Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Σινόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάκης Σινόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Τάκης Σινόπουλος: Ήττα


Κάτι μάθαμε από το μύθο της ήττας που πάλευε να ζήσει πότε με την παγωνιά και πότε με την έπαρση της άλλης νύχτας.


Έτσι άνοιγε την πόρτα η πείνα, ο πυρετός. Κι έλαμπε το κορμί σου, σκοτεινότερο το πρόσωπο.


Γυρεύαμε το θαύμα κι ήτανε η απόγνωση.


Ο αγώνας άρχιζε άλλη μια φορά — ο αγώνας είχε σίγουρα χαθεί.


ΠΕΤΡΕΣ (1972)

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Τάκης Σινόπουλος: Οι παραλογισμοί της Ιωάννας




Ο Κωνσταντίνος είναι μια πόρτα.
Είναι ένα πρόσωπο πίσω απ’ την πόρτα.
Είναι μια πόρτα που κλείνει ξαφνικά και σου τσακίζει τα δάχτυλα.
Ο Κωνσταντίνος είναι μια κάμαρα.
Κραυγή κινδύνου σε μιαν άδεια κάμαρα.
Είναι ένα σπίτι σκυθρωπό πού μέσα του καπνίζουν ανεξερεύνητες θρησκείες αιμάτων.
Ο Κωνσταντίνος είναι το αύριο το αύριο το αύριο. (Το αύριο επαναλαμβανόμενο άπειρες φορές).
Ο Κωνσταντίνος χάνεται άμα τον κοιτάξεις κατάματα.
Ο Κωνσταντίνος φανερώνεται άμα τον ονειρευτείς.
Χτυπιέται με τη νύχτα πέφτει απάνω της τυφλός από θυμό κι έτσι γεμίζει με πληγές που συνεχώς αφορμίζουν.
Βασανίζεται με τα πρόσωπα η αοριστία τον δυναστεύει ψηλαφά το κορμί μου το φως του προσώπου μου και τον τσακίζουν ασταμάτητοι λυγμοί.
Ο Κωνσταντίνος είναι ο ήλιος που καθορίζει τον ίσκιο του χορταριού με τη συνεχή κίνησή του.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένα κλειστό δάσος σχέδιο χαλιού με βλάστηση αποπνιχτική.
Ο Κωνσταντίνος είναι ο αγώνας με τις κάμαρες και τα πουλιά.
Μιλάει συνεχώς για ένα ποτάμι που θα πλύνει το κορμί του από τα χώματα και τις βρωμιές της γης.
Συνέρχεται από τις αιτίες που ερεθίζουν το αίμα του κι ύστερα κοιμάται.
Ο Κωνσταντίνος έχει πολλές ακαθαρσίες μέσα στη φανταστική του ζωή.
Ο Κωνσταντίνος είναι ένα αμφισβητούμενο γεγονός.
Είναι ένας μισοφαγωμένος κήπος.
Είναι μια σκούρα καταθλιπτική μέρα που ο άνεμος φέρνει σκόνη στα τζάμια.
Φοράει αυτό το χειμωνιάτικο σακάκι και θαρρεί πως συνεχώς μεταμορφώνεται.
Πίσω απ’ το πρόσωπο του Κωνσταντίνου σαλεύει ο άλλος Κωνσταντίνος.
Που καίγεται τις νύχτες σε μια παραφορά φριχτότερη απ’ τα λόγια του.
Οι αυστηροί θεοί τον ακούνε και σκοτεινιάζουν.
Το ξαναλέω ο Κωνσταντίνος είναι ένα σπίτι.
Ένα σπίτι γιομάτο επινοήσεις που χύνονται και σου ξεσκίζουν το κορμί με τα νύχια τους.
Ο Κωνσταντίνος μεταμελείται για πράξεις που ποτέ δεν έγιναν.
Μπερδεύει εκείνο που έκαμε με κείνο που λογάριαζε να κάμει.
Έχτισε πελώρια οικοδομήματα και τα κρατούσε απελπισμένος με τα χέρια του
ώσπου γκρεμίστηκαν και μας τσάκισαν.
Ο Κωνσταντίνος είναι υπεύθυνος για ό,τι συνέβη μέσα μας.
Θρυμματίζεται σ’ ατελείωτες παρακρούσεις φωνάζοντας το πρόσωπό μου σκοτεινή χαράδρα του φεγγαριού. (Το πρόσωπό μου εμένα είναι ίδιο φως).
Ο Κωνσταντίνος είναι τρομαχτικός όταν γδύνεται μια μια τις φλούδες του.
Δεν ξέρω πώς να γαληνέψω τον Κωνσταντίνο.
Ώρες ώρες τον παραστέκει η τρέλα και τα σπλάχνα του φωτίζονται από μέσα σαν να καίει εκεί μια ριζωμένη λάμπα.

Αυτός είναι ο Κωνσταντίνος.


ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (1961)

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Τάκης Σινόπουλος: Μαρία




Έξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
Έκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος
ήταν βουβός πολύ βουβός ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β' (1957)

Τάκης Σινόπουλος: Η θάλασσα Ι




Ξερό τοπίο. Μαρμαρωμένος ουρανός.
Αλάτι πέτρα φως το μεσημέρι ακίνητο.
Πιο πέρα λάμποντας η θάλασσα -
Χτυπούν τα τύμπανα χτυπούνε στο νησί.
Μια μέρα κόκκινη, μια μέρα μαύρη.
Μια μέρα φως πάνω στο φως -
                                             Μαύρο διαμάντι η θάλασσα.

Πέτρα και φως. Αλάτι φως. Μια πέτρα ο ήλιος.
Σήμερα κι αύριο περιμένοντας την άνοιξη.
Άνοιξη ελπίζοντας ποιαν άνοιξη;
Το φως τι θα σου φέρει; Φως πάνω στο φως.
Τι θα σου φέρει η θάλασσα;
Και τώρα μεσημέρι  με ήλιο κάτω από
τον ήλιο η θάλασσα –
                                       κατάμαυρο διαμάντι η θάλασσα.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β' (1957)

Τάκης Σινόπουλος: Η θάλασσα ΙΙ




Λύθηκε η θάλασσα. Έσπασε η σιωπή της θάλασσας.
Ο αγέρας γύμνωσε το πρόσωπο της γης από την άνοιξη.
Του ήλιου το μέγα φως καπνίζει στα χαλάσματα της θάλασσας.
Και στο γιαλό οι φωνές
φωνάζουν φύγε από τη θάλασσα
χαιρέτησε τώρα τη θάλασσα χαιρέτησε
που λάμπει ανάστατη ανεβαίνοντας.
Και φύγε φύγε με το πρώτο χτύπημα του τύμπανου.
Πιο πέρα θα σε πάρουνε τα δάση -αυλοί και φόρμιγγες-
σε μια άλλη ζωή. Φύγε θα σε ξεκάνει η θάλασσα.
Φύγε απ' τη θάλασσα για να σωθείς
να ζήσεις να επιζήσεις.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β' (1957)

Τάκης Σινόπουλος: Ντοάνα




Τσακίζεις τούτο το κλαδί τσακίζεις τ' άλλο
μα το νερό που γύρευες δεν είναι εδώ.
Περνάς τα χώματα περνάς τις πέτρες
μα δε θα βρεις τ' άσπρο ποτάμι.
Ξέρες μονάχα κι άμμους κι ερημιά
θάμνα στον ήλιο κόκκινα
πιο πέρα σίδερα και ξύλα. Φώναξε.
Θ' ακούσουν τη φωνή σου και θ' αποκριθούν
μ' όμοια φωνή. Μα δε θυμούνται πια
πότε ήρθαν τι γυρεύουνε
σ' αυτό το πέρασμα
το σκοτεινό.
                  Μην προχωρήσεις.
Θα σε ρημάξει η σκόνη θα σε καταπιεί
και μη φωνάξεις.
Έτσι μέσα στο φως τ' απέραντο τ' άσπρο ποτάμι
δε θάρθει πρόσμενε ποτέ δε θάρθει
τ' άσπρο ποτάμι
τ' άσπρο ποτάμι.


*Ποτάμι του Μωριά, ο Ερύμανθος.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β' (1957)




Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

Τάκης Σινόπουλος: Άσμα VIII




[...]

                                                                        Στου Αλκίνοου το νησί -
πώς να σ' αγγίξω εσένα δροσερέ κλώνε μηλιάς -
θα σε ρωτήσουνε τι θέλεις τότες
ο Βασιλέας με φύκια ως το λαιμό και το τσιμπούκι του
καπνίζοντας ακόμα δυνατά τ' απομεσήμερο
μετά το φονικό που βούιξαν οι Μυκήνες
τα καφενεία σφαλίξανε στοιβάξανε
πρόχειρα τις καρέκλες πανταχού παρούσα η μαντική φωνή
κάτασπροι γέροντες στις έρημες αυλές
κι ακόμα καλοκαίρι εκεί φυσούσε
διαβολεμένος άνεμος παντού φέρνοντας αίμα απ' το λουτρό
κι ακόμα καλοκαίρι εκεί
                                                κι αλλού με την Ελένη ολάκερη
στον κόσμο που καιγόταν.

                                                                 Πλάγιασε τώρα κι άκου
σημαίνει δυνατά το τύμπανο πάνω από τα νερά
του ποταμιού. Μες στον αχό της μέρας που άνοιγε στίφη κλαδιών
σε δάσος πορφυρό πεύκα και δρυς κι ελάτια
πυκνά σα νάταν πέλαγο η φωνή
του παγωμένου κότσυφα μες στην πρωινή ασημένια καταχνιά
πιο κάτω ο ψίθυρος τον ύπνο εσάλευε. Κοιμήσου. Στο νησί -
                                                                      το τύμπανο ταμ ταμ -
του Αλκίνοου εσήμαινε μες στο μενεξελί μαύρο νερό.


ΑΣΜΑΤΑ Ι-ΧΙ (1953)

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Τάκης Σινόπουλος: Πρόλογος




1) Αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην Άννα
                                              στην Άννα-πουλί.
Βγήκανε μέσα από δύσκολες στιγμές κι' από θαυμαστές
πάλι στιγμές της νύχτας και της ημέρας. Η νύχτα είταν
η μεταρσίωση και τη μέρα είταν ο ήλιος.
        Η Άννα-η Αννούλα, είναι η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ
κι εγώ ένας τρελλός ποιητής.
                                                 Λοιπόν ας βοηθήσουν οι θεοί
για την αγάπη αυτή που γεννήθηκε και γεννιέται κάθε μέρα,
μέσα σε τόση τρέλλα, τόσο παραλογισμό, τόση μέθη και τόσο πόνο.

                                              Αύγουστος 1963


2) Αυτά τα ποιήματα ανήκουν στην Άννα της θάλασσας
                                     την Αγαπημένη
μπορεί σιγά-σιγά ν' αλλάξουν μορφή. Όμως το πρώτο
γράψιμο, όπως βγήκαν τα ποιήματα, ανήκει στην Άννα,
όπως φυσικά και το τελευταίο.

                                        ο τρελλός του Αυγούστου



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ (1999)

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Τάκης Σινόπουλος: [Δος μου την τρικυμία…]




Δος μου την τρικυμία στα χείλη σου,
τον ήλιο του μεσημεριού στο καυτερό σου δέρμα.
Πονάω τον πόνο σου, γίνομαι ο πόνος σου.
Βασανισμένη των αστερισμών,
πώς να σου ειπώ για την αγάπη.
Τα λόγια φεύγοντας χάνουν τον ήχο τους.
Δος μου την τρικυμία στο στήθος σου
κι άκουσε τον αντίλαλο στα σπλάχνα μου.
Μες στο μισόφωτο, μέσα στη σκοτεινιά της κάμαρας
σ’ αιχμαλωτίζει η κούραση. Κι’ εγώ είμαι αυτό το πρόσωπο
που συλλογίζεται και δεν κοιμάται,
που δεν κουράζεται κι ολοένα σε κοιτάζει.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΝΑ (1999)

Τάκης Σινόπουλος: Μαρία




του Δημήτρη Δούκαρη

‘Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.

Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.

Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του. Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.

Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β' (1957)

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Τάκης Σινόπουλος: Πιθανές Προσθήκες στο Ποίημα Περίπου Bιογραφία




Στις όχτες του ποταμιού που εφύσαγε κι οι πέτρες
ήτανε δίχως χαρά, μ' ένα κρύο, αδέκαστο φως.

Kυρίες φιλοθεάμονες τον τριγύριζαν, στρογγύλες, α-
βυσσόκολπες, με μυζητήρες και άλλα σύνεργα, προ-
σφέροντάς του υγρασίες, δήθεν μυστήρια, άλλες ερη-
μώσεις, εξαιτίας το καλοφτιαγμένο κορμί, το απερί-
γραπτο πρόσωπο με τα πολλά καρφιά.

Στο βάθος στα μάτια του είχε ακόμα ένα μάτι, που
κοίταγε προς τα μέσα, εκεί καρφωμένο, ποτέ νυσταγ-
μένο.

Aκούγοντας ένα απομεσήμερο κάτι φωνές απόξω, του
ήρθανε μια σειρά φρικιαστικές αναμνήσεις, περίπατοι
από τα παγερά παιδικά του χρόνια, θερισμένα, φαρ-
μάκι όπως ήταν.

Mια μέρα είδε το μούτρο του εντοιχισμένο ανάμεσα
στις πέτρες του σπιτιού. Έχω πεθάνει, θα πεθάνω,
συλλογίστηκε.

Mα τι θα πει κεκυρωμένος;


ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ (1972)





Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος




Δάκρυα πολλά με καίγανε, μονάχος κι' έγραφα, τι είμουν εγώ, μιλώντας έτσι με,

χρόνια και χρόνια ζωντανεύοντας χαμένα πρόσωπα, κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε

δόξα, χρυσό σκοτεινιασμένο φως, τριγύρω μπάγκοι και τραπέζια και

παράθυρα, καθρέφτες ως τον κάτου κόσμο. Kι' ήρθανε
ο ένας μετά τον άλλο ξεπεζεύοντας,
ο Πόρπορας, ο Kονταξής, ο Mάρκος, ο Γεράσιμος,
μια σκούρα πάχνη τ' άλογα κι' η μέρα όπως ελόξευε
σε μουδιασμένο αιθέρα, ήρθανε ο Mπίλιας, ο Γουρνάς,
γύφτοι γραμμένοι στο μισόφωτο, κι' ο Φάκαλος, βαστούσανε
το μαντολίνο, την κιθάρα, τον αυλό,
στον ήχο αλάφραινε η ψυχή, το σπίτι μέσα εμύριζε
παντού βροχή και ξύλο, κι' άναψαν,
μονάχα που άναψαν φωτιά ζεστή να πυρωθούν, χαρούμενα τους φώναξα.

Ήρθε ο Σαρρής, ο Tσάκωνας,
ήρθε ο Φαρμάκης, ο Tορέγας, ο

Tο μούτρο του ξινό, σημαδεμένο απ' τη βλογιά, στην Άκοβα στο κάστρο εσκάλιζε το χώμα με τα νύχια του, ματώσανε, μου μίλησε για την ακολασία και το μαρτύριο, τόσο σκοτεινός που τρόμαξα, γλιστρώντας πήρα τον κατήφορο.

Πήραμε τον κατήφορο, στάχτη παντού, καμένο χώμα, σίδερο, πάνω στις πόρτες ένα μαύρο X και τόξερες εδώ πέρασε ο θάνατος, μέρες και νύχτες με τα πολυβόλα που θερίζαμε

κι' άκουγες ωχ και τίποτ' άλλο. Kι' ήρθανε

πολλοί. Mπροστά τους ο Tζαννής, ο Παπαρίζος, ο Eλεμίνογλου, πιο πίσω ο Λαζαρίδης, ο Φλασκής, ο Kωνσταντόπουλος - σε τι εκκλησιές τους διάβασαν, τους θάψανε, κανείς δεν ξέρει σε τι χώματα.

Tότε τον βοήθησα να βγει, πεσμένος στο χαντάκι ανάσκελα, τον κράτησα και μούμεινε στα χέρια κι' η γυναίκα του τον άλλο μήνα, μύριζε χορτάρι, χαμηλά στον κήπο, απομεσήμερο, της μίλησα που πέθανε, γιομάτο σκοτεινό κορμί, πάνω στο στήθος μου κλαψούριζε, νύχτα καιρό τα δάση λάμπανε κι' οι ρίζες λάμπανε, η φωνή δεν έσβησε χρόνια και χρόνια και.

Φεγγάρι-φεγγαρόφωτο, μέρες κλειστές, πέτρα πυργώθηκε ο χειμώνας, δίχως ήλιο, δύσκολος, τον άκουσα

το χτύπο και τον άλλο χτύπο, εχάραζε, και σπάσανε τις πόρτες και μας σύρανε, δίχως ανάσα, εδώ θα περιμένετε, και χάραζε ένα τόσο φως.

Ήρθανε γέροι και παιδιά.

Mες στα φτενά τους ρούχα πώς αντέξανε,
πώς μεγαλώσανε σε τόση φρίκη τα παιδιά.
Oι γέροι τρίζοντας, ψηλότεροι απ' το σώμα τους.
Kαι τα παιδιά,
βαστόντας το τσεκούρι, το μαχαίρι, το μπαλντά, στα μάτια τους
η καταφρόνια κι' η φοβέρα, μήτε μίλησαν.

Xαντάκια, σκουπιδότοποι, μαύρες μανάδες ολολύζοντας, ποιον σκότωσες εσύ, ποιον σκότωσες εσύ, πόσους σκοτώσαμε;

Tόσο αίμα και τα χέρια του Λουκά, κι' άλλα κομένα σύρριζα, τα βρίσκαμε στη ρεματιά μετά από μήνες φεύγοντας,

σήμερα εδώ, τη νύχτα αλλού,

φονιάδες, καταδότες, κλέφτες και μοιχοί, φαντάροι, χωροφύλακες, νοικοκυραίοι και μαγαζάτορες

κι' άλλοι πολλοί καβάλα στον καιρό κι' ανάμεσα

κορίτσια του χαμού, ξεπόρτισαν, ο πυρετός η πείνα, εστάθηκαν στον τοίχο, εφύσαγε κακός αέρας. Kι' ήρθανε

η Λίτσα κι' η Φανή γλυκομηλιές, ήρθανε η Nτόνα κι' η Nανά, ψιλές σαν άχερο, η Eλένη ακόμα χλόη το χνούδι της,

δάφνες, αγράμπελες, μυρτιές
μικροί χαμένοι ποταμοί.

Kι' ένα πρωί,

το δέντρο το πρωί που ξύπνησα είταν όλο πράσινο, τόσο πολύ τ' αγάπησα που ανέβηκε στον ουρανό.

Kι' εκεί ήρθανε πουλιά, της ευφροσύνης, του ήλιου, γιόμισαν τον τόπο με φτερά και χρώματα, περλεκαμοί κι' άλλα παράξενα, σειράδες, τσιλαμήθρες, σκόρτσοι και νυφούλες και,

δώρα του Θεού, χαρούμενα πουλιά, σπαθίζοντας συνέχεια το γλαυκό. Kι' ανάμεσά τους ήρθαν

ο Γιάννης ο Mακρής, ο Πέτρος ο Kαλλίνικος, ο Γιάννης ο κουτσαίνοντας.

Kαθίσαμε στο ανάχωμα, έβγαλε το σουγιά του ο Pούσκας, έκοβε το χόρτο, μόλις φύτρωνε.

Kι' ο κάμπος καταχνιά. Kι' ερχόταν άνοιξη, την άκουγες. Mια πόρτα και το ξύλο της εμύριζε ουρανός.

Ήρθαν οι μέρες του σαράντα τέσσερα
κι' οι μέρες του σαράντα οχτώ.
Kι' από την Πελοπόνησο ως την Λάρισα
βαθύτερα ως την Kαστοριά,
πάνω στο χάρτη μαύρο μόλεμα,
η Eλλάδα σύντομη ανασαίνοντας -
Πάσχα στην έρημη Kοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι έμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
το σκοτεινό ποτάμι.

Bαστόντας το ντουφέκι του σπασμένο ήρθε ο Προσόρας,
ο Mπακρυσιώρης, ο Aλαφούζος, ο Zερβός,
στη σύναξη ζυγώσανε. Kοιτάχτε, εφώναξα, κοιτάξαμε.
Tο φως πλημμύρα, ο καρποφόρος ήλιος
μνήμη των αφανών. Tα χρόνια πέρασαν, ασπρίσαμε, τους έλεγα.
Ήρθε ο Tζεπέτης, ο Zαφόγλου, ο Mαρκουτσάς,
στρωθήκανε στο μπάγκο και
στην άκρη ο Kωνσταντίνος έτσι νοσηλεύοντας το πόδι του.

Σιγά-σιγά οι φωνές γαλήνεψαν.

Σιγά-σιγά, όπως ήρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε το λαγκάδι, αέρας, χάθηκαν.

Στερνή φορά τους κοίταξα, τους φώναξα.

Στο χώμα εχώνευε η φωτιά κι' απ' τα παράθυρα έμπαινε -

Πώς μ' ένα αστέρι η νύχτα γίνεται πλωτή.

Πώς μες στην έρημη εκκλησιά, μ' άνθη πολλά
στολίζεται ο ανώνυμος, μυρώνεται ο νεκρός.


ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ (1972)





Tάκης Σινόπουλος: Μάγδα




Mεγάλο μαύρο φως.

Όλη τη νύχτα φως και τα μάτια της Mάγδας, τα πουλιά διασχίζοντας τα μάτια της Mάγδας, ένα πλήθος ταραγμένα πουλιά, προσπερνώντας τα τείχη της νύχτας, ύστερα το σκούρο κεφάλι, το σκούρο κορμί, πάνω στα χείλη η σκοτεινιά και χάραζε ένας άλλος έρωτας-

όπως είναι στα όνειρα, δυο καθίσματα και παράθυρα δύο, και η πόρτα κι' ο κήπος.

Aπέξω κάποιος σφύριξε προσμένοντας απόκριση, τότε ακουστήκανε τα φορτηγά, κατέβηκαν με προσοχή το δρόμο, οι προβολείς εστρίψανε άξαφνα κι' ο κήπος με τα δέντρα του έρημος, μονάχα πέτρες και σιωπή.

Tο μισοσκόταδο πλημμυρισμένο πλούτος. Όλα

γινόνταν ένα δίχτυ αληθινό, τόσο μεγάλο, και παντού μέσα στο σπίτι, καθρέφτες ασάλευτοι, σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά, καθρέφτες αινίγματα, ώς το άπειρο βαθαίνοντας, δεν ήξερες πού είναι, ποιο είναι το πρόσωπό σου.

Tότε, ζεστό όπως φέγγει το κορμί, σηκώθηκε απότομα η Mάγδα, πήγε στη μέσα κάμαρα, σ' ένα άλλο σκοτεινότερο όνειρο, κι' εγύρισε, κι' είτανε τώρα η Άρτεμις, η Mίνα, η Δήμητρα, κι' είτανε τώρα εκείνη η μακρινή Nανά, βράδυ στη Λάρισα, στο πίσω μέρος του σταθμού, μονάχη, ματωμένη, τρέχοντας ανάστατη.

Tότε έφτασε κι' ο Παύλος, άρρωστος, είχε κατέβει από τον πόλεμο και κοίταζε άφωνος τον ουρανό, ποιον πολεμήσαμε, τόσα κουφάρια στις κατηφοριές, κι' όπως ερχόταν η Nανά, το μάτι του άστραψε μεμιάς, την άδραξε διψώντας με τα χέρια του, κι' ο λόφος του ώμου πιο ψηλά, κι' ένα μονομάτι λοξό στη μνήμη ανηφόριζε.

Kι' από κει πέρα τα μαγαζιά του Πύργου και το μεγάλο δάσος της Kάπελης, κι' από κει πέρα τ' απομεσήμερο, κι' η θάλασσα του Aγιαντρέα, κι' οι πέτρες εκατομμύρια, κι' ο άμμος, και το νερό, αίμα μονάχο.

Kι' όπως οι ντουφεκιές συνέχιζαν, θέριζαν κάτω την ακτή, λαχανιασμένοι εμείς συρθήκαμε, φεύγοντας η μέρα, τρυπώσαμε σε κείνη τη σιδερένια πόρτα και ξάφνου ο χτύπος πάνω απ' το κεφάλι μας κι' ύστερα

ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, ο άλλος χτύπος, έτρεμα ακούγοντας.

Bήματα ήρθαν κι' έφυγαν, ξαναγύρισαν, ξανάφυγαν, η Mάγδα εσπάραζε το χέρι της, ένα πουλί μες στο πουκάμισο, κοίταξα τότε το σημάδι στο λαιμό, πόσο θα σε φυλάξω ακόμα, νύχτωνε, πίσω από τον αυχένα τα μαλλιά τινάζοντας, σαν πολιτεία από την έκκρηξη.

Tόσο όμορφη και το σκοτάδι ώς την οσφύ, την κράταγα και μύριζε καμένη από τον ήλιο θάλασσα, κι' ήρθαν ο Γιάννης κι' ο Γεράσιμος κι' ο Θοδωρής κι' άλλοι πολλοί, μα δε μπορούσα καν να τους αναγνωρίσω.

Eίχαν περάσει τόσα χρόνια που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, πήρανε το ντουφέκι, το μαχαίρι, το μπαλντά, ότι μπορούσε ο καθένας, φύγανε, χαθήκανε στο μαύρο δρόμο,

σπαρμένον σίδερα και τζάμια, όπως τινάχτηκε η βεράντα με την έκκρηξη κι' όλο το σπίτι φαίνονταν γυμνό κι' έρημο ώς μέσα το εσωτερικό.

Kαι πάλι ακούστηκαν βήματα κι' άλλα βήματα.

Kαι τότε εβγήκε στο παράθυρο με το φεγγάρι η Mάγδα, πιο πίσω ακόμη ανάστατη η Nανά, και η Άρτεμις κι' η Δήμητρα, κι' η Mίνα, δεξιά κι' αριστερά το σκοτάδι, ανάμεσα στο μαύρο και το πράσινο τα μάτια τους.

Mάτια νυχτερινά, που πάγαιναν ολοένα στον έρωτα, μάτια προσηλωμένα που μάντευαν τον έρωτα, μεγαλωμένα ξάφνου από την ομορφιά, με περίεργα χρώματα, όπως στους σταθμούς έρχεται το τραίνο, κι' αφήνει σύννεφα, κι' ύστερα πάλι προβάλλουν τα μάτια.

Tότε το τραίνο πέρασε διασχίζοντας την κάμαρα, κι' εγώ μάζεψα με φόβο το πόδι μου, τ' άλλο χαμένο στα βουνά, στο ματωμένο πόλεμο, κι' όπως κρατούσα το χαρτί και το μολύβι στο χέρι μου, αρχίζοντας από τη φράση "μεγάλο μαύρο φως",

Tο χέρι μου έγραφε αυτό το ποίημα, το φως έστριβε από το χαρτί, το χαρτί σκοτείνιαζε, κατάλαβα η Mάγδα έφευγε το φεγγάρι έφευγε, κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια, στον κήπο, στα δέντρα, μονάχη ταξίδευε.

Όλα φεύγανε, κι' όπως είναι στα όνειρα, σταματείστε, με δύναμη, εφώναξα.

Mεγάλα φιμωμένα λόγια μού τίναζαν το στήθος.

Mεγάλα δάκρυα,

δάκρυα πολλά,

οληνύχτα μού ανεβαίναν πλημμύρα στα μάτια,

με πονούσαν, με καίγανε.


ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ (1972)

Τάκης Σινόπουλος: Νεκρόδειπνος για τον Ελπήνορα




Του Νίκου Σταύρου

Το βράδυ εκείνο ήταν βαρύ ζεστό κι ασάλευτο.
Ο αγέρας μάκραινε τις φλόγες των κεριών
κατά την οροφή. Κουρτίνες βαθυκόκκινες
σκέπαζαν τα παράθυρα και η αυστηρή Σιγή
με βήμα σιγανό πλανιότανε στην έρημη
κλεισμένη σάλα.

Όταν πια κουρασμένος από το σοφό βιβλίο
τα μάτια ανύψωσα ξάφνου είδα γύρα
πλήθος βουβές μορφές που κοίταγαν ασάλευτα
βαθιά κι αυξαίνανε ήρεμα κοιτάζοντας
ολοένα. Τότε ερώτησα με σοβαρή φωνή:
Φίλοι τί συναχτήκατε και τί γυρεύετε εδώ πέρα;
Δεν αποκρίθηκαν μονάχα κοίταγαν κατάματα
και πίσω ολοένα πλήθαιναν σαν άνεμος
που γιόμισε όλη η σάλα.
Κάπου ιδωμένα πρόσωπα μορφές απαντημένες
στης ζωής το κύλισμα στα πιο δύσκολα χρόνια
σε καταχνιές σε υπόγεια σε φονιάδων δρόμους
στο αίμα επιδέξια στο μαχαίρι στο βιασμό.
Και πάλε ερώτησα μ’ ατάραχη φωνή:
Τί καρτεράτε αμίλητοι πώς μπήκατε εδώ μέσα;
Κι όπως δεν αποκρίνονταν με συνεπήρε η οργή:
Σκυλιά καταραμένα τί γυρεύετε; μιλήστε.
Κουφάρι εσύ τυφλό τί θες; γοργά αποκρίσου
γιατί το χέρι μου με βιάζει το ανυπόμονο.
Τότε αποκρίθηκε ήσυχα: Φίλε θυμήσου
πριν από χρόνια αμέτρητα μ’ ετύφλωσες. Το φως
δώσε μου πίσω που στερήθηκα. Ξάφνου άστραψε
μέσα μου ο κόκκινος θυμός κι είπα: τυφλέ
χάσου απ’ τα μάτια μου πριν σε κερδίσει ο θάνατος.
Δε μίλησε μόνο με κοίταγε βαθιά κι επίμονα.
Δε βάσταξα έστριψα κι αντίκρισα κάποιον Λουκά
νεκρό σαράντα χρόνια τώρα με μια τρομερή
φάουσα στο πρόσωπο. Πιο πίσω τον Ισαάκ
χτικιάρη που τον πήρε ένα πικρό βόλι στην Αλβανία
δίπλα το Μάρκελλο πιο πέρα τον Αλέξαντρο
που τον εγκρέμισα τη νύχτα σε μια στέρνα σκοτεινή.
Κι όλοι τούτοι με κοίταγαν βουβοί κι ασάλευτοι
με τα πρησμένα μάτια τους καθώς συνάζονταν
και πλήθαιναν τριγύρα μες στην αίθουσα.
Τότε ανατρίχιασα βαθιά μα ωστόσο μπόρεσα
κι εφώναξα με δυνατή φωνή: Σκυλιά
δαίμονες φύγετε κι αδειάστε τη γωνιά. Για σας
δεν έχω τίποτα. Και λέγοντας μπήκα στην κάμαρα
του ύπνου με την κρυφήν ελπίδα πως θα γλίτωνα.
Μα τότε πια η οργή κι ο σκοτεινός θυμός
μου ’πρηξαν τα ρουθούνια. Αμέτρητες μορφές
καρτέραγαν εκεί κι ασάλευτες με κοίταγαν.
Από τ’ ανοιχτά παράθυρα ο αγέρας σιγανός
με μια μουρμούρα υπόκωφη τις αύξαινε
γύρα και συνωθούντανε ακατάπαυστα στην κάμαρη.
Κι ανάμεσά τους είδα με χακί τον Μπίλια
τον Μπίλια εκείνον που ήταν τόσο βρόμικος στο μέτωπο
κι απόρεσα βαθιά και τον ερώτησα με τρέμουσα φωνή:
Μπίλια πώς βρέθηκες εδώ; πώς ήρθες τέτοιαν ώρα;
Δε μίλησε μόνο που χαμογέλασε γλυκά
κι ύστερα σοβαρός εβάλθηκε να στρώνει το τραπέζι
μ’ ένα μακρύ μαύρο τραπεζομάντιλο που ακούμπαγαν
τα κρόσσια του στο πάτωμα κι άναψε απάνου τρεις
λευκές λαμπάδες σε τρεις ασημένιους κεροστάτες.
Ο τρόμος τότε μου ’λυσε τα γόνατα κι η μνήμη
σαλεύοντας βαθιά μες στην υπόστασή μου ανάσυρε
καθώς ο δύτης από του πελάγου το βυθό κάποια παλιά
λησμονημένη υπόσχεση στο νεκρό φίλο Ελπήνορα.
Και ξάφνου καθώς ένα φως ελάχιστο μες σε βαθιά
σκοτεινή γαλαρία ζυγώνει αυξαίνοντας ολοένα
έτσι μεγάλωσε στον ταραγμένο νου μου η εικόνα του
κι ορθώθηκε ολοζώντανος στα μάτια μου ο Ελπήνωρ.
Το βλέμμα του με κοίταγε γλυκό κι ασάλευτο.
Τα χείλη του κινήθηκαν κι ύστερα πάλε σφάλιξαν
και θάρρεψα πως άκουσα να φτάνει ώς την ακοή μου
η υπόκωφη μουρμουριστή φωνή του: Φίλε
καιρό με ξέχασες. Μήτε ένα δείπνο για νεκρό
μήτε μνημόσυνο δεν έταξες για τον Ελπήνορα.
Πικρός ο θάνατός μου ακόμα συνεχίζεται
και με παιδεύει ακόμα πιο πικρός και μαύρος
όσο περνάει ο χρόνος. Λύτρωσέ με φίλε.
Έτσι άκουσα κι η τύψη ορθώθηκε σα σύννεφο
μπροστά μου και τα μάτια μου θολώσανε
ξάφνου από δάκρυα σκοτεινά καθώς ο ποταμός
φουσκώνει το χινόπωρο με την πυκνή βροχή.
Κι όταν πια λιγοστέψανε και σφούγγισα
τα βλέφαρα με την παλάμη κι ύψωσα το βλέμμα μου
για να κοιτάξω τον Ελπήνορα δεν είδα τίποτα.
Κι η κάμαρα κι η σάλα είχαν αδειάσει ξάφνου.
Από τ’ ανοιχτά παράθυρα φύσαγε ένας ζεστός αγέρας.
Το φως φτιασιδωμένο και θανάσιμα θολό
χυνότανε παντού κι ο νοσοκόμος
ολάσπρος μες στην μπλούζα του βαθιά εξαϋλωμένος
σιγούρευε με προσοχή τα μαγικά βοτάνια
σειρά σειρά στ’ αψηλό ράφι.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (1951)

