Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Allen Ginsberg, Jack Kerouac, Neal Cassady: Pull my daisy

Pull my daisy
tip my cup
all my doors are open
Cut my thoughts
for coconuts
all my eggs are broken
Jack my Arden
gate my shades
woe my road is spoken
Silk my garden
rose my days
now my prayers awaken

Bone my shadow
dove my dream
start my halo bleeding
Milk my mind &
make me cream
drink me when you’re ready
Hop my heart on
harp my height
seraphs hold me steady
Hip my angel
hype my light
lay it on the needy

Heal the raindrop
sow the eye
bust my dust again
Woe the worm
work the wise
dig my spade the same
Stop the hoax
what’s the hex
where’s the wake
how’s the hicks
take my golden beam

Rob my locker
lick my rocks
leap my cock in school
Rack my lacks
lark my looks
jump right up my hole
Whore my door
beat my boor
eat my snake of fool
Craze my hair
bare my poor
asshole shorn of wool

say my oops
ope my shell
Bite my naked nut
Roll my bones
ring my bell
call my worm to sup
Pope my parts
pop my pot
raise my daisy up
Poke my papa
pit my plum
let my gap be shut

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Aνδρέας Εμπειρίκος: Καρπός Ελαίου

Eπάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων
      μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
H άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
H πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Tα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μέσ'
      στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Aπό τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Eπαύλεις εδώ κ' εκεί κοσμούν την πρασιά του
Nεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Tα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί
      σε χώρα πεδινή
Oι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ' αυτή
      τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Oι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους
      και τους παρακαλούν
Mια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Kάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών
      είναι ένας δράκος
Tο κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παι-
      δάκια μέσ' στους ίσκιους
Tα θρύψαλλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι
      κι' αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.


Christopher Marlowe: The Passionate Shepherd to His Love

Come live with me and be my love,
And we will all the pleasures prove,
That Valleys, groves, hills, and fields,
Woods, or steepy mountain yields.

And we will sit upon the Rocks,
Seeing the Shepherds feed their flocks,
By shallow Rivers to whose falls
Melodious birds sing Madrigals.

And I will make thee beds of Roses
And a thousand fragrant posies,
A cap of flowers, and a kirtle
Embroidered all with leaves of Myrtle;

A gown made of the finest wool
Which from our pretty Lambs we pull;
Fair lined slippers for the cold,
With buckles of the purest gold;

A belt of straw and Ivy buds,
With Coral clasps and Amber studs:
And if these pleasures may thee move,
Come live with me, and be my love.

The Shepherds’ Swains shall dance and sing
For thy delight each May-morning:
If these delights thy mind may move,
Then live with me, and be my love.

Christopher Marlowe: Hero and Leander

The First Sestiad 


On Hellespont, guilty of true love's blood,
In view and opposite two cities stood,
Sea-borderers, disjoin'd by Neptune's might;
The one Abydos, the other Sestos hight.
At Sestos Hero dwelt; Hero the fair,
Whom young Apollo courted for her hair,
And offer'd as a dower his burning throne,
Where she could sit for men to gaze upon.
The outside of her garments were of lawn,
The lining purple silk, with gilt stars drawn;
Her wide sleeves green, and border'd with a grove,
Where Venus in her naked glory strove
To please the careless and disdainful eyes
Of proud Adonis, that before her lies;
Her kirtle blue, whereon was many a stain,
Made with the blood of wretched lovers slain.
Upon her head she ware a myrtle wreath,
From whence her veil reach'd to the ground beneath;
Her veil was artificial flowers and leaves,
Whose workmanship both man and beast deceives;
Many would praise the sweet smell as she past,
When 'twas the odour which her breath forth cast;
And there for honey bees have sought in vain,
And beat from thence, have lighted there again.
About her neck hung chains of pebble-stone,
Which lighten'd by her neck, like diamonds shone.
She ware no gloves; for neither sun nor wind
Would burn or parch her hands, but, to her mind,
Or warm or cool them, for they took delight
To play upon those hands, they were so white.
Buskins of shells, all silver'd, used she,
And branch'd with blushing coral to the knee;
Where sparrows perch'd, of hollow pearl and gold,
Such as the world would wonder to behold:
Those with sweet water oft her handmaid fills,
Which as she went, would chirrup through the bills.
Some say, for her the fairest Cupid pin'd,
And looking in her face, was strooken blind.
But this is true; so like was one the other,
As he imagin'd Hero was his mother;
And oftentimes into her bosom flew,
About her naked neck his bare arms threw,
And laid his childish head upon her breast,
And with still panting rock'd there took his rest.
So lovely-fair was Hero, Venus' nun,
As Nature wept, thinking she was undone,
Because she took more from her than she left,
And of such wondrous beauty her bereft:
Therefore, in sign her treasure suffer'd wrack,
Since Hero's time hath half the world been black.

Margarita Engle: Peering Up From Mud

       The Glass Frogs

you can't see us
not like those golden frogs
flashing their beauty
because we're not here
pretend we're not here
you can't eat us
we'd taste like clear air
we're transparent

until night when stars pass through us
moonlight flows into us
we start to sing
we need to sing
we love to sing


Margarita Engle: Tula [“City life is a whirl of poetry readings”]

City life is a whirl of poetry readings
and forbidden tertulias, gatherings
where young and old, rich and poor,
male and female, dark and light—
runaway slaves and freed ones,
former masters and former
servants—all take turns
sharing secret verses
rooted in startling
new ideas.

