Η Φόνισσα πρωτοδημοσιεύεται στο δεκαπενθήμερο περιοδικό Παναθήναια σε έντεκα συνέχειες. Από τις 15 Ιανουαρίου έως τις 15 Ιουνίου 1903. Ένα απόσπασμα κάθε δεκαπέντε ημέρες. Τακτικά, χωρίς καμιά αναβολή. Ξεκινάει με επτά δίστηλες σελίδες ως πρώτο και κύριο θέμα του περιοδικού. Στο ίδιο τεύχος Μαρτζώκης, Μεριμέ, Νιρβάνας, φιλοσοφικά και ιστορικά δοκίμια. Υπάρχει και μια ολοσέλιδη ζωγραφιά του Γύζη που απεικονίζει έναν Σάτυρο να μαθαίνει χορό σε μικρά γυμνά κορίτσια. Μικρά κορίτσια; Επίτηδες την έβαλαν; Ήθελαν μήπως να υποβάλλουν κάποια σχέση με τα κορίτσια της Φραγκογιαννούς; Η παρουσία του Γύζη συνδυάζεται με μία επιστολή εκ Κωνσταντινουπόλεως στην οποίαν διαβάζουμε πως μία κυρία ζήτησε από τον σύζυγόν της να αγοράσει «την Δόξαν του Γύζη μας. Ας έρθει η φωτεινή εικών να δοξάσει τον λόφον μας εδώ εις το Πέραν». Το δεύτερο απόσπασμα είναι στην ένατη σελίδα και αποτελείται από πεντέμιση σελίδες. Πορφύρας, Βελλιανίτης, Αλεξάντρα Παπαδοπούλου και κριτική του Ξενόπουλου –επιφυλακτική- για τον Ψυχάρη. Το περιοδικό διενεργεί έρανο για την προτομή του Σολωμού. Ο Ιωάννης Γρυπάρης προσφέρει 10δρχ και η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου 15. Το τρίτο απόσπασμα της Φόνισσας αποτελείται από έξι σελίδες και είναι το τρίτο θέμα καθώς ξεφυλλίζεις το περιοδικό. Κείμενο του Ν. Επισκοπόπουλου για τον Ζολά, μετάφραση από τον Γ. Καλοσγούρο του πέμπτου άσματος από την Κόλαση του Δάντη. Ιστορικά κείμενα και πληροφορίες για τις ανασκαφές στην Κρήτη από τον Έβανς. Το τέταρτο και πέμπτο απόσπασμα είναι σαφώς υποβαθμισμένα. Στις 15 Μαρτίου του 1903 η Φόνισσα υπάρχει μόνο με δύο σελίδες. Στην τελευταία σελίδα διαβάζουμε πως «ο κύριος Κωστής Παλαμάς ανέγνωσε προ ημερών εις στενόν κύκλον φίλων το πεντάπρακτον δράμα του η Τρισεύγενη. Η εντύπωσις του έργου υπήρξε αρίστη!» Στις 31 Μαρτίου αρχίζει η μεγάλη έρευνα του περιοδικού για τη γλώσσα, που θα συνεχισθεί σε πολλά τεύχη. Είναι φανερό πως μονοπωλεί το ενδιαφέρον του εκδότη. Ωστόσο η Φόνισσα υπάρχει στις πίσω σελίδες των τριών επόμενων τευχών με το έκτο, έβδομο και όγδοο απόσπασμα. Στις 15 Μαϊου κυριαρχεί η δημοσίευση εκτεταμένου αποσπάσματος από την Τρισεύγενη του Παλαμά. Το ένατο απόσπασμα της Φόνισσας εκτείνεται μόνο σε δυόμιση σελίδες. Στις 31 Μαϊου κυριαρχεί και πάλι ο Παλαμάς με τις απόψεις του για τη γλώσσα και στις τελευταίες σελίδες δημοσιεύεται ένα πολύ συγκινητικό σημείωμα από τον Ξενόπουλο για τον Βουτυρά. Το προτελευταίο απόσπασμα της Φόνισσας είναι έκτο στη σειρά των θεμάτων του περιοδικού. 15 Ιουνίου 1903. Η Φόνισσα τελειώνει με τις τελευταίες εξίμιση σελίδες. Επιτέλους ακούγεται … «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται ασπρόμαυρες εικόνες του Θεοτοκόπουλου που νιώθεις πως δημιουργούν, σαν από μυστικό δρόμο άλλης παράδοσης και άλλης εποχής, μια κάπως ρευστή αλλά έντονη συνάντηση με το έργο του Παπαδιαμάντη. Σαν να τονίζουν με άγνωστους ήχους τη σιωπή του τέλους της Φόνισσας. Στις έντεκα συνέχειες δεν υπάρχει κανένα σχόλιο για την Φόνισσα. Στην έρευνα για τη γλώσσα δεν ζητήθηκε η γνώμη του Παπαδιαμάντη. Ίσως ένιωθαν οι υπεύθυνοι του περιοδικού πως η απάντησή του κρυβόταν στην ίδια τη Φόνισσα που δημοσιευόταν στις διπλανές σελίδες. Ξαναδιαβάζοντάς την σήμερα, κομμάτι κομμάτι, δεν μπορείς να αναπαραστήσεις τη λειτουργία του αναγνώστη του 1903. Γιατί εσύ γνωρίζεις τον θρύλο του έργου, ξέρεις περίπου τί έχει επενδυθεί σ’ αυτό, 108 χρόνια τώρα, και έχεις διαβάσει το τρομερό φινάλε. Ενώ εκείνος; Ζούσε την εξέλιξη της αφήγησης με κενά δεκαπέντε ημερών. Τί συνέβαινε σ’ αυτές τις δεκαπέντε μέρες μέσα του; Σκεφτόταν το απόσπασμα που είχε διαβάσει και προετοιμαζόταν για το επόμενο; Περίμενε το ταχυδρομείο- αν ήταν συνδρομητής των Παναθηναίων- ή πήγαινε στο κιόσκι να αγοράσει το τεύχος λαχταρώντας τη συνέχεια; Μόλις το άνοιγε αγνοούσε όλα τα άλλα κείμενα και έψαχνε την Φόνισσα; Ή μήπως δεν συνέβαινε αυτό και το αριστούργημα γεννιόταν σιγά σιγά, το πρώτο εξάμηνο του 1903, χωρίς να πολυγίνεται αντιληπτή η σημασία του; Ενώ ξεκίνησε σαν λογοτεχνικό γεγονός στην πρώτη σελίδα, ο διευθυντής και ιδιοκτήτης Κίμων Μιχαηλίδης, στα επόμενα τεύχη το έριχνε στις πίσω σελίδες. Μήπως τότε για τους αναγνώστες του περιοδικού, ο Μαρτζώκης, ο Σκίπης, ο Πορφύρας και τόσοι άλλοι που σήμερα σχεδόν έχουν σβήσει ήταν εξίσου σημαντικές αξίες της λογοτεχνίας μας; Ο Παύλος Νιρβάνας πάντως –τακτικός συνεργάτης και κριτικός του περιοδικού- θα πήγαινε να συναντήσει με το Κόδακ του τον Παπαδιαμάντη στην Δεξαμενή, θα τον φωτογράφιζε και θα μιλούσε για την Φόνισσα τρία χρόνια μετά.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020
Λάκης Παπαστάθης: Το τεμαχισμένο αριστούργημα - για τη Φόνισσα
Η Φόνισσα πρωτοδημοσιεύεται στο δεκαπενθήμερο περιοδικό Παναθήναια σε έντεκα συνέχειες. Από τις 15 Ιανουαρίου έως τις 15 Ιουνίου 1903. Ένα απόσπασμα κάθε δεκαπέντε ημέρες. Τακτικά, χωρίς καμιά αναβολή. Ξεκινάει με επτά δίστηλες σελίδες ως πρώτο και κύριο θέμα του περιοδικού. Στο ίδιο τεύχος Μαρτζώκης, Μεριμέ, Νιρβάνας, φιλοσοφικά και ιστορικά δοκίμια. Υπάρχει και μια ολοσέλιδη ζωγραφιά του Γύζη που απεικονίζει έναν Σάτυρο να μαθαίνει χορό σε μικρά γυμνά κορίτσια. Μικρά κορίτσια; Επίτηδες την έβαλαν; Ήθελαν μήπως να υποβάλλουν κάποια σχέση με τα κορίτσια της Φραγκογιαννούς; Η παρουσία του Γύζη συνδυάζεται με μία επιστολή εκ Κωνσταντινουπόλεως στην οποίαν διαβάζουμε πως μία κυρία ζήτησε από τον σύζυγόν της να αγοράσει «την Δόξαν του Γύζη μας. Ας έρθει η φωτεινή εικών να δοξάσει τον λόφον μας εδώ εις το Πέραν». Το δεύτερο απόσπασμα είναι στην ένατη σελίδα και αποτελείται από πεντέμιση σελίδες. Πορφύρας, Βελλιανίτης, Αλεξάντρα Παπαδοπούλου και κριτική του Ξενόπουλου –επιφυλακτική- για τον Ψυχάρη. Το περιοδικό διενεργεί έρανο για την προτομή του Σολωμού. Ο Ιωάννης Γρυπάρης προσφέρει 10δρχ και η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου 15. Το τρίτο απόσπασμα της Φόνισσας αποτελείται από έξι σελίδες και είναι το τρίτο θέμα καθώς ξεφυλλίζεις το περιοδικό. Κείμενο του Ν. Επισκοπόπουλου για τον Ζολά, μετάφραση από τον Γ. Καλοσγούρο του πέμπτου άσματος από την Κόλαση του Δάντη. Ιστορικά κείμενα και πληροφορίες για τις ανασκαφές στην Κρήτη από τον Έβανς. Το τέταρτο και πέμπτο απόσπασμα είναι σαφώς υποβαθμισμένα. Στις 15 Μαρτίου του 1903 η Φόνισσα υπάρχει μόνο με δύο σελίδες. Στην τελευταία σελίδα διαβάζουμε πως «ο κύριος Κωστής Παλαμάς ανέγνωσε προ ημερών εις στενόν κύκλον φίλων το πεντάπρακτον δράμα του η Τρισεύγενη. Η εντύπωσις του έργου υπήρξε αρίστη!» Στις 31 Μαρτίου αρχίζει η μεγάλη έρευνα του περιοδικού για τη γλώσσα, που θα συνεχισθεί σε πολλά τεύχη. Είναι φανερό πως μονοπωλεί το ενδιαφέρον του εκδότη. Ωστόσο η Φόνισσα υπάρχει στις πίσω σελίδες των τριών επόμενων τευχών με το έκτο, έβδομο και όγδοο απόσπασμα. Στις 15 Μαϊου κυριαρχεί η δημοσίευση εκτεταμένου αποσπάσματος από την Τρισεύγενη του Παλαμά. Το ένατο απόσπασμα της Φόνισσας εκτείνεται μόνο σε δυόμιση σελίδες. Στις 31 Μαϊου κυριαρχεί και πάλι ο Παλαμάς με τις απόψεις του για τη γλώσσα και στις τελευταίες σελίδες δημοσιεύεται ένα πολύ συγκινητικό σημείωμα από τον Ξενόπουλο για τον Βουτυρά. Το προτελευταίο απόσπασμα της Φόνισσας είναι έκτο στη σειρά των θεμάτων του περιοδικού. 15 Ιουνίου 1903. Η Φόνισσα τελειώνει με τις τελευταίες εξίμιση σελίδες. Επιτέλους ακούγεται … «εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης». Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται ασπρόμαυρες εικόνες του Θεοτοκόπουλου που νιώθεις πως δημιουργούν, σαν από μυστικό δρόμο άλλης παράδοσης και άλλης εποχής, μια κάπως ρευστή αλλά έντονη συνάντηση με το έργο του Παπαδιαμάντη. Σαν να τονίζουν με άγνωστους ήχους τη σιωπή του τέλους της Φόνισσας. Στις έντεκα συνέχειες δεν υπάρχει κανένα σχόλιο για την Φόνισσα. Στην έρευνα για τη γλώσσα δεν ζητήθηκε η γνώμη του Παπαδιαμάντη. Ίσως ένιωθαν οι υπεύθυνοι του περιοδικού πως η απάντησή του κρυβόταν στην ίδια τη Φόνισσα που δημοσιευόταν στις διπλανές σελίδες. Ξαναδιαβάζοντάς την σήμερα, κομμάτι κομμάτι, δεν μπορείς να αναπαραστήσεις τη λειτουργία του αναγνώστη του 1903. Γιατί εσύ γνωρίζεις τον θρύλο του έργου, ξέρεις περίπου τί έχει επενδυθεί σ’ αυτό, 108 χρόνια τώρα, και έχεις διαβάσει το τρομερό φινάλε. Ενώ εκείνος; Ζούσε την εξέλιξη της αφήγησης με κενά δεκαπέντε ημερών. Τί συνέβαινε σ’ αυτές τις δεκαπέντε μέρες μέσα του; Σκεφτόταν το απόσπασμα που είχε διαβάσει και προετοιμαζόταν για το επόμενο; Περίμενε το ταχυδρομείο- αν ήταν συνδρομητής των Παναθηναίων- ή πήγαινε στο κιόσκι να αγοράσει το τεύχος λαχταρώντας τη συνέχεια; Μόλις το άνοιγε αγνοούσε όλα τα άλλα κείμενα και έψαχνε την Φόνισσα; Ή μήπως δεν συνέβαινε αυτό και το αριστούργημα γεννιόταν σιγά σιγά, το πρώτο εξάμηνο του 1903, χωρίς να πολυγίνεται αντιληπτή η σημασία του; Ενώ ξεκίνησε σαν λογοτεχνικό γεγονός στην πρώτη σελίδα, ο διευθυντής και ιδιοκτήτης Κίμων Μιχαηλίδης, στα επόμενα τεύχη το έριχνε στις πίσω σελίδες. Μήπως τότε για τους αναγνώστες του περιοδικού, ο Μαρτζώκης, ο Σκίπης, ο Πορφύρας και τόσοι άλλοι που σήμερα σχεδόν έχουν σβήσει ήταν εξίσου σημαντικές αξίες της λογοτεχνίας μας; Ο Παύλος Νιρβάνας πάντως –τακτικός συνεργάτης και κριτικός του περιοδικού- θα πήγαινε να συναντήσει με το Κόδακ του τον Παπαδιαμάντη στην Δεξαμενή, θα τον φωτογράφιζε και θα μιλούσε για την Φόνισσα τρία χρόνια μετά.
Σάββατο 14 Μαρτίου 2020
Γιώργος Κοτζιούλας: Στροφές για τον ασύγκριτο
Ο Αλέξαντρος Παπαδιαμάντης, η μεγάλη
ψυχή, δεν είχε, λεν όσοι είδαν, να φορέσει
λουρί, γι’ αυτό κι εκείνος έδενε τη μέση
μ’ ένα σκοινί, σα διακονιάρης. Όταν πάλι
του’διναν τσάι ευρωπαϊκό σε σπίτι ξένο,
δεν το’παιρνε, γιατί δεν το’χε μαθημένο.
Φεύγοντας ύστερη φορά για τ’ ακρογιάλι
(πενήντα περασμένα κι είχε καταπέσει)
τον πήρε το παράπονο, έκλαιε, πώς να μη μπορέσει
τ’ αγόρι τ’ αδερφού του κάπου να το βάλει.
«Αχ, όπως ήρθα στην πατρίδα μου πηγαίνω»
κρυφοτρεμούλιαζε τ’ αχείλι πικραμένο.
Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα·
κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;
Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,
δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ’ ουρανού.
ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ (1938)
Τρίτη 10 Μαρτίου 2020
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Νεκρός ταξιδιώτης
Όταν ευρέθη ο πνιγμένος, ακριβώς κάτω από τον βράχον του Κοιμητηρίου, ανάμεσα εις την Μεγάλην Άμμον κ᾿ εις τον Ταρσανάν, ολίγον ακόμη ήθελε να βασιλέψη ο ήλιος, ή μάλλον να κρυφθή οπίσω από το γείτον βουνόν αντικρύ. Τότε αι αρχαί του τόπου ―ο Ειρηνοδίκης του πάλαι ποτέ ειρηνοδικείου, κι ο Νωματάρχης ο αστυνομεύων― απεφάνθησαν ότι έπρεπε να μείνη ολονυχτίς άταφος, επειδή ήτο ανάγκη να τον σχίσουν οι γιατροί, διά να βεβαιωθή αν ήτον πνιγμένος ή δεν ήτον.
Κ᾿ ήτον καλής ψυχής άνθρωπος, ο συχωρεμένος ο Κώστας του Σταματάκη. Φαίνεται, είχε τάξει εις την Παναγίαν την Κ᾿νιστριώτισσαν, να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της μικράς νήσου του —εκεί επάνω εις τον θαλασσόπληκτον βράχον, όπου τα κύματα φαίνονται να τραγουδούν μυστηριώδες νανούρισμα εις τους νεκρούς— κ᾿ η Παναγία η Κ᾿νιστριώτισσα του παρεχώρησε το ταπεινόν αίτημα, αφού από την στιγμήν που έπλευσε ναυαγός εις το κύμα, και απέδωκε την απλοϊκήν ψυχήν του πελαγωμένος εις την πάλην με τον Χάρον τον θαλάσσιον, δεν έπαυσε ν᾿ αντικρύζη τον έρημον ναΐσκον της πέραν, εις το δυτικόν πλάγι του χαριτωμένου νησιού. Εκεί λοιπόν αγνάντευε, κ᾿ εκεί ήτον προσκολλημένος ο πόθος του, μέχρι της τελευταίας στιγμής του. Κ᾿ εκεί άσπριζεν ακόμη το παλαιόν έρημον μοναστηράκι, προκύπτον μέσα από βαθείαν χλόην ανάμεσα εις τας πίτυς και τας καστανέας, ολίγον υψηλότερα από την ωραίαν θαλασσίαν αγκάλην του Ασέληνου, όπου εβασίλευε γλυκά σιγά ο ήλιος, ως να έκρυπτεν ολίγον κατ᾿ ολίγον τα χρυσά και στίλβοντα στολίδια του μέσα εις τον θησαυρόν του.
Κι όταν η μικρά καμπάνα εκάλει τους αγροίκους βοσκούς του βουνού εις την προσευχήν ―οι οποίοι δεν επήγαιναν, αλλ᾿ ίσως να έκαναν μακρόθεν ένα σταυρόν, αν ήξευραν ακόμη να κάμουν τον σταυρόν τους― κ᾿ εδιάβαζεν ο πάτερ Εφραίμ ο πνευματικός τον Εσπερινόν, μαζί με τον Μιχαίαν τον υποτακτικόν του, κατέβαινε τα σκαλοπάτια ο γέρων έως την βρύσιν, διά ν᾿ απολαύση και άπαξ ακόμη την γλυκείαν μελαγχολίαν της μοναξιάς μέσα εις την περιοχήν εκείνην, την οποίαν αυτός είχεν ονομάσει «γωνίαν του Παραδείσου». Και της βρύσης το μάρμαρον, τον κρουνόν και την λεκάνην, τα είχε φάγει το νερόν. Και μόλις ημπορούσε να διαβάση τις, μισοσβησμένους, τους ιαμβικούς στίχους, τους οποίους είχε γράψει ποτέ επί του μετώπου της πηγής, ο διάσημος ασκητής, ο αββάς Διονύσιος: «Χείρας, πρόσωπα και πόδας νίπτων αβρώς, ομού δε και διαυγές νυν ύδωρ πίνων, της καλλιρρείθρου τήσδε της κρήνης, ξένε, ψυχής τότε μνήσθητι Διονυσίου».
Και ψηλά εις το πλάγι, σιμά εις την κορυφήν του βουνού, ίστατο ακόμη ορθός ο χιλιετής πεύκος, οπού εις τους κλάδους επάνω, ανάμεσα στους κλώνάς του, είχεν ευρεθή ένα καιρόν αιωρουμένη η λαμπρά Εικών της Παναγίας. Ο πεύκος ομοιάζει με άνθρωπον οπού δεν εκάρη την κόμην εις όλην την ζωήν του. Από τριακοσίων χρόνων και πλέον κανείς δεν εξάμωσε να κόψη φύλλον από το γιγαντιαίον δένδρον. Όλοι οι κωνίσκοι, οι καρποί του πεύκου, μυριάδες αναρίθμητοι, εξ αμνημονεύτων χρόνων εκρέμαντο ανάμεσα εις τους κλώνάς του. Είναι βέβαιον ότι εκεί επάνω ευρέθη μίαν πρωίαν, εις τα χίλια εξακόσια τόσα, η Εικών της Παναγίας. Ήτο ζωγραφισμένη ως προτομή παιδίσκης, χωρίς να έχη τον Χριστόν βρέφος εις τας αγκάλας της, και διά τούτο εσχετίσθη με τα Εισόδια, όταν προσεφέρθη «ως τριετίζουσα δάμαλις» εις τον ναόν του Θεού. Και ο ναΐσκος του μικρού ασκητηρίου, όπως ήτο τότε το ύστερον κτισθέν μοναστήριον, ετιμάτο επ᾿ ονόματι των Εισοδίων. Η ευρεθείσα παραδόξως τότε εικών, εφάνη εις τους Χριστιανούς τους τότε ως να ήτο αθώα κόρη ευαίσθητος, ήτις ενέδωκεν εις την επιθυμίαν να κάμη κούνια, να λικνισθή αιωρουμένη επί των κλάδων του δένδρου· και διά τούτο επωνομάσθη Παναγία η Κουνίστρα ή Κ᾿νιστριώτισσα.
*
* *
Εκείνο το παλαιόν ασκητήριον, το οποίον ασπροβολά ανάμεσα εις την βαθείαν πρασινάδαν της κοιλάδος, εις όλην την παραθαλασσίαν φάραγγα την πολυσχιδή από τις ράχες και τις ρεματιές, αντίκρυζεν ο πνιγμένος νεκρός, όταν αρμένιζεν επί ημέρας διά να πλεύση από τους κρημνώδεις αιγιαλούς των υπωρειών της Όσσης και του Πηλίου εις την βάσιν του θαλασσίου λόφου, όπου λευκάζουν τα Μνημούρια της μικράς πατρίδος του, εκεί όπου προσκυνεί τους βράχους το μόλις δαμασθέν μετά γογγυσμών και υλακτούν κύμα. Και το μικρόν πλοίόν του, βάρκα μεγάλη, σκαμπαβία φορτηγός, έπλεεν από Σαλονίκης εις Ζαγοράν και έμπαλιν, φορτωμένον και ξαναφορτωμένον. Ήσαν οι δύο αδελφοί, ο Γιάννης κι ο Κωσταντής του Σταματάκη, και μαζί των επέβαινεν ο έμπορός των. Μήλα και πατάτες και κάστανα εκόμιζον προς τους Εβραίους της Σαλονίκης, διά να τους ξαναφορτώσουν οι Εβραίοι εκείθεν άλλα είδη, λ.χ. όσπρια ανακατωμένα, ολίγα πρόσφατα της χρονιάς, όσον διά δείγμα, και πολλά περυσινά ή προπέρσινα σαπρακωμένα.
Η βάρκα ήτον ιδιοκτησία του Γιάννη, του νεωτέρου αδελφού, όστις και επλοιάρχει. Αυτή ήτον η περιουσία του εις τον κόσμον. Όσον διά τον Κώσταν, ούτος δεν είχεν αποκτήσει ποτέ τίποτε. Είχε λάβει γυναίκά ποτε, και είχεν αποκτήσει εν παιδίον. Είτα το παιδίον απέθανεν εις τον μαζόν της μητρός του, η δε γυνή εφονεύθη, νομίζω, πεσούσα από του εξώστου, εν εκστάσει φρενών. Έκτοτε έμεινεν ελεύθερος, τόσω μάλλον, όσω ήτο εις θέσιν να εκτιμήση την ελευθερίαν του, και να μη την απεμπολήση πλέον. Έκυπτε την κεφαλήν, εκάπνιζεν, έπινε καφέ, και δεν ωμίλει. Ποτέ δεν έβγαζε λόγον από το στόμα του. Ήτο πλέον ή πενήντα ετών, κ᾿ εσυντρόφευε τον νεώτερον αδελφόν του, κ᾿ εθαλασσοπνίγετο προθύμως μαζί του, εν άκρα υπακοή. Ο Γιάννης ήτο ολιγώτερον των πενήντα ετών την ηλικίαν, είχε δε οικογένειαν, σχεδόν μισήν δουζίνα παιδιά.
Ήσαν και αυτοί θύματα της τοκογλυφίας των 36 τοις εκατόν, και «το διάφορο κεφάλι», όπως και τόσοι άλλοι. (Το ομοιοτέλευτον δεν το έκαμα εκ προθέσεως.) Ο τοκογλύφος, βίαιος επαίτης, (και ενίοτε ο επαίτης, ύπουλος τοκογλύφος· ― ποίον εκ των δύο θηρίων είναι το χαλεπώτερον!) με τα «θαλασσοδάνεια», και με το 36 τοις %, είχε καταστρέψει προ πολλού το ναυτικόν του τόπου των, και είχεν εξανδραποδίσει όλον τον λαόν. Κλήρος και μοίρα και προορισμός των δύο αδελφών, όπως και τόσων άλλων, ήτο να θαλασσώνουν, να παραδέρνουν, να βασανίζωνται χειμώνα καιρόν με την ψυχήν στα δόντια, να «θανατούνται όλην την ημέραν, ως πρόβατα σφαγής». Τέλος… εσώθηκαν τα βάσανά του. Μίαν νύκτα, την προτελευταίαν του Νοεμβρίου, ημέραν του φεγγαριού, οπού ήτο φοβερά ταραχή και τρικυμία… και το μεν πρώτον κύμα εσάλευσεν εκ βάθρων, δηλ. εκ της τρόπιδος, την βάρκαν, το δεύτερον κύμα την εγέμισε νερά, διά να πλέη ίσα με την επιφάνειαν της θαλάσσης, το δε τρίτον κύμα, το σφοδρότερον, την εσπλαγχνίσθη, και της έδωκεν τον τελειωτικόν κτύπον, την κατεπόντισε.
*
* *
Δεν απείχε μίλια από την στεριάν το μέρος όπου κατεποντίσθησαν. Ο Γιάννης ήτο δεινός κολυμβητής. Με το υποκάμισον και με την «σκελέαν» έπλευσεν, έπλευσε, κ᾿ έφθασεν εις τους βράχους του γιαλού, εις μίαν απότομον ακτήν της Αγυιάς. Εκτύπησεν, εμωλωπίσθη, επρήσθη, και μισοπνιγμένος, παγωμένος, επάτησεν επί της ξηράς. Ήτο λυκαυγές ήδη. Αφού εβυθίσθη η βάρκα, ύστερον ήρχισε να γλυκοχαράζη ο ουρανός, διά να «μετανοήση όποιος επνίγη», ή ίσως, διά να φωτισθούν τα ναυάγια. Ο Γιάννης εκοίταξε παντού, δεξιά, αριστερά, προς τα άνω, προς τα κάτω· δεν είδε πουθενά καλύβην, ούτε άνθρωπον. Μισοπαγωμένος, ζαλισμένος όπως ήτον, ως αλλόκοτον όνειρον αισθανόμενος την ζωήν, μη βλέπων αλλού που δρόμον ούτε μονοπάτι, ήρχισε ν᾿ αναρριχάται την κρημνώδη ακτήν. Εγλίστρα, επιάνετο μανιωδώς από τους θάμνους, έπιπτεν, εσηκώνετο. Τέλος έφθασεν εις την κορυφήν της ακτής. Οι άνθρωποι, όσοι είδαν ύστερον τα ίχνη του, διά να πιστεύσουν οφθαλμοφανώς εις την απεγνωσμένην αναρρίχησίν του, έκαμναν τον σταυρόν των. Εις δε νεαρός διδάσκαλος του γείτονος χωρίου, συγκινηθείς, έκλαιε μετά λυγμών. Ο ίδιος ο σωθείς ναυτίλος έβλεπε τα ίχνη του ιδίου εαυτού του και δεν επίστευεν.
Εύρε φιλανθρώπους βοσκούς και ξενίαν πρόθυμον εις την καλύβην των. Τον έθαλψαν, τον ανεζωογόνησαν, του έδωκαν μίαν κάπαν και βλαχόκαλτσες και τσαρούχια. Οι καλοί άνθρωποι έψαξαν εις όλους τους γείτονας αιγιαλούς, μήπως εύρωσι πτώμα ναυαγού ή ναυάγιον, ή άνθρωπον ζώντα ακόμη. Πουθενά τίποτε. Ο έμπορος του φορτίου, ο κυρ Στάθης ο πραματευτής, «ούτε ήτον, ούτ᾿ εφάνη». Ο αδελφός του Γιάννη, ο Κώστας, ήτο καλός ναύτης, σχεδόν όσον και ο αδελφός του, κ᾿ εκολύμβα εξ ίσου καλά. Πώς δεν εφάνη; Κατά πού έβαλε πλώρην τάχα; Όπως και αν έχη, αν τυχόν επνίγη, κ᾿ εσώθη αυτός (διελογίζετο ακουσίως, θρηνών μέσα του, ο Γιάννης ο διασωθείς) η θάλασσα φαίνεται να έκαμεν επιεικώς καλήν κρίσιν την φοράν αυτήν· διότι αυτός είχε γυναίκα και πέντε ή εξ παιδιά, κ᾿ εκείνος δεν είχε «κανένα στον κόσμον!» Τον συλλογισμόν δε τούτον έκαμαν μεγαλοφώνως πλέον ή χίλιοι άνθρωποι, ύστερον, όσοι ήκουσαν το δράμα, κ᾿ εγνώριζον τας περιστάσεις των προσώπων.
*
* *
Όταν, μετά εννέα ή δέκα ημέρας, επέστρεψεν ο ναυαγός εις την πατρίδα του, και απήλαυσεν, ως «υστερόποτμος», οιονεί από τον άλλον κόσμον ερχόμενος, το θάλπος της πτωχικής του εστίας, την ιδίαν ημέραν, προς εσπέραν, πράγμα οπωσούν παράδοξον συνέβη.Οδοιπόροι διαβάται, από τους αγρούς επανερχόμενοι, περνώντες την μακράν άμμον, πέραν του δυτικού ναυπηγείου, και κάτω από τον περίβολον του Κοιμητηρίου της πολίχνης, είδαν νεκρόν πνιγμένον, πτώμα φουσκωμένον, μισοσφιγμένον από την άλμην, και όχι πολύ οδωδός. Ποίος ήτο; Ξένος τις, άγνωστος; Όχι. Ήτο πατριώτης, γνωστός· όλοι οι ιδόντες τον ανεγνώρισαν. Ήτον ο Κωσταντής, υιός του Σταματάκη, από τον Επάνω Μαχαλάν.
Επήγαν και είπαν την είδησιν εις τους αδελφούς του· εις τον Γιάννην, τον μόλις ανασωθέντα ναυαγόν, κ᾿ εις τον νεώτερον Γιώργην τον εσχάτως παλιννοστήσαντα εκ της Αμερικής. Οι άνθρωποι έτρεξαν, τον ανεγνώρισαν, τον έκλαυσαν. Έκειτο επί του ρηχού αιγιαλού, σιμά εις τους χαμηλούς βράχους της ακτής· οι πόδες του είχον αναπαυθή επί της άμμου, η κεφαλή και το στήθος του ελικνίζοντο ακόμη εις το κύμα. Έστειλαν είδησιν εις τας αρχάς, πριν τον θίξουν, παρήγγειλαν εις τους οικείους των να φέρωσι σινδόνια και φορέματα διά να συστείλωσι τον νεκρόν.
Τέλος ήλθαν ο Νωματάρχης της αστυνομίας, κι ο Ειρηνοδίκης του πάλαι ποτέ ειρηνοδικείου. Και πλήθος περιέργων, ή και ενδιαφερομένων ηκολούθησε τους εν τέλει. Τότε ήρχισεν έκαστος να εκφέρη τας εικασίας του. Μήπως ο Γιάννης ο αδελφός του είχε φέρει τον νεκρόν μαζί του, όταν έφθασε χθες πρωί, με το βαποράκι τον «Καφηρέα», και τον είχε ρίψει λάθρα εκεί εις τον αιγιαλόν; Πρώτη άτοπος υπόθεσις. Δευτέρα πιθανή υποψία· κάποιος ναυβάτης, αλιεύς ή πορθμεύς, με πέραμα ή με βάρκαν, κάποια ψαροπούλα ή τράτα, θα εύρεν ίσως τον πνιγμένον πλέοντα εις το πέλαγος, μίλια μακράν, τον ώκτειρε, και ηθέλησε να τον φέρη έως εδώ, διά να τύχη χριστιανικής ταφής ο ατυχής ποντοπόρος. Και αφού τον έφερεν έως εδώ, τον άφησε σιμά εις τον γιαλόν, έκθετον. Ιδού και νεκρός έκθετος, ως να έλεγέ τις, βρέφος νόθον διά τον άλλον κόσμον.
Και διατί να λάβη τον κόπον να τον φέρη έως εδώ, κ᾿ ύστερα να τον αφήση λαθραίως και να φύγη; Τί είδους λαθρεμπόριον ήτον αυτό; Προφανώς, κατά την συλλογιστικήν μέθοδον των ούτω σκεπτομένων, διότι εφοβείτο μην εύρη ο άνθρωπος τον μπελά του με τας αρχάς και εξουσίας που έχομεν εις τον τόπον αυτόν· «Έλα δω, βρε. Και πού τον ηύρες αυτόν; Και πώς τον έφερες εδώ; Και τί ξέρεις να μας πης; Και από τί θάνατον πάει; Και εις ποίον μέρος τον είδες, ακριβώς; Δεν ηύρες άλλο τίποτε; Και μην τον έψαξες; Τί ηύρες επάνω του; Δεν είδες άλλον άνθρωπον εκεί κοντά; Μήπως τον εσκότωσε κανείς; Άλλο τίποτε ξέρεις;… Μα πώς τον έφερες εδώ, επί τέλους;» Όλαι αι αλλεπάλληλοι ερωτήσεις θα εφαίνοντο να κρύπτουν περίπου την ενδόμυχον σκέψιν· «Μην τον εσκότωσες, ή μην τον έπνιξες;… και τώρα μας τον εκουβάλησες εδώ διά να βγης λάδι;… Κοίταξε καλά. Μη θαρρής πως θα μας γελάσης. Όλοι Ρωμιοί είμαστε», κτλ.
*
* *
Η απορία δεν ελύθη. Όλοι οι πονηρευόμενοι δεν επείσθησαν. Το γνησιώτερον μέρος του απλού λαού επίστευσεν εις το θαύμα. «Καλός άνθρωπος ήτον. Μέγα πράγμα δεν εζήτησε. Καθώς επνίγετο, παρεκάλεσε μόνον την Μητέρα του Θεού να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της πατρίδος του, και να μην επιτρέψη να τον φαν τα ψάρια. Κ᾿ η Παναγία, η θαματουργιά, οπού αντίκρυζεν ο πνιγμένος το παλαιόν μοναστηράκι της, και τον βαθυπράσινον λόφον με τα πεύκα τα γιγαντιαία όπου την εύρόν ποτε επί αιώρας, να λικνίζεται ως αθώα παιδίσκη, του παρεχώρησε το ταπεινόν αίτημά του».
Ο άνθρωπος αφήκε την τελευταίαν πνοήν υπό το κύμα, όπου εβυθίσθη κατ᾿ αρχάς, είτα το νεκρόν σώμα ανέδυ εις την επιφάνειαν, κ᾿ έβαλε πλώρην, καθώς είπεν ο αδελφός του, φερόμενον υπό των κυμάτων, κατά την νοτιάν· και αρμένισεν, αρμένισε πολλά μίλια εωσότου έφθασεν εις το θαλάσσιον τρίστρατον, τον πλατύν πορθμόν, τον μεταξύ του Αρτεμισίου, της Σηπιάδος άκρας του Παγασαίου κόλπου, και των Σποράδων. Εκεί εταλαντεύθη πολύ, συρόμενον πότε από τα ρεύματα, πότε ωθούμενον από τ᾿ απόγεια της ξηράς και από τας θαλασσίας αύρας, τέλος έβαλε πλώρην κατά τον λεβάντην και τον σορόκον. Διαπόντιος νεκρός, χωρίς ποτέ να γίνη υποβρύχιος. Τα κύματα ως να ώκτειρον τον ποτέ ναύτην, μαλακά μαλακά τον προέπεμπον εις τον πένθιμον δρόμον του. Τα ψάρια του αφρού επήδων τριγύρω του, εδοκίμαζον να τον πλησιάσουν, και πάλιν, ως να ηλαύνοντο από αόρατον δύναμιν, έφευγον μακράν του. Τα δελφίνια τον παρέκαμπτον ευλαβώς, αι φώκαι εκρύπτοντο εις τα υποβρύχια άντρα των, τα σκυλόψαρα υπεχώρουν εις την διάβασίν του. Ο θαλασσοπόρος νεκρός, ως να είχεν ακόμη πυξίδα και πηδάλιον εις αυτό το σκέλεθρόν του, δεν έχασε ποτέ την κατεύθυνσίν του. Διέπλευσεν ακόμη οκτώ ή δέκα μίλια, όλον το νότιον πλάτος της μικράς νήσου του, και είτα εστράφη πάλιν. Έβαλε πλώρην κατά τον βορράν, και ήρχισε να εισπλέη τον λιμένα της πατρίδος του…
Είχε διανύσει περί τα σαράντα μίλια, εις τόσας πολλάς ημέρας. Δεν ήτο ταχύς, αλλά βραδύς εις τον πλουν του. Δεν εβάδιζεν εις την χαράν του, έβαινεν εις την κηδείαν του. Και δεν ηδυνήθη να προσεγγίση εις καμμίαν μεμακρυσμένην θαλασσίαν αγκάλην, δεν επήγε να σταματήση εις κανένα απόκεντρον όρμον, εις κανένα έρημον αιγιαλόν της νήσου του. Δεν εστάθη ν᾿ αναπαυθή εις καμμίαν ύφαλον, εις καμμίαν σύρτιν ή άμμον. Επήγε κατ᾿ ευθείαν προς τον θαλάσσιον λόφον του Κοιμητηρίου εις τα δυτικά της πολίχνης, και προσωρμίσθη εις την μικράν ακτήν, κ᾿ εκεί έμεινε. Η ζωή του αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατόν του δεν ήθελε να δώση κόπον εις τους ανθρώπους. Προς τί να τον κουβαλούν εις οικίαν, εις εκκλησίαν, και να τον πομπεύουν διά της αγοράς; Αγοραίαν κηδείαν δεν ήθελεν. Ήρκει να ευρεθούν δύο χριστιανοί να τον ανεβάσουν ολίγα βήματα παραπάνω, ήρκει να σκάψουν δυο τρείς σπιθαμάς εις το χώμα να τον καλύψουν, και θα εύρισκον το έλεος εις την ψυχήν των. Αν ο παπα-Στάμος ή ο παπα-Γληόρης ή και ο πάτερ Ιωακείμ ακόμη, ο μοναχός ο περιπλανώμενος, ήρχετο να είπε το Μετά πνευμάτων, καλώς θα είχεν· άλλως ο Θεός τα ήξευρε.
*
* *
Εντούτοις, αφού μετεφέρθη ο νεκρός εντός του περιβόλου των Μνημάτων, αι αρχαί απεφάνθησαν ότι, επειδή ήτο περί δύσιν ηλίου, δεν ήτο καιρός να γίνη νεκροψία, διά να βεβαιωθή αν ήτο πράγματι πνιγμένος ο νεκρός. Όθεν έπρεπε να μείνη όλην την νύκτα άταφος μέχρι της πρωίας.
Την νύκτα, εις το καφενεδάκι του Αλέξη του Μπαρμπαδήμου μία παρέα εύθυμος συνεζήτει περί τάφων και νεκρών. Ο Ντάκης του Αγγούδη έβαλε στοίχημα με τον Τάκην του Πατάκη, αν ο πρώτος ήτο ικανός να υπάγη περί τα μεσάνυκτα εις το Νεκροταφείον, να εισέλθη ολομόναχος, και να μείνη επί μίαν ώραν εις το ύπαιθρον, πλησίον του πνιγμένου, του ατάφου νεκρού. Διότι ο άτυχος είχε, βλέπετε, μετά θάνατον την μοίραν του Αίαντος του Μαστιγοφόρου. Μετά το δράμα του θανάτου, νέον δράμα επλέκετο περί της ταφής. Ευτυχώς η παρέα ήτο από εκείνας οπού μέχρι λόγων φθάνουσιν, αλλά και δεν νοούσιν οπόση ασέβεια ενυπάρχει εις τους λόγους.
Τέλος ανέτειλεν η πρωία, κ᾿ επήγαν οι ιατροί… «Μη τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια; ή ιατροί αναστήσουσι, και εξομολογήσονταί σοι;» Μάτην διεμαρτύροντο οι οικείοι του νεκρού, ότι η αιτία του θανάτου ήτο εδώ φανερά, αυταπόδεικτος και μεμαρτυρημένη.
Μετά δύο ώρας έλαβε τέλος το ανωφελές βάσανον, και ο νεκρός απεδόθη εις την γην. Ετάφη εις την εσχάτην γωνίαν του περιβόλου, την πλησιεστέραν προς την θάλασσαν.
Μή μ' άκλαυτον, άθαπτον ιών όπιθεν καταλείπειν…
σήμα τε μοι χεύαι πολιής επί θινί θαλάσσης.
(1910)
Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο Αμερικάνος
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΝ ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Δημήτρη του Μπέρδε το μαγαζί ωμοίαζε, την εσπέραν εκείνην, με βάρκαν, κατά το φαινόμενον φουρτουνιασμένην, δευτερόπρυμα πλέουσαν, πληττομένην υπό των κυμάτων την μίαν πλευράν, με το ύδωρ εισπηδών από την κωπαστήν και περιρραντίζον τους δυστυχείς επιβάτας, όπου ο κυβερνήτης και ο ναύτης του φαίνονται περιφρόντιδες, δίδοντες και λαμβάνοντες προστάγματα εις ακατάληπτον γλώσσαν, ο μεν ιθύνων μετά βίας το πηδάλιον, ο δε λύων και δένων τα ιστία, βοηθών διά της κώπης εκ του υπηνέμου, αμφότεροι τρέχοντες από την πρύμνην εις την πρώραν, καταπτοούντες τους απειροτέρους των επιβατών, περιρραινομένους από το αφρίζον κύμα, οσφραινομένους εγγύθεν και γευομένους την άλμην. Εξημέρωναν δε Χριστούγεννα, και έκαστος των πελατών επεθύμει να κάμει τα οψώνιά του. Ο κυρ Δημήτρης ο Μπέρδες έτρεχεν εμπρός, οπίσω, εκέρνα νοθευμένα τους πελάτας, επώλει ξίκικα εις τους αγοραστάς, με την τρικυμίαν εσκορπισμένην εις την όψιν και την γαλήνην ταμιευμένην εν τη καρδία, γοητευόμενος από τας φωνάς των θαμώνων, ενθουσιών από τον κρότον των κερμάτων, των πιπτόντων διά της άνωθεν οπής, ως τα στρουθία εις την παγίδα, εις το καλώς κλειδωμένον συρτάρι του. Το παιδί, ο δεκαπεντούτης Χρήστος, ανεψιός του εξ αδελφής, δεν επρόφθανε να γεμίζει φιάλας εκ του βαρελίου, να κακοζυγίζει βούτυρον εκ του πίθου, να κενώνει μέλι εκ του ασκού, με την ποδιάν υψηλά εις το στήθος περιδεδεμένην, κι εξελαρυγγίζετο να φωνάζει αμέσως! εις οκτώ διαφόρους τόνους και ύψη· λέξιν την οποίαν με τον καιρόν είχε κατορθώσει να κολοβώσει εις αμές! είτα να συντάμει εις ’μες! και τέλος ν’ απλοποιήσει εις ες!
Εις μίαν γωνίαν του μαγαζείου όμιλος εκ πέντε ανδρών εκάθηντο κι έπιναν την μαστίχαν των, πριν διαλυθώσι και απέλθωσιν οίκαδε διά το δείπνον. Ήσαν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, περιμένοντες την κατάδυσιν του Σταυρού διά ν’ αποπλεύσωσι, κι εδεξιούντο ένα συνάδελφόν των, εκείνην την εσπέραν φθάσαντα αισίως με την σκούναν του, τον καπετάν Γιάννην τον Ιμβριώτην· έκαμαν όλοι με την σειράν τα μουσαφιρλίκια, είτα ο καπετάν Γιάννης ηθέλησε και αυτός να τους κάμει τα σαλαμετλίκια. Είτα είς έκαστος των φίλων επροθυμήθη να κάμει κι εκ δευτέρου τα μουσαφιρλίκια, και πάλιν ο καπετάν Ιμβριώτης εξανάκαμε τα σαλαμετλίκια. Έως εδώ ευρίσκοντο και ωμίλουν ζωηρώς περί πραγμάτων του επαγγέλματός των, περί ναύλων, κεσατίων, περί σταλίας, περί φορτώσεων κι εκφορτώσεων, περί ναυαγίων και αβαριών. Ο καπετάν Γιάννης διηγείτο διά μακρών τα του τελευταίου ταξιδίου του, και είπεν ότι, ακουσίως του, ένεκα δυστροπίας τών τουρκικών αρχών, ηναγκάσθη να διατρίψει επί ημέρας εν Βόλω, όπου είχε προσεγγίσει προς μερικήν εκφόρτωσιν.
Τρίτη 24 Ιουλίου 2018
Μάνος Ελευθερίου: Τώρα που θα φύγεις
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Μικρές πολιτείες (1974)
Τώρα που θα φύγεις,
πάρε μαζί σου για φυλαχτό
μυρτιά και πικροδάφνη
και της Φραγκογιαννούς τα πάθη
Και στρώσε τη ζωή σου
μ’ αγρύπνια και μαράζι
για του καιρού τ’ αγιάζι
Και για την αμοιβή σου,
νερό του παραδείσου
θα γινώ
Τώρα που θα φύγεις,
πάρε μαζί σου και το Χριστό
Τετάρτη 2 Μαΐου 2018
Γιώργης Γιατρομανωλάκης: Γεράνια στον «Μικρό Παράδεισο»
Με τη Μαρία χωρίσαμε παραμονή Πρωτομαγιάς του 2011. Ο χωρισμός έγινε σε ένα μικρό φυτώριο. Λεγόταν «Μικρός Παράδεισος». Σε παράδρομο του Χαλανδρίου Αττικής.
Με τη Μαρία με συνέδεαν τότε πολλά. Πολιτικά κλίναμε την εποχή εκείνη προς την Αριστερά. Ημασταν και οι δυο συνειδητοί και ευαίσθητοι οικολόγοι, φιλανθείς, φυσιολάτρες και φιλαναγνώστες. Η Μαρία είχε μεγάλο έρωτα με τον Παπαδιαμάντη. Γνώριζε απ' έξω πολλά και μεγάλα αποσπάσματα από τα έργα του και δεν έχανε ευκαιρία να μου τα απαγγέλλει. Με την ωραία, οφείλω να το δηλώσω, και καθαρή φωνή της. Περισσότερο όμως την έθελγαν όσα κείμενα του μεγάλου συγγραφέα είχαν θέμα κορίτσια και λουλούδια. Τα είχε αποστηθίσει και μου τα απάγγελνε συχνά. Από αυτές τις απαγγελίες γνώρισα τα κορίτσια, τα λουλούδια και τα φυτά του Σκιαθίτη.
Εμένα την εποχή εκείνη τα αγαπημένα μου λουλούδια ήταν τα γεράνια. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ετσι κι αλλιώς ούτε μπορώ ούτε και θέλω να εξηγώ τις προτιμήσεις μου. Οπως όλοι, πιστεύω, έχω και εγώ τις δικές μου, τις προσωπικές και ανεξήγητες προτιμήσεις. Με τα γεράνια, λοιπόν, είχα τότε περίεργες και έμμονες ιδέες. Είχα μάθει για την αφρικανική καταγωγή τους. Για την προσαρμογή τους στην ελληνική φύση. Ποια ήταν άγρια, ποια ήμερα. Γνώριζα τα χρώματα, τις ποικιλίες, τις συνήθειές τους.
Τα ονόματά τους. Πότε πρέπει να ποτίζονται, πότε όχι. Πώς να πολλαπλασιάζονται. Ηξερα τα σπάνια γεράνια, ακόμη και εκείνα τα διπλά που δύσκολα τα βρίσκει κανείς και ακόμη δυσκολότερα αναπαράγονται και διατηρούνται. Με την ευκαιρία, λοιπόν, της Πρωτομαγιάς του 2011, περιδιαβαίναμε σε διάφορα συνοικιακά φυτώρια μήπως και ξαναβρώ ένα διπλό γεράνι που αγαπούσα πολύ. Το είχα μεγαλώσει δύσκολα και ξαφνικά, για λόγους ανεξήγητους, μου ξεράθηκε. Μου χάθηκε. Είχε το χρώμα του σκοτωμένου αίματος.
«Κοίτα» μου είπε ολωσδιόλου ξαφνικά η Μαρία εκεί που ερευνούσα γλάστρες και παρτέρια στο μικρό φυτώριο. «Τα περισσότερα κορίτσια του Παπαδιαμάντη είναι δεμένα με τη φύση. Το 'ξερες; Φύση και κορίτσια πάνε μαζί σε αυτόν τον συγγραφέα. Συχνά, μάλιστα, οι περιγραφές των κοριτσιών του είναι σαν περιγραφές λουλουδιών. Θυμάσαι τη Ματή; Αχ, αυτή η Ματή σε εκείνο το ειδύλλιο της Πρωτομαγιάς, "Θέρος - Ερος", τη θυμάσαι; Αυτή πια…». Είπα πως τη θυμάμαι. Αλλά πολύ αμυδρά. «Αμυδρά;» ρώτησε σχεδόν επιτιμητικά. «Αμυδρά; Δεν θυμάσαι τη Ματή; Να σου τη θυμίσω, λοιπόν. Να τη μάθεις και να μην την ξεχνάς».
Στάθηκε πάνω από ένα παρτέρι με μικρούς βασιλικούς φυτεμένους σε νάιλον σακουλάκια και άρχισε να μου απαγγέλλει, ωσάν να είχε μπροστά της το ίδιο το κείμενο: «Μόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη έβγαλε την πόλκαν της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κι έμεινεν μόνον με το μεσοφούστανον, με το ολοβρόχινον υποκάμισον και με την λευκήν βαμβακερήν φανέλαν. Τότε ανεδείχθη εξαισιώτερον το ραδινόν της μέσης, η χάρις του αναστήματος και το γλαφυρόν των κόλπων της.
Υπό την λεπτήν φανέλαν, όπου εφαίνοντο ανατέλλουσαι αι σάρκες της, θα έλεγέ τις ότι είχε αποταμιευμένα νεοδρεπή, δροσερά ωχρόλευκα κρίνα, με βλεφιζούσας αποχρώσεις λευκού ρόδου…».
Είχε αναψοκοκκινίσει από την ένταση. Την είδα να είναι ωραιότερη παρά ποτέ. Ενιωσα το άρωμά της να σμίγει με τις μυρωδιές των τριαντάφυλλων που είχαν ανοίξει ξαφνικά μέσα στη ζέστη του φυτωρίου. Η Μαρία είχε γίνει μια άλλη Μαρία. Ηταν η Ματή, η Ματούλα όρθια μπροστά μου με τη λεπτή φανελίτσα και τις ανατέλλουσες σάρκες της στο φως του μεσημεριού. Το συνοικιακό φυτώριο ένας κήπος εδεμικός.
Γεμάτος λουλούδια ηδυπαθή και ευώδη. Ομως τα αγαπημένα μου γεράνια πουθενά. «Δεν υπάρχουν γεράνια στον Παπαδιαμάντη» μου είπε η Μαρία ωσάν να κατάλαβε τι έψαχνα. «Δεν είναι που δεν τα ξέρει τα γεράνια. Και τότε υπήρχαν. Οχι μόνο στις αυλές της Αθήνας αλλά και στη Σκιάθο, υποθέτω. Δεν τα περιλαμβάνει στα άνθη του επειδή ίσως δεν του άρεσαν. Ποιος ξέρει; Ισως δεν του ταίριαζαν. Και ένα γεράνιο νήμα που αναφέρει στο αγαπημένο μου "Θέρος - Ερος" δεν είναι λουλούδι. Ετσι λέγεται το νήμα που είναι βαμένο σε χρώμα βαθύ γαλάζιο...».
Μιλούσε με πάθος. Με πάθος θερμό. Φωτεινό, θα το έλεγα. Την είχε συνεπάρει η ίδια η απαγγελία της. Και ξαφνικά, εκεί που μιλούσε με τόσο πάθος, κατάλαβε πως εγώ δεν την άκουγα προσεκτικά. Δεν την πρόσεχα όπως θα έπρεπε να την προσέχω. Είχα βρει ανάμεσα σε δυο μεγάλες πλαστικές γλάστρες μια πήλινη γλαστρούλα με ένα γεράνι. Ωσάν αυτό που μου είχε ξεραθεί. Διπλό. Στο χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Σχεδόν ξεραμένο, με λίγα κιτρινισμένα φύλλα.
Τη Μαρία την ξαναείδα τυχαία στην πλατεία Συντάγματος τέλος Μαΐου της ίδιας χρονιάς. 2011. Σε μια από τις συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων». Περιφερόμουν μόνος στην κάτω πλατεία και αποφάσισα να ανέβω στην επάνω. Να δω τον πολύ τον κόσμο από κοντά. Να ακούσω καλύτερα. Ανέβηκα. Παντού ανέμιζαν πανό. Ακούγονταν δυνατά μουσικές και συνθήματα. Φωνές και τραγούδια. Φορούσε ένα φουστάνι στο χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Την κρατούσε από το χέρι κάποιος που έβλεπα πρώτη φορά. Του μιλούσε με πάθος, ωσάν να απάγγελνε αγαπημένα της κείμενα. Σαν να του έλεγε κάτι πολύ σημαντικό. Εκείνος άκουγε σιωπηλός.
Δεν μπόρεσα να ακούσω τι έλεγε η Μαρία σ' εκείνον. Μόνο που την έβλεπα να χάνεται ανάμεσα στο πλήθος και να μιλά με το ίδιο πάθος, με την ίδια ένταση όπως κάποτε μιλούσε και σε μένα. Δίπλα της εκείνος αμίλητος. Να της κρατά το χέρι. Την άκουγε αμίλητος και κινούσε συνεχώς το κεφάλι του. Γνέφοντας καταφατικά.
Πηγή
Τρίτη 1 Μαΐου 2018
Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Θέρος - Έρος
EIΔYΛΛION THΣ ΠPΩTOMAΓIAΣ
Περί την χαραυγήν, η γραία Φωτεινή εξύπνισε τα παιδία, και αφού τα ένιψε και τα εκτένισε επιμελώς τους έδωσε παξιμαδάκια να μασήσουν, "για να μην τα μπουκώσ' ο γάδαρος". Eίτα έλαβε το κομψόν, εύπλεκτον καλάθιόν της, έθεσε εντός την ρόκαν, την μανδήλαν της και ολίγα τρόφιμα δια πρωινόν πρόγευμα, και εξήλθε μετά της συνοδίας της.
Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην η γραία Φωτεινή εξύπνα τόσον πρωί. H μόνη διαφορά ήτο ότι σήμερον, ένεκα του εξαιρετικού της ημέρας, ωδήγει μαζί της τα μικρά παιδία, και όχι μόνον αυτά. Aλλ' η καλή γραία ήτο πάντοτε αγροδίαιτος, και αν διενυκτέρευε συνήθως εις την πόλιν, ποτέ, ούτε μίαν ημέραν δεν έλειπεν από την εξοχήν. Eίχε την αμνάδα της, την οποίαν έτρεφε φιλοστόργως και αι αγαθαί γειτόνισσαι διηγούντο ότι εκοιμάτο μετ' αυτής αγκαλιαστά, δια να ζεσταίνεται. Aλλά και αν δεν εκοιμάτο με την αμνάδα, εκοιμάτο όμως εις το αυτό υπόστεγον, όπου και η αμνάς, μικρόν υπόστεγον μη διαφέρον ορνιθώνος εις τον μυχόν της αυλής. Kαι την ημέραν η μεν αμνάς είχε τα αρνία της, η δε Φωτεινή τα παιδία της, τα τέκνα της κυρίας της και της αδελφής αυτής, ημίσειαν δωδεκάδα μικρών διαβόλων, οίτινες εκρεμώντο από τα φουστάνια της, προσεκολλώντο εις τα σπηλαιώδη στέρνα της και επήδων εις τους κυρτούς ώμους της. Tην δε νύκτα η μεν αμνάς είχε τα μηρυκάσματά της, δι' ων εκράτει έξυπνον την σύνοικον, η δε γραία είχε τα όνειρά της, άλλα μηρυκάσματα της φαντασίας και αυτά, υφ' ων εστέναζεν ενίοτε εν τω μέσω της νυκτός, εξυπνούσα την προβατίναν, ήτις δια μικρού βελασμού απήντα συμπαθώς εις τους στεναγμούς της.
Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν. Tούτου ένεκα, η γραία ανέλαβεν ενώπιον ταύτης την ημιαληθή εκείνην σοβαρότητα, την οποίαν όλαι αι γραίαι υπηρέτριαι οπλίζονται ενώπιον των νεαρών θυγατέρων των δεσποινών των. Δεν επέτρεπε πλέον εις τα παιδία να πιάνωνται από τα φουστάνια της να τα τραβούν, αδιακόπως τα εμάλωνε, κ' εκείνα έτρεχαν άλλα εμπρός, άλλα εις τα πλάγια, χωρίς να δίδωσι προσοχήν εις τας φωνάς της.
H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος. Eίχε ξενικά διευθετημένην την κόμην της, έμενε πάντοτε ασκεπής οίκοι. Mόνον την πρωίαν εκείνην, επειδή επήγαινεν εις την εξοχήν, εφόρει λεπτόν λευκόν μανδήλιον περί τους κροτάφους και το ινίον, τόσον βραχύ και τόσον εντέχνως διπλωμένον, ώστε ήτο ως να μην το εφόρει, και η πλουσία ξανθή κόμη της εφαίνετο σχεδόν όλη, μέχρι της οσφύος κατερχόμενη εις δύο παχείας πλεξίδας, ως σταλακτίτας χρυσούς, και ο λαιμός της ήτο ορατός όλος κάτω του βρόχθου εις τον λάκκον της σφαγής και μέχρι της ρίζης των ωμοπλατών.
Eφόρει μικράν πόλκαν κανελόχρουν και λευκόν μεσοφούστανον πολύ κοντόν δια το ανάστημά της. Aλλά φαίνεται ότι η μήτηρ υπελόγισε πολύ κακώς δια την μέλλουσαν ανάπτυξιν της κόρης, και όσον εκείνη της έκαμνε κοντά φορέματα, τόσον η νέα ηύξανε και επέτα ανάστημα αποτόμως. Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ' εφαίνετο να είναι είκοσι ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος - έρος.
Κυριακή 8 Απριλίου 2018
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Χωρίς Στεφάνι
Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στο σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.
Κι ετήρει όλα τα χρέη της τα κοινωνικά, και μετήρχετο τα οικιακά έργα της, καλλίτερ’ από καθεμίαν. Είχε δε μεγάλην καθαριότητα εις το σπίτι της, κι εις τα κατώφλιά της, πρόθυμη ν’ ασπρίζη και να σφουγγαρίζη, χωρίς ποτέ να βαρύνεται, και χωρίς να δεικνύη την παραξενιάν εκείνην ήτις είνε συνήθης εις όλας τας γυναίκας, τας αγαπώσας μέχρις υπερβολής την καθαριότητα. Και όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τα ασπρίσματα και τα πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε το πάτωμα ν’ αστράφτη, και τον τοίχον να ζηλεύη το πάτωμα.
Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη και αυτή άναφτε την φωτιάν της, έστηνε την χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τα πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε την λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρεις φοραίς τ’ αλεύρι κι εζύμωνε καθαρά και τεχνικά της κουλούραις, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τα κόκκινα αυγά. Και το βράδυ, όταν ενύχτωνε, δεν ετόλμα να πάγη ν’ ανακατωθή με τας άλλας γυναίκας διά ν’ ακούση τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε να ήτον τρόπος να κρυβή οπίσω από τα νώτα καμμιάς υψηλής και χονδρής, ή εις την άκραν ουράν όλου του στίφους των γυναικών, κολλητά με τον τοίχον, αλλ’ εφοβείτο μήπως γυρίσουν και την κοιτάξουν.
Την Μεγάλην Παρασκευήν όλην την ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τα νιάτα της, και τα φίλτατά της, όσα είχε χάσει, και ωνειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ πριν αρχίση η Ακολουθία ν’ ασπασθή κλεφτά-κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη, της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Της ήρχετο παλμός.
Αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή, μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού, εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων, εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα, και θόρυβος και πλήθος και κόσμος εις το σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής, ο επίτροπος, προέτρεχε να φθάση εις την οικίαν του, διά να φορέση τον μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, και κρατών το ηλέκτρινον κομβολόγιόν του να εξέλθη εις τον εξώστην, με την ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα, ότι οι ιερείς θα απεφάσιζον να κάμουν στάσιν και ν’ αναπέμψουν δέησιν υπό τον εξώστην του. Τότε και η πτωχή αυτή, η Χρηστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν), εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου, εκράτει την λαμπαδίτσαν της, με το φως ίσα με την παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού, και μη τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τους αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.
Και την Κυριακήν το πρωί, βαθειά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της, και ήκουε τας φωνάς της χαράς και τους κρότους, κι έβλεπε κι εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρου-φρου από την εκκλησίαν, φέρουσαι τας λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι’ όλον τον χρόνον το άγιον φως της Αναστάσεως. Και αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε την φθαρείσαν νεότητά της.
Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών δια την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης. Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και διά της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα.
Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είναι για τες κυράδες, η δευτέρα για τες δούλες. Η Χρηστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την Εκκλησίαν, μήπως την κοιτάξουν, και δεν εφοβείτο την ημέραν, να μην την ιδούν. Διότι η κυράδες την εκοίταζαν, οι δούλες την έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δε ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δεν ήθελε ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.
Ωραίον και πολύ ζωντανόν, και γραφικόν και παρδαλόν, ήτο το θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων, τελούντες τον Ασπασμόν.
Οι δούλες με τας κορδέλλας των και με τας λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά και αριστερά, και εφλυάρουν προς αλλήλας, χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν. Οι παραμάννες ωδήγουν από την χείρα τριετή και πενταετή παιδία και κοράσια, τα οποία εκράτουν τας χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τα χρυσόχαρτα με τα οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν να καύσουν όπισθεν τα μαλλιά τού προ αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός του ναού, και κατετρόμαζον τις δούλες. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τους εκυνηγούσε, αλλ’ αυτοί έφευγαν από την μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά της άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τους δίσκους κι έρραινον με ανθόνερον τις παραμάνες.
Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού, επτά ή οκτώ παραμάννες, εκρατούσαν πεντάμηνα και επτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας. Τα μικρά ήνοιγον τεθηπότα τους γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως το φως των λαμπάδων, των πολυελέων και μανουαλίων, τους κύκλους και τα νέφη του ανερχομένου καπνού του θυμιάματος και το κόκκινον και πράσινον φως το διά των υάλων του ναού εισερχόμενον, το ανεμίζον ράσον του εκκλησάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τα γένεια των παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν της κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν των χειλέων, διά να επαναλάβουν εις όλους το Χριστός ανέστη. Βλέποντα και θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τα στίλβοντα κομβία και τα στριμμένα μουστάκια του αστυφύλακος, τους λευκούς κεφαλοδέσμους των γυναικών, και τους στοίχους των άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς και πόρρω, παίζοντα με τους βοστρύχους της κόμης των βασταζουσών, και ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.
Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον με ώμον πλησίον μιας κολώνας, μόλις είδαν το έν το άλλο, και πάραυτα εγνωρίσθησαν και συνήψαν σχέσεις, και το έν, ωραίον και καλόν και εύθυμον, έτεινε την μικράν απαλήν χείρα του προς το άλλο, και το είλκε προς εαυτό, και εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.
Αλλ’ η φωνή του βρέφους ήτο λιγεία, και ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, και ο Γιαμπής ο επίτροπος δεν ηγάπα ν’ ακούη θορύβους. Εις όλας τας νυκτερινάς ακολουθίας των Παθών, πολλάκις είχε περιέλθει τας πυκνάς των γυναικών τάξεις, διά να επιπλήττη πτωχήν τινα μητέρα του λαού, διότι είχε κλαυθμυρίσει το τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε και τώρα, να επιτιμήση και αυτήν την πτωχήν μητέρα διά τους ακάκους ψελλισμούς του βρέφους της.
Τότε η Χρηστίνα η Δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τον τελευταίον κίονα, κολλητά με τον τοίχον, σύρριζα εις την γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της -και το εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ’ ως αμαθής και ανόητος γυνή οπού ήτον- ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, ας είναι και επίτροπος ναού, δεν έχει δικαίωμα να επιπλήξη πτωχήν νεαράν μητέρα διά τους κλαυθμηρισμούς του βρέφους της, καθώς δεν έχει δικαίωμα να την αποκλείση του ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δεν μεταδίδουν την θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Και πρέπει να τα αποκλείσουν της θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών;
Εκ του μικρού τούτου περιστατικού, η Χρηστίνα έλαβεν αφορμήν να ενθυμηθή, ότι προ χρόνων, μίαν νύκτα, κατά την ύψωσιν του Σταυρού, όταν επήγε να εκκλησιασθή εις τον ναΐσκον του Αγίου Ελισσαίου, παρά την Πύλην της Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τον Απόστολον, όταν απήγγειλε τας λέξεις «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τον γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε να ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον προς την φωνήν του αναγνώστου. Και οποίαν γλυκύτητα είχε το παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει να ήτο το Ω σ α ν ν ά το οποίον έψαλλον το πάλαι οι παίδες των Εβραίων προς τον ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα των εχθρών σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν».
Τοιαύτα ανελογίζετο η Χρηστίνα, σκεπτομένη, ότι καμμία μήτηρ δεν θα ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε να μη στενοχωρήται, και να μη σπεύδη να κατασιγάση το βρέφος της, και να μη παρακαλή ν’ ανοιχθή πλησίον της εις τον τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά να εξέλθη το ταχύτερον. Περιτταί δε ήσαν αι νουθεσίαι του επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, και αφού προς βρέφος θηλάζον όλα τα συνήθη μέσα της πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δε η μήτηρ είναι κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, την χρήσιν των οποίων περιττόν να έλθη τρίτος τις διά να της υπενθυμίση. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τας γυναίκας!
Ούτω εφρόνει η Χρηστίνα. Αλλά τι να είπη; Αυτής δεν της έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η Δασκάλα, όπως την έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δεν είχε διά να φοβήται τας επιπλήξεις του επιτρόπου. Τα παιδία της τα είχε θάψει, χωρίς να τα έχη γεννήσει. Και ο ανήρ τον οποίον είχε δεν ήτο σύζυγός της.
Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.
Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!
Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον.
Από τον καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τας συστάσεις των κομματαρχών διά να διορίζεται δασκάλα, εις των κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνιάρης, την είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε το υπουργείον, και δεν ίσχυε πλέον να την διορίση, της είπεν:
-΄Έλα να ζήσουμε μαζύ, κι αργότερα θα σε στεφανωθώ.
-Πότε;
-Μετ’ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.
Έκτοτε παρήλθον χρόνοι και χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τα μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίση. Και δεν την εστεφανώθη ποτέ.
Αυτή δεν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε και άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα με αυτάς.
Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι, τα εθέρμαινεν εις την αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τα επονούσε. Και τα ανέσταινε, κι επάσχιζε να τα μεγαλώση. Και όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, και τα είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από την οστρακιάν, την ευλογιάν, και άλλας δυσμόρφους συντρόφους, και της τα έπαιρνεν από την αγκαλιάν της.
Τρία ή τέσσερα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών. Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κι έκλαιε τα νόθα του ανδρός της, ως να ήσαν γνήσια ιδικά της. Κι εκείνα τα πτωχά, τα μακάρια, περιίπταντο εις τα άνθη του παραδείσου, εν συντροφία με τ’ αγγελούδια τα εγχώρια εκεί. Εκείνος ουδέ λόγον της έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.
Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τον χρόνον. Την Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ’ αυγά τα κόκκινα. Και τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν.
Μόνον το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισήρπεν εις τον ναόν, διά ν’ ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζί με τες δούλες και τες παραμάνες.
Αλλ’ Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων», όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μ ν ή σ θ η τα ί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις τη βασιλείαν Του την αιωνίαν.
Σάββατο 7 Απριλίου 2018
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Πάσχα Ρωμέικο
Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.
Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).
Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.
Πέμπτη 5 Απριλίου 2018
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Τὸ Χριστὸς Ἀνέστη τοῦ Γιάννη
Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.
Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.
*
* *
Ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα, νέος εἰκοσαετής, ἐφαίνετο ὅτι ἔχαιρε μεγάλην χαρὰν σφόδρα, ὅταν τοῦ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἤρχετο ἐκεῖνον τὸν χρόνον, διὰ νὰ τὸν πάρῃ στρατιώτην, τὸ περιοδεῦον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἤρχιζεν ἀμέσως νὰ κάμνῃ βήματα, προφέρων: ἓν γυό, ἓν γυό, κ᾿ ἦτον ὅλος γέλια καὶ χαρά. Πλήν, ὅταν ἦλθε πράγματι ἡ Στρατολογικὴ Ἐπιτροπή, πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Δημάρχου, καὶ κατέλυσαν ἄλλοι εἰς τὴν Δημαρχίαν, ἄλλοι στὸ οἱονεὶ ξενοδοχεῖον, κι ἄλλοι στὰ σπίτια μερικῶν, ὁ Γιάννης, χωρὶς νὰ παύσῃ τὰ γέλια, ἡ ἐνδόμυχος εὐθυμία καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἔφυγαν, κ᾿ ἠρνήθη ἀποτόμως νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐστήλωνε τὰ πόδια του, ἀντεστήλωνε τὸ κορμί του, ἔκλαιε, κ᾿ ἐφώναζε: «δὲν πάω, δὲν πάω». Ὅταν δὲ ὁ ὑπίατρος ὡδηγήθη στὸ σπιτάκι τῆς Λέκαινας, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ ἰδῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν κληροῦχον, ὁ Γιάννης ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, ἐμαζώχθη, ἐκουβαριάσθη, ἐσταύρωσε σφιχτὰ τὰ χέρια του, ἔσφιγξε τὸν ἀφαλόν του, ἔκαμψε τοὺς πόδας του μὲ τὰ γόνατα ἕως τὸν ἀφαλόν, καὶ ἠρνήθη νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰατροῦ. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸν κηρύξῃ «βλᾶκα», καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης περαιτέρω ἐνοχλήσεως.
Ἀλλ᾿ ὅμως ὁ Γιάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ καμμίαν ἀγρυπνίαν εἰς τὰ ἐξωκκλήσια, ὅταν ἐπηγαίναμεν στὰ πανηγύρια, ἀρχόμενος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἔαρος ἕως τὸ βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τὴν στρῶσιν τοῦ φθινοπώρου, καὶ πρὶν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Πρῶτον εἰς τὴν Παναγίαν τῆς Ἀγαλλιανοῦς, ὅπου ἡ ψυχή μας ἐμοσχοβολοῦσεν ἴα καὶ ναρκίσσους καὶ λευκὰ ἄνθη τῆς ἀγραμπελιᾶς. Εἶτα εἰς τὴν Παναγίαν τὴν 〈Ντομάν〉, ὅπου ἔτρεχε μὲ μόρμυρον καὶ ρόχθον τὸ ρεῦμα τῆς Ζωοδόχου, κάτω εἰς τοὺς μυστηριώδεις καταρράκτας μὲ τὰ κρεμάμενα πολυτρίχια καὶ τοὺς ἀνέρποντας κισσοὺς ἀνὰ τοὺς ὑγροὺς βράχους εἰς τὰ κυρτὰ ὑλομανοῦντα δένδρα. Καὶ στὸν Ἁι-Γεώργην, ὅπου αἱ τόσαι νύμφαι τοῦ χωρίου ἐλιτάνευον στολισμέναι μὲ τὰ πεποικιλμένα μανίκια, τὰς μεταξωτὰς ποδιὰς καὶ τὰ χρυσᾶ ποδογύρια* των, ἐρχόμεναι ἄλλαι μὲ τὶς βάρκες καὶ ἄλλαι διὰ ξηρᾶς. Καὶ εἰς τὰ Πέντ᾿ Ἀδέλφια, ὅπου τὰ ἀγκαλιασμένα γηραιὰ δένδρα καλύπτουν τὴν βρύσιν καὶ στεγάζουν τὸν πενιχρὸν ναὸν μὲ τὸ θεσπέσιον ἄλσος των. Κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τὸν Μυρωδίτην, ὅπου τὰ τελευταῖα ἀηδόνια ἐκαλοῦσαν εἰς διαδοχὴν τὰ κοσσύφια ἀνὰ τὸ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν . . . . . . . . . . . ἕως τὸν γιαλὸν . . . . . . . ., καὶ τὸ κελαρύζον νερὸν τοῦ βαθέος, ἀνερχομένου Δασκαλιοῦ ἀνέβλυζεν ἀπὸ τὴν ρίζαν τῆς γηραιᾶς δρυός, ὅπου μὲ τὰ κυμβαλίζοντα πέταλα τῶν φυλλομανούντων κλώνων της διηγεῖτο τὰς ἀναμνήσεις τῶν αἰώνων. Πόσαι οἰκογενειακαὶ θαλίαι εἶχον τελεσθῆ τὸ πάλαι ὑπὸ τοὺς βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα ἄκακα ἐρωτικὰ ζεύγη εἶχον εὕρει ποτὲ καταφύγιον εἰς τὴν σκιάν της. Καὶ εἶτα εἰς τὸν Ἅγ. Ἠλίαν καὶ εἰς τὸν Ἅγ. Παντελεήμονα, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τοῦ Καρδάση, κ᾿ εἰς τὴν ἄλλην Παναγίαν τοῦ Ἀραδιᾶ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τοῦ Κάστρου, κ᾿ εἰς τὸν ἄλλον Ἁι-Γιάννην τοῦ Μετοχιοῦ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Δημήτρην, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Ἀσώματον τ᾿ Ἀγγελῆ, καὶ τέλος εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, ὅπου πᾶσα σεμνότης καὶ πᾶσα χάρις ἐν γαλήνῃ συνηνοῦντο, καὶ πᾶν γόνυ ἔκλινεν ἐνώπιον τῆς θείας ·ἐν γαλήνῃ‚ Πολιούχου: «Διανέμοις τῶν χαρισμάτων τὴν σὴν γαλήνην, Θεοτόκε, τῇ ψυχῇ μου».
Σάββατο 17 Μαρτίου 2018
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η Χήρα Παπαδιά
Μόλις ο Χατζη-Γιάννης ήνοιξε το στόμα δια να τονίση την επωδόν του άσματός του και η κολοσσιαία χειρ του Μηνά του έφραξε τα χείλη δια φοβερού κινήματος.
Το πράγμα συνέβαινεν εν Κ., μια των Σποράδων, περιφήμω δια το ναυτικόν της.
Εν των υψίστων προνομίων, όπερ κατείχον αι υπό την Τουρκικήν δεσποτείαν τελούσαι αύται νήσοι, απολαύουσαι όμως το πάλαι δημοτικής τινος αυτονομίας, πολυτίμου δια τους κατοίκους των, ήτο το δικαίωμα του κωμάζειν εν ταις οδοίς την νύκτα, όπερ δεν ανεγράφετο μεν εν τω αστικώ κώδικι, εκυρούτο όμως δια της ανοχής, ην εδείκνυεν η εγχώριος πολιτοφυλακὴ προς τους εκ μακρών θαλασσοποριών επιστρέφοντας τολμηρούς ναυβάτας.
Η λέξις γεμιτζής (ναύτης) και αι λέξεις ντερτιλής και μερακλής ήσαν πάλαι ποτέ και αι τρεις συνώνυμοι. Να επιστρέφη τις εκ μακρού διάπλου ανά τον Εύξεινον και τον Αδρίαν, να έχη διέλθη ανάστρους και ζοφεράς νύκτας παρά τους ιστούς και το πηδάλιον άγρυπνος, χωρὶς μήτε ζεύγος οφθαλμών να φαίνεται κάπου λαμπυρίζον εις την έρημον παραλίαν, μήτε ανήσυχον ους ν’ ακούη τους δια περιπαθών φθόγγων διερμηνευομένους στεναγμούς του έρωτος, μετά το τελευταίον άσμα του απόπλου, του οποίου τους τόνους ψιθυρίζουσιν ακόμη αι θαλάσσιαι αύραι περί την ακτήν
Άναψε το φαναράκι και κατέβα στο γιαλό,
λύσε μας το παλαμάρι κι άιντε, κόρη μ’, στο καλό.
και να μη έχη το δικαίωμα να τραγουδήση υπό τα παράθυρα της φίλης του;
Αυτό τούτο ήθελε να πράξη και ο Χατζη-Γιάννης, νέος εικοσαετής, όστις ετήρει μεν εκ προγόνων την προσωνυμίαν του Χατζή, ήτο δε και ο ίδιος προσκυνητὴς των Αγίων Τόπων. Αλλ’ ο εξάδελφος Μηνάς, αυστηρότερος εις το περί κοσμιότητος κεφάλαιον, εζήτει να τον παρεμποδίση. Ο νεαρός όμως Χατζη-Γιάννης, έκδοτος όλος εις τον έρωτα, εξέφραζε το παράπονόν του δια δευτέρας στροφης ως εξής·
Ως και τα παραθύρια της,
ξάδερφε Μηνά,
αμάχη μου βαστούνε
όταν γυρίσω και τα ιδώ,
ξάδερφε Μηνά,
χωρὶς αέρα κλειούνε.
Η στροφή αύτη δεν ήτο η σκανδαλίζουσα τον εξάδελφον Μηνάν, αλλ’ η πρώτη, και μάλιστα δια της εν είδει επωδού επικλήσεώς της.
Έβγα να ιδώ τον ίσκιο σου,
χήρα παπαδιά,
κι εγὼ τόνε γνωρίζω.
Το νόστιμό σου το κορμί,
χήρα παπαδιά,
οποὺ τὸ λαχταρίζω.
Συνέβαινε δε τη στιγμή εκείνη να διέρχωνται υπό τα παράθυρα της “χήρας παπαδιάς”, προς ην εγίνετο η φλογερά επίκλησις.
Ὅλοι οι νέοι της νήσου, επανακάμπτοντες εκ των συνεχών θαλασσοποριών των, εφρόντιζον να κομίζωσι δώρα και κοσμήματα δια τας εκλεκτὰς της καρδίας των.
Όλοι οι νέοι δεν απηξίουν να κωμάζωσιν ενίοτε υπὸ τα παράθυρα της αγαπητής των. Όλοι είχον εκλέξει ανὰ μιαν έκαστος νεάνιδα, ην προώριζεν ως μέλλουσαν σύντροφον του βίου του. Μόνον ο Χατζη-Γιάννης προείλετο να ερωτευθή την “χήρα παπαδιά”. Ο Χατζη-Γιάννης ήτο μια των μελαγχροινών εκείνων και περιπαθών φύσεων, εις των ερωτύλων εκείνων νέων, οίτινες δεν θέλουσι να ακούσωσιν αλλο τι παρα το πάθος των και μόνον. Ο νεαρὸς ναυτικὸς ούτε ήξευρεν ούτ’ εφρόντισε να μάθη αν επιτρέπεται ο δεύτερος γάμος εις τας χήρας των ιερέων. Εν μόνον ήξευρεν, ότι την ηγάπα και ήθελε να την νυμφευθή.
Η νέα γυνὴ ήτο πράγματι ανταξία του διαπύρου αισθήματος, όπερ ἄκουσα ἐνέπνεεν. Οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι δεν ηδυνήθη να εννοήση και αυτὴ πως έγινε παπαδιὰ αίφνης και πως δεκαοκταετὴς έμεινεν εν χηρεία. Την υπάνδρευσαν δεκατετραετή, χωρὶς να ερωτήσωσιν αν έστεργε τον σύζυγον, ον τη έδιδον, καὶ αν συγκατετίθετο να γίνη παπαδιά. Μετὰ εν έτος ο σύζυγός της εχειροτονήθη ιερεύς, χωρίς αυτὴ να νομίση, ότι είχε το δικαίωμα να δώσῃ ή ν’ αποποιηθή την συναίνεσίν της. Μετά εν άλλο έτος, ο νεαρός λειτουργός του Κυρίου, ἀσθενήσας, απέθανε, και ούτως αύτη εντὸς διετίας υπέστη τόσας σχεδὸν μεταμορφώσεις, όσας και ο μεταξοσκώληξ· εγένετο απὸ κόρης γυνή, απὸ γυναικὸς παπαδιά, και απὸ παπαδιάς χήρα· χήρα διὰ βίου.
Και όμως ο “ξάδερφος Μηνάς” δεν ήτο τόσον αυστηρός, όσον ηδύνατό τις εκ πρώτης αφετηρίας να υποθέση. Συνεπάθει μάλιστα τόσον πολὺ εις το νεανικὸν πάθος του εξαδέλφου του, και τόσον αφελὴς ήτο, ώστε, όταν το πράγμα επροχώρησε κάπως, και λόγος εγένετο εις διαφόρους ομίλους περὶ του έρωτος του Χατζη-Γιάννη, εφαντάσθη δια παραδόξου τρόπου να θέση εκποδὼν παν πρόσκομμα επιπροσθούν εις τον γάμον.
Είναι βέβαιον, φαίνεται, ότι εν τω Πηδαλίω δεν αναγράφεται κανών τις απαγορεύων τον δεύτερον γάμον εις τας εν χηρεία πρεσβυτέρας. Αλλ’ η πρόληψις και η παράδοσις, τα δύο ομού συντιθέμενα, ισοδυναμούσι το κάτω κάτω με ένα αποστολικὸν ή συνοδικὸν κανόνα, και έπειτα ο λαὸς ουδέποτε έλαβεν ανὰ χείρας το Πηδάλιον, δια να ίδη πόσους και ποίους περιέχει κανόνας. Τινὲς των ιερέων, ολίγιστοι, ανεγίνωσκον ενίοτε το βιβλίον τούτο εν τω παρελθόντι.
Ο ερωτικώτατος Χατζη-Γιάννης ουδὲν ήκουεν, ούτε ενόει περὶ τοιαύτης απαγορεύσεως, και αν τω έλεγέ τις, ότι οι κανόνες απαγορεύουσι να νυμφευθή την παπαδιάν, ήνοιγε μεγάλους οφθαλμούς και έσειεν απλώς τους ώμους. Ο συνετὸς όμως Μηνάς ελάμβανε το πρᾶγμα υπὸ σπουδαίαν έποψιν, και λοιπὸν εσοφίσθη απλούστατα να δώση δώρα πολύτιμα, λαχουρὶ καὶ ψέλλια εις την γειτόνισσάν του, την πρεσβυτέραν τοῦ παπα-Μανόλη, δια τας δύο αγάμους θυγατέρας της, και την παρεκάλεσε να υποκλέψη εκ της πενιχράς βιβλιοθήκης του αιδεσιμωτάτου αυτὸ το Πηδάλιον, το περιέχον όλους τους νόμους και τους κανόνας, και να το δανείση εις αυτὸν δια μιαν ημέραν. Ο απλοϊκὸς εξάδελφος του Χατζη-Γιάννη εφαντάζετο ότι τόσον θα ήρκει δια να φυλλολογήση αυτὸ το βιβλίον, να εύρη την σελίδα, εν η περιέχεται ο σχετικὸς προς την απαγόρευσιν του δευτέρου γάμου εις τας χήρας των ιερέων κανών, να αποσπάση την σελίδα ταύτην, να την σχίση και... πάει λέγοντας.
― Και τι το θέλεις αυτό το βιβλίο; τον ηρώτησεν ἡ Παπα-μανόλαινα.
―Έννοιά σου, καλέ, απήντησεν ο Μηνάς, κάτι θέλω να διαβάσω και θα σου το δώσω πίσω ευθύς.
― Αυτὸ το βιβλίο δεν είναι που έχει τον νομοκάνονα; ηρώτησεν αύθις η δύσπιστος πρεσβυτέρα.
― Ναι, είπε μορφάζων ο εξάδελφος Μηνάς.
―Ο παπάς μου λέγει πως δεν κάνει να το πιάση κανεὶς που να μην είναι ιερωμένος.
― Μην το πιάνης με τα χέρια γυμνά, απήντησεν ο εξάδελφος Μηνάς, βάλε μια καθαρή πετσέτα.
Τέλος πολλὰ εμόχθησεν ο ταλαίπωρος Μηνάς, εωσού πείση την Παπαμανόλαιναν. Άλλως και η εκδούλευσις αυτής άκαρπος απέβη. Λαβὼν το Πηδάλιον ο Μηνάς, όστις μόλις ήξευρε να αναγινώσκη συλλαβιστὰ ολίγας λέξεις, εφυλλολόγει καὶ εφυλλολόγει, αλλά που να εύρῃ τον σχετικὸν κανόνα, όστις άδηλον άλλως αν υπάρχῃ· το χειρότερον ήτο ότι εκινδύνευε να φανή εκπρόθεσμος εις την πρεσβυτέραν, καὶ τότε τι ν’ απολογηθή αύτη εις τον παπα-Μανόλην, αν τυχὸν παρετήρει ούτος την απουσίαν του βιβλίου;
Παρελείπομεν να είπωμεν, ότι η χήρα παπαδιά, χάριν της οποίας εν αγνοία της εγίνοντο όλα τα επιλήψιμα ταύτα, ήτο αυτὴ αύτη νύμφη τῆς γηραιᾶς πρεσβυτέρας, καὶ τοῦ παπα-Μανόλη. Τούτου τον υιὸν είχε νυμφευθῆ η ατυχής, και έμεινε χήρα εν νεαρωτάτη ηλικία, ως είπομεν. Ώστε το τόλμημα τοῦ Μηνά ήτο, βλέπετε, φοβερώτερον ή όσον ήθελε φανή άνευ της περιστάσεως ταύτης.
Μάταιοι απέβησαν όλοι οι αγώνες του Μηνά, αν και το βιβλίον εδόθη αυτώ και δευτέραν φορὰν και τρίτην. Όσον και αν εφυλλολόγει, το ζητούμενον χωρίον δεν ευρίσκετο. Αλλ’ ό,τι δεν κατώρθωσεν ούτος δι’ όλων των νομίμων μέσων, τα γραίδια της γειτονιάς, τεθέντα εις κίνησιν, ηδυνήθησαν να το κατορθώσωσι. Μετὰ εν ακόμη ταξίδιον του Χατζη-Γιάννη και του Μηνά, οίτινες ήσαν συμπλωτήρες και συνιδιοκτήται του αυτού πλοίου, το πένθος της νεαράς παπαδιάς είχε κρυώσει ολίγον, η συγκατάθεσίς της, τη μεσολαβήσει των προξενητριῶν, της απεσπάσθη, και υπελείπετο μόνον το ζήτημα του πως να τελεσθή ο γάμος. Εν τω μεταξὺ ο γέρων παπα-Μανόλης απέθανεν, οι άλλοι ιερείς δεν είχον άμεσον συμφέρον να φαίνωνται άκαμπτοι, και κατωρθώθη, μετά ή άνευ εκκλησιαστικῆς ἀδείας, μεθ’ ιεροτελεστίας όμως τακτικής, να πραγματοποιηθή ο γάμος του Χατζη-Γιάννη μετὰ της χήρας παπαδιάς.Τὸ γεγονὸς τούτο είναι παλαιόν, συνέβη κατά τας αρχὰς του αιώνος.
Αλλὰ μέχρι της σήμερον δεν υπάρχει συμπόσιον ή απλώς όμιλος ευθυμούντων εν Κ... όπου να μη αντηχήσῃ και το άσμα “της χήρας παπαδιάς”.
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ Ἀειπλάνητος
Τὸν ἔβλεπα πρὸ χρόνων πολλῶν, καὶ τὸν ἐνθυμοῦμαι ὡσὰν ὄνειρον. Ἀλλὰ δὲν εἶχα γνωριμίαν μαζί του. Ἦτον καμαρότος τῆς πρώτης θέσεως εἰς τὰ βαπόρια τῆς «Ἑταιρείας». Ἦτο λίαν μεταδοτικὸς καὶ φιλάδελφος πρὸς ὅσους ἔτυχε νὰ γνωρίζῃ, ἐπιβάτας μάλιστα τῆς κουβέρτας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκουβαλοῦσε κρυφὰ ὅ,τι ἐπερίσσευεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τοὺς ἔφερνε ποτήρια νεροῦ ἀπὸ τὴν πρώτην θέσιν, καὶ πολλὰς ἄλλας ἀνέσεις παρεῖχεν εἰς αὐτούς.
