Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μαρκόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μαρκόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Γιῶργος Μαρκόπουλος: Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου


Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου

καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!


Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας

μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς

κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη

μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,

καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της

ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,

μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά.


Τὸ κοιμητήριο ἥσυχο, ὅταν ἐφτάσαμε μετά,

τῆς φοβερῆς πατρίδας μου,

καὶ πρόσχαροι οἱ συμπατριῶτες μας καὶ γελαστοί τους ὅλοι

στὶς φωτογραφίες τους ἐπάνω στοὺς σταυροὺς

οἱ νεόκτιστες ἀνάμεσα βεράντες καθισμένοι καὶ ὀρτανσίες

ἐνῷ φυσοῦσε θάνατος στὴ μάντρα, ὁ ἥλιος τοῦ σπιτιοῦ

κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ σῶμα ἑρπετοῦ

μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν στὴ φωλιά, μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν.


Ὁ Βιβάλντι κάποτε μικρὰ ἔφερνε, κοριτσάκια, στὸ σαλόνι

(σταθήκαμε γιὰ μία στιγμὴ ὅλοι θυμούμενοι καὶ πάλι)

μὲ κρινολίνα στὶς μαργαρῖτες χόρευαν,

καὶ χωράφια τῆς παιδικῆς εὐφροσύνης

μὲ σύννεφα καὶ χιλιάδες ἀρκαδίες, ὁ Μπρέγκελ, καὶ ζῷα,

καὶ ἀνάμεσά τους μιὰ ἀγελάδα εἰρηνικὴ

νὰ περνᾷ τὸ σούρουπο μόνη

μὲ τοὺς μαστούς της δυὸ λάμπες φωτοφόρες

τῶν ἑκατὸ κηρίων ἡ κάθε μία, καὶ κότες καὶ λίμνες,

καὶ σκάφες πλυσίματος μὲ χοντρὲς χωρικὲς ἔφερνε.


Ἐκείνη ποὺ κατέβηκε στὸν ποταμὸ

μὲ τὸ λευκὸ χιτῶνα της νὰ βαπτισθεῖ

ἔχει τὰ πόδια της γυμνὰ κι ἔχει λαιμὸ γιὰ σφάξιμο

Τὰ παιδάκια τραγουδοῦσαν μὲ τὰ μαντολῖνα–

ἀγόρια τρέχουν ἀνυποψίαστα

νὰ πιάσουν στὰ νερὰ τὸ σταυρὸ

χρυσίζει σὰν ψάρι τὸ κρᾶμα στὴν κοίτη,

ἦρθα νὰ σὲ πάρω, τῆς λέει ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος,

μὰ εἶναι τὰ μάτια μου μπλὲ ὅπως ὁ οὐρανὸς

κι ὅπως αὐτὸς δὲν βλέπουν,

οἱ φωνὲς ἀπὸ τοὺς αἴνους λάμψη τὸ μεσημέρι

καὶ ὁ προδότης ἔχει ἀνήσυχο τὸ μάτι

τὶς κρύες φακές του στὸ χάνι, τρώγοντας, τῆς ὁσίας,

οἱ φλαμουριὲς ἔξω τὸν συντροφεύουν

καὶ τρέμουν οἱ λεῦκες σὰν τὸ κορμί του.»


Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!


Βατομουριὲς σκονισμένες

καὶ σχοίνα ποὺ τὰ παντελόνια τραβολογοῦν!


Συναλλαγές, ψευτιές, ἐνῷ ὁ «Πάντσο» ἰδοὺ

στὴν ταινία τοῦ ὑπαίθριου

νὰ χτυπήσει τὸ Νότο λέει τὸ βράδυ κατεβαίνει

σέρνει μαζί του τομάρια

ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τά ῾χουν οἱ πόρνες σὰν ἀδελφάκια τους

κι ἔχουν οἱ ἴδιοι τὸ πιστόλι γιὰ παιχνίδι,

χαροτρομάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα τους,

τραυματίζουν τὴ μάνα τους γιὰ ἐπίδειξη

καὶ κάνουν τὸ γειτονόπουλό τους νὰ τρέχει σὰν τὸ κοκόρι,

βρωμᾶνε τὰ χνότα τους πιοτό,

ἀπὸ αὐγουστιάτικους κάμπους ποὺ καῖνε τὸ ἄχυρο

κι ἀπὸ μικρὰ φιλέρημα μέσα νεκροταφεῖα, περνοῦν.


Μιὰ φωνή μου φώναζε χθὲς στὸν ὕπνο

«Ἔλα νὰ δεῖς τὰ στέκια σου

ποὺ ἔτρεξες –μοῦ ἔλεγε– παιδί»,

«ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ τὰ στέκια μου

γιατὶ εἶναι ἡ καρδιά μου κάρβουνο –τῆς ἀπαντοῦσα–

«ἔλα νὰ δεῖς τὰ πρῶτα σου τὰ χρόνια

καὶ τὶς πηγὲς τὶς δροσερές, ἔλα», μοῦ ξαναέλεγε ἡ φωνή!


Ἕναν τόπο ζητοῦσα ὅπου ὁ ἀρτοποιὸς θὰ κάνει τὸ ψωμὶ

ὅπως τότε ποὺ ὁ φοῦρνος μύριζε τὴ νύχτα,

τὰ ροῦχα θὰ πλένονται στὸν κῆπο

μὲ ὅλες τὶς ἀτέλειες ποὺ ἀφήνει τὸ χέρι

καὶ ὁ τεχνίτης τοῦ σίδερου

θὰ λιώνει τὸ μέταλλο μὲ πρωτόγονους τρόπους

–τοῦ γύρεψα ἕναν ἀναπτῆρα αὐτοσχέδιο γιὰ ἐνθύμιο,

ἔψαξε– «πᾶρε –μοῦ εἶπε– αὐτὸν

μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἔχει φτιάξει ὁ θεῖος σου

δούλευε κάποτε ἐδῶ, πέθανε καὶ δὲν τὸν γνώρισες»,

τὰ ἀπαιτούμενα τοῦ ἔβαλε, τὸν ἄναψε,

τὸ πρόσωπό του μέσα στὶς τσακμακιὲς ἔπαιξε, φωτίστηκε,

ὅπως ἄστραφτε, μικροί, τὸν Ὀκτώβριο,

πρὶν ἀρχίσουμε, δωδεκαετεῖς, τὸ σχολεῖο.


Ὢ πατρίδα, αἰώνια ταραχὴ τῆς πρώτης ἐρωμένης.


Ὢ ζωὴ κομμένη στὴ μέση,

καὶ ὦ νεότητα ἀπὸ τότε, τέλος, τραυματισμένη

σὰν ἕνα κοριτσάκι μὲ τὸ καλό του φόρεμα

ποὺ ἰσορροποῦσε πάνω στὴν ἐγκαταλειμμένη

γραμμὴ τοῦ τραίνου, ἰσορροποῦσε.



Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ (1994)

Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

Γιώργος Μαρκόπουλος: Σκύλε




Σκύλε που πας πίσω από το άλογο
και σκύλε που φυλάς το καπέλο του αφέντη.
Οδηγείς μεσ’ απ’ την πάχνη νομάδες
που αθόρυβα σε εμπιστεύονται.
Ιδού, μαζί περπατάτε,
σας βλέπω στα βάθη της πεδιάδας ατμώδεις,
έτσι πως πάτε να χτυπήσετε την πόρτα της μοίρας και πάλι.
Σκύλε, είσαι αμέριμνος,
πλην όμως οσμίζεσαι το θάνατο και κλαις στα πηγάδια.
Σκύλε, κεφάλι κρουστό και κρανίο σε φεγγάρια σεληνιασμένο.
Είσαι αδερφός πλην όμως ασθμαίνεις σαν πατέρας.
Το σούρουπο απ’ το ρύγχος σου κατεβαίνει
κι απ’ τα μάτια σου σπίθες ξεφεύγουν παλιάς πυρκαγιάς.
Στέλνεις τη φωνή σου στο υπερπέραν
και ύστερα έκθαμβος σαν ξένη κάθεσαι και την ακούς.

Σκύλε που τρως, σκύλε που τρως σύννεφα.


ΚΡΥΦΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ (2010)

Γιώργος Μαρκόπουλος: Άλκηστις




Άλκηστις κρυμμένο βαθιά ριζικό και Άλκηστις μοίρα δική μου
όπου την ευτυχία ξάφνου ένα πρωί
νομίζοντας ότι δεν άντεχα άλλο
ιδού το πρόσωπο σου στα χέρια μου
η βάρκα που τη βρίσκεις στο μικρό λιμανάκι
δέκα μέρες χωρίς τον ψαρά μέσα
και το κορμί σου ιδού λατομείο κλειστό
όπου καθόμουν περιμένοντας στην άκρη ν’ ακούσω την έκρηξη
μονάχος, Άλκηστις, ανέκραξα.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
και τα λόγια μου όπως πέντε ορτύκια
μέσ’ απ’ τα χαλάσματα πετούν τρομαγμένα.

Τα χέρια μου πιάνεις
και αυτά σε προσμένουν, όπως η τροφός τα δυο παιδάκια
που τα πάει βόλτα μετά τον πυρετό, σε προσμένουν.

Στο βάθος μου έρχεσαι, εισχωρείς,
ή στο όνειρο κάποτε που σ’ έχασα κι έγινε ξάφνου σκηνή περιπλανώμενου, ο ύπνος μου, θιάσου
όπου ο αέρας έριξε το σκηνικό
και έμεινε μονάχα η λάμπα θυέλλης, το σταμνί με το νερό
και το χέρι μετέωρο, με τα σχοινιά,
που κινούσε τις μαριονέτες, Άλκηστις, κινούσε.

Το μυαλό μου μια θάλασσα σε νηνεμία, Άλκηστις,
που η αμφιβολία για την αγάπη σου την ταράζει,
ένα χέρι έξω απ’ το νερό
τελευταίο σινιάλο ανθρώπου που πνίγεται
και η ψυχή μου ένα ξέφωτο την ώρα του κεραυνού
για να σε κοιτάζει με μάτι που πλήττεται
ή να σου φέγγει με σχισμήν ουρανού,
ω Άλκηστις, να σου φέγγει.

Άλκηστις, αντηχείο απείραχτου χρόνου
φωνούλες πνιχτές πουλάκια που πέταξαν χαμηλά στην ηδονή
και χέρι που μ5 άγγιξες και άνθισε στον ώμο τρελή
στο χάσμα του μάρμαρου μουσμουλιά.

Είσαι το κεφάλι αγάλματος γυναίκας αρχαϊκής,
που βρέθηκε στο χωράφι του φτωχού γεωργού
και κείνος το κρύβει,
το απόγευμα, να το βλέπει μονάχος.

Το καράβι είσαι που ετοιμάζεται να σαλπάρει
αφού πρώτα έσπειρε το κακό,
η νάρκη που την παίρνει για ρολόι ο ατυχής
και αυτή του κόβει τα τρία από τα πέντε δάχτυλα
για να κάθεσαι να φροντίζεις τα υπόλοιπα
όπως δυο αδελφάκια ορφανά που το ένα το έχουμε βαφτίσει
και πάμε δώρο και στο άλλο,
το τιμαλφές που ο κλέφτης να σε πουλήσει δεν μπορεί
γιατί όλοι στην αγορά ξέρουν πως είσαι δικό μου,
η φωταψία — νύχτα — της πόλης η έκσταση η χρυσή
που απ’ τα βουνά προσπαθώντας να την εξηγήσει
το ξεκομμένο την κοιτάει ξαφνιασμένο τ’ αγρίμι,
η αύρα όπου ταραχή — το σώμα μου — πλήγωνε
κήπος περίφραχτος γύρω
και δρόμος του φιδιού το σάλιο
η υποψία του άλλου στις ρώγες σου άντρα
όταν κρυφά, ω Άλκηστις, τις ρωτούσε η γλώσσα μου
όταν κρυφά τις ρωτούσε.

Ω Άλκηστις!

Σπίτι που του άλλαξαν κάποτε ερήμην μου κλειδαριά,
λοφίσκος ορεινού αρχηγείου
για να ανεβαίνω να βλέπω το απόγευμα τα κατεχόμενα να βλέπω
και ομπρέλα, τέλος, που δεν σε έχω
όταν μονάχος διασχίζω,
όταν μονάχος διασχίζω της ψυχής τα βουνά.


ΜΗ ΣΚΕΠΑΖΕΙΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ (1998)



Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

Γιῶργος Μαρκόπουλος: Ἡ φοβερὴ πατρίδα μου




Ἄθλιος καιρὸς στὴ φοβερὴ πατρίδα μου
καὶ λίβας ἀνελέητος σκληρὸς τοῦ Ἰουλίου!

