφήνω νά ἔρχεται γρήγορα γρήγορη
σάν χρόνος πού γυμνάστηκε
πιό γρήγορα νά τρέχει ἀπ' ὅσο τρέχει
καί κάθεται βαριά μπατάλα σκόνη,
τήν ἀφήνω νά κάθεται, χρονίζει,
125 μπατάλα μέ σκεπάζει, τήν ἀφήνω
νά μέ σκεπάζει τήν ἀφήνω
μέ σκεπάζει
νά μέ ξεχνᾶς τήν ἀφήνω
νά μέ ξεχνᾶς ἀφήνω
130
μέ ξεχνᾶς
νά μέ ξεχνᾶς
σέ ἀφήνω
γιατί δέν τά ἀντέχω τά τινάγματα
τοῦ μέσα βίου ἔξω.


  (Τό τελευταῖο σῶμα μου, 1981)




***


Απαγγέλλει η Κική Δημουλά