Ἦτον ἀπὸ τότε μὲ ἄσπρα μαλλιά, κ᾽ ἐφαίνετο ὡς γέρων ἤδη. Εἴκοσιν ἔτη ὕστερον, ὅταν ἐσχετίσθην μαζί του, εἶχεν ἀκόμη ἄσπρα μαλλιά, καὶ ἀρρυτίδωτον τὴν ὄψιν. Καθὼς μοῦ εἶπε, δὲν ἦτο παραπάνω ἀπὸ πενῆντα χρόνων.
Εἶχε πάρει σύνταξιν ἀπὸ τὴν «Ἑταιρείαν», δὲν ἠθέλησε «νὰ μβῇ στὸν κόσμο», κ᾽ ἐκοίταζε πῶς νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του· ἐν Ἀθήναις ἐσύχναζεν εἰς τοῦ Μακράκη. Ἐπειδὴ ἔτρεφε κάποιαν ὑπόληψιν εἰς ἐμέ, μὲ ἠρώτησε νὰ τοῦ εἴπω εἰλικρινῶς τί ἐφρόνουν περὶ Μακράκη καὶ Μακρακισμοῦ.
― Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κυρ-Γιάννη, τοῦ εἶπα, ὅτι πολλοὶ τῶν Μακρακιστῶν εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ὁ Μακράκης θὰ ἦτον πολὺ καλὸς καὶ ὠφέλιμος… Ἀλλά, τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ, «νόμῳ καλόν, νόμῳ κακόν». Ἐάν, παραδείγματος χάριν, τὸ δεῖνα σπίτι ἐκηρύσσετο ἁρμοδίως ὑπὸ τῶν ἰατρῶν χολεριασμένον ἢ βλογιασμένον, θὰ εἶχες ποτὲ τὴν τόλμην νὰ πατήσῃς τὴν καραντίνα καὶ νὰ εἰσέλθῃς, εἰς αὐτό;
―Ὄχι, μοῦ εἶπε.
―Ἄλλο τόσον καὶ περὶ Μακράκη.
Οἱ ἁρμόδιοι, δηλ. ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὸν ἐκήρυξε κακόδοξον καὶ αἱρετικόν. Μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, καὶ πρὶν ἀνώτερόν τι δικαστήριον, φέρ᾽ εἰπεῖν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ τ᾽ ἄλλα Πατριαρχεῖα, ἀκυρώσουν τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, καὶ κηρύξουν τὸν Μακράκην ὑγιαίνοντα περὶ τὴν πίστιν καὶ ὀρθόδοξον, πᾶς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ πειθαρχῇ εἰς τοὺς ὁρατοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἁμαρτωλοὶ εἶναι οὗτοι εἴτε ἅγιοι, καὶ νὰ μὴ πλησιάζῃ εἰς τὸν Μακράκην. Ἄλλως, θὰ ἦτον ἀναρχία καὶ τίποτε ἄλλο.
Ἀκολούθως τὸν συνήντησα κατὰ τὸ θέρος εἰς Σ… ὅπου διέτριψα ἐπ᾽ ὀλίγον. Τρεῖς μῆνας ἔμεινα ἐκεῖ, τρεῖς διατριβὰς ἤλλαξε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ κυρ-Γιάννης ὁ Χρυσοβούλλης. Πρῶτον ἦτον πλησίον τοῦ πατρὸς Ἱερεμίου, ἐναρέτου ἀσκητοῦ, εἰς ἓν κάθισμα, ἤτοι μέγα κελλίον, μοναχικὴν κατοικίαν μὲ πολλὰ δωμάτια. Ὁ εἰρημένος ἀσκητὴς ἐλέγετο μακρακίζων, καλῇ τῇ πίστει. Ἐντεῦθεν ἐνόησα ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν μοῦ εἶχε ζητήσει ὁ κὺρ Γιάννης, καὶ ἡ ὑπόληψις τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι ἔτρεφε δι᾽ ἐμὲ ἦτο ὑπὸ τὸν ὅρον… νὰ συμφωνῶ μαζί του.
Ἐν τούτοις δὲν ἔμεινε πολὺν καιρὸν εἰς τὸ οἰκητήριον ἐκεῖνο. Τὸν δεύτερον μῆνα ἐπιάσθη καὶ ἐμάλωσε μ᾽ ἕνα συμπέθερόν του, διεκδικοῦντα κληρονομικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κελλίου καὶ τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Τότε μετέβη εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, μονύδριον διαλελυμένον. Εἶτα ἔφυγεν ἐκεῖθεν, κ᾽ ἐπῆγε κ᾽ ἔβαλε μετάνοιαν εἰς τὸν Σωφρόνιον, τὸν τότε ἡγούμενον τοῦ σεμνοπρεποῦς καὶ ὡραίου κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔμεινεν ἐκεῖ δύο μῆνας.
Εἶτα, ὅταν ἐγὼ ἐπέστρεψα εἰς Ἀθήνας, ἔμαθα ὅτι ὁ κυρ-Γιάννης ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Κοινόβιον κ᾽ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κουνίστραν, παλαιὸν μοναστήριον ἀκατοίκητον, κ᾽ ἔμεινεν ἐκεῖ ὁλομόναχος ἐπ᾽ ὀλίγας ἡμέρας.
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ναυαγίων ναυάγια
Πελώριον κῦμα, λυσσωδέστερον τῶν ἄλλων, ἐκορυφώθη οὐ μακρὰν τῆς ἀκτῆς, μανιῶδες παφλάζον, μετὰ ροίβδου φοβεροῦ ρηγνύμενον κατὰ τοῦ βράχου, ἀφῆσαν ὀπίσω τοὺς ἀσθενεστέρους του συντρόφους, ἀναλαβὸν δὲ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα, ὡς νὰ ἔτρεφεν ἀτομικὸν πάθος κατὰ τοῦ ἐλαφροῦ σκάφους, ἐλεεινοῦ φελλοῦ, περιφέροντος ἐν ἑαυτῷ, πρὸς τῇ συμφυεῖ ἐλαφρότητι τοῦ ξύλου, καὶ τὴν τρικέφαλον ἀνθρωπίνην κουφότητα τῶν ναυβατῶν. Σφοδρότατος Εὖρος εἶχεν ἀρχίσει νὰ φυσᾷ ἀπὸ τῆς δείλης, συρίζων λυσσωδῶς εἰς θαλάσσας καὶ ἠπείρους, συσφίγγων καὶ περιελίσσων ἐγγύθεν τὰ κύματα, ἐμβάλλων δίνας καὶ στροβιλισμοὺς εἰς τὸ πέλαγος, πεδίον ἄπειρον ἀσπόνδου πολέμου, ὅπου δυσδιάκριτον ἦτο τό τε ὁρμητήριον καὶ ἡ κατεύθυνσις τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ὁρίζων εἶχε συσκοτασθῆ ἤδη πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, καὶ οὐρανὸς μολύβδινος, στυγνὸς καὶ ἀφεγγής, ἐκρέματο ὕπερθεν ἀγρίως μαινομένου πελάγους, ἄφωνος ἐπὶ βρέμοντος, ἀκίνητος ἐπὶ συνταραττομένου, ὡς θόλος σκοτεινοῦ τζαμίου ἐπὶ δαπέδου ὀρχουμένων δερβισῶν. Εἶτα κατῆλθε κατὰ μικρὸν ἡ νύξ, συγχέουσα καὶ συγκαλύπτουσα διὰ τῆς ἀμέτρου μαυρίλας της τὴν ἀταξίαν τῆς πλάσεως, κρύπτουσα ἐπάνω τοὺς ἀστέρας καὶ κάτω τὰς ἠπείρους καὶ τὰς θαλάσσας. Τρία ἄστρα ἔτρεμον ἄνω πρὸς βορρᾶν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε ἐπιφαινόμενα, ἕτοιμα νὰ πέσωσιν εἰς τὸ ἀτέρμον κράτος τοῦ Ποσειδῶνος νὰ ταφῶσι, καὶ ἄλλα δύο ἔφαινον πρὸς μεσημβρίαν, ἑτοιμόσβεστα, ὡς λύχνοι πενιχρᾶς καλύβης χωρικοῦ ἐν ἐνιαυτῷ ἀφορίας. Καὶ τὰ κύματα φρίσσοντα, ὀρχούμενα, λυσσῶντα, ἐθραύοντο μετὰ παιδικῆς πεισμονῆς κατὰ τοῦ βράχου, ἡττώμενα ἀλλὰ μὴ καταβαλλόμενα, ὑπερήφανα ὡς νὰ εἶχαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ τῆς τελικῆς νίκης τὴν πρόγνωσιν. Καὶ ἓν κῦμα πελώριον, φουσκωμένον, ἑωσφορικόν, πλαταγίζον, ὀγκούμενον, ὡς νὰ εἶχεν εἰσέλθει κ᾿ ἐκρύπτετο ἔσω αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον τοῦ μίσους, φαντάζον οἱονεὶ ὑγρὸν κῆτος, προτεῖνον ἀφροὺς ἀντὶ ὀδόντων λευκῶν, συνέλαβεν ὡς διὰ πελωρίας ἁρπάγης, ἀπὸ τὴν πρύμνην καὶ ἀπὸ τὴν πρῷραν, ἀπὸ τὴν τρόπιν καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς, τὸ μικρὸν σκάφος, καὶ φέρον τὸ ἔρριψεν ἐπὶ τοῦ βράχου, ὅπου μετὰ φοβεροῦ ροίβδου καὶ πολυκτύπου πλαταγισμοῦ ὁ ἀσθενὴς φλοιὸς κατασυνετρίβη, διὰ νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τεμάχια εἰς τὰ πολλὰ μικρὰ κύματα, εἰς ἃ διελύθη ἐν ἀκαρεῖ τὸ ἕν, τὸ μέγα, τὰ ὁποῖα μετὰ φλοίσβου θωπευτικοῦ ἐδέχθησαν τὴν βοράν των.
Δὲν ἦτο ὅλως ἀπόκρημνος ἡ ἀκτή. Ἡ παραλία τοιαύτη οἵαν ἠδύνατό τις κατὰ τὴν ἐρεβώδη, τὴν ἄναστρον καὶ ἀσέληνον ἐκείνην νύκτα νὰ τὴν διακρίνῃ, θὰ ἦτο γλυκεῖα καὶ φιλομειδὴς ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ φθινοπωρινοῦ ἡλίου, πρὶν πνεύσῃ ὁ Εὖρος, ὁ ἐμφυσήσας τὴν μανίαν του εἰς τὰ κύματα. Εἷς μόνος ὑψηλὸς βράχος ὑπῆρχε, διατείνων εἰς τὴν θάλασσαν τὰς ρίζας, ὅπου ἀμέσως ἐβαθύνετο τὸ ὕδωρ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη ὅτι τὸ κῦμα, ἢ ὁ κρυπτόμενος ἐν αὐτῷ δαίμων, εἶχεν ἐκλέξει τὸν βράχον ἐκεῖνον, μεμονωμένον μεταξὺ δύο ἀμμωδῶν αἰγιαλῶν, ἐπίτηδες, διὰ νὰ συντρίψῃ κατὰ τῶν νώτων αὐτοῦ τὸ ἐλαφρὸν σκάφος. Ὅταν τὸ πονηρὸν πνεῦμα μαστίζῃ, κατὰ θείαν παραχώρησιν, τοὺς ἐναρέτους τῶν ἀνδρῶν, καίτοι μαινόμενον καὶ λυσσῶν, μετὰ φόβου καὶ ἀκουσίου εὐλαβείας ἐγχωρεῖ εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ᾿ ὅταν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σατανᾶ τινὲς τῶν φίλων του, πολλάκις αὐτοὶ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πρὸ μικροῦ κατεβασάνιζε κ᾿ ἐτυράννει ἄλλους πάλιν φίλους του ἢ καὶ ἐχθρούς του, μετ᾿ ἀγρίας χαιρεκακίας ἐκτελεῖ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ καὶ φονεύῃ τοὺς ἰδίους καλοθελητάς του. Οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ μικροῦ τσερνικίου* τρεῖς ἄνδρες δὲν ἦσαν βεβαίως οὔτε ἅγιοι οὔτε φύσει κακοῦργοι. Ἦσαν ἁμαρτωλοί, ὑποπεσόντες κατὰ κόρον εἰς τὰ συνήθη καὶ κοινὰ παρὰ πᾶσι πταίσματα, ἴσως καὶ εἰς ὀλίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικρᾶς δόσεως ναυταπάτης.
Ἐν τούτοις ὁ διάβολος δὲν εἶχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, ὅπως βλάψῃ καὶ εἰς τὰ σώματα τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ἅμα τῇ προσαράξει, εἶχε κτυπήσει τὸν ἀγκῶνα καὶ τὴν πλευρὰν τὴν δεξιὰν εἰς τὸν βράχον, μεθ᾿ ὃ αἰσθανθεὶς μέγαν πόνον ἐβυθίσθη εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ συνελθὼν ταχέως, ἀνέθορε κολυμβῶν εἰς τὸ κῦμα, ὅπερ ἐφαίνετο ἔκπληκτον ἐκ τῆς καταστροφῆς τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε, καὶ καταπραϋνθέν, ἐφλοίσβιζεν ἡμερώτερον περὶ τὰ συντρίμματα, ὡς θηρίον λεῖχον τὰ αἵματα τοῦ ἰδίου σπαράγματός του. Οἱ δύο ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶχαν πνιγῆ, ἀλλ᾿ ἐπέπλεον μὲ μακροὺς βραχίονας ἐπὶ τοῦ κύματος, τὸν ἥρπασαν καὶ φέροντες τὸν ἀπεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἥτις ἐλεύκαζεν εἰς τὸ σκότος, οὐ μακρὰν τοῦ ἀπαισίου βράχου.
Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018
Ηλίας Λάγιος: Πρωτοχρονιά
Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του ’30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».
Να ’ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.
Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.
Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.
Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.
Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.
Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.
Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.
Να ’χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.
Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.
Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η Φόνισσα/Κεφάλαιο ΙΖ
Ὕστερον ἀπ' ὀλίγων λεπτῶν τῆς ὥρας κυνηγητόν, ἡ Φραγκογιαννοὺ ἔφθασεν εἰς τὴν τοποθεσίαν, τὴν ὁποία ὁ Καμπαναχμάκης εἶχεν ὀνομάσει «τὸ Μονοπάτι στὸ Κλῆμα». Ἤτον βράχος εἰσέχων ἀποτόμως πρὸς τὰ ἔσω, σχηματίζων μικρὸν ζύγωμα, κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἔχασκεν ἡ ἄβυσσος, ἡ θάλασσα. Ἄνω τοῦ ζυγώματος τούτου ὑπῆρχε πάτημα ἡμισείας παλάμης τὸ πλάτος, ὅλον δὲν τὸ πέραμα ἧτο τριῶν ἢ τεσσάρων βημάτων. Ὅπως τὸ διέλθη τις, ἔπρεπε νὰ πιασθῆ ἀπὸ τὸν ἄνω βράχον, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, νὰ πατὴ μὲ τὴν πτέρναν, καὶ νὰ βαδίζη ἐκ δεξιῶν πρὸς τὰ ἀριστερά. Ἡ ζωὴ τοῦ ἐκρέματο εἰς μίαν τρίχα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η Φόνισσα/Κεφάλαιο ΙΣΤ
Κάτω εἰς τὸ Κακόρρεμα, χαμηλὰ εἰς τὸ βάθος, σιμὰ εἰς τὴν Σκοτεινὴν Σπηλιᾶν, οἱ λίθοι ἐχόρευον δαιμονικὸν χορὸν τὴν νύκτα. Ἀνωρθοῦντο, ὡς ἔμψυχοι, καὶ κατεδίωκον τὴν Φραγκογιαννού, καὶ τὴν ἐλιθοβόλουν, ὡς νὰ ἐσφενδονίζοντο ἀπὸ ἀοράτους τιμωροὺς χείρας.
Εἶχον παρέλθει τρεῖς ἡμέραι ἀπὸ τὴν τελευταίαν φυγήν της, ἀπὸ τὴν καλύβην τοῦ Λυρίγκου. Ἡ ἔνοχος γυνὴ εἶχε κρυφθῆ ἐκεῖ, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ διέφευγε πρὸς καιρὸν τοὺς ὄνυχας τῶν διωκτῶν της. Μὲ τὰ ὀλίγα δίπυρα τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἀκόμη εἰς τὸ καλάθι της, μὲ τὰς καυκαλήθρας, τὸν ἄνηθον, καὶ τὰ μυρόνια ὅσα συνέλεγε, καὶ μὲ τὸ γλυφὸ νερὸν τῆς Σκοτεινῆς Σπηλιᾶς, εἶχε διατηρηθῆ. Τὸ μέρος ἧτο σχεδὸν ἄβατον. Τὸ Κακόρρεμα ἐσχηματίζετο ἀπὸ ἕναν βράχον ἀπάτητον πρὸς δυσμάς, καὶ ἀπὸ ἕνα κρημνόν, ἢ μίαν σάραν ὀλισθηρὰν ἐξ ἀνατολῶν. Κάτω εἰς τὸ βάθος ἀνέβλυζε τὸ Γλυφονέρι. Δυὸ ἄντρα, μὲ τὸ στόμιον πολὺ στενόν, ἔχασκον ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Ἐκεῖ ἐκοιμάτο τὴν νύκτα· τὴν ἡμέραν κατήρχετο εἰς τὴν Σκοτεινὴν Σπηλιᾶν. Διὰ ν' ἀνέλθη καὶ διὰ νὰ κατέλθη, οὔτε δρομίσκος οὔτε μονοπάτι ὑπῆρχεν. Ἐπάτει ἐπὶ τῆς σάρας, εἰς τὴν βάσιν τοῦ κρημνοῦ. Τότε ἡ σάρα ἐταράσσετο, ἐφαίνετο ὡς νὰ ἐθύμωνε. Οἱ λίθοι τοὺς ὁποίους ἐξετόπιζε πατοῦσα, ἦσαν ὡς βάσις καὶ θεμέλιον εἰς ὅλον τὸν ἄπειρον σωρὸν τῶν λίθων, τὸν ἀπλούμενον ἐπὶ τοῦ πρανοὺς τοῦ κρημνοῦ. Καθὼς ἔφευγον οἱ πρῶτοι λίθοι, ἄλλοι λίθοι ἤρχοντο νὰ λάβωσι τὴν θέσιν των, μετ' αὐτοὺς δὲ ἄλλοι. Καὶ οὕτω ἡ παλίρροια ὅλη τοῦ κρημνοῦ ἤρχετο κατ' ἐπάνω της, ἔπιπτεν εἰς τὰς κνήμας καὶ τὰ σκέλη της, εἰς τὰς χείρας καὶ τὸ στέρνον της. Ἐνίοτε, λίθοι τινές, ἀπὸ ὕψος κατερχόμενοι, ἔπιπτον μὲ ὁρμὴν καὶ κακίαν τοῦ προσώπου της. Τοὺς τελευταίους τούτους ἐφαίνετο πράγματι ὡς νὰ τοὺς ἐσφενδόνιζεν ἀόρατος χεὶρ κατὰ τῆς κεφαλῆς της.
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017
Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὤχ! Βασανάκια
Τὸ ἥμισυ τοῦ μεγάλου ἀκόμψου κτιρίου ἦτο πατωμένον, τὸ ἄλλο ἥμισυ, χάνι, ἀπάτωτον, ἀπαλάμιστον*, ὑγρὸν καὶ σκοτεινόν. Ἐπάνω εἰς τὸ μισὸν πάτωμα, ὁ ἀγαθὸς ἑλληνοδιδάσκαλος ἐδίδασκε τοὺς σκληροτραχήλους μαθητάς του, δεκατρεῖς ὥρας τὴν ἡμέραν. Τέσσαρας ὥρας ἔκαμνε μάθημα εἰς τὴν πρώτην τάξιν, τέσσαρας εἰς τὴν δευτέραν καὶ πέντε εἰς τὴν τρίτην. Κάτω εἰς τὴν συσσωρευμένην κόνιν τριῶν δεκαετηρίδων, ἔβοσκον χιλιάδες βλατοῦδες*, ψαλίδες, ἀλογάκια καὶ ἄλλα ζῳύφια, καὶ ἐχόρευον μυριάδες ποντικοί. Ἐπάνω εἰς τὸ φατνωμένον μέρος τοῦ κτιρίου, πρὸς τὸ ἀνατολικομεσημβρινὸν ἥμισυ, ἵπταντο μετοχαί, ἀπαρέμφατα, ἀντωνυμίαι, καὶ ἐκελάδουν μονοτόνως ἐναλλασσόμενα πρόσωπα καὶ ἀριθμοὶ καὶ ἐγκλίσεις, καὶ ἡ ράβδος ἐκράτει συχνὰ τὸν χρόνον ἐπὶ τῶν νώτων τῶν μαθητῶν.
Δυσμόθεν καὶ ἀντικρὺ τοῦ σχολείου ἦτο τὸ μικρὸν μετόχι τῆς διαλυμένης μονῆς τοῦ Ἁγ. Νικολάου, οἰκίσκος ἐκ δύο χωριστῶν θαλάμων, μὲ τὰς θύρας πρὸς τὴν ὁδόν. Εἰς τὸν ἕνα κατῴκει διαρκῶς ἡ μήτηρ Συγκλητική, ἑβδομηκοντοῦτις ἐνάρετος καλογραῖα. Εἰς τὸν ἄλλον κατέλυεν, ὁσάκις κατέβαινεν ἀπὸ τὸ μοναστήρι διὰ νὰ ἐξομολογήσῃ τοὺς μετανοοῦντας, ὁ ἀγαθὸς πατὴρ Ἰσαάκιος, ὁ παρὰ πᾶσι σεβάσμιος πνευματικός.
Δίπλα εἰς τὸ κατάλυμα τοῦ πνευματικοῦ ὑψοῦντο, μὲ τοὺς κλῶνας γυμνούς, δύο φυλλορροήσασαι συκαμινέαι. Ὀλίγον παρακάτω ἀπὸ τὰς συκαμινέας, πρὸς βορρᾶν, ἦτο τὸ σπίτι τῆς Σοφιανίνας, εἰς τὸν ἐξώστην τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο κρεμασμένον ὡραῖον κλωβίον, καὶ μέσα εἰς τὸ κλωβίον, ὤκλαζεν ἐπί τινος ὁριζοντίου ξυλαρίου, μέγας λαμπρόπτερος καὶ ποικιλόπτερος παπαγάλος. Δίπλα εἰς τὸ σπίτι τῆς Σοφιανίνας ὑψοῦτο μεγάλη οἰκία, μὲ εὐρεῖαν αὐλὴν καὶ πλατεῖαν ὑψηλὴν ταράτσαν, ἀντικρύζουσαν σχεδὸν μὲ τὴν μεγάλην θύραν τοῦ κτιρίου, τοῦ χρησιμεύοντος ὡς σχολείου. Καὶ παραπέρα ἀπὸ τὴν οἰκίαν αὐτὴν εὑρίσκετο τὸ μικρὸν ἰσόγειον, ἀπαισίου φήμης, μὲ ἀσβεστωμένα τὰ κλειστὰ παράθυρα σπιτάκι, ὅπου κατῴκει ἡ Βότσαινα ἡ μάγισσα.
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016
Παντελής Μπουκάλας: «Κράτιστον φάρμακον ο λόγος»
Για την ωφέλιμη τέχνη της αλυπίας και τον εισηγητή της, τον Αντιφώντα, λέγαμε εδώ την περασμένη Κυριακή. Και ιδού η λέξη αλυπία παρούσα και μετά Χριστόν, όπως και η λύπη άλλωστε. Στο διήγημα «Τα μαύρα κούτσουρα» ο Αλ. Παπαδιαμάντης αποκαλεί «αλυπιακόν» το «μοσχάτον» κρασί που «περιτέχνως κατεσκεύαζε» ο ιερομόναχος Αλύπιος ή παπα-Αλύπας στο κοινόβιο του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο. Το κρασί αυτό, γράφει ο Παπαδιαμάντης, «ήτο φερωνύμως κατάλληλον διά ν’ ανακουφίζει τας λύπας, τους καημούς και τα βάσανα του κόσμου τούτου». Συμφωνεί έτσι ο Σκιαθίτης με τον Ευριπίδη, τον Θέογνη και πολλούς άλλους ποιητές, αρχαίους και νεότερους, για τις παυσίλυπες ιδιότητες του οίνου.
Αν από τον αρχαιοελληνικό στοχασμό περί θανάτου και αλυπίας η μετάβαση στη λατινική σκέψη υπήρξε ομαλή, δεν συνέβη το ίδιο με τον χριστιανικό κόσμο. Εχουμε να κάνουμε με δύο αντιλήψεις ασύμπτωτες, αφού καθεμία οργανώνει τον παραμυθητικό λόγο της ανάλογα με το αν πιστεύει στη φυσικότητα του θανάτου ή την αρνείται. Για τους αρχαίους Ελληνες ο θάνατος είναι μέρος της φυσικότητας του φαινομένου της ζωής, γι’ αυτό και ο Επίκουρος παραινεί: «Να συνηθίσεις την πίστη ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, επειδή κάθε κακό και κάθε καλό βρίσκεται στην αίσθηση, ο δε θάνατος αποτελεί ακριβώς τη στέρηση της αίσθησης». Δεν πρόκειται για υπεροπτικό λογοπαίγνιο μα για βαθιά πίστη που αποκρυσταλλώνεται σε καρτερικότητα.
Τα εντελώς αντίθετα πρεσβεύει ο Γρ. Νύσσης, ο μικρότερος αδερφός του Μεγ. Βασιλείου, γερός γνώστης της θύραθεν παιδείας, φιλοσοφικότατος εκκλησιαστικός συγγραφέας, «πατέρας των πατέρων». Τις σχετικές ιδέες του τις βρίσκουμε συγκεντρωμένες στον τόμο που περιέχει «Λόγους για τον θάνατο και το πένθος παρηγορητικούς», μεταφρασμένους από τον Ι. Γρ. Πλεξίδα (Ζήτρος, 2004), και στο έργο του «Περί ψυχής και αναστάσεως», σχεδιασμένο με μορφή πλατωνικού διαλόγου· άλλωστε η σχέση του με τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς είναι ευδιάκριτη, λ.χ. στα επιχειρήματά του υπέρ της αθανασίας της ψυχής. Για τον Γρηγόριο ο θάνατος είναι δυσλειτουργία της φύσης και ανωμαλία της. Με την πίστη ότι «Θεός γαρ θάνατον ου εποίησεν», προχωρεί στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι ευεργεσία, διότι έτσι ανακόπτεται η αμαρτία· αλλά η άποψη αυτή ελέγχεται απολύτως αναντίστοιχη με την πείνα του ανθρώπου για ζωή, γι’ αυτό το σολωμικό «μέγα καλό και πρώτο», ένα δώρο-άπαξ.
Ετικέτες
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,
Άρης Αλεξάνδρου,
Κώστας Καρυωτάκης,
Νίκος Καρούζος,
Παντελής Μπουκάλας,
Πλούταρχος
Πέμπτη 28 Απριλίου 2016
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Χωρίς στεφάνι
Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στό σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.
Κι ετήρει όλα τά χρέη της τά κοινωνικά, καί μετήρχετο τά οικιακά έργα της, καλύτερ᾽ από καθεμίαν. Είχε δέ μεγάλην καθαριότητα εις τό σπίτι της, κι εις τά κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾽ ασπρίζει καί νά σφουγγαρίζει χωρίς ποτέ νά βαρύνεται, καί χωρίς νά δεικνύει τήν παραξενιάν εκείνην, ήτις είναι συνήθης εις όλας τάς γυναίκας τάς αγαπώσας μέχρις υπερβολής τήν καθαριότητα. Καί όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τ᾽ ασπρίσματα καί τά πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε τό πάτωμα ν᾽ αστράφτει, καί τόν τοίχον νά ζηλεύει τό πάτωμα.
Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη καί αυτή άναφτε τήν φωτιάν της, έστηνε τήν χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τά πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε τήν λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρείς φορές τ᾽ αλεύρι, κι εζύμωνε καθαρά καί τεχνικά τίς κουλούρες, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τά κόκκινα αυγά.
Καί τό βράδυ, όταν ενύχτωνε, δέν ετόλμα νά πάγει ν᾽ ανακατωθεί μέ τάς άλλας γυναίκας διά ν᾽ ακούσει τά Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε νά ήτον τρόπος νά κρυβεί οπίσω από τά νώτα καμιάς υψηλής καί χονδρής, ή εις τήν άκραν ουράν όλου τού στίφους τών γυναικών, κολλητά μέ τόν τοίχον, αλλ᾽ εφοβείτο μήπως γυρίσουν καί τήν κοιτάξουν.
Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην τήν ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τά νιάτά της, καί τά φίλτατά της όσα είχε χάσει, καί ονειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε νά πάγει κι αυτή τό βράδυ πρίν αρχίσει η Ακολουθία ν᾽ ασπασθεί κλεφτά-κλεφτά τόν Επιτάφιον, καί νά φύγει, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα τήν ίασίν της από τόν Χριστόν. Αλλά τήν τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε νά σκοτεινιάζει, τής έλειπε τό θάρρος, καί δέν απεφάσιζε νά υπάγει. Τής ήρχετο παλμός.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













