Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Γιώργος Σεφέρης: Μνήμη του Μακρυγιάννη




Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις
μες την κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,
οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται
καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.
«Γνωρίζετε, αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα
είναι η αρχή εξ ης το ανθρώπινο γένος κατάγεται»
κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,
κι ο Μακρυγιάννης σάπιος απ’ τις πληγές
δύο στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι˙
το χέρι χωρίς κόκκαλα και σίδερα στη γαστέρα
για να κρατιούνται τ’ άντερα-
γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο
γράφοντας γράμματα στο Θεό.
Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;
με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,
ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;
Ήταν ένας άντρας από δω
γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκοίνο
κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα
κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.

Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, η άσφαλτος λιώνει
τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν
κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα
Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις
έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη
και σκούζω νύχτα μέρα απ’ τις πληγές μου.
Τούτο γινότανε στις δεκατρείς
τουτ’ νού του μήνα (Αύγουστος 1853)
Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές
έκανε την κατ’ οίκον έρευνα χωρίς ν’ αφήσει τίποτε˙
κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)
κι ο άλλος κοντός κι αρχάριος
ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι
ποιος ήταν ο καλόγηρος που χάρισε
του στρατηγού το κομπολόι
τόσο ασυνήθιστα μακρύ.
Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος
Πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς
Στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου