Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης: Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

 


Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987

είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

Α! ναι είναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Διονύσιος Σολωμός

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Νίκος Εγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Μπουζιάνης

πόσα ο Σκλάβος

πόσα ο Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ο Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.



ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ  (1990)


Μίλτος Σαχτούρης: Χριστούγεννα 1948



Σημαία

ακόμη

τα δόκανα στημένα στους δρόμους

τα μαγικά σύρματα

τα σταυρωτά

και τα σπίρτα καμένα

και πέφτει η οβίδα στη φάτνη

του μικρού Χριστού

το αίμα το αίμα το αίμα

εφιαλτικές γυναίκες

με τρυφερά κέρινα

χέρια

απεγνωσμένα

χαϊδεύουν

βόσκουν

στην παγωνιά

καταραμένα πρόβατα

με το σταυρό

στα χέρια

και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς

το τόπι

ο σιδερόδρομος της λησμονιάς

το τόπι του θανάτου



ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)


Μίλτος Σαχτούρης: Χριστούγεννα 1943

 


Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες

γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε

κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του

τρεις πεθαμένους κύκνους

και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό

οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο

ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης

ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες

ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της



Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945)


Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Αλεξία Αθανασίου: Ο Γητευτής τον Τρύγο



Ερημικός ο Αμπελώνας

κι ο νέος, που ολομόναχος τρυγούσε,

ρούχα του κάθιδρα στο χώμα πέταξε

να νιώσει λεύτερος.

Ολόγυμνο το στιβαρό του σώμα·

ηλιοκαμένο·

κι αυτός θύμιζε Διόνυσο

με Απόλλωνα μορφή.

Παράτησαν οι μέλισσες,

οι πεταλούδες, τα πουλιά,

τ’ άπειρ’ αρώματα των γύρω λουλουδιών

τους άγριους χυμούς των μαύρων στάφυλων

και κάθε χιλιοστό

απ’ τ’ όμορφο κορμί καλύψαν

ώρ’ αρκετή…

Όταν μακριά του ξαναπέταξαν

πάντοτ’ ολόγυμνος ο νέος ποθητός

το τρύγισμα συνέχισε

τελάρα ξέχειλα στα δυνατά μπράτσα σηκώνοντας

μ’ ολόγλυκους καρπούς._

Και δεν το αισθάνθηκε. (Το αισθάνθηκε;)

Τώρα στους ώμους του

δυο διάφαν’ ανοιγόκλειναν φτερά,

τα πόδια του στο χώμα δεν πατούσαν.


booksitting

Κατίνα Βλάχου: Η πρώτη ύλη του κόσμου



H πρώτη ύλη του κόσμου

ως αγάπη επικάθηται

στη μνήμη του μέγιστου θαύματος

Σοφή του σύμπαντος σκόνη

που ραίνει τα κύτταρα 

με όνειρα μιας άλλης υπόστασης

Ο χρόνος ωστόσο δεν βιάζεται

Σαν έρθει η ώρα της μύησης

στο αλλού θα μπορέσω να είμαι 

χωρίς το εγώ μου

ωσεί τελειότητα

Που οίδα επιτέλους το αύριο

το χτες και το τώρα

το παν και το τίποτα 

σαν άπειρου κάλλους ενότητα


Ελένη Λαδιά: Τα χρώματα της ψυχής και άλλα μυθεύματα



Το έργο του Πλουτάρχου συνδυάζει την σαφήνεια της λογικής με την γοητεία των μυθολογικών παραδόξων. Είναι γεννημένος το 50 μ.Χ. στο κομβικό σημείο του φθίνοντος αρχαιοελληνικού κόσμου και του αρχόμενου χριστιανικού. Ζει στην ρωμαϊκή εποχή, όπου αναφύονται νέες ιδέες και αμβλύνσεις μεταξύ των ιδεολογικών και θρησκευτικών αντιθέσεων. Μολονότι ήταν πολυταξιδεμένος, προτίμησε την φτωχική Χαιρώνεια και τον οικογενειακό βίο. Υπηρέτησε την πόλη και κατέλαβε δημόσια αξιώματα, όπως του πρεσβευτού και του επωνύμου άρχοντος. Είχε και το ιερατικό αξίωμα, όπως πληροφορούν οι επιγραφές στους Δελφούς.

Ο Πλούταρχος ασχολείται με μεγάλα θέματα, όπως με το θέμα για την αθανασία της ψυχής. Στο έργο του Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων[1] αναφέρεται στην αθανασία της ψυχής. Ένα από τα πρόσωπα του διαλόγου, ο Ολύμπιχος, αφηγείται την μεταθανάτια εμπειρία του Θεσπεσίου. Ο ακόλαστος Θεσπέσιος από τους Σόλους της Κιλικίας έπεσε από μεγάλο ύψος, χτύπησε και πέθανε. Όμως την τρίτη ημέρα του θανάτου ζωντάνεψε (και τριταίος ήδη περί τας ταφάς αυτάς ανήνεγκε). Από τότε άλλαξε η ζωή του και οι Κίλικες δεν γνώρισαν κανέναν δικαιότερον και ευσεβέστερον από αυτόν. Όταν ήταν νεκρός, είδε τις ψυχές δικαίων και αδίκων νεκρών, που άλλες ήταν χαρούμενες και άλλες λυπημένες. Αναγνώρισε και την ψυχή κάποιου συγγενούς, ο οποίος είχε πεθάνει όταν ο Θεσπέσιος ήταν ακόμη παιδί. Η Ψυχή τον χαιρέτησε: «Χαίρε, Θεσπέσιε» του είπε. Εκείνος παραξενεύθηκε και αποκρίθηκε πως δεν ονομαζόταν Θεσπέσιος αλλά Αρδιαίος.[2] «Ήσουν πρωτύτερα αλλά τώρα δεν είσαι». Ο τρομερός Αρδιαίος (πρόσωπο επινοημένο χάριν του μύθου από τον Πλάτωνα) υπήρξε τύραννος σε μια από τις πόλεις της Παμφυλίας· σκότωσε τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Διέπραξε επίσης πολλές ανόσιες πράξεις. Το τέλος του ήταν φρικτό· τον έδεσαν χεροπόδαρα, τον έγδαραν και τον έσυραν πάνω στα αγκάθια. Επ’ ασπαλάθων, γράφει ο Πλάτων. Στα αγκάθια. Ο συνειρμός φέρνει στην μνήμη το εξαίσιο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Επ’ ασπαλάθων».

Μία παράξενη αποκάλυψη που έκανε ο νεκρός συγγενής σχετιζόταν με τα χρώματα της ψυχής. Η ψυχή χρωματιζόταν ανάλογα με τα πάθη της. Το θαμπό φαιό ήταν η κηλίδα της ανελευθερίας και της πλεονεξίας, ενώ το χρώμα του αίματος και της φωτιάς ήταν της ωμότητας και της αγριότητας. Το γλαυκό φανέρωνε πως δύσκολα αποφεύχθηκε κάποια ακράτεια της ηδονής, και το ωχρό ιώδες ήταν το χρώμα του φθόνου, που το αφήνει όπως η σουπιά το μελάνι της.

Ο νεκρός συγγενής τού ανέφερε επίσης πως υπάρχει κοινό μαντείον της Σελήνης και της Νύχτας, που δεν έχει όρια και συγκεκριμένο τόπο, αλλά πλανιέται μες στα όνειρα και τα οράματα των ανθρώπων. Ύστερα του είπε πως δεν θα μπορούσε να δει το μαντείον του Απόλλωνος. Του έδειξε όμως το λαμπρό φως που έβγαινε από τον τρίποδα, αλλά λόγω της λαμπρότητος ο Θεσπέσιος δεν μπορούσε να το δει. Καθώς έφευγε όμως άκουσε μια οξεία γυναικεία φωνή, που έλεγε διάφορα έμμετρα πράγματα, ανάμεσα στα οποία και τον χρόνο του θανάτου του. Ένας δαίμων εξήγησε πως ήταν η φωνή της Σίβυλλας, η οποία έψαλλε τα μελλούμενα, καθώς εκινείτο κυκλικώς πάνω στο πρόσωπο της σελήνης.

Στο έργο του Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης[3] αναφέρεται ο μύθος για τον ρόλο της σελήνης στον κύκλο της ζωής των ψυχών. Αφηγητής του διαλόγου ο Λαμπρίας, ο οποίος αναδιηγείται τον μύθο που είχε ακούσει από τον Σύλλα τον Καρχηδόνιο, που ο τελευταίος άκουσε από κάποιον ανώνυμο ξένο, που κι εκείνος τον άκουσε από τους υπηρέτες του χρόνου. Μετά τις κοσμολογικές απόψεις των προσώπων του διαλόγου περί σελήνης, εμφανίζονται οι μυθολογικές αντιλήψεις. Ο Πλούταρχος, ακολουθώντας την τεχνική του Πλάτωνος, κοσμεί το κείμενό του με μύθους, που γίνονται το επιστέγασμα της επιστημονικής διεργασίας.

Φαίνεται πως υπήρχε η αντίληψη ότι η σελήνη είναι μία ουράνια γη, γι’ αυτό αποφαίνεται ο ήρωας του Πλουτάρχου, ας μην πιστεύουμε πως σφάλλουμε, αν υποθέτουμε πως είναι γη. Αυτό που βλέπουμε ως πρόσωπό της, όπως ακριβώς η γη, έχει μεγάλους κόλπους, ρήγματα και ανοίγματα με μεγάλα βάθη, που περιέχουν νερό ή σκοτεινό αέρα. Το μεγαλύτερο κοίλωμα ονομάζεται μυχός της Εκάτης. Από μέσα περνούν οι ψυχές, μια από την μεριά της σελήνης που βλέπει προς τον ουρανό και μια από την μεριά που βλέπει προς την γη. Υπάρχει σύνδεση της σελήνης με την Περσεφόνη. Η Δήμητρα μένει στην γη και είναι κυρία των επίγειων πραγμάτων, ενώ η Κόρη βρίσκεται στην σελήνη και είναι κυρία των επισεληνίων πραγμάτων. Το τέρμα της γης είναι εκεί, όπου σταματά η σκιά της. Από εκεί, μετά τον θάνατό τους ανεβαίνουν μόνον οι καλοί, οι οποίοι ζουν μία άνετη ζωή αλλά όχι μακαρία και θεϊκή μέχρι τον δεύτερο θάνατό τους. Οι θάνατοι είναι δύο. Ο πρώτος συμβαίνει στη γη της Δήμητρος, γι’ αυτό και οι Αθηναίοι ονόμαζαν παλαιά τους νεκρούς Δημητρείους. Εδώ είναι σύνοικος ο χθόνιος Ερμής. Ο δεύτερος θάνατος γίνεται στην σελήνη της Περσεφόνης και σύνοικος είναι ο ουράνιος Ερμής. Στην αρχή οι ψυχές παρατηρούν το μέγεθος και την ομορφιά της σελήνης, που μοιάζει σαν να είναι μείγμα άστρου και γης. Η σελήνη είναι στοιχείο, γι’ αυτό διαλύονται εκεί οι ψυχές, όπως τα σώματα στη γη. Και γρήγορα διαλύονται οι ψυχές που έχουν σώφρονα βίον. Οι ψυχές όμως που εξακολουθούν να αγαπούν τις τιμές και τα σώματα, ζουν σαν μέσα σε ύπνο, όπως ο Ενδυμίων, και τα όνειρά τους είναι μνήμες ζωής.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Πλουτάρχου Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων, μτφρ. φιλολογική ομάς Κάκτου, εκδ. Κάκτος 1995. Βλ. επίσης Ελένης Λαδιά Δαιμονολογία ή λόγοι περί δαιμόνων, κεφ. «Ο Πλούταρχος και οι δαίμονες», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2012

[2] Αρδιαίος, βλ. Πλάτωνος Πολιτεία Ι, 616, Ε.

[3] Πλουτάρχου Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης, μτφρ. φιλολογική ομάς Κάκτου, εκδ. Κάκτος 1996


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Τα γέλια των θεών



και εγέλασεν ο Θεός επτάκις· χα χα χα χα χα χα χα

Με τον πρώτον καγχασμό φάνηκε το φως και η αυγή

Με τον δεύτερο καγχασμό έγινε το ύδωρ και η γη

Με τον τρίτο καγχασμό, διά της πικρίας του Θεού

έγινε ο Νους

Με τον τέταρτο καγχασμό έγινε η Γέννα των πάντων

Με τον πέμπτο καγχασμό έγινε η Μοίρα

Με τον έκτο καγχασμό έγινε ο Κρόνος


εκάγχασε το έβδομον ασθμησάμενος

και καγχάζων εδάκρυσε και εγένετο Ψυχή.[1]


Το κείμενο αποδεικνύει ότι με το «θεϊκό γέλιο» έγινε η δημιουργία των πάντων, αλλά με το λαχάνιασμα του Θεού και κατά τον έβδομο καγχασμό του εδάκρυσε και δημιουργήθηκε η Ψυχή: με καγχασμό και δάκρυ.

Όποιος και να συνέλαβε την ιδέα αυτού του κειμένου είναι οπωσδήποτε ένας μεγάλος ψυχολόγος ποιητής! Οι θεοί δεν έκλαιγαν, μόνον γελούσαν, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, όπως αναφέρει και ο Πρόκλος[2] (...διόπερ οίμαι και όταν μεν εις θεούς και ανθρώπους διαιρώμεν [τα] δημιουργήματα, τον μεν γέλωτα τη γενέσει των θείων, τα δε δάκρυα τη συστάσει των ανθρώπων ή ζώων απονέμομεν·). Τα γέλια των θεών, τα δάκρυα των θνητών.

Μόνον δύο έκλαψαν, αλλά αυτοί δεν ήταν απολύτως θεοί, είχαν δύο φύσεις, θεϊκή και ανθρώπινη, γεννημένοι από βροτή μητέρα, ασχέτως αν και οι δύο ανέβασαν τις μητέρες τους στα ουράνια. Και έκλαψαν κατά τη θεανθρώπινή τους μορφή. Ο Διόνυσος, υιός της Σεμέλης, δάκρυσε βλέποντας τον θάνατο του φίλου του Στάφυλου, όπως αναφέρει ο Νόννος ο Πανοπολίτης: «Βάκχος άναξ δάκρυσε, βροτών ίνα δάκρυα λύση».[3]

Και ο Ιησούς, υιός της Μαρίας, εδάκρυσε βλέποντας το μνήμα του φίλου του Λαζάρου. «εδάκρυσεν ο Ιησούς» γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (11, 36). Και ο Νόννος, παραφράζοντας το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (11, 36), αναφέρει: «και έστενεν αυτός Ιησούς, όμμασι ακλαύτοισιν αήθεα δάκρυα λείβων».

Εκεί όμως που φαίνεται ευκρινώς η διαφορά θεού και θνητού είναι το δάκρυ στην τραγωδία του Ευριπίδου Ιππόλυτος. Ο Ιππόλυτος, υιός του Θησέως, ως γνωστόν λάτρευε την θεά Άρτεμιν, περιφρονώντας την θεά του έρωτος, Αφροδίτη. Η Αφροδίτη τον εκδικήθηκε, βάζοντας στην καρδιά της μητριάς του, Φαίδρας, άνομο πάθος για τον παρθένο νέο. Η υπόθεση είναι γνωστή. Εγώ θα επιμείνω σε δύο σημεία της τραγωδίας. Όταν ο Ιππόλυτος φέρνει πλεχτό στεφάνι στην αγαπημένη θεά, που όπως της λέει είναι από απάτητο λιβάδι και το στόλισε μόνος του, για τα χρυσά της μαλλιά. Της λέει ακόμη πως ήταν τυχερός, γιατί είχε το δώρο, μόνον αυτός από όλους τους θνητούς, να μιλά μαζί της, να ακούει την φωνή αλλά να μην βλέπει την μορφή της. Αληθινά, είναι μεγάλη η τύχη του να ακούει την φωνή της Αρτέμιδος, που με σοφία δεν περιγράφει ο Ευριπίδης, όπως και ο Όμηρος την ωραιότητα της Ελένης. Πώς να ήταν άραγε η φωνή της θεάς; Ας την φαντασθούμε, όπως θέλουμε.

Όταν ο υπηρέτης του τον συμβουλεύει να μην υποτιμά την Αφροδίτη, εκείνος απαντά: Την χαιρετώ από μακριά, γιατί είμαι αγνός και δεν μου αρέσουν οι θεοί, που τους λατρεύουν νύχτα. Η λατρεία του Ιππολύτου, μονομερής και μανιώδης, ξεπερνά τα όρια και τον οδηγεί σε αδιέξοδο: στον μαρτυρικό θάνατο. Κι όταν, κοντά στο τέλος του, αντιλαμβάνεται την αγαπημένη θεά από την ευωδία του θεϊκού πνεύματος: «οράς με , δέσποιν’ ως έχω, τον άθλιον;» (με βλέπεις, δέσποινα, σε ποια κατάσταση είμαι ο άθλιος;) την ρωτά κι εκείνη του απαντά: «ορώ· κατ’ όσσων δ’ ου θέμις βαλείν δάκρυ» (σε βλέπω, αλλά δεν μου επιτρέπεται να χύσω δάκρυ).[4]

Η αναγκαιότητα να μη δακρύζουν οι θεοί εμποδίζει την θεά να θρηνήσει τον εκλεκτό της πιστό. Και η απάντησή της κλείνει το θέμα που άρχισε με την ορφική αντίληψη για τα γέλια των θεών.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το κείμενο του άρθρου είναι περίληψη από μεγαλύτερο, που βρίσκεται στα Orphicorum fragmenta του O. Kern. Spuria wel dubia. Στον πάπυρο του Λουγδούνου W. Η μετάφρασή του υπάρχει στο συλλογικό έργο Όσα είπαν οι αρχαίοι Έλληνες περί Θεού, ορφικό απόσπασμα 354, εκδ. Κάκτος

[2] Πρόκλου απ. 354, Οrphicorum fragmenta, O. Kern

[3] Νόννος Πανοπολίτης, ραψωδία IB’, μτφρ. Ευγενία Δαρβίρη, εκδ. Γεωργιάδης, Αθήνα 2002

[4] Ευριπίδου Ιππόλυτος, μτφρ. Έφη Φερεντίνου, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Το χαμόγελο του Ταό και το αρχαϊκό μειδίαμα



Ξαναδιάβασα με αφορμή μία τακτοποίηση της βιβλιοθήκης μου το θαυμάσιο βιβλίο του Λόρενς Ντάρελ, Το χαμόγελο του Ταό, όπου ο συγγραφεύς περιγράφει την συνάντηση και την συντροφιά για ένα Σαββατοκύριακο με τον ταοϊστή φίλο του, Τσανγκ.

Όπως έγραψε ο Τσανγκ στο βιβλίο του, κατά την επιδρομή και την κατάληψη της Κίνας από τους Μαντζουριανούς ξεριζώθηκε κάθε εξωτερική εκδήλωση του ταοϊσμού. Οι επιδρομείς έκαψαν όλα τα βιβλία των ταοϊστών εκτός από το Τάο Τε Κιγκ, ίσως γιατί ήταν πολύ δύσκολο να το καταλάβουν. Οι ταοϊστές δεν είχαν ναούς, άμφια και ιεροτελεστίες, σημάδια δηλαδή που θα τους πρόδιδαν, και έτσι θα γίνονταν αφορμή να εξαφανισθούν. Ο Τσανγκ εξήγησε στον συγγραφέα Ντάρελ: «Οι αληθινοί ταοϊστές... δεν υπήρχε κάποιο διακριτικό σημάδι πάνω τους εκτός, αν θες, από μία συγκεκριμένη έκφραση στο μάτι – μια ταοϊστική έκφραση! Μία έκφραση στο μάτι του νου, για να το θέσω έτσι! Λιγάκι δύσκολο να καταδιώξεις μια απλή έκφραση!»[1]

Η καταδίωξη μιας απλής έκφρασης! Πώς μπορούσε να την εξαφανίσει κανείς, τόσο φευγαλέα που ήταν; Αυτή η έκφραση, αυτό το χαμόγελο που ξεκίνησε από τον Κασιάπα, πρώην μαθητή του Βούδα, ήταν αναγνωρίσιμο μόνον μεταξύ των ταοϊστών σαν ένα σημάδι της ταυτότητάς τους. Ένα χαμόγελο που δεν απεικονίστηκε ποτέ, όπως το χαμόγελο στο βιβλίο Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, όπου εξαφανίσθηκε η γάτα αλλά απέμεινε το χαμόγελό της, λειτουργώντας σαν είδος προσωπίδας. Δεν μπορούμε να φαντασθούμε ποτέ το χαμόγελο του Ταό, γιατί βρισκόταν μεταξύ των ζώντων ταοϊστών, οι οποίοι αναγνωρίζονταν μεταξύ τους.

Αυτό με έκανε να σκεφθώ ένα άλλο χαμόγελο, το γνωστό ελληνικό μειδίαμα της αρχαϊκής εποχής (6ος αιών π.Χ.), αποτυπωμένο στους κούρους και τις κόρες. Αιφνιδίως παρουσιάζονται τα χαμογελαστά αγάλματα με τα ραδινά σώματα και την στερεότητά τους, την κληρονομημένη από την δαιδαλική τέχνη. Η μορφή του κούρου, του γυμνού νέου, εμφανίζεται για εκατόν πενήντα χρόνια σε πάμπολλους κούρους. Τα αγάλματα είναι ελεύθερα στον χώρο και πολλά προβάλλουν το αριστερό τους πόδι σε ένδειξη κίνησης.

Αυτό όμως που απομένει αθάνατο είναι η αποτύπωση του χαμόγελου. Έτσι, λέγοντας αρχαϊκή εποχή, εννοούμε το αρχαϊκό μειδίαμα. Επιστήμονες προσπάθησαν να εξηγήσουν την σημασία και το νόημα αυτού του χαμόγελου. Ειπώθηκε πως τα αγάλματα χαμογελούν, προαναγγέλλοντας την κλασική εποχή, όπου θα κυριαρχήσει το εμβριθές ύφος και η περισυλλογή. Ο Μανόλης Ανδρόνικος γράφει για το αρχαϊκό μειδίαμα: «Αποτελεί μια λεπτομέρεια χαρακτηριστική, που εκφράζει μαζί με την όλη επεξεργασία του σώματος, και προπάντων του προσώπου, την χαρά και την άφατη αγαλλίαση του ανθρώπου μπροστά στο θαύμα του κόσμου».[2]

Θα μπορούσαν να ισχύσουν πολλές εξηγήσεις και αναλύσεις, διότι το αρχαϊκό μειδίαμα δεν φαίνεται να είναι ένα οποιοδήποτε χαμόγελο, προσαρμοσμένο σε ένα πρόσωπο, αλλά το αρχέτυπο μειδίαμα αποτυπωμένο σε πολλά πρόσωπα. Οι κούροι που σώθηκαν ακέραιοι και είναι σύγχρονοι, όπως ο Κούρος της Βολομάνδρας Αττικής, της Τενέας και της Μήλου, έχουν κοινό χαρακτηριστικό το αρχαϊκό μειδίαμα. Το ίδιο έχουν και οι ενδεδυμένες κόρες, όπως η πεπλοφόρος της Ακροπόλεως και η Κόρη της Χίου.

Πάλι βλέπουμε την ελληνική ευφυΐα να διακρίνεται απεικονίζοντας το φευγαλέο και εφευρίσκοντας την θεωρία των αρχετύπων.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Λώρενς Ντάρρελ, Το χαμόγελο του Ταό, μτφρ. Σταύρος Νικολαΐδης, εκδ. Αλεξάνδρεια 1993

[2] «Αρχαϊκή τέχνη», Μανόλης Ανδρόνικος, άρθρον στην Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Β’, Εκδοτική Αθηνών


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Στίχοι του Δ.Π. Παπαδίτσα συνδυασμένοι με φιλοσοφικές απόψεις



«Ήρθαν μυστικά όλων των χρωμάτων κι όλων των

φωνών που μετά βίας τα συγκράτησα

Διότι γύρευαν να με θανατώσουν σε στάση

παρηγορίας»

1. Η στάση παρηγορίας γίνεται η βασική προϋπόθεση της πνευματικής απολίθωσης. Ο ίδιος ο ποιητής ομολογεί πως στο πάτμιο βίωμα κινδύνεψε πολλές φορές να παρηγορηθεί ασπαζόμενος μία θεωρία ή δεχόμενος ένα χρώμα, μία φωνή για να καθηλωθεί τελικώς από τον θαυμασμό. Τελικώς απέφυγε τον κίνδυνο γνωρίζοντας καλά πως η ανάπαυση του νου φέρνει τα πνευματικά γηρατειά εξουδετερώνοντας κάθε γόνιμη αμφιβολία.


2. Από το Εν Πάτμω (ερμηνεία πρώτη) είναι οι στίχοι:

«Πηγαίνω λοιπόν πέμπτη φορά να κρυφτώ απ’ αυτή την ίδια

την ψυχή που είναι μια σειρά εκρήξεις και μια σειρά

περιούσιο σκοτάδι και περιούσια δάκρυα

Δεν είδα ακόμη την μοναδική της ιδιότητα, την ψιθυρίζω

μόνο με δεκαδικούς αριθμούς κι ούτε μια φορά πέθανα

μέσα στην τέφρα της αρμονίας

Απ’ το μυαλό μου δε βγήκε ποτέ ένα ολόκληρο ζώο»

Αυτοί οι στίχοι αληθινής ομολογίας για το πεπερασμένο του νου είναι από τους ωραιότερους και πιο στοχαστικούς της νεοελληνικής ποίησης, και κατατάσσουν τον ποιητή τους στην πρώτη κατηγορία των σκεπτομένων. Η μοναδική ιδιότητα της ψυχής ψιθυρίζεται τελικώς μόνον με δεκαδικούς αριθμούς, κατά προσέγγιση δηλαδή, με βηματισμούς επί τόπου. «Απ’ το μυαλό μου δεν βγήκε ποτέ ένα ολόκληρο ζώο», στίχος που υποδηλώνει την αποσπασματική μας ματιά και αντίληψη σχετικά με την ουσία του όντος.


3. Από τα δύο ιστορικά, το 1

«Και η φύση κρατάει τις αλήθειες και τις πλάνες της

στο αγκαθερό μάτι του ερημίτη»

Στο αγκαθερό μάτι του ερημίτη, όχι του φιλοσόφου, του καλλιτέχνη ή του θρησκεύοντος, αλλά του ερημίτη, του στερημένου πάσης θεωρίας και αρχής, αυτού του μικρού σιωπηλού θεού. Στο αγκαθερό του μάτι συνοψίζονται μικρόκοσμος και μακρόκοσμος, αλήθειες και πλάνες, παραδοχές και αρνήσεις πολλών οπτικών γωνιών.


4. «Χαλίκι που με θαλασσοδέρνει και το θαλασσοδέρνω»

«Η αφή πυρπολιέται στα δάση που άναψε»

«Το χέρι μου φαγώθηκε από εκείνο που έδειξε στα πλήθη»

«Το πόδι μου απ’ το μονοπάτι που το χιλιοπήρε»

Μία από τις επικρατέστερες ιδέες στην ποίηση του Δ.Π. Παπαδίτσα είναι της αλληλοαλλοίωσης. Αυτό που φθείρει και ταυτοχρόνως φθείρεται από αυτό που φθείρει. Ιδέα που εκφράζει το αδιαχώριστο των πραγμάτων. Αυτή η βαθιά σχέση, η μυστική μεταξύ των στοιχείων του σύμπαντος, αναφέρεται ίσως για πρώτη φορά στον ποιητικό χώρο. Την μακρινή καταγωγή της ιδέας της αλληλοαλλοίωσης μπορούμε να την αναζητήσουμε στον Ηράκλειτο.


«Όμως εγώ ήμουν η ατσάλινη τρίχα ρολογιού και σήμαινα το

απρόβλεπτο πάνω απ’ τη σκέπη ενός θεωρήματος…»

Η κυριότερη φλέβα σε αυτή την ποιητική σύνθεση «Όπως ο Ενδυμίων» είναι ακριβώς ο στίχος «σήμαινα το απρόβλεπτο πάνω απ’ τη σκέπη ενός θεωρήματος,» αφού ο φιλόσοφος Ενδυμίων στοχεύει πέρα από αποκρυσταλλωμένες θεωρίες και υποψιαζόμενος αμφισβητεί την δύναμη των αξιωμάτων και θεωρημάτων, γιατί διαισθάνεται πως πίσω, κάτω ή πάνω από όλα ελλοχεύει το «μυστικό»», το «μυστικό» –και όχι το μυστήριο–, ο χώρος δηλαδή όπου συμβαίνει το «απρόβλεπτο». Η ατσάλινη τρίχα του ρολογιού γίνεται η δύναμη του απρόβλεπτου, το ίδιο το απρόβλεπτο, που κανένα θεώρημα δεν προμαντεύει.


5. «Όπου προελαύνει ο πίδακας του πεπρωμένου, ο ρεμβασμός

ουδέποτε γεννήθηκε».

Αυτή η αγάπη του ποιητή να παραδέχεται την ελευθερία του ρεμβασμού, αναγνωρίζοντας συνειδητά πως πίσω από όλα υπάρχει το απρόβλεπτο και η μορφή της Μοίρας, θυμίζει κάπως την ανάλογη πίστη του Παρμενίδου στην παντοδυναμία του «είναι» που το δένει όμως η Μοίρα, για να είναι ολόκληρο και ακίνητο.


6. «Αφήνω το λιθάρι και την μέσα του αρμονία να τρελαίνει τον ουρανομέτρη»

Και αυτό ακόμη το απλό, καθημερινό λιθάρι μετατρέπεται στην συμπαντική αντίληψη σε «ελάχιστο με φωνές Όλου», όπως αναφέρει άλλος στίχος του, ενώ η μέσα του αρμονία, η παράξενη αυτή αρμονία, η συνδυασμένη από στοιχεία φυσικά, θεϊκά, μαγικά, αλλά πάνω από όλα άγνωστα για την περιορισμένη λογική μας, στοιχεία που μόνον αξιωματικά μπορούμε να δεχθούμε, είναι αυτή που τρελαίνει τον ουρανομέτρη.


7. «τ’ ωραίο σκοτάδι δεν ηχεί σ’ όποιον το καταλάβει»

Άλλος ένας στίχος που αποδεικνύει την ανεπάρκεια της τυπικής λογικής. Ο μύστης, ο ποιητής, ο βάκχος, ο αλαφροΐσκιωτος ακούν τον ήχο του ωραίου σκοταδιού, όπως ο παρθενικός Ιππόλυτος και μόνον αυτός άκουγε την φωνή της Αρτέμιδος, της αγαπημένης του θεάς.


8. «Η χάρις έρχεται απ’ το πούπουλο κι όχι απ’ το φτέρωμα του παγωνιού»

Κι άλλος ένας στίχος που επαληθεύει το ελάχιστο με τις φωνές όλου. Η ποίησή του είναι συμπαντική, γιατί το υποκείμενο σπάει τα όρια του αυτισμού του και διαχέεται παντού, ανακαλύπτοντας «την άχνα του όντος» σε όλον τον ενόργανο και ανόργανο κόσμο, σε όλα τα αστρικά και τα γήινα. Με την ίδια ερωτική διάθεση περικλείει το απείρως μικρό και το απείρως μέγα, αποδεικνύοντας σε ένα άλλο επίπεδο την σχετικότητα των μεγεθών.


9. «Όλα ν’ αλλάξουν όνομα και μόνο τ’ ουρανού να μείνει το ίδιο»

Στίχος από το ποίημα «Εναντιοδρομία», που περιλαμβάνεται στην ομότιτλη συλλογή (Εναντιοδρομία). Σε αυτήν ο ποιητής επισημαίνει τον κορεσμό και το αδιέξοδο από την τυπική λογική, και αναζητά το αντίθετο τρέξιμο, την εναντιοδρομία, γνωρίζοντας ωστόσο πως το ίδιο οδυνηρή θα είναι η πορεία και από την αντίθετη φορά. Και πως πάλι χρειάζεται το αξίωμα, ο φράχτης του νου μας. Ποιητικά αυτό το αναλλοίωτο αξίωμα είναι το όνομα του ουρανού.


Το άρθρον βασίζεται στα βιβλία μου για το έργο του Δ.Π. Παπαδίτσα, Ο αγαπημένος του όντος και Ποιητές και αρχαία Ελλάδα. Γράφτηκε για τα 33 χρόνια από τον θάνατό του, στις 22/4/87.


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Τα όνειρα του νεκρού



Τώρα θα σας αποκαλύψω κάτι, το οποίον η ίδια ανακάλυψα μετά από πολλούς πειραματισμούς, πως η μεταθανάτια ζωή είναι απλώς η εξέλιξη της ζώσης με κοινό χαρακτηριστικό το όνειρον.

Θα γνωρίζετε βεβαίως, και αν όχι θα σας το μάθω εγώ, πως ο ορφικός ύμνος στον Ύπνο αναφέρει: «και την μελέτη του θανάτου φέρεις διασώζοντας τις ψυχές·/ γιατί εγεννήθης του θανάτου και της λήθης αδελφός». Στον ορφικόν επίσης ύμνον του ονείρου αναφέρεται: «μιλώντας με τις ψυχές των θνητών αφυπνίζεις τον νου…». Και ο επίσης του Θανάτου λέγει: «γιατί ο δικός σου ύπνος θραύει την ψυχή και την σύνδεση του σώματος... φέρνοντας τον βαθύ στους ζωντανούς αιώνιον ύπνον».

Γνωρίζετε επίσης από τη Θεογονία του Ησιόδου πως ο Ύπνος και ο Θάνατος είναι αδέλφια, τέκνα της μαύρης νύχτας, όπως και ο λαός των ονείρων, που όλα τα εγέννησε, χωρίς να πλαγιάσει με κάποιον. Επίσης και ο Όμηρος αναφέρεται στον Δήμο των ονείρων, καθώς και στις δυο πύλες τους, την κερατινήν με τα αληθή όνειρα και την ελεφαντινήν με τα ψεύδη.

Οι απεικονίσεις των αδελφών Ύπνου και Θανάτου στον ερυθρόμορφο κρατήρα του Ευφρονίου, οι οποίοι με αρχαγγελικά φτερά σηκώνουν τον νεκρό Σαρπηδόνα, όπου στο σώμα του παρατηρούμε μισόκλειστο το ένα μάτι και ελαφρώς ανοικτό το στόμα, συμπεραίνουμε πως ο γενειοφόρος Θάνατος είναι πιο ηλικιωμένος. Τι να σημαίνει; Ερμηνεύω: τις περισσότερες φορές ο θάνατος πλησιάζει τον άνθρωπο στην γεροντική ηλικία.

Λοιπόν σε αυτήν την ηλικία οι άνθρωποι κοιμούνται ακατάστατα και το βιολογικό τους ρολόγι αρχίζει να ξεκουρδίζεται. Όμως κομβικόν σημείον είναι το όνειρον.

Ευρισκομένη στην γεροντική ηλικία έχω έναν ύπνο βαθύτερο, αλλά από έφηβη ακόμη, γεμάτον όνειρα. Τα όνειρά μου είναι όντως ένας δήμος ονείρων, διότι είναι πολλά και με ατομική ιδιοσυστασία, τα οποία καλύπτουν όλες τις πτυχές και τις λεπτομέρειες της συναισθηματικής και νοητής ζωής. Είναι τόσο εναργή αυτά τα όνειρα, που με επηρεάζουν και στα μεσοδιαστήματα ύπνου και ξύπνιου. Εξακολουθώ να νομίζω πως ονειρεύομαι και δεν διακρίνω τις δυο ζωές. Τα όνειρα προκαλούν χαρά, πόνο, νοσταλγία, τύψεις και όλα όσα ο άνθρωπος βιώνει στην ζωή του. Σε αυτήν την ηλικία λοιπόν και την ακόμη μεγαλύτερη, το διάστημα ύπνου και θανάτου όλο μειούται, δίνοντας προτεραιότητα στο Όνειρον που εξαπλώνεται.

Έρχεται επομένως μια στιγμή, όπου ο θάνατος είναι απλώς μια μετάλλαξη του ύπνου, και η ζωή συνεχίζεται στον θάνατο φορώντας πάντα το ένδυμα του ύπνου, με φορέα το όνειρον. Ονειρευόμασθε συνεχώς, είτε θυμόμαστε τα όνειρά μας είτε όχι, σε όλη την διάρκειά μας. Όσο για την τιμωρία με τους πόνους και τα βασανιστήρια, καθώς και για την αμοιβή στην μεταθανάτια κατάσταση, δεν είναι παρά όνειρα ευτυχή ή βασανιστικά. Ευφραινόμασθε και βασανιζόμαστε.

Συμπερασματικώς τα όνειρα του νεκρού είναι όμοια με του ζωντανού, όπου ο νεκρός και ο ζωντανός είναι κατά συνθήκη ψεύδη.


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Οι φύλακες



Στoν ποιητή Δημήτριο Κρούκη


Τι είναι οι φύλακες και ποιον σκοπόν επιτελούν; Η μυθολογία και η ιστορία της ανθρωπότητος είναι γεμάτη παραδείγματα τεράτων, δρακόντων, υπερφυσικών όντων και ανθρώπων, που φύλατταν ένα τμήμα, δεν είχε σημασία αν ήταν τμήμα κακού ή καλού, αλλά ήταν ένα τμήμα. Ένα σύνορον, ένα μεταίχμιον μεταξύ κακού και καλού, όπου οι φύλακες εμπόδιζαν την μείξη αυτών των στοιχείων.

Από το βάθος της μυθολογίας ακούγεται ο Κέρβερος, φύλαξ του Άδου, ο οποίος απαγόρευε την προσέλευση των ζώντων. Καθήκον του υπήρξε η φρούρηση των νεκύων. Για την ανθρώπινη φαντασία ήταν ένας τρικέφαλος ή πεντακέφαλος σκύλος, υιός της Έχιδνας κατά την ησιόδεια μυθολογία και αδελφός της πολυκέφαλης Λερναίας Ύδρας. Φαίνεται πως ο σκύλος είχε στενή σχέση με τον Άδη, διότι και η Εκάτη, υποχθόνια θεά, έφερε το προσωνύμιον «σκυλακίτις» κατά τον ορφικόν στίχον, σκυλοσυνόδευτη.

Από τον μυθολογικόν χώρον ακούγονται και οι Κουρήτες με το ενόπλιον βάδισμά τους, τους οποίους είχε φέρει η Ρέα για να προστατεύσει τον Δία-βρέφος από τα καταχθόνια σχέδια του πατέρα του, Κρόνου. Οι Κουρήτες, οι νέοι, όπως σήμαινε το όνομά τους, ήταν τρεις τον αριθμόν και οπλισμένοι με ξίφος και ασπίδα. Για να καλύψουν τις φωνές του θεϊκού παιδιού χόρευαν ένοπλοι έναν χορόν της πολεμικής όρχησης, τον καλούμενον πρύλιν ή πυρίχιον. Ο ορφικός ύμνος αποδίδει πλήρως την εικόνα τους.

Ω χοροπηδηχτές Κουρήτες, που ρυθμοπερπατάτε ένοπλοι,

ποδοκρούστες, σβουρόστροφοι, ορεινοί, βακχόκραυγοι,

λυροκρούστες, έρρυθμοι, βαδιστές ελαφροπάτητοι,

οπλοφόροι, φύλακες, οδηγητές, λαμπρόφημοι,

σύντροφοι της ορειμανούς μητέρας, οργιοφάντες·[1]

Τρεις ήταν και οι Κορύβαντες, οι άλλοι μυθολογικοί φύλακες, που ενίοτε συγχέονται με τους Κουρήτες. Όμως ο ορφικός ύμνος τούς διακρίνει. Ήταν τρία αδέλφια, βεβαρημένα από το έγκλημα: τα δύο σκότωσαν το τρίτο. Ο ορφικός ύμνος «Του Κορύβαντος» αναφέρει το φονικόν:

...τον ποικιλόμορφο άνακτα, θεόν δισυπόστατον, πολύμορφον,

τον φονικόν, αιματοκυλισμένον από τους δύο αδελφούς...[2]

Οι Κορύβαντες συνδέονται με τον Διόνυσον Ζαγρέα, τον καρπό της αιμομεικτικής ένωσης Διός και Περσεφόνης. Αυτό το «κερόεν» βρέφος, το κερασφόρον κατά τον Νόννον, πρώτο κάθισε στον θρόνο του Διός. Μολονότι φύλακες του παιδιού ήταν οι Κορύβαντες, οι Τιτάνες, σταλμένοι από την ζηλότυπη Ήρα, διαμέλισαν το παιδί, αφού πρώτα το δελέασαν με παιχνίδια, ρόμβον, σβούρα, νευρόσπαστα, τόπι και καθρέφτη. Με τον διαμελισμόν του Διονύσου, από τον οποίον απέμεινε μόνον η πάλλουσα καρδιά, με τους Τιτάνες και την ιδιοφυή σκέψη του Ονομακρίτου να τους ενοχοποιήσει, μπόρεσαν οι ορφικοί να συνθέσουν, να δικαιολογήσουν την διπλή φύση των ανθρώπων και να πούνε: «Παις ειμί Γης και Ουρανού αστερόεντος». Από τους Τιτάνες έχει ο άνθρωπος την κακή φύση και από τον Διόνυσον την θεϊκή. Σκοπός του ορφικού μύστη ήταν η απάλειψη του τιτανικού στοιχείου.[3]

Και στα χρυσά, νεκρικά, ορφικά ελάσματα οι φύλακες σηματοδοτούν το όριον δύο κόσμων, απαγορεύοντας την μείξη τους: του θεϊκού και του ανθρώπινου. Επιλέγω μερικά, όπου η παρουσία των φυλάκων δηλούται είτε με την φωνή είτε με την ίδια τους την ύπαρξη. Στο έλασμα από την Ελεύθερνα Κρήτης (2ου-1ου π.Χ. αι.) ακούγεται η φωνή του φύλακος στην στερεότυπη και σε άλλα ελάσματα ερώτηση: «τις δ’ εσσίν; πω δ’ εσσί;» (ποιος είσαι και πόθεν;) κι αμέσως η φωνή του νεκρού να απαντά: είμαι παιδί της Γης και του αστέρινου ουρανού. Στο έλασμα από την Πέλιννα Τρικάλων (τέλος 4ου π.Χ. αι.) υπάρχουν οι οδηγίες των φυλάκων: «τώρα πέθανες και τώρα γεννήθηκες τρισόλβιε αυτή την ίδια ημέρα». Κι ύστερα του συστήνουν να πει στην Περσεφόνη πως τον ελευθέρωσε ο ίδιος ο Βάκχος. Από την Πετέλειαν της Καλαβρίας (4ος π.Χ. αι.) υπάρχουν σαφέστατες οδηγίες των φυλάκων προς τον νεκρόν. «Θα βρεις αριστερά στα ανάκτορα του Άδη κρήνη/ και δίπλα της να στέκεται λευκή κυπάρισσος»· του συνιστούν να μην πλησιάσει σε αυτή την κρήνη. Το επίθετον «λευκή» μού θυμίζει τους στίχους του Καλλιμάχου για την θεά Δήμητρα (ύμνος εις Δήμητρα), που φέρνει το λευκόν έαρ και το λευκόν θέρος, δηλαδή την άνοιξη και το θέρος της χαράς. (Στο λεξικόν των Liddell-Scott λευκόν ήμαρ είναι η ημέρα της χαράς.) Εδώ πρόκειται για την κρήνη της Λήθης και αν η ψυχή πιει, θα περιπλανηθεί σε έναν κύκλο μετενσαρκώσεων. Τον συμβουλεύουν να πιει από την κρήνη της Μνημοσύνης, που μπροστά της είναι οι φύλακες (φύλακες δ’ επίπροσθεν έασιν) και τότε η ψυχή θα θυμηθεί την ουράνια καταγωγή της, θα πετάξει έξω από τον ασφυκτικόν κλοιόν και με ταχύτατο βήμα θα φθάσει στους κόλπους της Περσεφόνης. Μετά η στερεότυπη ερώτηση και απάντηση. Στην απάντηση του νεκρού σχετικά με την καταγωγή του υπάρχει και η πρόταση: αυτό το ξέρετε και οι ίδιοι (τόδε δ’ ίστε και αυτοί). Μετά ακολουθούν οι εκπληκτικοί στίχοι, που υπάρχουν και σε άλλα ελάσματα: «Στεγνός από την δίψα είμαι και χάνομαι· δώστε μου αμέσως/ το κρύο νερό που ρέει από την λίμνη της Μνημοσύνης./ Κι εκείνοι θα σου δώσουνε να πιεις από την θεία κρήνη/ και τότε εσύ μέσα στους άλλους ήρωες θα βασιλεύεις».[4] Επίσης, στο έλασμα από το Ιππώνιον της Καλαβρίας (5ος π.Χ. αι.) αρχίζει μία επιβλητική περιγραφή. Αυτό είναι το έργον της Μνημοσύνης... (Μνημοσύνας τόδε έργον…). Όταν πεθαίνει κάποιος πηγαίνει στο ανάκτορον του Άδη, με τις δύο κρήνες· εδώ στέκεται η λευκή κυπάρρισος στα δεξιά της κρήνης. Οι φύλακες απαγορεύουν την προσέγγιση. Στέκονται μπροστά στην λίμνη της Μνημοσύνης και ρωτούν τον νεκρόν με λόγια συνετά (φρασί πευκαλίμαισι) τι αναζητά στο ζοφερό σκότος του Άδη. Εκείνος λέγει την στερεότυπη απάντηση για την καταγωγή του και ζητά, στεγνός από την δίψα, να πιει από το νερό της Μνημοσύνης. Εδώ υπάρχει ένας διαφορετικός στίχος: οι φύλακες πρώτα θα ρωτήσουν την υποχθόνια βασίλισσα Περσεφόνη και μετά θα του δώσουνε να πιει.

Οι Φύλακες της πλατωνικής Πολιτείας[5] βρίσκονται επίσης στο σύνορον της πόλης τους με τις άλλες πόλεις. Ήταν η δεύτερη τάξη και εκπροσωπούσαν το θυμοειδές τμήμα της ψυχής, ενώ οι Άρχοντες το λογιστικόν και οι Δημιουργοί το επιθυμητικόν. Από την τάξη των Φυλάκων προέρχονταν οι Άρχοντες, κι έτσι έπαιρναν εξαιρετική εκπαίδευση, που ήταν δύο ειδών: η πνευματική και η σωματική. Η πνευματική περιελάμβανε τους παιδαγωγικούς μύθους και το μέλος, μαθήματα αριθμητικής, γεωμετρίας και αστρονομίας, φιλοσοφίας και μέσω της επιστήμης έφθανε στην ιδέα του αγαθού. Η σωματική στόχευε στην αρίστη φυσική κατάσταση με γυμναστική, οξεία αντίληψη και ρώμη. Οι Φύλακες, ταγμένοι στο έργον τους, δεν έπρεπε να έχουν δική τους περιουσία και οικογένεια. Έτρωγαν σε συσσίτια σαν στρατευμένοι και τους απαγορευόταν η μέθη, η αργία και η μαλθακότητα.

Από τις περιπτώσεις που ενδεικτικώς συλλέξαμε μέσα στον Χρόνο, βγαίνει το συμπέρασμα πως ο φύλαξ (καθώς και τα σύνθετα με την λέξη, όπως φαροφύλαξ, νυχτοφύλαξ, αστυφύλαξ κ.ά.) βρίσκεται πάντοτε στο σημείον τομής δύο αντιθέτων κόσμων, υπηρετώντας με αυταπάρνηση τον έναν εκ των δύο.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ορφικοί ύμνοι, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσας – Ελένη Λαδιά, ύμνοι Κουρήτων 31 και 38, εκδ. Εστία.

[2] αυτόθι, ύμνος 39, Κορύβαντος.

[3] Ελένη Λαδιά, Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα, κεφ. Διόνυσος Ζαγρεύς, το κερασφόρο παιδί, εκδ. Gema 2010.

[4] Η μετάφραση δική μου.

[5] Πλάτωνος Πολιτεία, βιβλία Β και Γ, μτφρ. Ανδρ. Παπαθεοδώρου, εκδ. Πάπυρος 1960.


https://diastixo.gr


Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Παυλίνα Παμπούδη: Νυχτολόγιο Αυγούστου ΧΧΙΙ

 


Με βύζαινε ο ύπνος, λιγόστευα, αραίωνα

Ήταν οδύνη, ήταν ηδονή, ήταν

Αυτό που πύκνωνε έξω τον άπειρο χρόνο-

 

Άκουγα κάτι σαν λαχάνιασμα, ποιος ανηφόριζε;

Θυμήθηκα: ο ταχυδρόμος

Κάθιδρως,  χρόνια   

Γλιστρούσε, σκόνταφτε

Σε χάσματα μνήμης σε λάσπες σε αίματα

Έπεφτε σηκωνόταν ανηφόριζε, χρόνια 

Σε αγωνία τρομερή,  επέμενε

Να προσεγγίσει τον κλωβό

Να παραδώσει συστημένο

Φάκελο άδειο, χωρίς επιστολή χωρίς αποστολέα

Επέμενε, έπρεπε να με βρει, ήμουν

Ο παραλήπτης

Σε μοναξιά απίστευτη, ο μισός νύχτα κιόλας  

Ο μισός ακόμα μια

Δύσκολη σημασία αμετάφραστη   

 

Με βύζαινε ο ύπνος, λιγόστευα, αραίωνα

Ήταν οδύνη, ήταν ηδονή, ήταν

Αυτό που πύκνωνε  

Έξω τον άπειρο χρόνο

Το χάος που με περιείχε και το περιείχα 

Ως φόβο, ως κατάκτηση, ως δύναμη –


http://www.periou.gr/


Θανάσης Τζούλης: Είναι αδύνατο να συνηθίσω πως πέθανες σ’ όλες τις λέξεις



Γεμίζουν τρίχωμα τα πράγματα στις γωνίες

που έχασαν τη λαβή σου

και λέω να πάρω τις συνήθειές σου

σιτεμένες μέσα μου

                                   και σκεύη που βήχουν


αζήτητα νυχτωμένα στο λαιμό μας

και να τα φέρω κάτω από το χώμα σου

με τις ζυμώσεις σου ανοιχτές

και τα χνότα σου

                                να με οργώνουν


γιατί είναι αδύνατο να συνηθίσω

πως πέθανες σ’ όλες τις λέξεις


Θανάσης Τζούλης: Ανακομιδή



Όλη τη νύχτα έχανες τα δόντια σου –

μου χρειαζόταν αυτό το εμπόδιο.

Πλύνε το χώμα απ’ το κορμί σου,

δεν έχεις ούτε νύχτα, ούτε μέρα στο κορμί σου

όσο να βυθιστείς μες στο πηγάδι.

Τράβηξε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι,

δεν έφυγες από τα δέντρα με τις εποχές

που είχαν τα χορτάρια αίμα.

Ανάμεσα απ’ τα μέλη σου

δεν είναι μέρος για το σπαραγμό,

δεν κάρπισαν τα μάτια σου να πω πως σώθηκες

με τη νωχέλεια στους δείχτες του ωρολογιού.

Μάσε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι

και μεσ’ από τα κόκκαλά σου

την οδύνη μου


Irving Layton: The Graveyard



Lord, I understand the plan, the news is out:

I kill him, he kills me, change and change about,

And you ever in the right, and no wonder

Since it's no great matter who's up, who's under.

Teuton or Slav, Arab or suffering Jew -

Nature, Justice, God - they are all one to you.

The lion breeds the lamb and the antelope

As evil breeds good; darkness light; despair, hope.


And though your scheme confound theologians' wits

All come and go sired by the opposites;

And they decree: he who slays and he who's slain

Leave on your excellent world no crimson stain.

The tragic, warring creatures that here have breath

Are reconciled in the partnership of death;

And death's akin to art, and artists please

To the measure they have stilled the contraries.


Energy must crackle on a silent urn,

Nothing catch fire though Jerusalem burn,

And the lion poised on the poor bok to spring

Hold in his furious jaws no suffering.

Motion and rest, love and hate, heaven and hell

Here cease their Punch-and-Judy show: all is well.

There is no pain in the graveyard or the voice

whispering to the tombstones: "Rejoice, rejoice".


W.B. Yeats: The Choice



The intellect of man is forced to choose

perfection of the life, or of the work,

And if it take the second must refuse

A heavenly mansion, raging in the dark.

When all that story's finished, what's the news?

In luck or out the toil has left its mark:

That old perplexity an empty purse,

Or the day's vanity, the night's remorse.


Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

Ελένη Λαδιά: Διαμαντάκια των Προσωκρατικών



Στην Τούλα Ρεπαπή


Ξαναβλέποντας τα αποσπάσματα των Προσωκρατικών [1] ανακαλύπτω κάθε φορά θαυμάσιες ρήσεις στις συμπαντικές θεωρίες τους. Ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος λέγει «πως οι αστραπές προκαλούνται, όταν ο άνεμος ξεσπάει και σκίζει τα νέφη», ο επίσης Μιλήσιος Αναξιμένης παρομοιάζει «τον ήλιον πλατύ σαν φύλλο», ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος ισχυρίζεται πως «όλα τα διευθύνει ο κεραυνός» ενώ το μέγεθος του ήλιου «πως έχει το πλάτος του ανθρώπινου ποδιού», ο Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος ασχολείται με τον ήλιο λέγοντας πως «ο ήλιος χαρίζει την λαμπρότητα στην σελήνη» και «πως καλούμε ουράνιον τόξον την αντανάκλαση του ήλιου στα νέφη».

Μέρες τώρα απασχολεί την σκέψη μου ένας καταπληκτικός στίχος του Ξενοφάνους του Κολοφώνιου, «και σε μερικές σπηλιές στάζει νερό».

Παράξενος στίχος, κυοφορεί κάτι το υποχθόνιον. Μετά εννόησα πως η ανατριχίλα που μου προκαλούσε, οφείλεται στο ρήμα καταλείβεται. Το ρήμα κατείβω στον Όμηρον ή καταλείβω στον Ξενοφάνη, είναι το ίδιο ρήμα που σημαίνει σταλάζω, στάζω. «…και μεν ενί σπεάτεσσί τεοις καταλείβεται ύδωρ» (185 απόσπ. 37, Ηρωδιανός): «…και σε μερικές σπηλιές στάζει νερό».

«Κατειβόμενον» ήταν το ύδωρ της Στυγός. Η Στυξ (από το στυγέω = μισώ, και επομένως η μισητή) ήταν ο μόνος υποχθόνιος ποταμός του Άδου. Και το νερό της, το ύδωρ της Στυγός το σταλάζον, ήταν άφθιτον, αιώνιον, ωγύγιον, παμπάλαιον ύδωρ που κυλούσε από έναν πανύψηλο και απότομο βράχο. Το νερό της ήταν θανατηφόρο για ανθρώπους και ζώα.[2]

Όταν αντικείμενα από γυαλί και κρύσταλλο, πέτρινα και πήλινα σκεύη έρχονταν σε επαφή με το ύδωρ της Στυγός ράγιζαν, αντικείμενα από κέρατο και κόκαλο έσπαγαν, αλλά και πράγματα φτιαγμένα από ήλεκτρον, χαλκό, σίδερο, ασήμι και κασσίτερο σάπιζαν· ακόμη και το ίδιο το χρυσάφι σκούριαζε. Μόνον την οπλή του αλόγου δεν μπορούσε να νικήσει.

Και σε μερικές σπηλιές στάζει νερό.

Στην δική μου θαλασσινή σπηλιά δεν έσταζε νερό, χρόνια το παρακολουθούσα όταν πήγαινα για κολύμβηση. Σε μερικές όμως –όπως επισημαίνει ο Ξενοφάνης– στάζει.

Τι είχαν αυτές οι σπηλιές; Ήταν χαλασμένες από κατασκευής, διέθεταν μεγάλα οπαία στην κορυφή; Τότε δεν θα έσταζε το νερό, αλλά θα χυνόταν άφθονο. Φαίνεται λοιπόν πως από κάποιες λεπτότατες γεωλογικές ρωγμές έσταζε το νερό, όπως στις ανθρώπινες σχέσεις όταν εισχωρεί σαν σαράκι η κόπωση ή ο φθόνος, η αλαζονεία ή η αδυναμία.

Στους Προσωκρατικούς, όπως και στους ορφικούς, υπάρχει στενότατη συνάφεια των ανθρωπίνων με τα συμπαντικά.

Κατά τύχη έξω από το παράθυρο είδα πως άρχισε να βρέχει· δεν ήταν μεγάλη βροχή αλλά σταλαγματιές, σταγόνες του ουρανού, «κατειβόμενες» κι αυτές, με άγνωστο μέλλον. Δεν ξέρουμε αν θα ξεσπάσει μπόρα ή θα σταματήσει η βροχή.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] G.S. Kirk – J.E. Raven – M. Schofield, Οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990

[2] Ελένης Λαδιά, Μυθολογικά παράδοξα και ένα διήγημα, κεφ. «Το κατειβόμενον ύδωρ της Στυγός, το σταλάζον ύδωρ της Στυγός», εκδ. Gema, Αθήνα 2008


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο (β' μέρος)



Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά


Ο Πολύειδος υπήρξε δισέγγονος του Μελάμποδος και γιος του Κοιράνου. Αναφέρονται πολλές μαντείες και καθαρμοί, αλλά το κυριότερο κατόρθωμά του υπήρξε η ανάσταση του Γλαύκου, γιου του Μίνωος. Ο μάντις έκτισε και ιερό για τον Διόνυσο στην πόλη των Μεγάρων αφιερώνοντάς του ξόανο, που επί των ημερών του Παυσανίου φαινόταν μόνον το πρόσωπο του (Παυσανίας, Αττικά 43, 5).

«Γλαύκος δε έτι νήπιος υπάρχων, μυν διώκων εις μέλιτον πίθον πεσών απέθανεν»: Έτσι αρχίζει την διήγησή του ο Απολλόδωρος[1] για τον μικρό γιο του Μίνωος, Γλαύκο. Το παιδί, κυνηγώντας ένα ποντίκι, έπεσε σε ένα πιθάρι γεμάτο μέλι και πέθανε. Μετά την εξαφάνισή του ο Μίνως κατέφυγε σε μάντεις, για να το βρουν. Οι Κουρήτες τού αποκρίθηκαν πως αυτός που θα διέκρινε με σαφήνεια το χρώμα της τρίχρωμης αγελάδας του Μίνωος, αυτός και θα έφερνε πίσω το παιδί. Ο Πολύειδος, άριστος μάντις από το Άργος, γόνος της μεγάλης γενιάς των μάντεων Μελάμποδος, Άβαντος και Κοιράνου, παρομοίωσε το χρώμα του ζώου με βατόμουρο, γιατί το συγκεκριμένο φρούτο αλλάζει χρώμα τρεις φορές την ημέρα. Μετά την εύστοχη απάντηση, ο Πολύειδος ήταν αναγκασμένος να βρει το παιδί. Το βρήκε, αλλά ήταν νεκρό. Ο Μίνως όμως δεν άφηνε τον μάντι να φύγει, αν δεν ανάσταινε τον γιο του, κι έτσι τους έκλεισε και τους δύο μες στον τάφο. Εκεί ο μάντις σκεφτόταν τρόπο σωτηρίας, όταν βλέπει να πλησιάζει ένα φίδι. Φοβούμενος μήπως και πειράξει το νεκρό παιδί, σηκώνει το ραβδί του και σκοτώνει το ερπετό. Τότε βλέπει έκπληκτος να πλησιάζει άλλο φίδι και να τοποθετεί μια βοτάνη στο σώμα του σκοτωμένου, το οποίο αμέσως αναστήθηκε. Μιμούμενος την σοφία του φιδιού, ο μάντις κάνει τις ίδιες κινήσεις και ανασταίνει τον Γλαύκον. Όμως και μετά την ανάσταση, η απληστία του Μίνωος δεν αφήνει τον Πολύειδο να επιστρέψει στο Άργος. Του ζητά να διδάξει την μαντική στον γιο του. Ο Πολύειδος το πράττει εξαναγκασμένος, αλλά πριν από την αναχώρησή του προτρέπει τον Γλαύκο να φτύσει[2] στο στόμα του, γνωρίζοντας ως μάντις τις δυνάμεις του σιέλου. Ο Παλαίφατος[3], που ερμηνεύει και απομυθοποιεί το συμβάν σύμφωνα με τον ορθό λόγο, βεβαιώνει πως αυτός ο μύθος είναι γελοίος (Και ούτος ο μύθος παγγέλοιος). Μετά τον θάνατο δεν ανασταίνεται ποτέ ούτε άνθρωπος ούτε ζώο. Φαίνεται πως ο Γλαύκος τρώγοντας πολύ μέλι βαρυστομάχιασε και εκκρίνοντας περισσότερη χολή λιποθύμησε. Τότε έφθασαν οι ιατροί και ο Πολύειδος, που γνώριζε τα βοτάνια, και είπαν στον Μίνωα πως τον ανέστησαν.

Η σοφία όμως του μύθου είναι ευρύτερη και βαθύτερη από τον ορθό λόγο. Ο μύθος για τον θάνατο και την ανάσταση του μικρού Γλαύκου, με σύμβολα μάλιστα το μέλι και το φίδι, εντάσσεται στο μεγάλο θέμα της φθοράς και της αναγέννησης της βλάστησης. Είναι ένας μύθος σπαρακτικός και το παιδί Γλαύκος μια θεότητα της βλάστησης.

Ο Θεοκλύμενος ήταν μάντις και οιωνοσκόπος. Γιος του Πολυφείδη και δισέγγονος επίσης του Μελάμποδος, έχει μια παράξενη παρουσία στην Οδύσσεια.[4] Εμφανίζεται σαν φάντασμα, την στιγμή που ο Τηλέμαχος παρακινεί τους συντρόφους να μπουν στο πλοίο, για να επιστρέψουν στην Ιθάκη. Όταν εκείνοι άρχισαν να κωπηλατούν, ο ίδιος προσευχόταν και θυσίαζε στην Αθηνά κοντά στην πρύμνη του πλοίου. Τότε τον πλησίασε ένας άνδρας από μακρινή χώρα, ένας μάντις που έφυγε από το Άργος, διότι (όπως ο ίδιος αφηγήθηκε) είχε σκοτώσει κάποιον και οι πολυπληθείς συγγενείς του νεκρού ζητούσαν εκδίκηση. Ο Όμηρος αφιερώνει πολλούς στίχους στην γενεαλογία του, ακριβώς για να δείξει το μέγεθος της μαντείας του. Ο θεοειδής Θεοκλύμενος (ο όμοιος στην μορφή με θεό) ρώτησε τον Τηλέμαχο, εξορκίζοντάς τον στην θυσία που έκανε, να του πει ειλικρινώς για την πατρίδα και τους γονείς του. Ο νέος απάντησε σε ό,τι τον ρώτησε. Οι συστάσεις έγιναν κι ο Τηλέμαχος πήρε μαζί του τον μάντι στην Ιθάκη.

Η πρώτη προφητεία του Θεοκλύμενου στον Τηλέμαχο σχετίζεται με το πέταγμα ενός γερακιού (όρνις), που έφερνε μηνύματα στον Απόλλωνα. Κρατούσε στα πόδια του ένα άγριο περιστέρι (πελία) και το μαδούσε σκορπίζοντας τα φτέρωμά του στη γη ανάμεσα στο πλοίο και τον Τηλέμαχο. Ο Θεοκλύμενος εξήγησε στον Τηλέμαχο πως δεν πέταξε το πτηνό τυχαίως από τα δεξιά του, αλλά ήταν ένας αληθινός οιωνός. Στην Ιθάκη, συνέχισε ο μάντις, δεν υπάρχει άλλο γένος δυνατότερο από το δικό σας να βγάζει βασιλείς. Εσείς θα έχετε για πάντα την δύναμη. Ο Τηλέμαχος ευχαριστήθηκε, διότι ήταν μια έμμεση αναφορά στην άφιξη του Οδυσσέως και την καταστροφή των μνηστήρων.

Η δεύτερη προφητεία έγινε μέσα στο ανάκτορο του Οδυσσέως, όπου ο Τηλέμαχος διηγιόταν στην μητέρα του για το ταξίδι στην Πύλο και στην Σπάρτη. Τα λόγια του Μενελάου ήταν πως ο Οδυσσεύς βρισκόταν στα ανάκτορα της Καλυψούς, η οποία τον κρατούσε αναγκαστικώς. Τότε επενέβη ο Θεοκλύμενος και είπε στην Πηνελόπη πως αυτός θα της πει αληθινή προφητεία, δίχως να αποκρύψει τίποτα (ατρεκέως γαρ τοι μαντεύσομαι ουδ ἐπικεύσω). Προφήτευσε πως ο Οδυσσεύς βρίσκεται στην πατρίδα του, στην Ιθάκη, και σχεδιάζει την συμφορά των μνηστήρων. Η Πηνελόπη ευχήθηκε να βγουν αληθινά τα λόγια του.

Η πιο τρομερή όμως προφητεία υπάρχει στην Οδύσσεια (ραψωδία υ, στ. 350-358). Ο Τηλέμαχος λέγει στους μνηστήρες, για να τους παραπλανήσει, πως δεν έχει αντίρρηση για τον γάμο της μητέρας του με έναν από αυτούς, αλλά δεν είναι δίκαιο να την διώξει από το ανάκτορο χωρίς την θέλησή της. Τότε η Παλλάς Αθηνά προξένησε ακατάπαυστα γέλια στους μνηστήρες παραπλανώντας την σκέψη τους. Εκείνοι γελούσαν με παραμορφωμένες γνάθους καθώς έτρωγαν αιμοσταγή κρέατα, ωμά, ενώ τα μάτια τους γέμισαν δάκρυα και η ψυχή τους ποθούσε να αρχίσει θρήνο. Στους μνηστήρες είπε ο θεοειδής Θεοκλύμενος: «Αχ, άνανδροι, από τι κακό πάσχετε; Με σκότος καλύφθησαν τα κεφάλια σας, τα πρόσωπα και τα γόνατά σας, ακούγεται κλαυθμός και έχουν δάκρυα οι παρειές σας, με αίμα είναι ραντισμένοι οι τοίχοι και η ωραία μεσοδομή. Και γέμισαν τα πρόθυρα και οι αυλές με φαντάσματα (είδωλα) που πηγαίνουν προς στο έρεβος κάτω στον Άδη. Ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό και επίκειται η αχλύς (το σκοτάδι του θανάτου). Έτσι μίλησε ο Θεοκλύμενος, αλλά οι μνηστήρες γέλασαν κι ανάμεσά τους ο Ευρύμαχος, ο γιος του Πολύβου, τον απεκάλεσε τρελό και πρόσταξε να τον διώξουν από τα ανάκτορα και να τον πάνε στην αγορά, αφού όλα εκεί μέσα του φαίνονταν σκοτεινά. Ο μάντις τού απάντησε πως είχε μάτια, αυτιά, πόδια, συνετό νου και δεν είχε ανάγκη από συνοδούς για να βγει έξω. Άλλωστε, συμπλήρωσε, «θα βγω γιατί βλέπω να πλησιάζει η συμφορά των μνηστήρων, που έπραξαν ανόσια έργα. Κι από την συμφορά αυτή κανείς δεν θα ξεφύγει». Αυτά είπε ο Θεοκλύμενος, του οποίου το όνομα συνδέθηκε με την λέξη «αχλύς», που σημαίνει το επερχόμενο σκότος του θανάτου.


Τειρεσίας

«Τειρεσία, δείξε την μνήμη μου/ δείξε μέσα σ’ εκείνο που θέλω να θυμηθώ τι πέρασα και τι δεν πέρασα/ πως από χιλιοδιπλωμένες σκιές τινάχτηκε το μυστικό μου/ και πως το μυστικό μου είναι ο σπειροειδής δρόμος/ που τον φωτίζει το αίνιγμα των αγαλμάτων». Δ.Π. Παπαδίτσας[5]

«Τειρεσία, φύτεψέ με στην μνήμη».[6]

Ο ποιητής Καλλίμαχος στο ποίημά του «Εις λουτρά της Παλλάδος»[7] αναφέρει μία από τις αιτίες της τύφλωσης του Τειρεσίου. Ο ύμνος εμπνέεται από τα Πλυντήρια της Ακρίας Αθηνάς του Άργους, όταν κατέβαζαν από την ακρόπολη το άγαλμά της, για να το πλύνουν στον ποταμό Ίναχο. Έτσι, προτρέπει τις υδροφόρες να μην βάζουν τις στάμνες τους στον ποταμό και τις γυναίκες του Άργους να πίνουν μόνον από τις κρήνες, διότι ο Ίναχος με χρυσό και άνθη θα αναμίξει τα ύδατά του, για να προετοιμάσει το λουτρό της θεάς. Όμως πρόσεχε, Πελασγέ, προειδοποιεί ο ποιητής, μήπως και δεις γυμνή την πολιούχο θεά, διότι τότε θα τυφλωθείς.

Η θεά στην Θήβα –αρχίζει την ιστορία του ο Καλλίμαχος– από όλες τις φίλες της αγαπούσε περισσότερο την νύμφη Χαρικλώ, την μητέρα του Τειρεσίου. Την έπαιρνε μαζί της και στις αρχαίες Θεσπιές και στην Κορώνεια, όπου υπήρχε ευωδιαστό άλσος και βωμοί που βρίσκονταν κοντά στον Κουράλιο ποταμό, ή στην Αλίατρο όταν οδηγούσε τους ίππους της περνώντας από τα κτήματα των Βοιωτών. Πολλές φορές την ανέβαζε ακόμη και στον δίφρο της. Όμως, μολονότι ήταν η αγαπημένη της Αθηνάς, επέπρωτο η Χαρικλώ να χύσει πολλά δάκρυα. Κάποτε οι δυο τους, αφού έλυσαν τις περόνες από τα πέπλα τους, μπήκαν στο πεντακάθαρο νερό της Ιπποκρήνης στον Ελικώνα, για να λουσθούν. Ήταν μεσημβρινή ώρα και απόλυτη γαλήνη. Ο Τειρεσίας ακόμη μελλέφηβος, περπατούσε μόνος με τα σκυλιά στον ιερό χώρο. Διψασμένος, πήγε στην κρήνη να πιει νερό κι άθελά του είδε την Αθηνά γυμνή. Οργισμένη εκείνη του φώναξε κι ευθύς τα μάτια του παιδιού τυφλώθηκαν, απέμεινε άφωνο και κόλλησαν τα πόδια του στο έδαφος. Η νύμφη Χαρικλώ βλέποντας το συμβάν διαμαρτυρήθηκε στην θεά λέγοντας πως δεν κάνουν έτσι οι φίλες, αφού πήρε το φως του γιου της. Αγκάλιασε τον μικρό Τειρεσία κι άρχισε γοερό θρήνο, σαν την μάνα των αηδονιών. Η θεά την σπλαχνίστηκε και της εξήγησε πως η ίδια δεν τύφλωσε τον γιο της, αλλά αυτό ήταν θέμα των Κρονίων νόμων. Αυτοί οι Κρόνιοι νόμοι ορίζουν πως όποιος θνητός δει κάποιον από τους αθανάτους, έστω και άθελά του, θα το πληρώσει με βαρύ τίμημα (...Κρόνιοι δ’ ώδε λέγοντι νόμοι·/ ος κε τιν’ αθανάτων, όκα μη θεός αυτός έληται,/ αθρήση, μισθώ τούτον ιδείν μεγάλω). Και με λόγια παρηγοριάς την συμβούλευσε να μην κλαίει, γιατί αυτή ήταν η μοίρα του γιου της. Της υποσχέθηκε πως θα τον καταστήσει τον πιο φημισμένο μάντι μέσα στους ερχόμενους, ο οποίος θα γνωρίζει ποια πτηνά πετούν για καλό και ποια ανοίγουν τα πτερά τους για κακό. Ως μάντις θα δώσει χρησμούς στους Βοιωτούς, στον Κάδμο και στους μεγάλους Λαβδακίδες. Και στον Άδη μόνον αυτός θα βλέπει μέσα στους νεκρούς.

Ο Απολλόδωρος (βιβλίο Γ, 69.70 κ.ε.) αποδίδει σε άλλη αιτία την τύφλωσή του. Στην εκστρατεία των επτά επί Θήβας, ο Ετεοκλής ζητούσε μαντεία για το αν θα νικούσαν οι Θηβαίοι. Τότε ζούσε στις Θήβες ο μάντις Τειρεσίας, γιος του Ευήρου και της νύμφης Χαρικλούς, από το γένος του Ουδαίου του Σπαρτού. Ήταν τυφλός. Άλλοι έλεγαν πως έχασε το φως του, επειδή φανέρωσε στους ανθρώπους τα κρυφά των θεών. Ο Φερεκύδης αναφέρει πως τυφλώθηκε, διότι είδε την θεά Αθηνά γυμνή. Η φίλη της, Χαρικλώ, την παρακάλεσε να ξαναδώσει την όραση στον γιο της, αλλά επειδή αυτό δεν ήταν στην δυνατότητα της θεάς, εκείνη του καθάρισε καλά τα αυτιά, για να ακούει κάθε φωνή των ορνίθων, και του χάρισε ένα κράνειον σκήπτρον (από κρανιά), ώστε να περπατά όπως οι βλέποντες. Ο Ησίοδος λέγει πως ο Τειρεσίας είδε στην Κυλλήνη την συνουσία δύο φιδιών, κι επειδή χτυπώντας τα τα πλήγωσε, άλλαξε φύλο και από άνδρας έγινε γυναίκα. Κι όταν ξανάδε τα ίδια φίδια, άλλαξε πάλι φύλο και ξανάγινε άνδρας. Αυτή η εμπειρία του δίφυλου μάντεως έκανε τον Δία και την Ήρα να ρωτήσουν ποιο από τα δύο φύλα αισθανόταν μεγαλύτερη ηδονή κατά την συνουσία, ο άνδρας ή η γυναίκα. Ο Τειρεσίας απάντησε πως στο ένα μερίδιο από τα δέκα τέρπεται ο άνδρας και στα εννέα η γυναίκα. Τότε η Ήρα τον τύφλωσε και ο Ζευς τού έδωσε την μαντική τέχνη.

Όταν λοιπόν οι Θηβαίοι ζήτησαν μαντεία από τον Τειρεσία, τους είπε πως θα νικήσουν αν ο Μενοικεύς, ο γιος του Κρέοντος, αυτοθυσιαζόταν. Μόλις το άκουσε ο Μενοικεύς αυτοκτόνησε μπροστά στις πύλες της πόλης. Οι Θηβαίοι ενίκησαν και οι Αργείοι υποχώρησαν. Ύστερα από δέκα έτη, τα τέκνα των σκοτωμένων αρχηγών απεφάσισαν ως Επίγονοι να εκστρατεύσουν εναντίον των Θηβών. Τώρα η μαντεία του Τειρεσίου προέτρεπε τους Θηβαίους, αφού ανεβάσουν στις άμαξες τα γυναικόπαιδα, να φύγουν από την πόλη. Όταν εκείνοι έφτασαν στην πηγή Τελφούσα, ο Τειρεσίας ήπιε πολύ νερό και πέθανε. Αργότερα οι Αργείοι μπήκαν στην έρημη πόλη, συνάθροισαν τα λάφυρα και γκρέμισαν τα τείχη της. Ένα μέρος των λαφύρων έστειλαν ως δώρο στους Δελφούς μαζί με την Μαντώ, την κόρη του Τειρεσίου, μάντισσα και αυτή, διότι είχαν τάξει στον θεό πως θα του αφιέρωναν το ωραιότερο από αυτά. Τον θάνατο του Τειρεσίου επιβεβαιώνει και ο Παυσανίας (Βοιωτικά 33,1). Στους Έλληνες, αναφέρει ο περιηγητής, υπήρχε η παράδοση πως οι Αργείοι, αφού κυρίευσαν την Θήβα, εκτός από τα άλλα λάφυρα στους Δελφούς για τον θεό, έφερναν και τον Τειρεσία. Εκείνος δίψασε, ήπιε άφθονο νερό από την πηγή Τελφούσα και πέθανε. Ο Παυσανίας γράφει επίσης και για το οιωνοσκοπείο του Τειρεσίου στην Θήβα, που ήταν μετά το ιερό του Άμμωνος και κοντά στο ιερό της Τύχης.

Στον Οιδίποδα τύραννο του Σοφοκλέους υπάρχει μία μακρά και σκληρή στιχομυθία μεταξύ Οιδίποδος και Τειρεσίου. Έφεραν στο ανάκτορο τον μάντι χωρίς την θέλησή του, για να βρει τον δολοφόνο του Λαΐου, που έγινε αιτία του λοιμού. Στην αρχή ο μάντις μιλά διφορούμενα και συγκαλυμμένα αλλά στο τέλος, εξαναγκασμένος από τον θυμό και τις ύβρεις του Οιδίποδος, του αποκαλύπτει την τραγική του μοίρα: την μοίρα του δολοφόνου και αιμομίκτη.

Στην Νέκυια (λ της Οδυσσείας), ο Τειρεσίας ξεχωρίζει από τους άλλους νεκρούς, που είναι απλώς είδωλα θανόντων. Ο μάντις είχε σταθερή σκέψη διότι, μολονότι νεκρός, η Περσεφόνη τού έδωσε νου, ενώ οι άλλοι νεκροί τριγυρνούσαν σαν σκιές. Ο ήρωας κατά προτροπή της Κίρκης φθάνει στα σύνορα του κάτω κόσμου. «Και δέομουν πολλές φορές στ’ αδύναμα κρανία των νεκρών/ τάζοντας αγελάδα στείρα, την καλύτερη, σαν φτάσω στην Ιθάκη,/ στ’ ανάκτορά μου, να τη θυσιάσω κι αγαθά την πυρά να γεμίσω,/ και για τον Τειρεσία ξεχωριστά να σφάξω κριάρι έταξα/ κατάμαυρο, στο ποίμνιό μου που ξεχωρίζει.»[8]

Όταν πλησίασε η ψυχή του Θηβαίου Τειρεσίου, που κρατούσε ολόχρυσο σκήπτρο, είπε στον Οδυσσέα να απομακρυνθεί από τον λάκκο των θυσιών και να παραμερίσει το αιχμηρό του ξίφος, για να πιει το μαύρο αίμα από τα σφάγια και να του αποκαλύψει την αλήθεια. Η προφητεία του μάντεως ήταν: «τον νόστο τον μελίγευστο ζητάς, πανένδοξε Οδυσσέα·/ όμως αυτόν θα σου τον κάνει δύσκολο ο θεός· γιατί δεν το νομίζω/ πως θα ξεφύγεις απ’ τον γαιοσείστη, που οργή έχει για σένα στην ψυχή του/ εξοργισμένος γιατί τύφλωσες τον προσφιλή του γιο./ Αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να φτάσετε δεινοπαθώντας,/ αν την δική σου την καρδιά θα δάμαζες και των συντρόφων σου,/ όταν το καλοκαμωμένο πλοίο θα προσορμίσεις/ στη νήσο Θρινακία, τον βαθυκύανο πόντο αποφεύγοντας,/ και βρείτε τις γελάδες να βοσκάν και τα παχιά τα πρόβατα/ του Ήλιου, που αυτός τα πάντα βλέπει και τα πάντα ακούει./ Αυτές λοιπόν αν σώες τις αφήσεις και την επάνοδό σου σκέφτεσαι,/ μπορεί δεινοπαθώντας, βέβαια, και στην Ιθάκη ακόμη ν’ αφιχθείτε·/ αν όμως θα τις βλάψεις, τότε προλέγω όλεθρο για σένα/ το πλοίο και τους συντρόφους σου· κι ο ίδιος αν γλυτώσεις,/ αργά κακήν κακώς θα επιστρέψεις, χάνοντας όλους τους συντρόφους,/ με ξένο πλοίο· και θα βρεις συμφορές στον οίκο σου,/ άνδρες θρασείς που κατατρών το βιος σου,/ την έξοχη ζητώντας σύζυγό σου δίνοντας και προίκα./ Αλλ’ όταν όμως φτάσεις, θα ξεπληρώσεις τις βιαιοπραγίες τους·/ κι αφού στο ανάκτορό σου τους μνηστήρες/ σκοτώσεις δόλια ή φανερά με το αιχμηρό σου ξίφος,/ έπειτα πια να πορευθείς παίρνοντας καλοεφάρμοστο κουπί,/ ώσπου σ’ αυτούς να φτάσεις που δεν ξέρουνε τη θάλασσα/ κι ούτε τροφή μ’ αλάτι τρων ανάμεικτη·/ κι ούτε τα πορφυρόπλευρα τα πλοία γνωρίζουν/ κι ούτε τα εφαρμοστά κουπιά, που είναι φτερά στα πλοία./ Και θα σου πω κάποιο ολοφάνερο σημάδι, μη σου διαφύγει·/ όταν λοιπόν αφού σε συναντήσει κάποιος άλλος οδοιπόρος/ και πει ότι βαστάς στον όμορφό σου ώμο αχυρολιχνιστήρι,/ τότε αφού μπήξεις μες στη γη το εφαρμοστό κουπί,/ κι αφού στον άνακτα τον Ποσειδώνα σφάγια καλά θυσιάσεις,/ κριάρι, ταύρο κι επιβήτορα των χοίρων κάπρο,/ στον τόπο σου να πας και ιερές να κάνεις εκατόμβες/ στους αθάνατους θεούς, που τον ευρύ ουρανό κατέχουν,/ με την σειρά μάλιστα σ’ όλους· και μακριά απ’ το κύμα ο θάνατος/ τόσο ήσυχος θα ’ρθει, που θα σε πάρει/ κατάφορτον από ευτυχή γεράματα· και γύρω σου όλοι/ θα ’ναι πανευτυχείς· αυτά σου λέω τ’ αληθινά».[9]

Μετά την προφητεία του Τειρεσίου για το μέλλον, ο ήρως τον ρώτησε πώς μπορεί να πλησιάσει την ψυχή της μητέρας του. Ο μάντις αποκρίθηκε πως προϋπόθεση να έρθει ο νεκρός ήταν πρώτα να πιει το μαύρο αίμα από τα σφάγια.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Απολλόδωρος Γ, 3.

[2] Θανάσης Μαργαρίτης, Μύστες και Μάγοι στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Νέα Θέσις 1998.

[3] Παλαίφατος, Περί απίστων, εκδ. Κάκτος 1992.

[4] Οδυσσείας ο στ. 222-235 και o στ. 508-543. Επίσης, ρ στ. 151-165 και υ στ. 350-358, Ομήρου Οδύσσεια α’ τόμος, μτφρ. Γ.Δ. Ζευγώλη, εκδ. Πάπυρος 1957.

[5] Στίχοι από το ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα «Σπορά στην μνήμη», από την συλλογή Η Ασώματη, Άπαντα, εκδ. Μέγας Αστρολάβος – Ευθύνη 1997.

[6] Στίχος από το ίδιο ποίημα.

[7] Καλλιμάχου, Ύμνοι, εισαγωγή, μτφρ. και σχόλια Θανάσης Παπαθανασόπουλος, εκδ. Νεφέλη 1996.

[8] Ομήρου Οδυσσείας, λ Νέκυια στ. 29-34, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσας – Ελένη Λαδιά, εκδ. Αρμός 2004.

[9] Ό.π. στ. 90-137.


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Η γενεαλογία των μάντεων στον αρχαιοελληνικό κόσμο (α' μέρος)



Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά


Πουθενά δεν εφαρμόσθηκε τόσο επιτυχώς ο νόμος της εναντιοδρομίας όσο στην αρχαία Ελλάδα, όπου ο Λόγος συνυπήρχε με την μαντεία, έτσι που να επιτευχθεί η παλίντροπος αρμονίη του Ηρακλείτου, η αρμονία που εκπορεύεται από τα αντίθετα.

Σε αυτή την μικρή μελέτη θα συμπεριλάβω τους πιο φημισμένους μάντεις. Μεταξύ αυτών λαμπρή προσωπικότητα υπήρξε ο Μελάμπους, γιος του Αμυθάονος και της Ειδομένης, ο αρχαιότερος μάντις. Ήταν ακόμη θεραπευτής, καθαρτής και ιατρομάντις. Καταγόταν από την Πύλο, αλλά έδρασε στο Άργος. Το όνομά του ετυμολογείται από τα μέλαινα πόδια, διότι η μάνα του όντας βρέφος τον άφηνε κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Παιδάκι επίσης, όπως αναφέρει ο Απολλόδωρος (Α.11), ζούσε στα χωράφια.

Μπροστά στην αγροικία του βρισκόταν μία δρυς, όπου υπήρχε φιδοφωλιά. Όταν οι υπηρέτες σκότωσαν τα φίδια και τα έκαψαν, ο Μελάμπους έκρυψε και ανέθρεψε τα φιδάκια τους. Κι εκείνα όταν μεγάλωσαν, πήγαν καθώς αυτός κοιμόταν και του έγλειψαν τα αυτιά. Από τότε άκουγε την λαλιά των πουλιών, κι έτσι προέλεγε τα μέλλοντα.

Φαίνεται πως τα φίδια ήταν φορείς μαντικής δύναμης. Φίδια έδωσαν το χάρισμα της μαντείας στα δίδυμα του Πριάμου (στον Έλενο και στην Κασσάνδρα), που έγλειψαν τα πρόσωπά τους την ώρα του ύπνου μες στον ναό του Θυμβραίου Απόλλωνος έξω από τα τείχη της Τροίας.[1]

Ο Μελάμπους γνώριζε επίσης την μαντική των σπλάχνων και αργότερα που συνάντησε τον Απόλλωνα έγινε τέλειος μάντις. Τα γνωστότερα μαντικά του επιτεύγματα ήταν δύο: θεράπευσε την τρέλα των Προιτίδων και την ανικανότητα του Ιφίκλου.

Σύμφωνα με τον H.Jeanmaire στο βιβλίο του Διόνυσος [2] το θέμα της Μανίας συναντάται κυρίως στην Βοιωτία και την Αργολίδα. Διαμορφώνονται δύο μύθοι: ο βοιωτικός και ο αργολικός. Στον πρώτο, ο θεός που έδινε την τρέλα ήταν ο Διόνυσος, ενώ στον δεύτερο, που έχει τις ρίζες του στην μυκηναϊκή εποχή, η Ήρα. Στην Αργολίδα επικρατεί ο μύθος των Προιτίδων. Ο Θεός που τρελαίνει εδώ είναι η Ήρα, κι έχει ενδιαφέρον πως σκορπά την μανία σε παρθένες, σε αυτές που διανύουν την «περίοδο της ήβης», όπως γράφει ο Jeanmaire.

Για τις Προιτίδες ο Απολλόδωρος (Β,2,4) αναφέρει δύο εκδοχές: κατά τον Ησίοδο τρελάθηκαν, διότι δεν δέχτηκαν τις τελετές του Διονύσου, ενώ κατά τον Ακουσίλαο (αρχαίος λογογράφος του 5ου π.Χ. αι. από το Άργος, ο οποίος μετέτρεψε σε πεζό τα ποιήματα του Ησιόδου), διότι προσέβαλαν το ξόανο της Ήρας.

Ο ποιητής Βακχυλίδης[3] δέχεται τον αργολικό μύθο, όπου εμπνεύστρια και θεραπεύτρια της μανίας (διότι ο ίδιος θεός τρελαίνει και θεραπεύει) υπήρξε η Ήρα του Άργους. Γράφει πως όταν ακόμη οι Προιτίδες ήταν παρθένες, μπήκαν στο τέμενος της θεάς και περηφανεύτηκαν πως ο πλούτος του πατέρα τους ήταν μεγαλύτερος από της Ήρας. Η θεά οργίστηκε με την ύβριν τους και θόλωσε το μυαλό τους βάζοντάς τους «παλίντροπον νόημα», σκέψη παράλογη. Τα κορίτσια τρελάθηκαν, έφυγαν προς τα κατάφυτα όρη, αφήνοντας πίσω τους την Τίρυνθα με τους θαυμαστούς δρόμους, και χάθηκαν βγάζοντας φοβερές κραυγές. Ο Προίτος, ο πατέρας τους, θέλησε να αυτοκτονήσει από την λύπη του αλλά τον συγκράτησαν οι σωματοφύλακές του. Ο Απολλόδωρος θεωρεί θεραπευτή των τρελών κοριτσιών τον μάντιν Μελάμποδα. Ο Μελάμπους, που ανεκάλυψε πρώτος την θεραπεία με τα φάρμακα και τους καθαρμούς (Απολλόδωρος Β 2,1), ισχυρίστηκε πως μπορούσε να θεραπεύσει την μανία των κοριτσιών, αν ο Προίτος τού έδινε το ένα τρίτο του βασιλείου του. Εκείνος όμως αρνήθηκε θεωρώντας μεγάλη την αμοιβή. Στο μεταξύ, η τρέλα μεγάλωνε χτυπώντας και άλλα κορίτσια της πόλης. Φοβισμένος ο Προίτος για την έκταση του κακού, υποσχέθηκε να δώσει την αμοιβή αλλά ο Μελάμπους ζήτησε άλλη τόση και για τον αδελφό του, τον Βίαντα. Ο Προίτος δέχτηκε. Τότε ο Μελάμπους, παίρνοντας μαζί του τους πιο ρωμαλέους νέους, κυνήγησε τις κοπέλες με αλαλαγμούς σε έναν ξέφρενο χορό μέχρι την Σικυώνα. Η μεγαλύτερη κόρη, η Ιφιόνη, ξεψύχησε μην αντέχοντας το κυνηγητό. Οι άλλες δύο σωφρονίστηκαν με τους καθαρμούς του μάντεως. Στο τέλος ο Προίτος νύμφευσε τις θυγατέρες του με τον Μελάμποδα και τον αδελφό του.

Κατά την εκδοχή του περιηγητή Παυσανία, αναφέρεται το σπήλαιο που βρισκόταν στα λεγόμενα Αροάνια όρη, όπου κατέφυγαν τα τρελά κορίτσια. Ο Μελάμπους με απόρρητες θυσίες και καθαρμούς τις έβγαλε από εκεί μέσα, τις έφερε στην τοποθεσία Λουσοί και θεράπευσε την τρέλα τους, μες στο ιερό της Αρτέμιδος, η οποία έκτοτε ονομαζόταν Λουσία.

Ο μάντις θεράπευσε επίσης την σεξουαλική ανικανότητα του Ιφίκλου, γιου του Φυλάκου, βασιλέως της Φυλάκης της Θεσσαλίας, ζητώντας ως αμοιβή τις αγελάδες του Ιφίκλου, τις οποίες φύλαγε ένας σκύλος και εμπόδιζε να τις πλησιάσει άνθρωπος ή ζώο. Ο Μελάμπους θυσίασε δύο ταύρους, τους διαμέλισε και κάλεσε τους οιωνούς (τα μαντικά πουλιά). Τότε εμφανίστηκε ένας αιγυπιός (γύπας) και του απεκάλυψε πως κάποτε ο πατέρας Φύλακος ευνούχισε κριάρια (κριούς τέμνων επί των αιδοίων) μπροστά στον γιο του και μετά άφησε το αιματοβαμμένο μαχαίρι κοντά στο παιδί. Ήταν μια φοβερή ιστορία, που θα μπορούσε να γίνει η απαρχή της ψυχανάλυσης. Ο ευνουχίζων πατέρας, ο τρόμος του γιου μπροστά στο θέαμα, το αιματοβαμμένο μαχαίρι. Ο μικρός Ίφικλος έφυγε φοβισμένος κι έμπηξε μετά το μαχαίρι στην ιερή δρυ, της οποίας ο φλοιός το κάλυψε για χρόνια. Το φονικό όπλο του ευνουχισμού ήταν η αιτία της ατεκνίας του Ιφίκλου. Συμβούλευσε λοιπόν ο γυπαετός τον Μελάμποδα πως, αν βρει το μαχαίρι, να ξύσει την σκουριά και να την πιει ο Ίφικλος επί δέκα ημέρες. Έτσι έγινε κι αμέσως ο Ίφικλος απέκτησε έναν γιο, τον Ποδάρκη (Απολλόδωρος Α, ΙΧ, 12).

Πρώτος ο Μελάμπους χρησιμοποίησε το φυτό ελλέβορο, που θεράπευε τον εμετό, την μανία και την μελαγχολία. Υπήρχε λευκός και μέλας ελλέβορος. Ο μάντις για την θεραπεία των Προιτίδων χρησιμοποίησε τον μέλανα, που ονομάσθηκε και μελαμπόδιον. Μελαμποδία ή Μελαμπόδεια λεγόταν και το έπος (απολεσθέν τώρα) που ανέφερε τα καταρθώματα του μάντεως και των απογόνων του. Το έπος είχε αποδοθεί στον Ησίοδο.[4] Διασώθηκε το περιστατικό της συνάντησης Μόψου και Κάλχαντος και ο θάνατος του τελευταίου επειδή έχασε στον ανταγωνισμό της μαντικής, μία αναφορά στον Τειρεσία για την αιτία της τύφλωσής του και μία μνεία για τον Ίφικλο του Φυλάκου.

Στα Αιγόσθενα[5], σημερινό Πόρτο Γερμανό της Μεγαρίδος, βρίσκονται τα ερείπια από το ιερό του Μελάμποδος. Για τον μάντι γινόταν θυσία και ετήσια εορτή.

Σημαντικοί υπήρξαν και οι Μελαμποδίδες, απόγονοι (δισέγγονοι) του Μελάμποδος, οι Αμφιάραος, Πολύειδος και Θεοκλύμενος.

Ο Όμηρος (Οδ. ο, στ.245 κε) αναφέρει τον γιο του Οϊκλέους Αμφιάραον, τον αγαπημένο του ασπιδοφόρου Διός και του Απόλλωνος, ο οποίος του χάρισε το δώρο της μαντικής. Ο Αμφιάραος έλαβε μέρος στην αργοναυτική εκστρατεία και το όνομά του ήταν γραμμένο στον κατάλογο των ηρώων, που έλαβαν μέρος στην θήρα του Καλυδωνίου κάπρου. Η ζωή όμως και η μοίρα του κρίθηκε στην εκστρατεία εναντίον των Θηβών, όπως αναφέρεται στην τραγωδία του Αισχύλου Επτά επί Θήβας. Ο Αμφιάραος ως μάντις γνώριζε πως η εκστρατεία θα αποτύγχανε, ενώ ο ίδιος θα σκοτωνόταν, γι’ αυτό αντιδρούσε. Η σύζυγός του Εριφύλη, που έλαβε ως δώρο από τον Πολυνείκη το περίφημο χρυσό περιδέραιο που χάρισε η Αφροδίτη στην γυναίκα του Κάδμου Αρμονία, ανέλαβε σε αντάλλαγμα να πιέσει τον Αμφιάραο να λάβει μέρος στην εκστρατεία. Εκείνος το έπραξε με βαριά καρδιά, αλλά πριν φύγει, για να τιμωρήσει την επιπόλαιη Εριφύλη παρήγγειλε στους γιους του, Αλκμαίωνα και Αντίλοχο, να σκοτώσουν την μητέρα τους, αν εκείνος πέθαινε. Ο Αλκμαίων το έπραξε, αλλά τιμωρήθηκε από ενοχές και κυριεύθηκε από μανία. Ο δεύτερος γιος του, ο Αμφίλοχος, μάντις κι ο ίδιος, μετά τα τρωικά συνόδεψε τον Κάλχαντα στον οίκο του Μόψου, όπου εκεί έγινε και η περίφημη μαντική διαμάχη (Στράβων 14, 27). Ίδρυσε επίσης με τον Μόψο μαντείον, στον Μαλλό της Κιλικίας, το οποίον κατά την εποχή του Παυσανίου έδινε τους σωστότερους χρησμούς.

Μετά την αποτυχημένη εκστρατεία εναντίον των Θηβών, ο Αμφιάραος έκοψε δρόμο κοντά στο ποταμό Ισμηνό, προτού χτυπηθεί στα νώτα από τον διώκτη του, Περικλύμενο. Ο Ζευς, που τον αγαπούσε, τον έσωσε σχίζοντας με τον κεραυνό του την γη στα δύο. Ο Αμφιάραος μαζί με τον άρμα και τον ηνίοχό του, Βάτωνα, που ανήκε κι αυτός στο γένος των Μελαμποδιδών, έπεσε στο άνοιγμα της γης. Ο Ζευς τον έκανε αθάνατο. Το χάσμα της γης όπου έπεσε το άρμα υμνήθηκε από τον Πίνδαρο και περιγράφηκε ποιητικώς από τον Φιλόστρατο στις Εικόνες του.[6] Η γη καταπίνει τον μάντι στην φυγή του μαζί με τα στεφάνια του και την ίδια του την δάφνη. Τα άλογά του είναι λευκά, το στροβίλισμα των τροχών δείχνει βιασύνη, ενώ οι ίπποι βγάζουν λαχανισμένη την αναπνοή από κάθε ρουθούνι. Η γη έχει γεμίσει αφρούς και η χαίτη τους γέρνει στο πλάι· έτσι όπως είναι γεμάτα ιδρώτα, κολλάει πάνω τους η λεπτή σκόνη και κάνει τα άλογα λιγότερο όμορφα αλλά πιο πραγματικά. Ο ζωγράφος έχει απεικονίσει και τον Ωρωπό, ως νεαρό ανάμεσα σε γυναίκες με βαθυγάλαζα μάτια, Νύμφες της θάλασσας. Είναι ζωγραφισμένο ακόμη και το σημείο όπου ο Αμφιάραος έκανε τις μελέτες του, σε ρήγμα της γης ιερό και θεϊκό.

Θεραπευτική μέθοδος στο Αμφιαράειο ήταν η ονειρομαντεία και, φυσικά, πρωτίστως η εγκοίμηση (ο ύπνος μέσα στο ιερό). Σπουδαία είναι η ρήση του Πλουτάρχου: «ύπνου δε μη όντος, ουδ’ όνειρος εστιν, αλλά οίχεται το πρεσβύτερον ημίν μαντείον» ( αν δεν υπήρχε ο ύπνος, δεν θα υπήρχε και το όνειρο· κι έτσι θα χανόταν και το αρχαιότερο μαντικό μας μέσον).[7]

Στην αρχή το ιερό του Αμφιαράου φαίνεται πως ήταν στις Θήβες. Ο Στράβων βεβαιώνει πως κατόπιν χρησμού μεταφέρθηκε στον Ωρωπό (Γεωγραφικά Θ,10). Το Αμφιαράειον του Ωρωπού ιδρύθηκε στο τέλος του 5ου π.Χ. αι., αλλά τα μνημεία του περιγράφονται από τον Παυσανία τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα, αυτόν τον ζοφερό αιώνα όπου κατά τον Πλούταρχο συνέβη η σημαντική μείωση των μαντείων (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων). Ο Παυσανίας (Αττικά 34,1-5) νομίζει πως ο Αμφιάραος είχε επιδοθεί ιδιαίτερα στην εξήγηση των ονείρων. Αυτό είναι φανερό, αναφέρει, διότι μετά την αναγνώρισή του ως θεού καθιέρωσε την μαντική με όνειρα. Όποιος έρχεται να συμβουλευθεί τον Αμφιάραο, υπάρχει η συνήθεια να υποβάλλεται πρώτα σε καθαρμό. Αυτό γίνεται με μια θυσία στον θεό· η θυσία γίνεται και για τον θεό αυτόν, αλλά και για τους άλλους που τα ονόματά τους είναι γραμμένα στον βωμό· αφού γίνουν αυτά, θυσιάζουν έπειτα ένα κριάρι, στρώνουν κάτω το δέρμα του και κοιμούνται πάνω σε αυτό περιμένοντας να τους φανερωθεί κάποιο όνειρο. Ο περιηγητής αναφέρει τον πρώτο ναό του Αμφιαράειου (αρχές 4ου π.Χ. αι.). Του ιδίου χρόνου είναι και η στήλη στην οποία υπήρχε ο ιερός νόμος του Αμφιαράειου σχετικά με τα καθήκοντα ιερέων και ασθενών, ο πρώτος βωμός και η ιερή πηγή, της οποίας το ύδωρ δεν ήταν κοινής χρήσης. Μόνον ο θεραπευόμενος έριχνε στην πηγή χρυσά και αργυρά νομίσματα, αφού κατά την παράδοση του Ωρωπού από εδώ αναδύθηκε ο Αμφιάραος. Το εγκοιμητήριο ή η στοά κτίσθηκε το 350 π.Χ. Οι ασθενείς πλάγιαζαν πάνω στην προβιά του θυσιασμένου ζώου και ονειρεύονταν. Ο τρόπος της θεραπείας απεικονίζεται σε τρεις σκηνές πάνω στο περίφημο ανάγλυφο του Αρχίνου του 4ου π.Χ. αι., το οποίο βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Στα αριστερά της παράστασης εικονίζεται όρθιος ο Αμφιάραος να χειρουργεί τον ώμο ενός ασθενούς, του Αρχίνου, ο οποίος έχει μικρότερο μέγεθος από τον θεό. Στα δεξιά του αναγλύφου είναι ο νέος που ικετεύει για την θεραπεία του, ενώ στο μέσον της παράστασης το ίδιο πρόσωπο κοιμάται πάνω σε ένα στρώμα, και ο όφις, ο ιερός όφις των Ασκληπειείων, του γλείφει το τραύμα για να το θεραπεύσει. Στον στυλοβάτη του αναγλύφου υπάρχει η επιγραφή: Αρχίνος Αμφιαράωι ανέθηκεν.

Τι ήταν άραγε ο ονειρομαντικός Αμφιάραος; Θεός ή ήρωας με χαρίσματα και μαντικές ικανότητες; Το δίλημμα το έθεσε ο ίδιος στους Θηβαίους. Οι Θηβαίοι τον τιμούσαν ως ήρωα, ενώ πρώτοι οι Ωρώπιοι τον πίστεψαν ως θεό και μετέπειτα όλοι οι Έλληνες.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ελένη Λαδιά, Μυθολογικά παράδοξα και ένα διήγημα,εκδ. Gema 2008.

[2] H.Jeanmaire, Διόνυσος, μτφρ. Αρτέμιδος Μερτάνη-Λίζα, εκδ. Βιβλιοπωλείον Κλειώ 1985.

[3] Λυρικοί ποιητές, Βακχυλίδης 11 S – Μ «Για τον Αλεξίδαμο από το Μεταπόντιο, νικητή στην πάλη παίδων στα Πύθια», εκδ. Κάκτος 2002.

[4] Hesiod, the homeric hymns and Homerica. Translated by H.G. Evelyn-White, Loeb Classical Library.

[5] Ελένη Λαδιά, Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων,εκδ. Gema 2006.

[6] Παυσανίου, Αττικά 44,5.

[7] Πλουτάρχου, Συμπόσιον των επτά σοφών, μτφρ. Β. Μοσκόβης, εκδ. Γεωργιάδης.


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Η Μοίρα και η Τύχη στον αρχαιοελληνικό κόσμο




Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά 


Στον Όμηρο, η Μοίρα είναι παντοδύναμη, απρόσωπη και ανώνυμη. Μπροστά της θεοί και θνητοί λυγίζουν. «Μοίρα μ’εδάμασσε» γράφεται και στο ορφικό έλασμα από τους Θουρίους της Ιταλίας, που αναφέρεται στον νεκρό μύστη.

Η φοβερή και αναπότρεπτη έννοια της Μοίρας (μείρομαι = παίρνω το μέρος που μου ανήκει, Ειμαρμένη = αυτή που έχει μοιραστεί) φανερώνεται στην Π ραψωδία της Ιλιάδος, στα Πατρόκλεια, με τον θάνατο του Σαρπηδόνος, του βασιλέως της Λυκίας και γιου του Διός. Ο ήρωας υπήρξε το αγαπημένο τέκνο του Διός, το οποίο προξένησε στον πατέρα του «βαρύαν οδύνην», όπως αναφέρει ο Καβάφης στο ποίημά του με τον τίτλο «Η κηδεία του Σαρπηδόνος», ποίημα που μοιάζει σαν μετάφραση από την Ιλιάδα. Αυτός ο θάνατος υποδηλώνει την ομηρική αντίληψη για την πανίσχυρη Μοίρα, διότι ο Ζευς, μολονότι ήταν ο πρώτος θεός και λαχταρούσε να σώσει τον γιο του, δεν το μπόρεσε, γιατί είχε φθάσει πλέον «το αίσιμον ήμαρ», η μοιραία ημέρα. Στην κύλικα[1] του Βρετανικού Μουσείου (510 π.Χ.), που υπογράφει ο αγγειοπλάστης Παμφαίος και που πιθανόν ζωγραφίστηκε από τον ζωγράφο του Νικοσθένους, απεικονίζεται νεκρός πολεμιστής, του οποίου το σώμα μεταφέρουν οι φτερωτοί δαίμονες και δίδυμα αδέλφια, ο Ύπνος και ο Θάνατος. Γυμνό το σώμα του νεκρού Σαρπηδόνος με διαγραφόμενα τα εντόσθια και τα γεννητικά όργανα, μεταφέρεται τρυφερά από τον Ύπνο και τον Θάνατο, οι οποίοι με τα τεράστια φτερά και τις περικεφαλαίες τους μοιάζουν με αρχαγγέλους ή στρατιωτικούς αγίους.

Μεταξύ των ανδρών που θα σκοτώσει ο Πάτροκλος, προφητεύει ο Ζευς στην Ήρα, θα είναι και ο αγαπημένος του Σαρπηδών. Παρακολουθώντας την μονομαχία Πατρόκλου και Σαρπηδόνος από τον Όλυμπο, είπε συντετριμμένος στην σύζυγό του πως ο Σαρπηδών θα πεθάνει. Για μια στιγμή εξέφρασε μία πολύ ανθρώπινη επιθυμία να τον αρπάξει από την μάχη, να τον γλιτώσει και να τον στείλει πίσω στην πατρίδα του, Λυκία. Η Ήρα τού απάντησε πως η επιθυμία του θα διασάλευε την κοσμική νομοτέλεια, διότι και άλλοι γιοι των θεών μάχονταν στην πόλη του Πριάμου, κι έτσι ο κάθε θεός θα ήθελε να σώσει το δικό του παιδί. Ο Ζευς αναγκάστηκε να υπακούσει στην Μοίρα. Και μετά το τέλος της μάχης φροντίζει για τον νεκρό του γιο. Στέλνει τον Απόλλωνα να περιποιηθεί το σώμα του νεκρού και να καλέσει τους φτερωτούς αδελφούς Ύπνο και Θάνατο να τον μεταφέρουν στη Λυκία. Κι όπως γράφει ο Καβάφης, του οποίου οι στίχοι αντιστοιχούν σχεδόν επακριβώς στους ομηρικούς[2]: «Του ήρωος τον νεκρό μ’ ευλάβεια και με λύπη/ σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό./ Τον πλένει από τες σκόνες κι απ’ τα αίματα/ κλείει τες φοβερές πληγές, μη αφίνοντας/ κανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίας/ τ’ αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπρά/ Ολύμπια φορέματα τον ντύνει».

Στην προσωκρατική φιλοσοφία, η Μοίρα είναι επίσης μια παντοδύναμη αρχή αλλά με διάφορα ονόματα: στον Αναξίμανδρο, η έκφραση «κατά το χρεών» είναι τόσο απρόσωπη και σκληρή, ώστε κατά την ελληνιστική εποχή έγινε μια περιφραστική ονομασία του θανάτου. Στον Παρμενίδη αναφέρεται η λέξη Μοίρα, η οποία αναγκάζει το ον να είναι ακίνητο και ολόκληρο. Ισοδύναμο της Μοίρας είναι και η Ανάγκη στο παρμενίδειο σύστημα. Στον μυστηριακό στίχο από τους Καθαρμούς του Εμπεδοκλέους (απ.115) αναφέρεται: «υπάρχει της Ανάγκης ένας χρησμός, των θεών αρχαίο ψήφισμα/ αιώνιο με όρκους πλατιούς σφραγισμένο». Στον Ηράκλειτο, η Μοίρα χάνει την κοσμογονική της υφή και ταυτίζεται με τον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του, γράφει ο φιλόσοφος.

Ο Ησίοδος πρώτος έδωσε ονόματα στις Μοίρες, τις ενσαρκωμένες σε γυναικείες μορφές. Εδώ κατακερματίζεται η έννοια της Μοίρας και τριχοτομείται. Ο ποιητής τις θεωρεί θυγατέρες της Νύχτας, η οποία γέννησε ολομόναχη τον Μόρο, την Κήρα, τον Ύπνο και τον Θάνατο, τα γένη των Ονείρων, τον Μώμο και την Αθλιότητα, χωρίς να κοιμηθεί με κάποιον από τους θεούς. Γέννησε επίσης την Νέμεση, την Απάτη, τη Φιλότητα, τις Εσπερίδες, τις Κήρες, τις Μοίρες, το ουλόμενον γήρας (το ολέθριον γήρας) και την καρτερόψυχη Έριν. (Θεογονία στ.211-226).Τα ονόματα των τριών Μοιρών είναι Κλωθώ (η κλώθουσα), Λάχεσις (λαγχάνω, λαχνός) και Άτροπος (α+τρέπω, η αμετάβλητη, η αναπότρεπτη). Η Κλωθώ συνδέεται με το παρόν, η Λάχεσις με το μέλλον και η Άτροπος με το παρελθόν.

Στον Ορφισμό, συνδυάζονται η Μοίρα με την κοσμογονική της σημασία και οι Μοίρες. «Ω Μοίρες απειράριθμες, προσφιλή τέκνα της μαύρης Νυκτός»: έτσι αρχίζει ο ορφικός ύμνος για τις Μοίρες.[3] Τις θεωρεί απειράριθμες και κατοίκους της ουράνιας λίμνης και τις επικαλείται να πετάξουν προς την απέραντη γη, προς το ανθρώπινο γένος, το μάταιο σε ελπίδα. Τις καλεί να βαδίσουν καλυμμένες με τα πορφυρά λινά τους ενδύματα στην μοιραία πεδιάδα. Στον 11ο στίχο, ο μύστης αναφέρεται στην Μοίρα ως νοητή αρχή, η οποία προνοεί για τον βίο των θνητών, αυτή κι άλλος κανείς από τους αθανάτους, που κατέχουν την κορυφή του χιονοσκέπαστου Ολύμπου. Η Μοίρα και ο τέλειος οφθαλμός του Διός. Διότι όλα όσα συμβαίνουν τα γνωρίζει η Μοίρα και ο νους του Διός. Ο ορφικός ύμνος αναφέρει επίσης και τα γνωστά ονόματα των τριών Μοιρών: Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις. Διασώζει επίσης και συγκεραίνει όλες τις αντιλήψεις σχετικά με τις Μοίρες. Μία Μοίρα, η νοητή αρχή, οι απειράριθμες Μοίρες και οι τρεις επώνυμες.

Στον Πλάτωνα περιορίζεται το παντοδύναμο πρόσωπο της Μοίρας κι ο άνθρωπος απολαμβάνει κάποια ελευθερία. Στο β’ μέρος του μύθου (Πολιτεία Ι), ο Ηρ αφηγείται πώς οι ψυχές έφθαναν στον τόπο όπου καθόταν η Ανάγκη με τις τρεις θυγατέρες της, τις Μοίρες Κλωθώ, Λάχεσι και Άτροπο, λευκοντυμένες και εστεμμένες να υμνούν, σύμφωνα με την αρμονία των Σειρήνων, καθεμία και ένα τμήμα του Χρόνου – το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Οι ψυχές πρωτοπαρουσιάζονταν στην Λάχεσι. Στην αρχή, ένας προφήτης τις ξεχώριζε και παίρνοντας από τα γόνατα της Μοίρας του μέλλοντος τους κλήρους και τα παραδείγματα των βίων, ανέβαινε σε ένα ψηλό βήμα και μιλούσε εκ μέρους της αποκαλώντας τις ψυχές εφήμερες, αφού άρχιζε για το θνητό γένος μία άλλη περίοδος ζωής, που θα κατέληγε σε θάνατο. «Ψυχαί εφήμεροι, αρχή άλλης περιόδου θνητού γένους θανατηφόρου. Ουχ υμάς δαίμων λήξεται, αλλ’ υμείς δαίμονα αιρήσεσθε». Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμων, αλλά εσείς θα διαλέξετε τον δαίμονά σας. Είπε ακόμη πως η αρετή είναι κτήμα αδέσποτο, δεν την διαφεντεύει δηλαδή κανείς, κι έτσι καθένας, αναλόγως με την εκτίμηση ή την περιφρόνηση που θα της δείξει, θα λάβει μεγαλύτερο ή μικρότερο μερίδιο. Η αιτία είναι του εκλέγοντος· ο θεός είναι αναίτιος. Αιτία ελομένου· θεός αναίτιος. Έπειτα, ο προφήτης έριξε τους κλήρους μπροστά σε όλους εκτός από τον Ήρα, ο οποίος ήταν ο μόνος παρατηρητής.

Στους αρχαίους ελληνικούς χρόνους, η Μοίρα –με τις ονομασίες Αίσα, Ανάγκη, Ειμαρμένη– βρίσκεται πάνω από τους θεούς, σε έναν κόσμο ιεραρχημένο, διαρθρωμένο και κατασκευασμένο πάνω στην κοσμική νομοτέλεια.

Στην ελληνιστική εποχή, όπου κυριαρχεί ο συγκερασμός των θρησκειών και η μείξη νοοτροπιών και τεχνών, δεν υπήρχε το σοβαρό πρόσωπο της Μοίρας αλλά το αλλοπρόσαλλο της Τύχης. Η θεά Τύχη καταλύει το κράτος των θείων δυνάμεων.[4] Κάθε πόλη είχε την δική της θεά Τύχη, όπως ήταν η Τύχη της Αντιοχείας, της Ρώμης, της Αλεξανδρείας κ.ά., οι οποίες είχαν και τον ναό τους, τον ονομαζόμενο Τυχαίο. Εκτός από τα αγάλματα της Τύχης, κυκλοφορούσαν και αγαλματίδιά της εν είδει φυλαχτού, όπως και εικόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πλούταρχος έγραψε την πραγματεία Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, για να εξουδετερώσει την φθονερή παράδοση που ανέφερε πως το έργο του ήρωα οφειλόταν στην Τύχη. Κατά τον φιλόσοφο, η Τύχη έπρεπε να συνοδεύεται από την Αρετή, με την οποία ήταν κοσμημένος ο Αλέξανδρος. Διότι, όταν η Τύχη εξυψώνει ένα τιποτένιο ήθος με πράγματα που έχουν κύρος και φήμη, τότε φανερώνει και ντροπιάζει περισσότερο τον κατεστραμμένο και κλονισμένο από την κενοδοξία του άνθρωπο.

Η Τύχη, αναφέρει ο Παυσανίας («Μεσσηνιακά» 30.6), πρωτοεμφανίζεται στον ομηρικό ύμνο της Δήμητρος. Ο Όμηρος την θεωρεί Ωκεανίδα και συμπαίκτρια της Περσεφόνης στο ιερό λιβάδι. Ο περιηγητής αναφέρει επίσης πως ο γλύπτης Βούπαλος κατασκεύασε το άγαλμα της Τύχης για τους κατοίκους της Σμύρνης. Την παρίστανε με πόλο στο κεφάλι και με το κέρας της Αμαλθείας (αφθονίας) στο χέρι. Στην ύστερη αρχαιότητα συνηθίζονταν τα αγάλματα της Τύχης σε διάφορες πόλεις, όπως στην Κόρινθο, στο Άργος, στην Αθήνα και στην Ήλιν. Η λέξη Τύχη αναφέρεται και στην Θεογονία του Ησιόδου, ο οποίος την θεωρεί κόρη του Ωκεανού, καθώς και στον δωδέκατο Ολυμπιόνικο του Πινδάρου, που την αποκαλεί θυγατέρα του Διός.

Το δισυπόστατο της Τύχης (καλή η κακή) μνημονεύεται στον ορφικό ύμνο της Τύχης: «γιατί από σένα υπάρχει ο πολυποίκιλος βίος των θνητών·/ γιατί σ’ άλλους παρέχεις πάμπλουτο πλήθος κτημάτων,/ και σ’ άλλους την κακή πενία που στην ψυχή φουντώνει την οργή./ Αλλά, θεά, παρακαλώ σε νάρθεις ευμενής στον βίο,/ γεμάτη μ’ ευτυχίες και πλούσια δωρήματα».[5]

Στην ελληνιστική φιλοσοφία, από το 330-31 π.Χ. κυριαρχούν τέσσερα κατευθυντήρια φιλοσοφικά ρεύματα: των Περιπατητικών, των Στωικών, των Επικουρείων και των Σκεπτικών, με κοινό τους στόχο την απάθεια ή την αταραξία του ανθρώπου, που ήταν βεβαίως αποτέλεσμα της πολυπολιτισμικής μείξης, η οποία επέφερε την ανασφάλεια και την αψυχολόγητη συγχώνευση των αντιθέτων. Ο Στωικισμός δεν έδινε καμία απολύτως σημασία στην Τύχη, διότι ήταν αλλοπρόσαλλη. Ένα πολύ ενδιαφέρον αλλά λιγότερο γνωστό βιβλίο είναι ο Πίναξ του Κέβητος[6], όπου βρίσκονται αρκετές ιδέες του Στωικισμού. Αυτός ο Πίναξ βρίθει καλών και κακών προσωποποιημένων εννοιών, όπως είναι η Απάτη, η Ακράτεια, η Καρτερία, η Ασωτία, η Κολακεία, η Εγκράτεια, η Ευτυχία και η Αληθινή Παιδεία. Η Τύχη παρουσιάζεται στο βιβλίο σαν μία γυναίκα που στέκεται πάνω σε έναν στρογγυλό λίθο, ενώ μοιάζει τυφλή και τρελή. Είναι όμως και κωφή. Τρέχει παντού· από άλλους αρπάζει τα υπάρχοντα και σε άλλους τα δίνει. Αυτό κάνει συνεχώς, δίνει και παίρνει. Το στρογγυλό λιθάρι δηλώνει την φύση της, διότι το δώρο που δίνει το ξαναπαίρνει. Όταν την εμπιστεύεται κάποιος, τον βρίσκουν συμφορές. Κι αυτά που δίνει, όπως πλούτο, δόξα, εξουσία, οι περισσότεροι άνθρωποι τα θεωρούν αγαθά. Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι να μην πιστεύουν την Τύχη, που στέκεται στο στρογγυλό λιθάρι. Διότι δεν κάνει τίποτα σύμφωνα με την λογική, αλλά στα τυφλά. Την ίδια δυσπιστία να δείχνει ο άνθρωπος και στα δώρα της, διότι η Τύχη δεν έχει σταθερό χαρακτήρα. Δίνει και ξαναπαίρνει. Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν ό,τι τους δίνει αλλά να φεύγουν αμέσως, έχοντας την προσοχή τους στο βέβαιο δώρο, που δίνει η Αληθινή Παιδεία.

Δυο δυνάμεις, λοιπόν, χαρακτηρίζουν τις ιστορικές περιόδους: η σοβαρή, νομοτελειακή δύναμη της Μοίρας πρωτοστατεί στον δομημένο κλασικό κόσμο και η αλλοπρόσαλλη, ροϊκή Τύχη στην πολυπολιτισμική ελληνιστική εποχή.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ελένης Λαδιά, Το ποικιλόγραφο βιβλίο (άρθρα – ομιλίες – δοκίμια 1972-2012), Ο θάνατος του Σαρπηδόνος πάνω στα αγγεία, εκδ. Αθήνα 2012.

[2] Ελένης Λαδιά, Άρθρα για την καβαφική ποίηση (βλ. παραστάσεις αγγείων και καβαφικοί στίχοι), εκδ. Φέξη 1975.

[3] Ορφικοί ύμνοι, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσα – Ελένης Λαδιά.

[4] Λεωνίδα Ι. Φιλιππίδη, Ιστορία της εποχής της Καινής Διαθήκης, Αθήνα 1958.

[5] Ορφικοί ύμνοι, μτφρ. Δ.Π. Παπαδίτσα – Ελένης Λαδιά.

[6] Κέβητος Πίναξ, εισαγωγή – μετάφραση – σημειώσεις Αθαν. Θ. Φλώρου, εκδ. Πάπυρος 1975.


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Ένας διαφορετικός (και κοινότατος) θρήνος



Είναι γνωστή η ιστορία για την Δήμητρα και την Περσεφόνη της Ελευσίνος. Η Κόρη αρπάχτηκε από τον Άδη-Πλούτωνα, θεό του κάτω κόσμου όταν έπαιζε με τις ορθόστητες κόρες του Ωκεανού μαζεύοντας άνθη, κρόκους, σπαθόχορτα, υάκινθο κι όμορφους μενεξέδες. Στην συνέχεια ο θρήνος της Δήμητρος, η περιπλάνησή της για να βρει την χαμένη θυγατέρα και το γέλιο της θεάς που –κατά τον ελευσίνιο μύθο– προκάλεσε η Ιάμβη με τα αστεία της ή η Βαυβώ –κατά την ορφική εκδοχή– με την επίδειξη των γεννητικών της οργάνων. Στο τέλος η επιστροφή της Περσεφόνης, για να ξανανθίσει η γη που είχε ρημάξει από την οργή της θεάς και το αγκάλιασμα μητέρας και κόρης, που έγιναν οι θεότητες των ελευσινίων μυστηρίων.

Όμως στην Ελένη του Ευριπίδου υπάρχει μία άλλη εκδοχή του αρχέγονου μύθου, λιγότερο γνωστή. Το απόσπασμα φαίνεται πως είναι εμβόλιμο ή δικαιολογημένο από μερικούς ερευνητές.[1] Οι στίχοι του ποιητή αναφέρονται στην θεά των ορέων (ορεία Μήτηρ), την μητέρα των θεών, που έχασε την κόρη της, την λεγόμενη άρρητη κόρη, φράση που αποδιδόταν και στην Περσεφόνη. Κροτούσαν τα κύμβαλα όταν η θεά έζευξε τα ζώα στο αμάξι, για να ξεκινήσει να βρει την κόρη που άρπαξαν από τον κυκλικό χορό των παρθένων, μαζί με τις δυο της φίλες, την τοξότρια θυελλοπόδαρη Άρτεμι και την οπλισμένη με δόρυ Γοργώπιδα Παλλάδα.

Ο Ζευς, που έβλεπε τα πάντα από τον ουράνιο θρόνο του, όρισε διαφορετική μοίρα από εκείνη στην Ελευσίνα. Όταν η περιπλανώμενη θεά, εξαντλημένη από το κυνήγι των δολίων απαγωγέων, σταμάτησε στην χιονοσκέπαστη κορυφή της Ίδας, όπου βρισκόταν το κατάλυμα των Νυμφών, κάθισε ανάμεσα στις πετρωμένες από το χιόνι βελανιδιές κι έπεσε σε βαρύ πένθος (ρίπτει δ' εν πένθει). Η εκδίκηση της θεάς υπήρξε άγρια για τον χαμό της κόρης της. Με το πένθος της μαράθηκε η γη, ξεράθηκαν οι κάμποι, τα κοπάδια δεν είχαν τροφή να βοσκήσουν, οι γενεές των θνητών αφανίστηκαν, οι θυσίες προς τους θεούς σταμάτησαν, όπως στέρεψαν και οι πηγές των καθαρών και δροσερών υδάτων. Τότε ο Ζευς, για να καταπραΰνει την οργή της, στέλνει τις Σεμνές Χάριτες, οι οποίες κατά τον ορφικό ύμνο[2] ήταν εράσμιες, τερπνές, αγνές, αειθαλείς ροδόμορφες και θελκτικές, καθώς και τις Μούσες που, όπως υμνεί ο ορφικός μύστης, ήταν περιπόθητες, πολύμορφες, θρέπτειρες ψυχής και δότριες ορθοκρισίας.[3] Κατόπιν, έστειλε την πανέμορφη Αφροδίτη, η οποία κρατούσε ένα χάλκινον όργανο που έβγαζε βαρύ ήχο και δερμάτινα τύμπανα. Η θεά χάρηκε και γέλασε. Γοητευμένη από τον αλαλαγμό, πήρε στα χέρια της τον βαρύηχο αυλό.

Το επεισόδιο του Ευριπίδου έχει μεγαλειώδες νόημα. Η θέα μόνη, χωρισμένη εντελώς από την κόρη, που ποτέ δεν θα ξαναγυρίσει, μαγεύεται και γελά με τους βροντερούς μουσικούς ήχους των τυμπάνων και των χάλκινων οργάνων, που ίσως συμβολίζουν την έλξη της ίδιας της ζωής. Το παράδειγμα αυτής της ανώνυμης θεάς και της άρρητης κόρης γίνονται τα αρχέτυπα όλων των θνητών ονομάτων. Ο κάθε γονιός που χάνει το παιδί του, μολονότι είναι θλιμμένος, παρασύρεται από την ελκτική δύναμη της ζωής. Μπορεί ακόμη και να ξαναγελάσει. Έτσι, η Μητέρα των θεών, η κυρά των βουνών, γελά και παίζει μουσική, ενώ είναι «πένθει παιδός αλάστωρ». Συγκλονιστικός στίχος, «ενώ δεν ξεχνά το πένθος για το παιδί της».


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ευριπίδου, Ελένη, στ. 1300-1350, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Ερρίκος Χατζηανέστης, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος 1989.

[2]. Philippe Borgeaud, Η μητέρα των θεών (από την Κυβελη στην παρθένο Μαρία), μτφρ. Αναστασία Καραστάθη και Μίνα Καρδαμίτσα, εκδ. Καρδαμίτσα 2001.

[3]. Ορφικοί ύμνοι, Δ.Π. Παπαδίτσας-Ελένη Λαδιά (κείμενο, μετάφραση, σχόλια), εκδ. Εστία 2010.


https://diastixo.gr


Ελένη Λαδιά: Ο διπλός καλλιτέχνης



Στη μνήμη της ποιήτριας Νανάς Ησαΐα


Όπως στις γεωμετρικές προτάσεις δεχόμαστε μία υπόθεση ως δεδομένη, υποθέτουμε πως ο καλλιτέχνης είναι διπλός, έχει δηλαδή δύο φύσεις: την ανθρώπινη και την καλλιτεχνική. Επειδή όμως αυτές οι φύσεις δεν είναι ενωμένες ατρέπτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως και ασυγχύτως, όπως στη θεανθρώπινη ένωση, αρκετές φορές συμφύρονται. Κι έτσι μιλάμε για διχασμούς, ανεξήγητες παραξενιές ή σχιζοφρενικά στοιχεία στον χαρακτήρα του καλλιτέχνη. Από τις δύο φύσεις του, σταθερότερη και μακροβιότερη φαίνεται πως είναι η καλλιτεχνική. Αυτή δεν αφήνει τον άνθρωπο που την έχει ούτε στην αρρώστια, στον πόνο, στα γηρατειά, ούτε ακόμη και στον θάνατο. Σαν τα πουλιά που κελαηδούν, προτού πεθάνουν. Μόνον στα πουλιά;

«Το κεφάλι του νεκρού Ορφέα τραγουδούσε και μετά τον θάνατό του», έκανε τη θαυμάσια σύνδεση η φίλη μου Νανά Ησαΐα κάποτε που μιλούσαμε για τον καλλιτέχνη. Ήταν η μόνη από τους φίλους μου με την οποία μπορούσα να συζητήσω παρόμοια θέματα. Όντως, αυτός ο θεολόγος με τη μαγική λύρα, που κατέβηκε στον Άδη για την αγαπημένη που ήταν μια σκιά, άρα μια ιδέα, και παρέμεινε μια σκιά, δηλαδή μια ιδέα, είναι ένα δυνατό πρότυπο. Δεν ξέρω αν ο καλλιτέχνης μπορεί να ερωτευθεί πρόσωπο, αφού είναι τόσο ιδεόπληκτος. Μπορεί σαν τον Νάρκισσο να ερωτεύεται τον εαυτό του στη λίμνη των ψευδαισθήσεών του.

Μετά τον διαμελισμό του από τη μανία των Μαινάδων, το κεφάλι του Ορφέως μεγεθυσμένο, πανέμορφο, στιλπνό σαν μαρμάρινο, όπως το δείχνει η αγγειογραφία, είναι κοσμημένο με πυκνούς βοστρύχους και λεπτή ταινία. Τώρα το κεφάλι είναι πιο μακριά, αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα. Απεικονίζεται εν τομή, το μάτι διαγράφεται καθαρά, το στόμα είναι μισάνοιχτο, γιατί η ασώματη κεφαλή τραγουδά και χρησμοδοτεί. Το άσμα του καθηλώνει τα πλάσματα του Άδου. Τον ακούνε μαγεμένα. Εσύ το ακούς; Εσύ που έκανες την ωραία σύνδεση, το ακούς;


https://diastixo.gr


Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος: [Το χάος είναι από άρτο της προθέσεως]

 


του κ. Ιάσονα Δεπούντη


Το χάος είναι από άρτο της προθέσεως

                Αριθμοί παραπληγικοί από ορθοπληξία

                                                   ακροάζονται την αλαλία του

                                βυθοσκοπούν τις ενοχές τους

                η αμαρτία τους είναι που συνεχίζουνε ενάρετοι

                                                                              και επηρμένοι

Ίσως η άλλη ράτσα αριθμών της άλλης γλώσσας

          ίσως οι σεληνιακοί αγγίσουν τα σφυρά της αταξίας

και ξεχυθεί ορίζοντας αλλότροπος

                                         από τ' ανατιναγμένο ρόδι


ΧΑΟΤΙΚΑ Ι (1997)


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

Νίκος Καρούζος: [Δε μιλώ για το φόβο του τάφου]



Δε μιλώ για το φόβο του τάφου

δε μιλώ για αισθήματα άχρηστα.

Μα για κάθε στιγμή που ο θάνατος απλουστεύει

κι αν τον δούμε κατάματα

κάτι μέσα μας, αλήθεια, ζεσταίνει

και δεσπόζει στην κάθε ταχύτητα

η αγάπη·

που μπορεί να μας δείξει πως είναι μονάχη της

η καλύτερη φύση στη φύση.



Ν.Δ. Καρούζος, Οι μεγάλες ταχύτητες, Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 142, Οκτώβρης 1966.