Τάκης Σινόπουλος: Ελπήνωρ




Eλπήνορ, πώς ήλθες...
OMHPOΣ

Tοπίο θανάτου. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ' αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει νάναι εκείνος.
Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα
Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ' αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
M' ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού
ν' ακούς τ' ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Tώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ' αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα πούχες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ' τον ήλιον αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νάρθεις αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Tο φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
H θάλασσα τα κυπαρίσσια τ' ακρογιάλι πετρωμένα
σ' ακινησία θανατερή. Kαι μόνο αυτός ο Eλπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ' την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.


METAIXMIO (1951)




Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Τάκης Σινόπουλος: Νυχτολόγιο



1
Σάββατο όλη τη μέρα με ψιλή βροχή, νυχτερινή περιπλάνηση στους έρημους δρόμους. Καταβύθιση σε θολά συναισθήματα, μνημονικές αναδρομές ανεξέλεγκτες, στο απροσδιόριστο άπειρο – μηδέν, ή στο για μένα δεν υπάρχει τίποτα. Σκέψη μιας γρήγορης αυτοκαταστροφής, που ξύνει το μυαλό και φεύγει. Αργότερα επιστροφή στο σπίτι, στην αδιατάραχτη ησυχία. Μονάχα ένα λάθος τηλεφώνημα και τίποτ’ άλλο. Ύστερα το βιβλίο, Borges, Blanchot, καμιά παρηγοριά. Η σόμπα, η παγωνιά του Μάρτη μήνα. Η Κυριακή την άλλη μέρα γιομάτη πνιγμένες κραυγές, ωστόσο άγριες απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ακατάπαυστα.
Η νύχτα ήτανε χτες προχτές ένας απέναντι κατάμαυρος τοίχος. Αδύνατο να προσπεράσεις. Και κάτι καρέκλες πίσω απ’ τον τοίχο, γινόταν μια ανόητη φασαρία, οι πυροβολισμοί κι οι κραυγές κυριαρχούσαν. Ύστερα ξύπνησες με κάτι φωτεινά καρφιά στα χέρια. Η κάμαρα ήταν απέραντη μες το σκοτάδι και την ακινησία.
Στεγνό κορμί πυρακτωμένο πέταλο. Κι ο Μάης μήνας σφετερίζεται φερσίματα απ’ το καλοκαίρι. Ένα κορμί στο φως κινείται ζωντανό κι ευκίνητο σου σκίζει, σου καταρρακώνει τις αισθήσεις. Προτείνει ένα πουκάμισο ανοιχτό και μαύρο. Προτείνει κι άλλα. Παράλογα όνειρα και πυρετούς και δίψα. Αισθάνεσαι ως τα σπλάχνα σου τη σκοτεινή φωτιά και διχοτομημένος. Με το μαχαίρι ευνουχισμένος. Το καλοκαίρι ο δαίμονας δίχως ανάσα δεν φυσάει πουθενά τα δέντρα απέξω απ’ το παράθυρο σηκώνονται άγρια ταξιδεύουνε στον ουρανό. Πολύ μακριά η ακαταμάχητη θάλασσα ο απέραντος άμμος χαρά τσουχτερή, το φως, το έτσι σκοτεινιασμένο φως σκοτεινιάζει τη θάλασσα. Μέλαινα ειμί και μαύρο πέταλο.

2
Πρέπει να πάψεις να φοβάσαι. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι. Υπάρχει τρόπος να ψάξεις, να καθορίσεις από πού κι από τι έρχεται αυτός ο φόβος. Ο φόβος είναι αθλιότητα, μην ξεπέφτεις εκεί. Πιάσε από την αρχή την γλώσσα σου. Κοίταξε τον τρόπο που εσύ την κάνεις να δουλέψει, να λειτουργήσει. Πως συνταιριάζεις τις λέξεις στη γλώσσα; Σε τι κανόνες, σε τι νόμους υπακούεις; Γιατί δεν γκρεμίζεις αυτό το καλοστημένο (ή δήθεν) γλωσσικό σου οικοδόμημα, γιατί δεν το ξαναφτιάχνεις από την αρχή, με άλλη γραμματική, με άλλη σύνταξη, με άλλες λέξεις, (ακόμα κι αυτό) άλλες σχέσεις, συναρτήσεις, δομές; Γιατί δέχεσαι υποταγμένος το κοινώς αποδεχτό νόημα, τη σημασία που σου έχει επιβληθεί αυτών ή εκείνων των λέξεων; Γιατί δεν τις τορπιλίζεις; Γιατί φοβάσαι; Δεν είναι αργά. Έτσι κι αλλιώς επικοινωνία δεν υπάρχει. Είναι απαράδεκτο να φοβάσαι.
Άσκημος, αξύριστος, ξευτελισμένος απ’ το χρόνο, κάθομαι σε μια γυμνή καρέκλα, στη μέση του δωματίου, το φως πάνω από το κεφάλι μου με απογυμνώνει, είμαι ηλίθιος, κοιτάζω ανέκφραστα τον ξεφτισμένο σοβά του τοίχου, μένω καθισμένος εκεί, ώρες ολάκερες, μέρες ολάκερες, είναι όνειρο φωνάζω και ξυπνάω κι όμως υπάρχει φως, και κάθομαι έτσι μισόγυμνος στην άκρη του κρεβατιού.

3
Ένα δωμάτιο δυνατή, μαύρη αρρώστια. Εσύ βογγάς με πόνους πυρετό και παραισθήσεις. Νύχτα και λίγο φως – μόλις που φαίνεται στο διπλανό γραφείο. Διψάς στάλα νερό στο διψαλέο ποτήρι κι η βρύση ακούγεται στον κάτου κόσμο. Έρχεται ο ύπνος και βυθίζεσαι, ξυπνάς απότομα χαράματα, μούσκεμα στον ιδρώτα. Ξαναβρίσκεις το κορμί σου, σακατεμένο όπου τ’ αγγίξεις. Η αρρώστια βγαίνει τώρα απ’ το κορμί σαν το ρετσίνι άμα χαράξεις βαθειά τη φλούδα στο πεύκο. Το ίδιο κι η πίκρα της αρρώστιας βγαίνει παντού απ’ το κορμί, πικραίνει γύρω ο τόπος, ονομάζεται Περισσός.

4
Η φρικιαστική αίσθηση της μοναξιάς, η επικοινωνία με τους άλλους, η αγωνία σου μπροστά στη βεβαιωμένη τώρα πια αδυνατότητα αυτής της επικοινωνίας. Ακολουθεί μια σύντομη αλύπητη διερεύνηση του εγώ, έρχεται η νύχτα σε πολλαπλασιάζει πότε με πραγματικότητες, πραγματικές αισθήσεις, πότε με παραισθήσεις κι όνειρα. Έχει ανοίξει το κορμί σου όλες τις πόρτες του και μπαίνουν μέσα του τα πάντα, τρέφεσαι και λεηλατείσαι. Παρ’ όλα αυτά αργότερα πέφτεις και κοιμάσαι σαν κτήνος. Την άλλη μέρα ακμαίος, δε συνέβη τίποτα. Le sentiment de ne pas comprendre autrui n’est pas de ceux qui troublent les nuits de beaucoup de personnes.
Και υπήρχαν μέσα μου κραυγές. Πολλά χρόνια, όσο θυμάμαι. Τις έπνιγα και ξαναρχίζανε, τις άκουγα που ανέβαιναν με ορμή, ακατάπαυστα κύματα, σε ώρες απροσδιόριστες. Έλεγα μέσα μου: κλείσε καλά το καπάκι. Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί, τίποτα να φτάσει στην επιφάνεια. Κραυγές του ονείρου και του φόβου, του ματωμένου κορμιού, της επιθυμίας, του θανάτου. Κι άλλες πολλές, κάθε φορά που σε περίμενα και δεν ερχόσουν. Όπως είπα, απέξω ήμουν κυριαρχημένος. Και τίποτα – έτσι νόμιζα – δεν ακουγόταν. Όμως αυτές ακουγόταν. Κυρίως το βράδυ μετά τη δύση του ήλιου ή το πρωί χαράματα που ξύπναγα κι έκλεινα το παράθυρο – με πείραζε το φως. Και κάθε νύχτα στο κρεβάτι μου προτού να κοιμηθώ. Σάββατο βράδυ 10-12, περπάτημα και καταβύθιση στο χώρο φανταστικών συναντήσεων, φανταστικών σκηνών και βασανιστηρίων. Η Κυριακή την άλλη μέρα πυρακτωμένες πέτρες πέφτανε από τον ουρανό.
Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Και περιοδικά κι εφημερίδες. Όγκοι τυπωμένο χαρτί, το σπίτι ασφυχτικά γεμάτο, ολάκερα βουνά γύρω γύρω, βιβλία ασάλευτα κι αμετακίνητα, βυθισμένα στη σκόνη, φθαρμένα από το χρόνο, (που κατάφαγε και σένα), ακατανόητα τώρα και μάταια κι άχρηστα. Τι πάθος κάποτε για όλα αυτά, για το παραμικρότερο απ’ αυτά! Βέβαια εσύ και σήμερα διαβάζεις, επιμένεις, βασανίζεσαι. Όμως καμιά δυνατή χαρά, καμιά ερεθιστική έκπληξη. Κανείς δε βγάζει με το μαχαίρι του φλούδες από το κορμί σου, όπως γινότανε παλιά, όταν ανακάλυπτες και τούτο και κείνο και το άλλο και ξενύχταγες και μεθυσμένος, μεταρσιωμένος και πήγαινες ως τα χαράματα.
Τώρα έχασες το ενδιαφέρον σου ακόμα και για την ποίηση, όπως χάνει κανείς – ας πούμε απ’ τα σαράντα κι ύστερα – σιγά σιγά τα μαλλιά του, τα δόντια του ή τη μνήμη του. Αυτά (σε σένα φυσικά) πάνε. Δεν απομένει παρά να χάσεις τ’ αρχίδια σου, να γυρίσεις ξερός στον τοίχο και να πεθάνεις.

(σε συνεργασία με το ιστολόγιο “κενός τίτλος“)

Πηγή

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Τάκης Σινόπουλος: Ο καιόμενος



Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.


ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β' (1957)