Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία Γραμματεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Θεόκριτος: Θαλύσια



    Ἦς χρόνος ἁνίκ᾽ ἐγώ τε καὶ Εὔκριτος εἰς τὸν Ἄλεντα
εἵρπομες ἐκ πόλιος, σὺν καὶ τρίτος ἄμμιν Ἀμύντας.
Τᾷ Δηοῖ γὰρ ἔτευχε Θαλύσια καὶ Φρασίδαμος
κἀντιγένης, δύο τέκνα Λυκωπέος, εἴ τί περ ἐσθλὸν
5 χαῶν τῶν ἐπάνωθεν ἀπὸ Κλυτίας τε καὶ αὐτῶ
Χάλκωνος, Βούριναν ὃς ἐκ ποδὸς ἄνυε κράναν
εὖ ἐνερεισάμενος πέτρᾳ γόνυ· ταὶ δὲ παρ᾽ αὐτάν
αἴγειροι πτελέαι τε ἐΰσκιον ἄλσος ὕφαινον
χλωροῖσιν πετάλοισι κατηρεφέες κομόωσαι.
10    Κοὔπω τὰν μεσάταν ὁδὸν ἄνυμες, οὐδὲ τὸ σᾶμα
ἁμὶν τὸ Βρασίλα κατεφαίνετο, καί τιν᾽ ὁδίταν
ἐσθλὸν σὺν Μοίσαισι Κυδωνικὸν εὕρομες ἄνδρα,
οὔνομα μὲν Λυκίδαν, ἦς δ᾽ αἰπόλος, οὐδέ κέ τίς νιν
ἠγνοίησεν ἰδών, ἐπεὶ αἰπόλῳ ἔξοχ᾽ ἐῴκει.
15 Ἐκ μὲν γὰρ λασίοιο δασύτριχος εἶχε τράγοιο
κνακὸν δέρμ᾽ ὤμοισι νέας ταμίσοιο ποτόσδον,
ἀμφὶ δέ οἱ στήθεσσι γέρων ἐσφίγγετο πέπλος
ζωστῆρι πλοκερῷ, ῥοικὰν δ᾽ ἔχεν ἀγριελαίω
δεξιτερᾷ κορύναν. Καί μ᾽ ἀτρέμας εἶπε σεσαρώς
20 ὄμματι μειδιόωντι, γέλως δὲ οἱ εἴχετο χείλευς·

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Ευριπίδης: Βάκχαι







*Μετάφραση Κώστας Βάρναλης*
*Μουσική Αργύρης Κουνάδης*
*Παίζουν με τη σειρά που ακούγονται Νίκος Χατζίσκος, Κάκια Παναγιώτου, Πίτσα Καπιτσινέα, Έλλη Βοζικιάδου, Έλλη Ξανθάκη, Βέρα Δεληγιάννη, Όλγα Τουρνάκη, Μαρία Μοσχολιού, Ολυμπία Παπαδούκα, Ελένη Ρήγα, Γιάννης Αποστολίδης, Γκίκας Μπινιάρης, Θάνος Κωτσόπουλος, Φοίβος Ταξιάρχης, Στέλιος Βόκοβιτς, Ελένη Ζαφειρίου*
*Σκηνοθεσία Μήτσος Λυγίζος*

Αἰσχύλος: Προμηθεὺς Δεσμώτης




Αἰσχύλου Προμηθεὺς Δεσμώτης
μετάφραση: Ι. Γρυπάρη

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

Κράτος
Χθονὸς μὲν ἐς τηλουρὸν ἥκομεν πέδον,
Σκύθην ἐς οἷμον, ἄβατον εἰς ἐρημίαν.
Ἥφαιστε, σοὶ δὲ χρὴ μέλειν ἐπιστολὰς
ἅς σοι πατὴρ ἐφεῖτο, τόνδε πρὸς πέτραις
Κράτος
Να μας στα πέριορα τ' αλαργινά του κόσμου
στους έρημους κι απάτητους Σκυθικούς δρόμους.
Τώρα δουλειά σου, ω Ήφαιστε, όσα ο πατέρας
πρόσταξε, να γνοιαστείς, και τον άνομο τούτο
5ὑψηλοκρήμνοις τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι
ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀρρήκτοις πέδαις.
τὸ σὸν γὰρ ἄνθος, παντέχνου πυρὸς σέλας,
θνητοῖσι κλέψας ὤπασεν. τοιᾶσδέ τοι
ἁμαρτίας σφε δεῖ θεοῖς δοῦναι δίκην,
στα βράχια στους ψηλούς γκρεμούς να πεδικλώσεις
μ' αλύσων ασύντριφτα δεσμά ατσαλένια,
γιατί έκλεψε της πάντεχνης φωτιάς τη φλόγα,
-τ' άνθος σου εσένα- και το χάρισε τ' ανθρώπου.
Τέτοιο κρίμα χρωστάει λοιπόν να μας πλερώσει,
10ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα
στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου.
για να μάθει του Δία την εξουσία να στρέγει
και τους φιλάνθρωπους τους τρόπους του ν' αφήσει.

Σοφοκλής: Φιλοκτήτης




ΣΟΦΟΚΛΗΣ

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Αὐτή λοιπόν, Νεοπτόλεμε, εἶναι ἡ Λῆμνος· [1]
μιά πέτρα γῆ ἀκατοίκητη στή μέση τοῦ νεροῦ.
Ὅταν ἐσύ μεγάλωνες στήν ἱσχυρή Ἑλλάδα τοῦ Ἀχιλλέα,
ἐμένα μέ ὑποχρέωναν Ἕλληνες ἰσχυροί,[2]
νά ἐγκαταλείψω ἐδῶ τόν Μηλιά τοῦ Ποίαντα· [3]
μόνο, μέ μόνο σύντροφο τή φρίκη μιᾶς πληγῆς [4]
πού χόρταινε τό αἷμα καί τή σάρκα τοῦ ποδιοῦ του.
Ἐκτελοῦσα ἐντολές. Ὅμως κι ἐκεῖνος...
δέν ἄφηνε στιγμή σέ ἡσυχία τό στρατό.
Ἀναστέναζε, βογκοῦσε, καταριόταν!

Ευριπίδης: Μήδεια



Ευριπίδη Μήδεια

Μετάφραση Π. Πρεβελάκη

1ο Επεισόδιο (1-95)

  Τόπος η Κόρινθο. Μπροστά στο σπίτι της Μήδειας.
Μιά γριά δουλεύτρα βγαίνει απ' το σπίτι.
ΤΡΟΦΟΣΠΑΡΑΜΑΝΑ
 Εἴθ΄ ὤφελ΄ Ἀργοῦς μὴ διαπτάσθαι σκάφος 
Κόλχων ἐς αἶαν κυανέας Συμπληγάδας͵ 
μηδ΄ ἐν νάπαισι Πηλίου πεσεῖν ποτε 
τμηθεῖσα πεύκη͵ μηδ΄ ἐρετμῶσαι χέρας 
ἀνδρῶν ἀρίστων. οἳ τὸ πάγχρυσον δέρας 
Πελίᾳ μετῆλθον. οὐ γὰρ ἂν δέσποιν΄ ἐμὴ 
Μήδεια πύργους γῆς ἔπλευσ΄ Ἰωλκίας 
ἔρωτι θυμὸν ἐκπλαγεῖσ΄ Ἰάσονος· 
οὐδ΄ ἂν κτανεῖν πείσασα Πελιάδας κόρας 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ω



Και τα παιχνίδια πια σκολνούν, και γύρω στα καράβια
σκορπούν τα πλήθη εδώ κι' εκεί, και νιάζουνται να φάνε
κι' ύπνο γλυκόνε να χαρούν. Μα θρήναε ο Αχιλέας
κι' είχε στο νου τ' αγαπητό συντρόφι, μηδ' ο ύπνος,
του κόσμου ο καταπονετής, τον έπιανε, μόν πάντα        5
πότε από δω πότε από κει παράδερνε γυρνώντας,
και του Πατρόκλου ανάδεβε τη λεβεντιά τη νιότη,
κι' όλα όσα τράβηξαν μαζί —τί κόπους πόσα πάθια—
με τ' άγριο κύμα του γιαλού και με στεριάς πολέμους.
Αφτά θυμούνταν κι' έχυνε πικρά και μάβρα δάκρια,
ώρες στη ράχη πλαγιαστός ή στο πλεβρό γυρμένος        10
ώρες τ' απίστομα. Άλλοτες σηκώνουνταν περπάταε
άσκοπα στ' ακρογιάλι ομπρός. Μα εφτύς το χαραμέρι
μόλις θωρούσε χρύσωνε τη θάλασσα τους άμμους,
κι' έζεβε τότες τ' άλογα στ' αμάξι, κι' από πίσω
τον Έχτορα έδενε κι' εφτύς ναν τον τραβά αρχινούσε.        15

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ψ



Σαν έτσι αφτοί βογγούσανε στο κάστρο. Μα οι Αργίτες
σαν ήρθαν στον Ελλήσποντο κι' ως στα γοργά καράβια,
γύρω όλοι οι άλλοι σκόρπισαν, στο πλοίο του ο καθένας,
μα τους δικούς του θαρρετούς ο Αχιλιάς συντρόφους
δεν άφινε να διαλυθούν, παρά τους είπε πρώτα        5
« Συντρόφοι ακούστε αγαπητοί, γοργοί μου Μυρμιδόνες,
» τ' άτια μη λύστε απ' τα λουριά, μόν έτσι λίγο ακόμα
» μ' αμάξια ας πάμε κι' άλογα να κλάψουμε μιά στάλα
» τον Πάτροκλο μας· τί πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε.
» Μα αφού κατόπι κλάματα χορτάσουμε και δάκρια,        10
» τότες εδώ ξεζέβουμε κι' όλοι ενωμένοι τρώμε.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Χ



Μέσα έτσι οι Τρώες στο καστρί σα λάφια δειλιασμένοι
να ξεδιψάσουν έπιναν και στέγνωναν τον ίδρο
γυρμένοι απάς στα τεχνικά μπροστήθια· κι' οι Αργίτες
ζύγωναν τότες με γυρτά στις πλάτες τους τ' ασπίδια.
Μα απ' όξω αφτού τον Έχτορα η περιπαίχτρα η Μοίρα        5
να μείνει στο πορτί μπροστά τον πεδουκλώνει τότες.
Τότ' είπε στου Πηλιά το γιο ο φυλαχτής Απόλλος
« Γιατί, Αχιλέα, εσύ θνητός μού τρέχεις καταπόδι
» εμένα τ' άλιωτου θεού ; Μα τί λοιπόν, ακόμα
» θεός πως είμαι δε θωράς που κυνηγάς με πείσμα;        10
» Σκοπό μαθές δε θάχεις πια να δεκατίζεις Τρώες—
» αφτοί παν τρύπωσαν—για αφτό στ' απόμακρα αλαργέβεις.
» Μα εμένα δε μπορείς, γραφτό δε σούναι να με σφάξεις.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Φ



Και πια σαν ήρθαν στου γοργού το πέρασμα ποτάμου
πούχε του Δία κάνει ο γιος, στου κυματάρη Ξάνθου,
τους κόβει εκεί, και τους μισούς στον κάμπο κυνηγούσε
κατά τη χώρα, οπούτρεχαν κατάφοβοι οι Αργίτες
τη μέρα πριν, σα μάνιαζε τ' αφέντη ο γιος Πριάμου·        5
εκεί τρεχάτοι χύθηκαν, κι' ομπρός ναν τους μπερδέψει
άπλωσε η Ήρα 'να πηχτό σκοτάδι. Οι άλλοι πάλι
σπρωχνόντουσαν προς το βαθύ αφράργυρο ποτάμι.
Και πέφτουν μέσα βάρηχα, σαλαγοσπάει το ρέμα,
οι οχτοί γύρω αντιβογγούν· και με φωνές οι Τρώες        10
κουβάρια μέσα εδώ κι' εκεί στους χόχλους κολυμπούσαν.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Υ



Έτσι στα κοίλα πλοία ομπρός τριγύρω σου οι Αργίτες,
γιε του Πηλιά, αρματώθηκαν, αχόρταγε πολέμων·
και πάλε οι Τρώες αντικρύ στο καμποβούνι απάνου.
Κι' ο Δίας λέει της Θέμιστας σε συντυχιά να κράξει
κάθε θεό στου ορθόβραχου κορφοβουνιού την άκρη.        5
Κι' αφτή τρεχάτη από παντού προστάζει χέρι χέρι
κάθε θεόνε ως στου Διός τον πύργο να κοπιάσει.
Κανένα, εξόν ο Ωκιανός, δεν έλειψε ούτε ρέμα,
ξωθιά καμιά όσες χαίρουνται χορταριασμένους βάλτους
και βρύσες και πηγές νερών κι' όσες πανώρια δάσα.
Κι' όλοι σαν ήρθαν στου Διός τον πύργο, παν καθίζουν        10
στα μαρμαρόκοφτα θρονιά που του πατέρα Δία
του τάχε κάνει ο Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Τ



Κι' η κροκοστόλιστη η Αβγή οχ τ' Ωκιανού το ρέμα
ανέβαινε να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους·
και φτάνει η Θέτη φέρνοντας απ' το θεό τα δώρα
κάτου στα πλοία. Κι' ήβρε εκεί το γιο της που πεσμένος
στα στήθια απάνου του νεκρού πικρόλαλα θρηνούσε,        5
κι' ένα σωρό συντρόφοι του μοιρολογούσαν γύρω.
Κι' αφτή στη μέση πρόβαλε, η σεβαστή του η μάννα,
που πήγε τον αγκάλιασε με συμπονιά και τούπε
« Πονάς, παιδί μου, μα άφισ' τον στο νεκρικό του στρώμα
» το μάβρο αφτό, π' απ' των θεών καταδρομή πια πήγε,
» και δέξου αφτά απ' τον Ήφαιστο τα όπλα, ξακουσμένα        10
» πανώρια, π' όμια αντρός κορμί δε ζώστηκε ως στα τώρα.»

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Σ



Σαν έτσι αφτοί χτυπιόντουσαν, που λες φωτιά 'χε ανάψει.
Εκεί ο γοργός Αντίλοχος ως στ' Αχιλέα φτάνει
με τα μαντάτα, κι' ήβρε τον π' ομπρός αφτού στα πλοία
στο νου ίσα ίσα αφτά 'βαζε που τούχαν τύχει κιόλας,
κι' έτσι έλεγε στενάζοντας μες στη γερή καρδιά του        5
« Ώχου, τί πάλι τσάκισαν ως στα καράβια τάχα
» οι Δαναοί, και τρέχουνε στον κάμπο αλαφιασμένοι ;
» Λες οι θεοί πως τους κακούς να μούκαναν σκοπούς τους,
» σαν που μου ξήγαε η μάννα μου και μούλεγε πως όσο
» ακόμα ζω, ένας αρχηγός τρανός των Μυρμιδόνων        10
» θ' αφίσει του ήλιου το φως από κοντάρι Τρώων;
» Ώχου, ναι ο Πάτροκλος θαρρώ θα μούπεσε στη μάχη...
» ο έρμος! μα δεν τούπα εγώ, σα σώσει απ' την κορώστρα
» φωτιά τα πλοία, δίχως πια πολέμους να γυρίσει ; »

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ρ



Κι' ένιωσε εφτύς τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας,
το πώς σκοτώθη ο Πάτροκλος στον πόλεμο απ' τους Τρώες.
Και μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς χαλκόπλιστος, και στέκει
σιμά του, θάλεγες ομπρός λαφίνα σε ζαρκάδι
χαϊδέφτρα πρωτοβύζαχτη, πριν άγνωρη από γέννα·        5
έτσι σιμά του στάθηκε ο καστανός Μενέλας
κρατώντας στο νεκρό μπροστά ασπίδα και κοντάρι,
μ' απόφαση όπιος αντικρύ του βγει ναν τον σπαράξει.
Όμως αδιάφορος κι' ο γιος δεν έμεινε του Πάνθου
άμα ο λεβέντης Πάτροκλος σκοτώθηκε, μόν πήγε        10
κοντά του εκεί και στάθηκε και του Μενέλα τούπε
« Θεόσπαρτε τ' Ατρέα γιε, Μενέλα πολεμάρχη,
» πίσω! Τα λάφυρα άσ' τα αφτού και το νεκρό παραίτα,
» γιατί απ' τους ξακουστούς βοηθούς ή Τρώες πριν κανείς μου
» με τ' όπλο δεν τον κάρφωσε μες στης σφαγής τ' ανάστα.        15
» Έτσι άφισε να δοξαστώ μες στο στρατό των Τρώων,
» μη σε βαρέσω και ξινή σου βγει η παλικαριά σου.»

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Π



Σαν έτσι αφτοί για τ' όμορφο καράβι πολεμούσαν.
Και τότες φτάνει ο Πάτροκλος μπροστά στον Αχιλέα
χύνοντας δάκρια φλογερά, σα βρύση βουρκωμένη
π' απ' ορθολίθι τα θολά κατρακυλάει νερά της.
Και σαν τον είδε ο θεϊκός τον πόνεσε Αχιλέας,        5
και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια.
« Τί κλαις σαν κόρη, Πάτροκλε, μικρούλα που της μάννας
» ζητάει, μαζί της τρέχοντας, στα χέρια ναν την πάρει,
» και την τραβά ενώ βιάζεται, κι' ως που ναν τη σηκώσει
» τη βλέπει πάντα ολόδακρη πιασμένη απ' την ποδιά της ;        10
» Έτσι τα δάκρια, Πάτροκλε, σαν κοπελούδι χύνεις.
» Μην ξέρεις τίποτα κακό για τα παιδιά ή για μένα;
» μην άκουσες εσύ καμιά πικρή είδηση απ' τη Φτία;
» Ωστόσο ζει ο Μενοίτης λεν, τ' Αχτόρου ο γιος, ακόμα,
» ζει κι' ο Πηλιάς, του Αιακού ο γιος, μες στα βουνά μας,        15
» που να κλαφτούμε, αν πέθαναν, βαριόκαρδα κι' οι διο μας.
» Μα πες τί κλαις, να ξέρουμε κι' οι διο μας, μην το κρύβεις.»        19

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ο



Μα τέλος πια σα διάβηκαν παλούκια και χαντάκι
τρεχάτοι, κι' έπεφαν πολλοί απ' Αχαιών κοντάρια,
στάθηκαν τότες κι' έμεναν εκεί κοντά στ' αμάξια
χλωμοί του φόβου, τρέμοντας· και στην κορφή της Ίδας
ξύπνησε ο Δίας άξαφνα απ' το πλεβρό της Ήρας.        5
Κι' όρθιος πηδάει, και στέκοντας τους διο στρατούς τηράζει,
τους Τρώες πούχαν νικηθεί, και πίσω τους Αργίτες
που τους βαρούσαν κι' έτρεχε ο Ποσειδός μαζύ τους.
Κι' είδε στον κάμπο κατά γης τον Έχτορα βαλμένο,
κι' οι φίλοι γύρω κάθουνταν, κι' αφτός αγκομαχούσε        10
βαριά φυσώντας, που η ψυχή λες τούβγαινε, και ξέρναε
αίμας, τι δεν τον βάρεσε ο πιο αχαμνός Αργίτης.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Ξ



Εκεί νά ! ακούει, κιάς έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω,
και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο διο φτερωμένα λόγια
« Σκέψου, τί λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε.
» Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη.
» Μόν κάθου εδώ του λόγου σου κι' ήσυχος πίνε μόνος,        5
» ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη
» θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει·
» τί τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»
Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει
στέρια μιά ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα        10
στην κόχη —τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης-
και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο.
Κι' όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλιά άχαρη ξανοίγει,
τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι
που τους βαρούσαν· κι' είταν πια και το τειχί πεσμένο.        15

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Μ



Έτσι μες στα καλύβια αφτός το λαβωμένο φίλο
γιάτρεβε, του Μενοίτη ο γιος· μα οι άλλοι πολεμούσαν
Τρώες κι' Αργίτες σωρεφτοί. Μηδ' είταν ν' αμποδίσει
πια το χαντάκι, ή το φαρδύ τειχόκαστρο από πάνου
που τόφτιασαν των καραβιών ταμπούρι, και χαντάκι        5
κυκλόσκαψαν, μα των θεών δεν πρόσφεραν σφαχτάρια
που τα πολλά τους λάφυρα να σώζει και καράβια
γύρω τριγύρω· αθέλητα σα νάταν των μεγάλων
θεών χτισμένο, και για αφτό δε βάσταξε και τόσο.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Λ



Κι' απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αβγούλα
σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους·
κι' έστειλε ο Δίας στα γοργά καράβια την Αμάχη
φριχτή, που πολεμόσκιαχτρο στα χέρια της βαστούσε.
Και στάθηκε η Αμάχη ομπρός στα πλοία του Δυσσέα,
πούταν στη μέση κι' άκουγες καλά απ' τα διο τα μέρη,
δεξά απ' τα ξυλοκάλυβα του Αία, και ζερβά σου
απ' τ' Αχιλέα, πούσυραν οι διο τους τα καράβια
στις διο άκρες της απλογιαλιάς απ' αφοβιά και θάρρος·
εκεί η Αμάχη στάθηκε και σκούζει και στριγγλίζει        10
άγρια, και σ' όλων την καρδιά των Αχαιών πυρώνει
το θάρρος, για να πολεμάν κι' ακούραστοι να σφάζουν.

Ιλιάδα (Μετάφραση Πάλλη)/Κ



Κι' οι άλλοι στρατηγοί κοντά στα πλοία, καρωμένοι
από βαθύ ύπνο μαλακό, ολονυχτύς κοιμούνταν·
μα πού τ' Ατρέα ο άξιος γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους,
να κλείσει μάτι που πολλές τον μαρτυρέβανε έγνιες !
Πώς ρήχνει αστραπομπούμπουνα ο βροντολάλος άντρας        5
της Ήρας, φτιάνοντας βροχή και δυνατό χαλάζι,
ή χιόνι όταν οι εξοχές τριγύρω ασπρολογάνε,
ή κάπου στόμα αρπαχτικό φαρμακερού πολέμου·
Ετσι πυκνά του στέναζαν τα στήθια απ' της καρδιάς του
το βάθος, και τα σπλάχνα εντός τού θέριζε η τρομάρα.        10
Το μάτι εκεί σαν έρηχνε στους Τρωικούς τους κάμπους,
σάστιζε πόσες έκαιγαν φωτιές ομπρός στο κάστρο,
τί αβλοί π' αχούσαν κι' όργανα, τί λαλητός αθρώπων·
μα πάλε όταν τα πλοία του και το στρατό θωρούσε,
15· τρίχες και τρίχες σύριζα τραβούσε οχ το κεφάλι
προς τα ουράνια κι' έκλαιγε βαριά η πικρή ψυχή του.
Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του·
πρώτα να πάει στο Νέστορα πριν άλλους κράξει αρχόντους,
μην κατεβάσει ωφέλιμη καμιά βουλή μαζί του
π' ολόκληρο απ' τη συφορά το στράτεμα να σώσει.        20

Όμηρος: Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη)/φ



Τότες στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα
τῆς Πηνελόπης, τῆς καλῆς τοῦ Ἰκάριου θυγατέρας,
τόξο καὶ σίδερα σταχτιὰ νὰ βάλη στοὺς μνηστῆρες
ἀγώνα καὶ σφαγῆς ἀρχὴ μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους.
Τὴ σκάλα τοῦ θαλάμου της τὴν ἁψηλὴ κατέβη,
πῆρε ὥριο γυριστὸ κλειδὶ στὸ μαλακό της χέρι,
χαλκένιο καὶ μὲ φιλντισὶ χερούλι ταιριασμένο.
Ὡς στὸ στερνὸ τὸ θάλαμο πηγαίνει μὲ τὶς βάγιες,
ποὺ κοίτουνταν οἱ θησαυροὶ τοῦ βασιλέα κρυμμένοι,
χαλκός, χρυσάφι, σίδερο περίτεχνα ἐργασμένο.        10