Τὴν πεθαμένη ταξιδεύαμε τὴ μάνα μας
μὲ τὸ βαγόνι τῆς γραμμῆς
κόσμος πολὺς μέσα στὸ διάδρομο καὶ ἡ ἀποθήκη του γεμάτη
μὲ μπαοῦλο, οἰκοσκευές,
καὶ ἀνάμεσά τους, στὰ ψηλά, τὸ φέρετρό της
ἔτσι καθὼς πηγαίναμε παλιὰ κουτί, στῶν συγγενῶν μας,
μὲ κοῦκλες, τὰ παιδιά.

Τὸ κοιμητήριο ἥσυχο, ὅταν ἐφτάσαμε μετά,
τῆς φοβερῆς πατρίδας μου,
καὶ πρόσχαροι οἱ συμπατριῶτες μας καὶ γελαστοί τους ὅλοι
στὶς φωτογραφίες τους ἐπάνω στοὺς σταυροὺς
οἱ νεόκτιστες ἀνάμεσα βεράντες καθισμένοι καὶ ὀρτανσίες
ἐνῷ φυσοῦσε θάνατος στὴ μάντρα, ὁ ἥλιος τοῦ σπιτιοῦ
κι ἕνα κομμάτι ἀπὸ σῶμα ἑρπετοῦ
μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν στὴ φωλιά, μυρμήγκια τὸ τραβοῦσαν.

Ὁ Βιβάλντι κάποτε μικρὰ ἔφερνε, κοριτσάκια, στὸ σαλόνι
(σταθήκαμε γιὰ μία στιγμὴ ὅλοι θυμούμενοι καὶ πάλι)
μὲ κρινολίνα στὶς μαργαρῖτες χόρευαν,
καὶ χωράφια τῆς παιδικῆς εὐφροσύνης
μὲ σύννεφα καὶ χιλιάδες ἀρκαδίες, ὁ Μπρέγκελ, καὶ ζῷα,
καὶ ἀνάμεσά τους μιὰ ἀγελάδα εἰρηνικὴ
νὰ περνᾷ τὸ σούρουπο μόνη
μὲ τοὺς μαστούς της δυὸ λάμπες φωτοφόρες
τῶν ἑκατὸ κηρίων ἡ κάθε μία, καὶ κότες καὶ λίμνες,
καὶ σκάφες πλυσίματος μὲ χοντρὲς χωρικὲς ἔφερνε.

Ἐκείνη ποὺ κατέβηκε στὸν ποταμὸ
μὲ τὸ λευκὸ χιτῶνα της νὰ βαπτισθεῖ
ἔχει τὰ πόδια της γυμνὰ κι ἔχει λαιμὸ γιὰ σφάξιμο
Τὰ παιδάκια τραγουδοῦσαν μὲ τὰ μαντολῖνα–
ἀγόρια τρέχουν ἀνυποψίαστα
νὰ πιάσουν στὰ νερὰ τὸ σταυρὸ
χρυσίζει σὰν ψάρι τὸ κρᾶμα στὴν κοίτη,
ἦρθα νὰ σὲ πάρω, τῆς λέει ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος,
μὰ εἶναι τὰ μάτια μου μπλὲ ὅπως ὁ οὐρανὸς
κι ὅπως αὐτὸς δὲν βλέπουν,
οἱ φωνὲς ἀπὸ τοὺς αἴνους λάμψη τὸ μεσημέρι
καὶ ὁ προδότης ἔχει ἀνήσυχο τὸ μάτι
τὶς κρύες φακές του στὸ χάνι, τρώγοντας, τῆς ὁσίας,
οἱ φλαμουριὲς ἔξω τὸν συντροφεύουν
καὶ τρέμουν οἱ λεῦκες σὰν τὸ κορμί του.»

Δύσκαμπτη πατρίδα, σικελική!

Βατομουριὲς σκονισμένες
καὶ σχοίνα ποὺ τὰ παντελόνια τραβολογοῦν!

Συναλλαγές, ψευτιές, ἐνῷ ὁ «Πάντσο» ἰδοὺ
στὴν ταινία τοῦ ὑπαίθριου
νὰ χτυπήσει τὸ Νότο λέει τὸ βράδυ κατεβαίνει
σέρνει μαζί του τομάρια
ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ τά ῾χουν οἱ πόρνες σὰν ἀδελφάκια τους
κι ἔχουν οἱ ἴδιοι τὸ πιστόλι γιὰ παιχνίδι,
χαροτρομάζουν ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν πατέρα τους,
τραυματίζουν τὴ μάνα τους γιὰ ἐπίδειξη
καὶ κάνουν τὸ γειτονόπουλό τους νὰ τρέχει σὰν τὸ κοκόρι,
βρωμᾶνε τὰ χνότα τους πιοτό,
ἀπὸ αὐγουστιάτικους κάμπους ποὺ καῖνε τὸ ἄχυρο
κι ἀπὸ μικρὰ φιλέρημα μέσα νεκροταφεῖα, περνοῦν.

Μιὰ φωνή μου φώναζε χθὲς στὸν ὕπνο
«Ἔλα νὰ δεῖς τὰ στέκια σου
ποὺ ἔτρεξες –μοῦ ἔλεγε– παιδί»,
«ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δῶ τὰ στέκια μου
γιατὶ εἶναι ἡ καρδιά μου κάρβουνο –τῆς ἀπαντοῦσα–
«ἔλα νὰ δεῖς τὰ πρῶτα σου τὰ χρόνια
καὶ τὶς πηγὲς τὶς δροσερές, ἔλα», μοῦ ξαναέλεγε ἡ φωνή!

Ἕναν τόπο ζητοῦσα ὅπου ὁ ἀρτοποιὸς θὰ κάνει τὸ ψωμὶ
ὅπως τότε ποὺ ὁ φοῦρνος μύριζε τὴ νύχτα,
τὰ ροῦχα θὰ πλένονται στὸν κῆπο
μὲ ὅλες τὶς ἀτέλειες ποὺ ἀφήνει τὸ χέρι
καὶ ὁ τεχνίτης τοῦ σίδερου
θὰ λιώνει τὸ μέταλλο μὲ πρωτόγονους τρόπους
–τοῦ γύρεψα ἕναν ἀναπτῆρα αὐτοσχέδιο γιὰ ἐνθύμιο,
ἔψαξε– «πᾶρε –μοῦ εἶπε– αὐτὸν
μπορεῖ καὶ νὰ τὸν ἔχει φτιάξει ὁ θεῖος σου
δούλευε κάποτε ἐδῶ, πέθανε καὶ δὲν τὸν γνώρισες»,
τὰ ἀπαιτούμενα τοῦ ἔβαλε, τὸν ἄναψε,
τὸ πρόσωπό του μέσα στὶς τσακμακιὲς ἔπαιξε, φωτίστηκε,
ὅπως ἄστραφτε, μικροί, τὸν Ὀκτώβριο,
πρὶν ἀρχίσουμε, δωδεκαετεῖς, τὸ σχολεῖο.

Ὢ πατρίδα, αἰώνια ταραχὴ τῆς πρώτης ἐρωμένης.

Ὢ ζωὴ κομμένη στὴ μέση,
καὶ ὦ νεότητα ἀπὸ τότε, τέλος, τραυματισμένη
σὰν ἕνα κοριτσάκι μὲ τὸ καλό του φόρεμα
ποὺ ἰσορροποῦσε πάνω στὴν ἐγκαταλειμμένη
γραμμὴ τοῦ τραίνου, ἰσορροποῦσε.


Η ΦΟΒΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ (1994)





Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

«Είναι ο μεγάλος μου έρωτας, λες και είναι γυναίκα...»



«Είσαι από Κέρκυρα, ε; Είναι ο μεγάλος μου έρωτας, λες και είναι γυναίκα. Όταν πήγαινα εκεί μετακινούταν το ουράνιο σύμπαν της ηλιακής μου χώρας σαν να συναντούσα τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής μου. (Τραγουδάει) Τιμή δεν έχει η αγάπη, τιμή δεν έχει η ζωή, κι όποιος την έχει την εδίνει, με μια ματιά, μ’ ένα φιλί.»

Γιώργος Μαρκόπουλος

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος απαγγέλλει Δ.Π. Παπαδίτσα







Χαμηλοφώνως

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κατόπιν
όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
κόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που
η ψίχα τους φαγώθηκε από παράσιτα
κι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου
όπως περνάει ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη
το καλοκαίρι και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα
και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι...

Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμαστε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει τα δέντρα
όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μας ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού
και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν
στους δρόμους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
είσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου βρύα σε σχισμάδες βράχων είναι...

Γι' αυτό σ' αγαπώ.