Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευτέρης Πούλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λευτέρης Πούλιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Λευτέρης Πούλιος: Ερωτική γεωγραφία




ΑΓΑΠΗ γιγάντια εσωτερική εκκρεμότητα·
μήλο μουσκεμένο από σειρήνες
σε πιάνω ενώ η πραγματικότητα κατρακυλάει
μέσα απ' τα χέρια μου.
Κυνηγάω το όραμα με τα τραγίσια ποδάρια μου
βλέπω τον κόσμο να χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη
της μηχανοκρατίας.
Ένας αρχαίος ουράνιος τρόμος με καταδιώκει
Αιθεροβατώ λυσσάω εξαίσια
εσύ κολυμπάς σ' ένα πέλαγο ματιών
κυλάς σαν ένα ποτάμι γεμάτο φεγγάρια.
Πάνω στα σκαλοπάτια τα ψόφια μας χάδια
μέσα στο δρόμο ποδοπατούν το φιλί μας
σε μια αστυνομική κλούβα φυλακισμένο το χαμόγελό σου.


*


ΠΡΟΣΤΑΞΕ τα σκυλιά σου που κάθονται
κάτω απ' τη βερικοκιά της αυλής
να με ξεσκίσουν, την καρδιά, το σηκώτι μου
κι ό,τι περιστοιχίζει τη σκέψη μου.
Εξ αιτίας της ομορφιάς που έχεις
όπως εγώ τις κοσμικές μου δονήσεις
προσφέρω τ' όνομά μου στη λήθη.
Αγάπα με, χάιδεψέ με, λιώσε με στο στόμα σου
διώξε από πάνω σου την αόριστη μελαγχολία
να ο καθρέφτης που μέσα του ταξιδεύεις.
Κυρία, αναισθητίστρια, αμαζόνα
άνιμα
ανακουφίστρια των πληγών του πραγματικού
μάγισσα παραδόξων εικόνων του πονηρού.


*


ΘΕΛΩ να σε πλάσω με λέξεις που καίνε και παραληρούν
εδώ στο παλαβόσπιτό μου.
Καθισμένος πάνω σε μια στραβοπόδαρη ακτίνα του φεγγαριού
στο καπάκι ενός κόσμου που βράζει
ακούγοντας γέλια από αόρατες κοιλιές
σκάβω τη μεγάλη κραυγή των ανθρώπων.
Πάνω σου τα λόγια μου άφηνε να συνδέονται.
Υπάρχει ο έρωτας
όπως υπάρχουν στεναγμοί φυλακών
μ' ένα μάτι τρελό κι αχαλίνωτο π' αγναντεύει την άβυσσο.
Υπάρχουν σεμνές σιωπές πλάι στο λυγμό
και το ψωμί ξεριζωμένο απ' το σκληρό χώμα.
Υπάρχει η αγάπη
όπως υπάρχει μέσα στα ανάθεμα της εργατιάς
η εκμεταλλεύτρια τάξη
και το απερίφραστο μπλε του θανάτου.
Υπάρχει ο έρωτας
όπως ο άνθρωπος χτισμένος σ' ένα θεμέλιο από δάκρυα.


*


Ο ΑΝΕΜΟΣ μαίνεται στις κόκκινες ανθήσεις
Το κορμί σου μέσα σε βελουδένιο τρεμούλιασμα
Τα χείλη του του αιδοίου σου σε σχήμα φασματικού τριαντάφυλλου
Το χέρι μου είναι ένα κι ένα για το στήθος σου
Οι φλόγες του δέρματός σου είναι η Τροία
Ο Αχιλλέας είναι στο άρμα των μαλλιών σου
Πάνω στον κόρφο σου παίζουν οι Μπητλς
κι ο πόθος δεμένο με κρατεί
στην άκρα γη που κόβεται
στ’ αυτί σου που ακούει την πτώση.


*


ΦΙΛΙ στο φιλί διασχίζω την ήπειρό σου
καλπάζω σα ζώο μαστιγωμένο στις πεδιάδες σου
στα ποτάμια και στις πόλεις σου
μέσα απ’ τους δύσβατους δρόμους του αίματος
κυνηγώντας το όπαμα της ηδονής.
Μαζί σου μεθάω και φτύνω
την άγουρη ομορφιά που ΄ναι ο κόσμος.


*

ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δε μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον ένα απ’ τον άλλο.

Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σα ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.


*


ΗΡΘΑΝ τα χέρια μου να μελετήσουν
τον άσπρο χάρτη του κορμιού σου, γυναίκα
με δέρμα λείο και στερεό
κυλώντας σαν ένα τόπι την υλική σιωπή.


*


ΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥΤΟ της σιωπής ίσως να μην τον ερμηνεύεις
καθώς το στόμα σου γλείφει το σώμα μου
βασίλισσα στη χώρα της αθωότητας και της ενοχής.
Σπαθιά φτερουγίζουν γύρω μας και φρουρούν το φιλί μας.
Οι σωλήνες του καλοριφέρ βήχουν μες στο δωμάτιο
και στοιβάζονται στο μπάνιο κύματα του ηλεκτρικού.
Αυτή τη στιγμή βγάζεις διάτες και κηρύττεις τον πόλεμο.
Έξω στο δρόμο αγίους αποκεφαλίζουν
και κρεμάνε πουτάνες.
Ώρες τυφλές, πράξεις και λόγοι, αλήθεια
και ψέμα όλα είναι ένα.
Στις κούνιες μωρά ασφυκτιούν
στις πλατείες στρατοί συνάζονται και σκορπιούνται
κι όλα είναι ένα καθώς τα κορμιά μας
σμίγουν σε μια συνουσία αλλόφρονη.


*


ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ κύμα θα χαθεί.
Τώρα που η ψυχή σήκωσε την κεραία της
τίποτα να μην ταράξει την ώρα σου.
Εδώ χαρήκαμε το κορμί σου
και το κορμί μου.
Η δύναμη που μας κρατάει ψηλά
είναι αυτό το κύμα.
Πώς να σου μιλήσω για πράγματα που είναι
αβάφτιστα μέσα μας;
Ας κινηθούμε κι ας ακολουθήσουμε το κύμα
στην επόμενη εύνοιά του.



ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Λευτέρης Πούλιος: [Μάρκο]




Μάρκο έσπασε τον μπαγλαμά της η μούσα
όταν βγήκες για τελευταία φορά
κι έπαιξες μπροστά στο κοινό
την γκρίζα ιωνική σου άρπα από χρυσάφι;
Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά δραπέτευσαν
στον Άρη τρικλίζοντας πάνω στους ήχους
της φωνής σου.
Σε τι κόσμο βρισκόσουν δάσκαλε όταν
βγήκες να κάνεις την τσάρκα σου
σαν το σοφό Σωκράτη, έβλεπες
τη μικρή τότε νόστιμη άσπρη Αθήνα
σαν μία γκόμενα;
Ήσουνα γέρος και άγιος Μάρκο
όταν σε είδα να τραγουδάς πλέι-μπακ
απ' την ψαροκασέλα της τηλεόρασης


ΕΝΑΝΤΙΑ (1983)

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Λευτέρης Πούλιος: Τελικό




Τώρα γυρίζω στη στη σιωπή.
Η φυσική μου φωνή παίρνει τη θέση της
ανάμεσα στα στοιχεία.
Σιωπή όμοια με θάλασσα, όπως όλα τα ποτάμια
ξαναγυρίζω σε σένα.
Χύνομαι στ' αφρισμένα σου πόδια
Σήμερα στο στόμα σου έρχομαι σήμερα
στην πλατιά αγκαλιά σου.
Ούτε στο γλοιώδικο βάτραχο, ούτε το καμένο αστέρι,
ούτε στο φλύαρο άνεμο παρέδωσα το σεπτό μυστικό σου.
Διαπέρασα κάθε χώμα, παρέσυρα κάθε φράγμα,
διατηρούσα το δικό μου βυθισμένο αγκωνάρι
και μέσα σ' αυτό η φωνή σου, δονούμενη.
Το αλάτι κι η πέστροφα χωρίζονται από σένα
και μοιράζουν την ωκεάνια σημαία σου στους ανθρώπους.
Επιστρέφω σε σένα μέχρι να ξαναμαζευτούν
οι ωριμασμένοι καρποί στη γη.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Λευτέρης Πούλιος: Ηθική




Ζωή με άλλες κινήσεις
συσκοτίζοντας τους εσωτερικούς χώρους.
Κανενός ανθρώπου η συνουσία δεν είναι ιερή
γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο
αντιλογία στον ήλιο, παρά κατάφαση
κι ο πόθος μου ενός κλειστού λουλουδιού
τα μεσάνυχτα
που μέσα του κάθομαι μόνος
κι ονειρεύομαι.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Λευτέρης Πούλιος: Ποίημα που δεν ανέχεται τίτλο




Πιωμένος κι ευτυχισμένος παταπατάω απόψε
στα κατεψυγμένα βαθουλώματα ανεξάντλητου κεφιού.
Άγρια γυμνασιοκόριτσα και ομοφυλόφιλοι νεαροί
σε αξούριστα δωμάτια με το δικαίωμά τους να ηδονίζονται
λικνίζονται σεξουαλικά σαν ανεμοδαρμένη φυλλωσιά.
Με κυκλώνει από παντού
μια ζωή από βρακιά.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Λευτέρης Πούλιος: Νυχτερινή ψαλμωδία




Τώρα αυτή η συγκεκριμένη ιέρεια του έρωτα
κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου στον κακόφημο δρόμο
χαμένη σε μια χυδαία οχλαγωγία
πηγαίνοντας πάνω και κάτω
περιμένοντας με αμήχανα δάχτυλα στις γωνίες
ανακάλυψε πως όλα έχουν ξοφλήσει
είδε την εποχή σε αποσύνθεση.
Ανάμεσα στις από σάρκα και σπέρμα σκέψεις της
ιδιοποιείται την αίγλη μιας αποκάλυψης.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Λευτέρης Πούλιος: Λεηλατημένη μέρα




Ο πόλεμος της Τροίας τελείωσε προσφέροντας στους τρώες
ο πολύτροπος το δούρειο τζουκ-μποξ.
Βαδίζω έξω από κέντρα που παίζει δυνατά το μπουζούκι
ενώ υψώνονται γύρω μου τα καταστήματα καταποντισμένων
ανθρώπων.
Δίπλα στο πρακτορείο του προπό και το σουβλατζίδικο
το κομμωτήριο ένας βυθός με γυναίκες ασάλευτες.
Εργάτες αυτή τη στιγμή στήνουν χορό πάνω σε
κρανία τρώων πολεμιστών
και μια ανήλικη πόρνη γνέφοντας κι ακτινοβολώντας
με μωβ φουστάνι πέτσινες μπότες λιγνά δάχτυλα
φουντωμένα μαλλιά και σέξι φωνή
να λικνίζεται στις 45 στροφές του δίσκου
και τα μάτια της έχοντας τη λάμψη των ματιών
της Κίρκης.
Ραψωδοί σε φωτισμένα σανίδια στο απέναντι
καμπαρέ όπου στριπτιζέζες της πεντάρας
και μισοφάλακροι νεόπλουτοι
διασκεδάζουν με την ορχήστρα
ωραίων νεκρών.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Λευτέρης Πούλιος: Στον Καρυωτάκη




Κώστα, ξέρω τι είναι αυτό που έβαλε στα δάχτυλά σου
το περίστροφο. Οι άνθρωποι προσφέρουν τόσο αργά
λίγα ψίχουλα ευγένειας. Έρχονται στιγμές
που η Πρέβεζα με πλησιάζει και μένα επικίνδυνα.
Ήπιες τον καφέ σου στο καφενείο των απελπισμένων
με τη σιωπή σου με το άλγος σου.
Κρέμασες τους στίχους σου στα κρέπια της νύχτας
πήρες το καπέλο σου βιαστικά
και πήγες να συναντήσεις τον παλιό σου φίλο
το θάνατο για το στερνό ταξίδι
«στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει»
και η Δάφνη στεφάνωσε τον φαλλό σου
στους κόλπους της λήθης.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Λευτέρης Πούλιος: Άγριο γεύμα




Παίρνω το δρόμο και μπαίνω βαθμηδόν στην πιο πυκνή
ουδέτερη μέρα του ανθρώπινου χρόνου
καθώς με πλήττει η διαβάθμιση της ύπαρξης
γλιστρώντας μέσα από μπερδέματα ύπουλα.
Οι αισθήσεις μου εξαρθρώνονται
τεράστια κύματα σχίζουν τη γλώσσα
πίθηκοι μαζεύουν το ονειρευόμενο κρανίο μου
και με αφελή σκληρότητα ρουφούν το μυαλό
ο ήλιος σκορπίζει τη φλόγα του στον οργασμό των ματιών μου
ένας ήλιος αγωνιώδης των παραλογισμένων
της απορράκωσης και της υποψίας
και οι σκιές έρπουν πάνω στη σάρκα μου
κρύβοντας την ακαταστασία μου τα ψέματά μου.


ΤΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (1978)

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

Λευτέρης Πούλιος: Στρίγκλισμα




Μέσα κι ἔξω ἀπ’ τὶς μεγαλουπόλεις μὲ πείνα μὲ τόλμη
μὲ ἁγιότητα σούρανε τὰ μακρουλά τους ποδάρια
Τὰ σβησμένα ἀπ’ τὸ ὄπιο μάτια τοὺς τ’ ἀλουμινένια
πιάτα τοὺς τὰ κουρέλια τους στὸ χωματόδρομο
Τὰ παιδιὰ τῆς γενιᾶς μου γίνανε ἀφίσες τῶν τοίχων
Ξερατὸ καὶ λουλούδια ἐνὸς πολιτισμοῦ ἄθλιου
Ὁ δρόμος ἔχει τὴν ἀγωνία του τοὺς θλιβεροὺς μαντρότοιχους
μὲ τ’ ἀγκωνάρια τῆς παραφορᾶς
Καὶ στὴ βάση κάτ’ ἀπ’ τὸ δέντρο ὁ ἐλεύθερος
ἀπλώνοντας ρίζες καὶ κλωνάρια
Ὁ δραπέτης τῆς ζούγκλας τῶν πόλεων
Σχεδὸν ριπίδι σχεδὸν ἀκάθαρτη συμμετρία
Ὥριμος γιὰ τὴ στιγμὴ τῆς κρίσης
Ἡ ἀγάπη τὸν κυριεύει, ἐπουλώνει τὴ λέπρα τῆς ἐσωτερικῆς γῆς
Ἄνθρωπε τῆς ἐποχῆς μου παράδειγμα
Δόξα σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ σκάει
Ποδοπατώντας σάπιες ἀξίες βαραθρώνοντας τέλματα
Μὲ τὰ παπούτσια στὸ κούτελο τῆς καλοπέρασης
Ἔστω καὶ μὲ τὴ στολὴ τοῦ νικημένου
Μακαρίζω αὐτοὺς ποὺ τὸ στῆθος τους οὐρλιάζει
στὴ μυστηριακὴ ἐρημιὰ τοῦ κόσμου
σὰν ἄστρο.
Αὐτοὺς ποὺ ἀνοίγουν στὸ μέλλον δρόμο
κομμένα ἁγνὰ προϊόντα της φύσης
Στὴν ἀνώνυμη ἱστορία.
Τὸ μπρίκι
Εἶναι τὸ αἰώνιο τσίγκινο μπρίκι
αὐτὸ πού μου ἔδωσε ὅ,τι καλύτερο εἶχε
αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ μᾶλλον ὁλότελα ξαφνικὰ
χωρὶς οὔτε ἀρχὴ μήτε τέλος.
Νὰ ψήνει καφὲ καὶ νὰ ντιντινίζει στὸ ράφι.
Εἶναι τὸ δηλητηριῶδες τσίγκινο μπρίκι
ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ξυριστικὴ μηχανή.
Δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο τὸ τέλος τοῦ χειμώνα
σὲ θερμότητα κανονικὴ σὰν ἐκείνη τοῦ ἥλιου.
Μουντζουρωμένο καὶ μαλακὸ ἀλλὰ ὄχι γιὰ πέταμα.


Ο ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ (1977)

Λευτέρης Πούλιος: Ο ταξιτζής με το λάσο




Απηύδησες με το μοντέρνο μας κόσμο, Παρθενώνα
εδώ που οι άνθρωποι έχουν χειρονομίες προγραμμένων
Γνωρίζοντας τη σκόνη των αιώνων
μπορείς ν' αφήνεις κραυγή ελπίδας
Μονάχα εσύ δεν αρχαΐζεις
κι ο πιο μοντέρνος Ευρωπαίος είν' ο Σωκράτης.


ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ (1977)

Λευτέρης Πούλιος: Το πνεύμα μου




Το πνεύμα μου γουργουρίζει σαν στροβιλιζόμενη
πέτρα, που πάνω της κάποιος τροχαλίζει ένα μαχαίρι
το κάθε χορτάρι αγγίζει το μυαλό μου
βάφοντάς το πράσινο
Λέξεις εικόνες στίχοι είναι
η προέχταση του πέους μου.


ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ (1977)

Λευτέρης Πούλιος: Πάρνηθα


Γιάννης Υφαντής και Λευτέρης Πούλιος (2012)

Και πριν από το σάλπισμα του αγγέλου, θειάφι
κίτρινο ζωηρό και μενεξεδί ζωηρό
πάνω στο βουνό με τη μορφή που έτρεχε σε συνάντησή μου
πίσω από θολό τζάμι.
Δρόμος κανένας για το γυρισμό
δυο αερικά ήρθαν κοντά μου και με παρέσυραν.
Ηλιοβασίλεμα σχεδόν ανεπαίσθητο
και της κόλασης το στόμα ορθάνοιχτο
μετά το σκίσιμο του ουρανού.
’Αρτεμη, γιατί μ'έδιωξες;
Η ώρα σαν ανυπόμονο λεοντάρι με τη χαίτη
ριγμένη προς τα πίσω καταπίνοντας πυρακτωμένα καρφιά.
Ο Όλυμπος κι ο Γολγοθάς δυο πόλοι
του ίδιου ποιήματος.
’γρια μάχη κενταύρων στο βορινό μέρος
τα μπράτσα μου ενάντια στο δαίμονα
και τα κοράκια ψηλά ανακατεύοντας πριονίδι
και παγάκια στη χούφτα μου.
Νοσταλγία του βράχου που πάνω του κάθισε
κάποτε ο Παν παίζοντας τον αυλό
μα δεν κάθεται πια παρά η μαύρη δυσοίωνη
κουκουβάγια από καιρό σε καιρό.
Ο φονιάς άγγελος τράβηξε το σπαθί του
ασήμι λαμπερό και καμφορά στη λαβή του σπαθιού.
Γλίτωσα τη ζωή μου, ένα βλαστάρι ανάμεσα
στα λιθάρια. Κράτησα τη ζωή μου εκεί που
η δύση ήταν κοντά ατενίζοντας το αόρατο
μέσα στον τρόμο και σήκωσα σαν μια πέτρα
το πρόσωπό μου.


ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ (1977)

Λευτέρης Πούλιος: Ο ευγνώμων νεκρός




Έπλυνα το ρούχο μου με το νερό της σχιζοφρένειας
αυτή η σωρεία των καθημερινών ανοησιών με πνίγει
όμως εσύ ποίηση
εσύ το πιο σημαντικό το πιο τέλειο
αν και βαδίζω σ' όλους τους δρόμους
ακουμπώ σ' όλους τους τοίχους
χώνομαι κάτω από κάθε πέτρα
μέσα σε κάθε λάσπη
σε κάθε ομίχλη, απερίσκεφτα
εσένα να έχω πάνω μου
όπως ο τάφος την πλάκα του.


ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ (1977)

Λευτέρης Πούλιος: Αθήνα




Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
…………………………………………………
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που τους βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .
Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.
                                    Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»


ΓΥΜΝΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ (1977)

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

Λευτέρης Πούλιος: Θεέ




Είμαι γυμνός από το ρούχο της ευσπλαχνίας σου
άνθρωπε ανώτερε
τροφοδότη τούτων των στίχων
φονιά και πεταλούδα
είσαι συ
είναι
κι η μουσική της γήινης θλίψης·
δυο θεοί που αναβρύζουν απ' τις βρύσες της ανυπαρξίας τους.
Κηπουρέ, αστροδέτη, μαστάρι της θύελλας,
ανθρώπινο αιματοκύλισμα. Αυτό είναι το δώρο σου,
συναγμένη γύρω των πραγμάτων όλων.
Κάνε με ένα παιδί
κάνε με παρακαλώ ένα αμέριμνο πλάσμα
κάνε με έστω στουπί του ήλιου σου
δώσ' μου λέξεις ευνοϊκές. Δαίμονα χρυσομάλλη,
άντρα και κέρατο θείων πορνών
ανυπόφορο ψέμα που τα χείλη μου τρέμισες
στο αιδοίο της καλοσύνης σου
μίλα λοιπόν
χύσε οργασμούς ανθρώπινης ευαισθησίας στη μήτρα της
ποίησης.
Γλυπτό που ταξιδεύεις τ' ομοίωμά μου στο πλαστικό σου
σύμπαν, το χέρι υψώνω στην ικεσία,
ουρλιάζω παράφορος και κτηνώδης,
σε παίρνω στο τηλέφωνο σου ανοίγω την καρδιά μου
καίγομαι πηδώντας έξω απ' το κρέας,
κρατώντας λουλούδια και τη λάβα και ζώντας
στην εμπειρία της θλίψης
για να πληρώσω το γεγονός του δεσμού μου
με τούτον τον κόσμο και τον άλλον κατά πάσα πιθανότητα.

Λευτέρης Πούλιος: Μια υπέροχη αποκάλυψη




Διακριτικά
το αισθηματικό κουνούπι καταποντίζεται
και το σύμπαν ξεκολλάει από πάνω του.
Εκεί πίσω κάθισε σ' ένα πάγκο με το
σχήμα του σπουδαίου γκρίζου κουνουπιού
στο μυαλό του. Δεν υπάρχει καμιά ατέλεια
στο ρούχο της αμαρτίας, σκέφτηκε.
'Εχοντας γίνει γήινο σάλπισμα
πήδηξε από χαρά στο ανθρώπινο χιόνι
άυλων εραστών καθισμένων γύρω από το
τραπέζι των εποχών που ανατριχιάσανε
κι είπανε: ακολουθήστε το
αυτό είναι το κουνούπι-κόσμος.


ΠΟΙΗΣΗ 2 (1973)

Λευτέρης Πούλιος: Τρία σατιρικά γυμνάσματα




Α΄
Απ’ τη μεγάλη άτριχη τρύπα του εγκεφάλου μου
βγαίνει ο καπνός της γης.
Κατοικούμενος από φαντάσματα
πλέω στον ωκεανό των πραγμάτων.

Αέρας είμαι
καπνός είμαι
ένας τρελός, τραγούδι μου, είμαι
διότι κάθομαι ώρες κάτω απ’ το φως
ονειροπολώντας τις άγραφες λέξεις σου.


Β΄
Επιτέλους ο ουρανός είναι γαλανός στην Αθήνα˙
καυτά σορτς αιωρούνται στο κοίλο αχανές˙
θλιμμένη σιγή από σφυρίχτρες.
Τ’ αστυνομικά τμήματα με μια διάταξη
επιτρέπουν τον έρωτα και το σβησμένο τσιγάρο των βρεφών.
Γενική αμνηστία διακηρύσσεται για όσους είναι τίμιοι.
Σουπερμάρκετ και φουστανέλες. Φαντάσματα Μαραθωνομάχων
στους τοίχους με την παρθένα αρνάδα.
Αρκουδοχλιμίντρισμα και φρενάρισμα τρόλεϊ και
πάνω παντού όγκοι αέρος, όγκοι αέρος
μέσα στους όγκους του ωραίου αέρα.


Γ΄
Μια όμορφη μέρα σ’ ένα φουρκισμένο τόπο
ένας βράχος και μια βράχα (βασιλιάδες και οι δυο)
κλαίγανε πάνω σε μια έχταση˙
κλαίγανε το ‘να, κλαίγανε τ’ άλλο.
Θέλω να πάψω να ‘μαι βασίλισσα,
είπε εκείνη˙ αυτός άρχισε να πεθαίνει στο θρόνο
του μαζί με το ‘να και με τ’ άλλο˙
αυτή έκλαιγε κι έτρεμε˙ πως να μην τρέμει;
όταν οι αξίνες και τα σφυριά άρχισαν να σκαρφαλώνουν
σε κάθε μύτη˙ λεηλατώντας, να σφυροκοπούν κάθε σχισμή.
Τότε αυτή κι αυτός μ’ αυτοκρατορική εξάρτυση,
αγκαλιασμένοι, διέσχισαν τα βυσσινιά χρώματα,
ιππεύσανε τις μουσικές του ηλιογέρματος
και κάλπασαν προς το θάνατο.
Έβαλε φωτιά στα παλάτια η επανάσταση.
Χιμούσε πάνω και λιάνιζε το’ να και τ’ άλλο.
Η δροσούλα, οι γυναίκες, οι άλλες μέρες,
συνέχισαν τη δουλειά τους.


ΠΟΙΗΣΗ 2 (1973)

Λευτέρης Πούλιος: Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα




Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά,
σεργιανίζοντας πάνω κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση,
γυρεύοντας μια πόρνη κάτω ή έναν φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής λογής
βολτάρουν τη νύχτα, και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν,
γάτες στους σκουπιδοντενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά, άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκι. Σ” ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθισα να με κεράσεις
πάνο στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας.
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβήνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μάς κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα  μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, αναβασμένος στην κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σαν μαχαίρι
απ” τη θήκη. Κι απόμεινες στην καρέκλα
παράλυτος με τ” όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νιώθω σκολιαρόπαιδο που τού” λαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πως
θα τα πω. Φριχτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ” αποψινό μας μεθύσι,
σ” όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τ” αγάλματα
της Αθήνας, προσκυνώντας μονάχα του
Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σαν παππούς και εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ” την τρέλα
μου γέρο, όποτε μού τη δώσει θα
σε σκοτώσω.


ΠΟΙΗΣΗ 2 (1973)

Λευτέρης Πούλιος: [Κατά μήκος της νύχτας]




Κατά μήκος της νύχτας περπάτησα
έρημος μέσα κι έξω μου
έχοντας γεμάτο κεφάλι και το αίσθημα του παράλογου.

Απόψε η Πλάκα είναι μια χρυσαφιά γενειάδα∙
το φεγγαρόφως χυμένο κάτω όπου οι λέξεις πεθαίνουν
αναζητώντας κάτι∙ ένα μόριο απ’ ό,τι φαντάστηκε ωραίο
ο Αρθούρος Ρεμπώ.

Τα στενοσόκακα ταξιδεύουν πάνω απ’ τον μοναδικό κι εφήμερο
χώρο για να ’ρθουν ολόισα πίσω στο τίποτα.

Διέσχισα γλυκά την οδό Μνησικλέους και την επ’ αόριστον
απεργία των αγγέλων στα επουράνια και
σκόνταψα πάνω σ’ ένα ψόφιο γατί. Έχοντας καταπιεί
ένα καρφί του Χριστού μύριζε μια οργισμένη εκμηδένιση.

Η Ακρόπολη (το πέτρινο αερικό) γεμάτη συντριβάνια και
σκιόφωτα μια ακρόπολη πάνω στην ακρόπολη
και γω ανάμεσά τους ταξιδεύω. Σα να ’χω μια τρύπα
στο κεφάλι μου που βγάζει καπνό πηγαίνει δια μέσου του
σώματός μου και χάνεται κάτω στη γη.

Αόρατα τανκς και ιπτάμενες στρατιές πλέουν πάνω απ’ τα σπίτια.

Ποιος είμαι; πού πάω; τι ώρα είναι;

Στάζω κι απ’ τα δέκα μου δάχτυλα. Ποιος δρασκελά τους
ανοιχτούς διαδρόμους του εγκεφάλου μου γεμάτος σιωπή
δοκιμάζοντας την κόψη της παλάμης του
στη φαιά μου ουσία;


ΠΟΙΗΣΗ 2 (1973)