Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαίδρος Μπαρλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φαίδρος Μπαρλάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Φαίδρος Μπαρλάς: Μνημόσυνο γιά τόν Οὐάϊλντ



Εἶναι μὲς στοὺς νεκροὺς ὁ περισσότερο νεκρός·
κι ἀκόμα: ὁ πιὸ ἀσύγχρονος, ὁ πιὸ ξένος, ὁ πιό ἐχθρικός!
Ὑπῆρξε εὐφυής·
Καὶ ὁ δικός μας καιρὸς θεωρεῖ τὴν εὐφυῒα παράπτωμα.
Ὑπῆρξε εὐφραδὴς ·
κ’ ἡ ἐποχὴ μας βαριέται τὶς εὐφράδειες.
Ὑπῆρξε ἄπιστος καὶ σκεπτικιστής·
κ’ ἐμεῖς διαθέτουμε ἀποθέματα πίστεως
γιὰ λεγεῶνες ὁλόκληρες εἰδώλων!
Ὑπῆρξε ἀτομιστής·
κ’ ἐμεῖς πρεσβεύουμε ὅτι ἐκεῖνο πού προέχει εἶναι τὸ σύνολο.
Ὑπῆρξε ἐλεύθερος καὶ ἀπροκατάληπτος·
κ’ ἐμεῖς καῖμε λιβάνι καὶ θυσιάζουμε ζωὲς
στὸ Φανατισμὸ καὶ στὸ Δόγμα!
Ὑπῆρξε ἐπιτηδευμένος·
κ’ ἐμεῖς— μὲ πρωτοπόρο τὴν ἀμερικανικὴ νεολαία —
θεσπίσαμε τὴν ἁπλότητα !..
Ὑπῆρξε ἕνας «συγγραφεὺς παρακμῆς»
κ’ ἡ ἐποχή μας —
ἐποχὴ ἐσχάτης παρακμῆς —
ἀποστρέφεται τοὺς «συγγραφεῖς τῆς παρακμῆς»
καὶ ἀναζητεῖ «τὸ ἀδιαβλήτως πρωτόγονο ἔργο»,
ὅπως ἡ ντελικάτη ἐκφυλισμένη κυρία
ἀναζητεῖ «τὸν ἀδιαβλήτως πρωτόγονο ἄντρα»:
τὸν πυγμάχο ἢ τὸν τσοπάνη…
Συγγραφεὺς τῆς ἐποχῆς μας
εἶναι ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης!
Ζωγράφος της:
ὁ τσολιὰς Θεόφιλος Χατζημιχαήλ!..

Ἦταν ὁ τελευταῖος μίας ἐκλεκτῆς λεγεώνας…
Μίας λεγεώνας ἀπὸ ποιητές, πού τὸ ἔργο τους δὲν ἐστάθηκε
παρὰ ἡ ἀντανάκλαση τῆς ζωῆς τους-
μιᾶς ζωῆς ὅλης Ἔνταση, Ἔπαρση, Μεγαλεῖο, Μαρτύριο.
Ποιός, ἆρα γε, αὐριανὸς ἔφηβος ποιητὴς
θὰ ὀνειρευτῇ στὸν τάφο τοῦ Ἔλιοτ –
τοῦ γραφειοκράτη αὐτοῦ τῆς Ποιήσεως,
τοῦ ἀψόγου ἀστοῦ;..

Ποιὸν θὰ συνεπάρουν
Οἱ παραπομπὲς κ’ οἱ ὑποσημειώσεις του –
ἡ λατρεία του γιὰ τὸ καλῆς ποιότητος τυρί,
ἡ νοικοκυρεμμένη καὶ συμμορφωμένη ζωή του ;..

Δὲν μπορεῖ πιὰ κανεὶς νὰ παρομοιάσῃ
τοὺς ποιητὲς μὲ τοὺς ἄλμπατρος –
τοὺς πρίγκιπες αὐτοὺς τῶν νεφῶν
πού τὰ γιγάντια φτερά τους
τοὺς ἐμποδίζουν
νὰ περπατᾶνε…
Οἱ ποιητὲς τοῦ καιροῦ μας περπατᾶνε θαυμάσια,
χωρὶς νὰ τοὺς ἐμποδίζουν «τὰ γιγάντια φτερά τους»·
αὐτά, τ’ἀνοίγουνε μόνο στὸ σπίτι,
γιὰ νὰ γράψουν
-ὅποτε ἐπιτρέπουν
καὶ στὸ φυλακισμένο τους «ὑποσυνείδητο» νὰ βγῇ ἔξω
νὰ πάρῃ λίγον ἀέρα
καὶ νὰ πῇ στὸ χαρτὶ
ὅσα πράγματα δὲν εἶναι φρόνιμο
κανεὶς νὰ τὰ λέῃ στὸ δρόμο…
Ἄλλα δὲν εἶχαν πάντα οἱ ποιητὲς μιὰ τέτοια «σύνεση»…

Σήμερα, εἶναι μὲς στοὺς νεκροὺς ὁ περισσότερο νεκρός…
Δὲν ξέρω,
ἂν ζοῦσε ἀνάμεσά μας,
θὰ δυνάμωνε ἢ θὰ στέρευε ἡ εἰρωνεία στὰ χείλια του;
Δὲν ξέρω τί θὰ γινόταν
ἂν τὸν καταδικάζαμε νὰ πηγαίνῃ σ’ ἀμερικάνικα φίλμς
-ἢ νὰ παρακολουθῇ κομμουνιστικὲς διαδηλώσεις…
Ἀλλά μοῦ φαίνεται πὼς τὸν βλέπω –
μὲ τὸ ἀλαζονικὸ ἡλιοτρόπιο νὰ τοῦ σκιάζη τὸ πέτο,
μὲ τὴν ἀγέρωχη λάμψη τῆς Μεγαλοφυῒας στὸ βλέμμα —
νὰ σκάῃ σὲ μεγάλα,
σὲ τεράστια γέλοια !…

Φαίδρος Μπαρλάς: Εν Έτει 2000



Όταν μεγάλωσε, έμαθε
πως ο πατέρας του
ήταν κι αυτός,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Η θεία του η Λιλή,
ο θείος του ο Μιχάλης,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο.
Όλοι οι γνωστοί του μπαμπά,
όλες οι γνωστές της μαμάς,
ήταν κι αυτοί,
«τη νύχτα εκείνη»,
στο Πολυτεχνείο…
Τώρα, κάθε πρωί,
καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων
κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα
την κλεισμένη «εις μνήμην».
στριφογυρίζει στο νου του
η ίδια απορία:
«Πώς διάβολο χώρεσαν
όλοι αυτοί εδώ μέσα;…»

Φαίδρος Μπαρλάς: Οι λεοπαρδάλεις



Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.

Ἀγριεμμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες –
μὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.

Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τὸ κρέας –
πού κρεμότανε ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τῶν παρατημένων κρεοπωλείων
καὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις οἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
οἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.

Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γιὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Οἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε –
γλείψαν καὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.

«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δὲν θὰ φᾶνε κ’ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
πῶς θὰ τοὺς ρίχνουμε λιχουδιές.»
Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπ’ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.
Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
τοὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά, ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
πῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
ποῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.

Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπ’ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν πὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶς διώξουν.
Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρὶν προλάβουν ν’ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.

Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τὸ τυπώσαμε σ’ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης
μὴν τὶς πειράζης,
γιὰ νὰ μὴ σέ πειράξουν.»
Ὅλοι πιά, πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κ’ εὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς –
κι ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
τοὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.

Κ’ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; –
τρίβονται λιγωμένες ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.
Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν ν’ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας.