Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Κώστας Καρυωτάκης: Στη Γάμπα



Χρόνια κάθομουν στ’ αβγά μου, δεν επρόβαλλα στη μέση,
και περνούσα τη ζωή μου πάντοτε συλλογισμένος·
πότε έβαζα καπέλο, πότε σκούφο, πότε φέσι,
πότε έβγαινα στη φόρα, πότε ήμουνα κρυμμένος.

Τίποτε δεν συγκινούσε την μεγάλην μου ανίαν —
και αυτό πώς μου συνέβη; όσοι να το μάθουν θένε
ας γνωρίσουν πως μεγάλην πάντα είχα την μανίαν
να εκδώσουν ένα φύλλο και Γαμπίτσα να το λένε.

Ήμουνα απελπισμένος, ότε έξαφνα μνια μέρα
συννεφώδη, ομιχλώδη και με μπόρες και αντάρα,
μια φωνή μικρού Χαμίνι με προσβάλλει από πέρα,
μια φωνή που διαλαλάει: «Και Η Γάμπα μ[ν]ια δεκάρα!»

Δεν επίστευσα τ’ αυτιά μου, και σηκώνομαι επάνω
να φωνάξω, μα εκείνο πρόβαλε απ’ το καντούνι·
τί πουλάει το αγρίμι να ρωτήσω δεν προφθάνω,
«Δώσ’ μου» λέγει «μνια δεκάρα, πάρε Γάμπα με τακούνι!»

Δίνω τότε τη δεκάρα με μεγάλη προθυμία·
τηνε παίρνω, την χαϊδεύω, δε μπορώ να την χορτάσω,
μὄφυγεν ευθύς η λύπη κι η μεγάλη μου ανία,
κι απεφάσισα ωστόσον κάτι τι κι εγώ να γράψω.

Εις την γάμπαν που ’ναι τόσον
σ’ όλους μας προκλητικιά
έναν ύμνο να συνθέσω,
μ’ όλα μου τα γηρατειά.

Καλώς μάς πρόβαλες, λοιπόν,
που ’ρθες με τα σωστά σου,
υπεραρτία, ευτραφής
και μ’ όλα τ’ απαυτά σου·

και μ’ έκαμες στα γηρατειά
και μένα το φαφούτη,
που να μασήσω δεν μπορώ
ούτε ξηρό κουρκούτι,

να θυμηθώ χρόνια παλιά
κι ακόμη τόσα άλλα,
γιατ’ ήμουνα στα νιάτα μου
γαμπομανής τα μάλα.

Και ποιός δε σε αγάπησε,
και ποιός δεν σε θαυμάζει;
Η θέα σου ποιόνε θνητό
δεν έλκει, δεν ταράζει;…

Μ’ ας παύσω τέλος πάντων
τόσον να σε επαινώ,
μη τυχόν στους διαδρόμους
των τμημάτων σεργιανώ·

γιατί έμαθα πως ότι
μνια μερίς της κοινωνίας,
χάριν των χρηστών ηθών μας,
μέσον της αστυνομίας

θα επέμβει να μη λέγουν
τίποτε πλέον για σένα,
όχι γι’ άλλα παρά όσα
είναι στο χαρτί γραμμένα.

Δεν θέλουν να σε βλέπουνε μαυρομουτζουρωμένη
με μαύρη κάλτσα μακριά και στο χαρτί γραμμένη.

Θέλουνε να σε βλέπουνε εις τη σκηνή επάνω
να φαίνεσ’ ώς τα γόνατα κι ακόμα παραπάνω·

και να ’σαι γάμπα αληθινή και όχι με μελάνι,
και κάτωθεν από βραχύ, διαφανές φουστάνι·

με κάλτσα άσπρη τρυπητή να είσαι φασκιωμένη
και όχι πάνω στο χαρτί καταμουτζουρωμένη·

και κάποτε εις το χορό ώς πάνω να πετιέσαι
και εάν είναι δυνατόν στα ύψη να κρατιέσαι.

Ω γελοίοι χρηστοήθεις και κλεινοί ηθικολόγοι
δε γενόσαστε παπάδες, καλογέροι, θεολόγοι;

Σεις το πάθατε ως εκείνον με το βόδι του χωριάτου,
που επρόσεχε μη στάξει στο πηγάδι η ουρά του —

αφού ήτο όλο μέσα, το ’καμε και άνω κάτου,
κι έπλυνε τον πισινό του κι έκανε και τα κακά του.


[ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΗ «ΓΑΜΠΑ», 1919]


Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου