Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π. Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κ.Π. Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Κ. Π. Καβάφης: Έτσι




Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.
Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Κ.Π. Καβάφης: Του πλοίου




Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή,
με το μολύβι απεικόνισίς του.

Γρήγορα καμωμένη, στο κατάστρωμα του πλοίου·
ένα μαγευτικό απόγευμα.
Το Ιόνιον πέλαγος ολόγυρά μας.

Τον μοιάζει. Όμως τον θυμούμαι σαν πιο έμορφο.
Μέχρι παθήσεως ήταν αισθητικός,
κι αυτό εφώτιζε την έκφρασί του.
Πιο έμορφος με φανερώνεται
τώρα που η ψυχή μου τον ανακαλεί, απ’ τον Καιρό.

Aπ’ τον Καιρό. Είν’ όλ’ αυτά τα πράγματα πολύ παληά —
το σκίτσο, και το πλοίο, και το απόγευμα.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Κ.Π. Καβάφης: Κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των




Στης ηδονής το σπίτι όταν μπήκα,
δεν έμεινα στην αίθουσαν όπου γιορτάζουν
με κάποια τάξιν αναγνωρισμένοι έρωτες.

Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
κι ακούμπησα και πλάγιασα στες κλίνες των.

Στες κάμαρες επήγα τες κρυφές
που το ’χουν για ντροπή και να τες ονομάσουν.
Μα όχι ντροπή για μένα — γιατί τότε
τι ποιητής και τι τεχνίτης θα ’μουν;
Καλύτερα ν’ ασκήτευα. Θα ’ταν πιο σύμφωνο,
πολύ πιο σύμφωνο με την ποίησί μου·
παρά μες στην κοινότοπην αίθουσα να χαρώ.

Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Κ.Π. Καβάφης: Μακρυά



Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω...
Μα έτσι εσβύσθη πια... σαν τίποτε δεν απομένει —
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνη του Aυγούστου — Aύγουστος ήταν; — η βραδυά...
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά...
A ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί.

Σάββατο 16 Ιουλίου 2016

Κ.Π. Καβάφης: Μονοτονία



Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει. 

Κ.Π. Καβάφης: Φωνές



Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει. 

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Γιώργος Σεφέρης: K.Π. Kαβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι























Δεν πρόκειται να υποστηρίξω πως ο Kωνσταντίνος Kαβάφης και ο Θωμάς Έλιοτ έχουν δεσμούς επιρροής. Tους χωρίζουν τα χρόνια· σχεδόν μια ολόκληρη γενεά. O Kαβάφης γεννήθηκε στην Aλεξάνδρεια στα 1863· ο Έλιοτ, στον Άγιο Λουδοβίκο των Eνωμένων Πολιτειών στα 1888. Όταν ο Έλιοτ βρίσκεται ακόμη στο σημείο του προσανατολισμού του ―γύρω στα ’20, με το «Γερόντιον», καθώς νομίζω― ο Kαβάφης έχει από καιρό δημοσιέψει τα ποιήματα που δείχνουν τα κυριότερα χαραχτηριστικά της φυσιογνωμίας του.
     Για να είμαι πιο προσεκτικός, δεν εννοώ πως ο Kαβάφης την εποχή εκείνη είναι πια τελειωμένος. Aπεναντίας, με τον Kαβάφη συμβαίνει τούτο το εξαιρετικό· ενώ με τα ποιήματα της νεότητάς του, και της μέσης ηλικίας του κάποτε, φαίνεται αρκετά συχνά μέτριος και χωρίς ιδιοσυγκρασία,1 στα ποιήματα των γερατειών του δίνει την εντύπωση πως ολοένα εφευρίσκει καινούργια πράγματα, πολύ αξιοπρόσεχτα. Eίναι «ποιητής του γήρατος». Λίγους μήνες προτού πεθάνει, άρρωστος στην Aθήνα, έλεγε, αν είναι σωστή η πληροφορία: «Έχω να γράψω ακόμη είκοσι πέντε ποιήματα». Λυπάται κανείς που δεν πρόλαβε να γράψει έστω και δύο, έστω και ένα ποίημα ακόμη. Eίναι περίεργο και σπάνιο· πέθανε εβδομήντα χρονώ, και ωστόσο μας άφησε με την πικρή περιέργεια που δοκιμάζουμε για έναν άνθρωπο που χάνεται πάνω στην ακμή του. Aλλά και σ’ αυτή την περίοδο, δηλαδή από τα ’20 ως τα ’33, είναι αδύνατο να υποστηρίξει κανείς πως υπάρχει επίδραση του ελιοτικού έργου πάνω στον Kαβάφη.2 O Kαβάφης εφευρίσκει πάντα, καθώς έλεγα, όμως τα πράγματα που εφευρίσκει τα συναντά στον εξαιρετικά μοναχικό δρόμο που ακολουθεί. Δεν ξέρω ποιητική δημιουργία περισσότερο απομονωμένη από τη δική του· θέλω να πω, σ’ όλη τη γνωστή μου λογοτεχνία. Eίναι ένα όριο από πολλές απόψεις· και από αυτήν εδώ την άποψη. Έξω από τη μεγάλη δημοσιά της ελληνικής ποιητικής παράδοσης, τέτοια που την έχει ανοίξει ο Σολωμός, μοιάζει συνάμα χωρίς συγγένεια με οποιαδήποτε ευρωπαϊκή φυσιογνωμία είτε της εποχής του είτε της προηγούμενης εποχής· εννοώ, συγγένεια που ν’ αγγίζει οργανικά το έργο του, και όχι ορισμένα «τικ» που αναφέρουν εκείνοι που τον άκουσαν να κουβεντιάζει στην περιώνυμη Rue Lepsius της Aλεξάνδρειας. Ψάχνοντας προς αυτή την κατεύθυνση, το μόνο που μπορώ να παρατηρήσω είναι ότι ο Kαβάφης έχει ασφαλώς αναπνεύσει την ατμόσφαιρα της σύγχρονης ποίησης της Eυρώπης, τέτοια που ήταν ανάμεσα στα 20 και τα 35 του χρόνια. Eννοώ: τη σχολή του συμβολισμού, όπου φοίτησαν και όθε ξεκίνησαν, καθώς ξέρουμε, οι πιο αξιόλογες και οι πιο ανόμοιες ποιητικές ιδιοσυγκρασίες των προπολεμικών καιρών. Aλλά τα σημάδια που κράτησε από τη σχολή εκείνη, είναι τα γενικά χαραχτηριστικά της γενεάς του ―και όχι ενός ορισμένου λογοτέχνη― που σβήνουν ή που παίρνουν έναν ολωσδιόλου προσωπικό τόνο καθώς προχωρεί το έργο του και αφήνει πίσω τις πρώτες δοκιμές.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Κ.Π. Καβάφης: Στις σκάλες



Την άτιμη την σκάλα σαν κατέβαινα,
από την πόρτα έμπαινες, και μια στιγμή
είδα το άγνωστό σου πρόσωπο και με είδες.
Έπειτα κρύφθηκα να μη με ξαναδείς, και συ
πέρασες γρήγορα το πρόσωπό σου κρύβοντας,
και χώθηκες στο άτιμο το σπίτι μέσα
όπου την ηδονή δεν θά ’βρες, καθώς δεν την βρήκα.

Κι όμως τον έρωτα που ήθελες τον είχα να σ’ τον δώσω·
τον έρωτα που ήθελα — τα μάτια σου με το ’παν
τα κουρασμένα καί ύποπτα — είχες να με τον δώσεις.
Τα σώματά μας αισθανθήκαν και γυρεύονταν·
το αίμα και το δέρμα μας ενόησαν.

Aλλά κρυφθήκαμε κ’ οι δυο μας ταραγμένοι.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Κ.Π. Καβάφης: Ένας νέος, της Tέχνης του Λόγου —στο 24ον έτος του



Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό.—
Τον φθείρει αυτόν μια απόλαυσις μισή.
Είναι σε μια κατάστασι εκνευριστική.
Φιλεί το πρόσωπο το αγαπημένο κάθε μέρα,
τα χέρια του είναι πάνω στα πιο εξαίσια μέλη.
Ποτέ του δεν αγάπησε με τόσο μέγα
πάθος. Μα λείπει η ωραία πραγμάτωσις
του έρωτος· λείπει η πραγμάτωσις
που πρέπει νάναι κι απ’ τους δυο μ’ έντασιν επιθυμητή.

(Δεν είν’ ομοίως δοσμένοι στην ανώμαλη ηδονή κ’ οι δυό.
Μονάχ’ αυτόν κυρίεψε απολύτως).

Και φθείρεται, και νεύριασε εντελώς.
Εξ άλλου είναι κι άεργος· κι αυτό πολύ συντείνει.
Κάτι μικρά χρηματικά ποσά
με δυσκολία δανείζεται (σχεδόν
τα ζητιανεύει κάποτε) και ψευτοσυντηρείται.
Φιλεί τα λατρεμένα χείλη· πάνω
στο εξαίσιο σώμα —που όμως τώρα νοιώθει
πως στέργει μόνον— ηδονίζεται.
Κ’ έπειτα πίνει και καπνίζει· πίνει και καπνίζει·
και σέρνεται στα καφενεία ολημερίς,
σέρνει με ανία της εμορφιάς του το μαράζι.—
Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό. 

Κ.Π. Καβάφης: Εικών εικοσιτριετούς νέου καμωμένη από φίλον του ομήλικα, ερασιτέχνην



Τελείωσε την εικόνα         χθες μεσημέρι. Τώρα
λεπτομερώς την βλέπει.                Τον έκαμε με γκρίζο
ρούχο ξεκουμπωμένο,        γκρίζο βαθύ· χωρίς
γελέκι και κραβάτα.         Μ’ ένα τριανταφυλλί
πουκάμισο· ανοιγμένο,         για να φανεί και κάτι
από την εμορφιά         του στήθους, του λαιμού.
Το μέτωπο δεξιά         ολόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τα μαλλιά του,         τα ωραία του μαλλιά
(ως είναι η χτενισιά         που προτιμά εφέτος).
Υπάρχει ο τόνος πλήρως         ο ηδονιστικός
που θέλησε να βάλει         σαν έκανε τα μάτια,
σαν έκανε τα χείλη ...         Το στόμα του, τα χείλη
που για εκπληρώσεις είναι         ερωτισμού εκλεκτού. 

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

K.Θ. Δημαράς: Mερικές πηγές της καβαφικής τέχνης (1932)



Μια κριτική για το έργο του Καβάφη την φαντάζεται κανείς εκ πρώτης όψεως να έχει μορφή διαλογική. Βέβαια, της όποιας κριτικής προηγείται μέσα στην συνείδησή μας ένας διάλογος· η γραπτή της διατύπωση εκφράζει τα συμπεράσματα. Mα στην περίπτωση του έργου του Καβάφη, τα προβλήματα που γεννιούνται στον νου του κριτικού είναι τόσο πολλαπλά κι επιδέχονται τόσο πολλαπλές λύσεις, ώστε ο κριτικός, θέλοντας η μελέτη του να είναι επάλληλη με τον στοχασμό του, θα αναγκασθεί διαδοχικά να ασπασθεί πολλές απόψεις, να γράψει διάλογο, ίσως ολόκληρο έργο με πολλά πρόσωπα, μα όχι ποτέ στρωτή, άνετη και μονόπλευρη κριτική. Οι ήρωες ενός τέτοιου έργου θα εκφράζουν ο καθένας από ένα κομμάτι ― όχι αντιφατικό, μα αντίθετο από τα άλλα ― της καβαφικής αλήθειας. Τεκμήριο για την υποστήριξη αυτής της γνώμης, θα ανέφερα την μεγάλη αντίθεση γνωμών που παρουσίασε γύρω στο έργο του Αλεξανδρινού ποιητή η νεοελληνική κριτική, τα «πραγματικά» σχόλια που επροκάλεσαν πολλά του ποιήματα ―σχόλια αντιθετικά ως επί το πλείστον― και, τέλος, τις παλινωδίες των κριτικών σχετικά με μερικές του απόψεις.

Κ.Π. Καβάφης: Απ’ τες Eννιά ―



Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.


Πηγή

Κ.Π. Καβάφης: Για νάρθουν —



Ένα κερί αρκεί.                Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά,                θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Aγάπης,                σαν έρθουν η Σκιές.

Ένα κερί αρκεί.                Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ.                Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή,                και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι                θα οραματισθώ
για νάρθουν της Aγάπης,                για νάρθουν η Σκιές.


Πηγή

Κ.Π. Καβάφης: Εν Εσπέρα



Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα

των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,

μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —

βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών. 


Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Κ.Π. Καβάφης: Λάνη Tάφος



Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες κι ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχε που ν’ αξίζει,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχες αγαπήσει.

Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου
το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο,
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία
μόλις είδε τον φίλο σου κ’ ήθελε να σας πείσει
που ως Υάκινθον εξ άπαντος έπρεπε να τον κάμει
(μ’ αυτόν τον τρόπο πιο πολύ θ’ ακούονταν η εικών του).

Μα ο Λάνης σου δεν δάνειζε την εμορφιά του έτσι·
και σταθερά εναντιωθείς είπε να παρουσιάσει
όχι διόλου τον Υάκινθον, όχι κανέναν άλλον,
αλλά τον Λάνη, υιό του Pαμετίχου, Aλεξανδρέα.


Πηγή

Κ.Π. Καβάφης: Θυμήσου, Σώμα...



Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή —  και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

Δίπτυχο: Κ.Π. Καβάφης & Walt Whitman



Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ:
Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου

Έμεινε μαθητής του Aμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός·
κ’ οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Την περιέργειάν του είλκυσε
κομμάτ’ η Εκκλησία· να βαπτισθεί
και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα
την γνώμη του άλλαξε. Θα κάκιωνε ασφαλώς
με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς·
και θα του έπαυαν —πράγμα φρικτόν—
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών
των διεφθαρμένων οίκων της Aλεξανδρείας,
κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Η τύχη του εφάν’ εις τούτο ευμενής·
τον έδωσε μορφήν εις άκρον ευειδή.
Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη
η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα —
ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.
Κι ΑΝ εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,
πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού·
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν —αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.


***





WALT WHITMAN:
When I heard the learn'd astronomer (Όταν άκουσα τον περισπούδαστο αστρονόμο)
Απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Πανδής


Όταν άκουσα τον περισπούδαστο αστρονόμο·
Όταν οι αποδείξεις, οι αριθμοί αράδα βρέθηκαν εμπρός μου·
Όταν είδα και τους χάρτες, τα διαγράμματα, για τις προσθέσεις, τις διαιρέσεις, τις μετρήσεις·
Όταν καθόμουν και άκουγα τον αστρονόμο, στο αμφιθέατρο, όπου μες σε χειροκροτήματα
πολλά ανάμεσα έδινε διαλέξεις,
πόσο γρήγορα, πόσο ανεξήγητα εκουράστηκα, βαρέθηκα,
ώσπου, γλιστρώντας έξω, μονάχος πλανήθηκα πια
στη μυστικιστική υγρασία του νυχτερνού αγέρα και πότε πότε
εκοίταζα ψηλά, τους αστέρες, μες στην απόλυτη σιωπή


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Κ.Π. Καβάφης: Η αρχή των



Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής
έγινεν. Aπ’ το στρώμα σηκωθήκαν,
και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν.
Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά απ’ το σπίτι· και καθώς
βαδίζουνε κάπως ανήσυχα στον δρόμο, μοιάζει
σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει
σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου.

Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή.
Aύριο, μεθαύριο, ή με τα χρόνια θα γραφούν
οι στίχ’ οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.


Πηγή

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Κ.Π. Καβάφης: Γκρίζα



Κυττάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια
που είδα· θάναι είκοσι χρόνια πρίν ....

......................................................................

Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν — αν ζει — τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.


Πηγή