Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

T.S. Eliot: Ash Wednesday




I
Because I do not hope to turn again
Because I do not hope
Because I do not hope to turn
Desiring this man's gift and that man's scope
I no longer strive to strive towards such things
(Why should the agèd eagle stretch its wings?)
Why should I mourn
The vanished power of the usual reign?

Because I do not hope to know
The infirm glory of the positive hour
Because I do not think
Because I know I shall not know
The one veritable transitory power
Because I cannot drink
There, where trees flower, and springs flow, for there is
nothing again

Because I know that time is always time
And place is always and only place
And what is actual is actual only for one time
And only for one place
I rejoice that things are as they are and
I renounce the blessèd face
And renounce the voice
Because I cannot hope to turn again
Consequently I rejoice, having to construct something
Upon which to rejoice

And pray to God to have mercy upon us
And pray that I may forget
These matters that with myself I too much discuss
Too much explain
Because I do not hope to turn again
Let these words answer
For what is done, not to be done again
May the judgement not be too heavy upon us

Because these wings are no longer wings to fly
But merely vans to beat the air
The air which is now thoroughly small and dry
Smaller and dryer than the will
Teach us to care and not to care Teach us to sit still.

Pray for us sinners now and at the hour of our death
Pray for us now and at the hour of our death.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

Guillaume Apollinaire: Sous le pont Mirabeau (Κάτω απ’ τη γέφυρα Μιραμπό)


[O Guillaume Apollinaire δια χειρός Francis Picabia]


Sous le pont Mirabeau coule la Seine
Et nos amours
Faut-il qu’il m’en souvienne
La joie venait toujours après la peine

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure

Les mains dans les mains restons face à face
Tandis que sous
Le pont de nos bras passe
Des éternels regards l’onde si lasse

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure

L’amour s’en va comme cette eau courante
L’amour s’en va
Comme la vie est lente
Et comme l’Espérance est violente

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure

Passent les jours et passent les semaines
Ni temps passé
Ni les amours reviennent
Sous le pont Mirabeau coule la Seine

Vienne la nuit sonne l’heure
Les jours s’en vont je demeure


***


Κάτω απ’ τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας
Κι οι έρωτές μας
Πρέπει να μου θυμίζει πως
Ερχόταν η χαρά πάντα μετά τον πόνο

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ

Χέρια σφιγμένα σε χέρια το πρόσωπο στο πρόσωπο μένει
Παρότι κάτω από
Των χεριών μας τη γέφυρα περνά
Από αιώνια βλέμματα βαριεστημένο κύμα

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ

Φεύγει ο έρωτας σαν το νερό που τρέχει
Φεύγει ο έρωτας
Όπως αργή είναι η ζωή
Κι όπως βίαιη η Ελπίδα

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ

Περνούν οι μέρες κι οι βδομάδες περνούν
Ούτε ο περασμένος χρόνος
Ούτε οι έρωτες θα ξαναρθούν
Κάτω απ’τη γέφυρα Μιραμπό κυλά ο Σηκουάνας

Να’ρθει η νύχτα η ώρα να σημάνει
Φεύγουν οι μέρες μα παραμένω εγώ


[Guillaume Apollinaire, « Sous le pont Mirabeau », Alcools, Paris : Gallimard, 1920]


Μετάφραση:
Μπίλη Μητσικάκος

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Στέφανος Ροζάνης: Kaddish




Και θάλασσα θάλασσα μαύρη
Και το πέλαγος βούιζε ακατάπαυστα
Στενό στενό απ' τον τρόμο.

Και πέρναγε ο ουρανός ανέμσα στα σύννεφα
Σαν απειλή και σαν χείλη σφιγμένα απ' τον καημό
Σαν τότε που φανέρωσες το σώμα σου απρόκλητα
Και τα μάτια έσταζαν δάκρυα πάνω στα χέρια
       σταυρωμένα στο στήθος

Κι έγινε πρωί κι έγινε νύχτα
Ημέρα πρώτη

Βύρων Λεοντάρης: [Μέλλον]




Μέλλον, πώς γίνεται να είσαι μέλλον;
Αφού δεν είσαι θα, ποτέ δεν θα 'σαι
πάντοτε ήσουν πριν ποτέ μετά
κι αντίδρομα, όπως πορεύομαι, έρχεσαι
κατέναντί μου κι από μέσα μου περνάς
χρόνος ανάστροφος
Πώς γίνεται να έρχεσαι από εκεί που εγώ πάω
       και να υπάρχεις;

Πενθώ τις μέρες που έρχονται
δεν είναι μέρες, οι ψυχές του είναι που με
         συναντούν κι αντιπερνούν
και πίσω μου στου βίου μου τον απόηχο χάνονται.

Δε σ' έχω και δε μ' έχεις, μέλλον,
δεν είσαι θα ποτέ δεν θα 'σαι
το θα σου είναι το παρόν
το θα σου είναι το παρελθόν
πώς γίνεται να υπάρχεις μέλλον;

Φάσμα παρείσακτης νεκρότητας
μη μου χαλάς το θάνατο

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Κώστας Βασιλάκος: Χορεύαμε




Χορεύαμε με θέα την πανσέληνο.
Με κρατούσες σφιχτά από την ανάσα
κι εγώ ψιθυριστά άγγιζα το κορμί σου.

«Τον νου σου στα βήματα», σου είπα,
«μη χαθούν οι στροφές
και ξεμείνουμε στην έκλειψη της αγάπης.»

Εσένα σου αρέσει το διάφανο τ' ουρανού
κι εμένα το ασημί της θάλασσας.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)



Κώστας Βασιλάκος: Ίσως να συναντηθούμε




Πάλι οι ελπίδες και τα όνειρα μπήκαν σε ατραπούς.

Δεν είδαν τ' απλωμένα χέρια που ικέτευαν για ζωή.
Δεν σκόνταψαν στ' άστεγα κουφάρια κουφάρια των πεζοδρομίων.
Δεν άγγιξαν τις απελπισμένες ώρες των ανέργων.

Ίσως στο μέλλον τα κουρέλια να βγουν στις λεωφόρους.
Ίσως στο μέλλον τ' αποστεωμένα λόγια κάνουν την αρχή.

Ίσως τότε να συναντηθούμε.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)

Κώστας Βασιλάκος: Ο χιτώνας




Τις τραχιές μέρες, γδύσε την ψυχή για να ντύσεις
    τα πάθη των ανθρώπων.
Ο χιτώνας που θα γεννηθεί θα 'ναι πορφυρός,
    με αίμα κι αγκάθια.

Αλλά οι ματιές θα γέρνουν με στοργή ν' αγκαλιάσουν
τις αποστάσεις που άφησαν οι καρδιές.

Μη φοβάσαι να δεις το χαμόγελο των παιδιών.


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)

Κώστας Βασιλάκος: Παζλ




Συναρμολογώ ποτάμια, όχθες ξυλεμένες.
Με πράσινα ματόκλαδα φυτεύω ζωή.
Παλεύω να ταιριάξω το λευκό με τη σκληράδα
     των βράχων.

Μοιράζω τις θάλασσες σε κυματισμούς γκρίζους και μπλε.
Αμμόλοφοι διάσπαρτοι και παγετώνες στα όρια
     των κυττάρων.

Ζωγραφίζω με φιλί και χώμα μορφές σε γήινα χρώματα,
μη θυμώσουν οι θεοί που τις έπλασαν ανθρώπους.

(Μα η περιστροφή της γης στα χέρια μας,
ανείπωτη καταστροφή!)


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΓΜΕΣ (2017)