Each evening, I go home
with a mind that glows
in the light of words,
which leap
like flames...


Margarita Engle: Tula [“Books are door-shaped”]

Books are door-shaped
carrying me
across oceans
and centuries,
helping me feel
less alone.

But my mother believes
that girls who read too much
are unladylike
and ugly,
so my father's books are locked
in a clear glass cabinet. I gaze
at enticing covers
and mysterious titles,
but I am rarely permitted
to touch
the enchantment
of words.

All are forbidden.
Girls are not supposed to think,
but as soon as my eager mind
begins to race, free thoughts
rush in
to replace
the trapped ones.

I imagine distant times
and faraway places.
Ancient warriors.
Fantasy moves into
the tangled maze
of lonely confusion.

Secretly, I open
an invisible book in my mind,
and I step
through its magical door-shape
into a universe
of dangerous villains
and breathtaking heroes.

Many of the heroes are men
and boys, but some are girls
so tall
and clever
that they rescue other children
from monsters.


Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Jean-Luc Godard: Pierrot le fou

Διονύσιος Σολωμός: Πρὸς Κύριον Γεώργιον Δὲ Ῥώσση εὑρισκόμενον εἰς τὴν Ἀγγλία

Τοῦ πατέρα σου, ὅταν ἔλθῃς,
Δὲ θὰ ἰδῇς παρὰ τὸν τάφο·
Εἶμαι ὀμπρός του, καὶ σοῦ γράφω,
Μέρα πρώτη τοῦ Μαϊοῦ.

Θὰ σπορπήσουμε τὸ Μάη
Πάνου στ᾿ ἄκακα τὰ στήθη,
Γιατὶ ἀπόψε ἀποκοιμήθη
Εἰς τὸν ὕπνο τοῦ Χριστοῦ.

Ἦταν ἥσυχος κι᾿ ἀκίνητος
Ὡς τὴν ὕστερη τὴν ὥρα,
Καθὼς φαίνεται καὶ τώρα
Ποὺ τὸν ἄφησε ἡ ψυχή.

Μόνον, μία στιγμὴ πρὶν φύγῃ
Τ᾿ Οὐρανοῦ κατὰ τὰ μέρη,
Ἀργοκίνησε τὸ χέρι,
Ἴσως γιὰ νὰ σ᾿ εὐχηθῇ.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μίλτος Σαχτούρης: Κύριε

—Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα
δεν ξυπνήσατε
—Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
—Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
—Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει
βρέχει και χιονίζει
—Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει
στο παράθυρο σας
—Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε
πάνω στο στήθος σας
—Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
—Κύριε, είστε παγωμένος
—Κύριε, έχετε πυρετό

—Κύριε, είσαστε νεκρός;

Mίλτος Σαχτούρης: Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο

Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
― Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
― Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Απαγγέλλει ο Μανόλης Αναγνωστάκης

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με - παρακαλώ το Άγνωστο -
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε όλοι εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ' αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ' ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει...
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω
να φεύγουν τα περιττά, λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ατμοσφαιρική ποίηση

Πόσα εικοσιτετράωρα απουσίας
χρειάζεται ο αέρας
για ν’ αδειάσει από τις εκπνοές
του δέρματός σου
για να επικρατήσει πάλι
η γαζία, το πεύκο
όλες οι ωραίες αναθυμιάσεις
της απρόσωπης φύσης;
Πόσος είν’ ο χρόνος
που το τοπίο συνηθίζει να κρατά
εκείνο τον συντριπτικό συνδυασμό
αύρας και μιας συγκεκριμένης περπατησιάς;
Πόσο το σύμπαν θα θυμίζει ακόμη
τη συνάντηση μιας ασήμαντης ματιάς
πότε το φως θα ξανακερδίσει
την απόλυτη υπεροχή του
πάνω στον στιγμιαίο θρίαμβο
μιας ανθρώπινης σκιάς;

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Εκεί που είσαι ωραίος

Εκεί που είσαι ωραίος
είναι εκεί που ανοίγουν οι κλάδοι τα όνειρα
και ξετυλίγονται σαν χλοερές γάζες
πάνω απ’ τα σκληρά κι ανήλικα
πράγματα του κόσμου.
Εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ
κάτι αμετάκλητοι πόλεμοι
με το μέλλον
κι η τελευταία θρασύτητα
η πριν από την πτώση
μ’ έφεραν στα ολάνθιστα σοκάκια
στη βαθιά σιωπή
της προσωπικής σου άνοιξης
όταν αμετανόητος για την ωραιότητα
μοιράζεσαι τα πάντα με τη νύχτα.
Όμως υπάρχει μια απορία στον έρωτα
μια φρίκη μπρος στην πρόσκαιρη αξία
του υποκινητή
και τότε το θαύμα του όμορφου
μοιάζει μ’ ένα μακρύ τούνελ
μες στο χρόνο
φορτώνεται με μαύρο
η περίλαμπη άμαξα
άμαξα πένθους στην άλλη άκρη…
Κι εγώ περνώντας όλο χαλώ
με την πράξη
αυτό που χωρίς την πράξη
δεν υπάρχει.
Αγγίζω και θυμάμαι:
μια από τις πέντε αισθήσεις
ήταν αρκετή
όταν η ζωή είχε μια παραπάνω αρετή
την αλήθεια.

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Βασίλης Πανδής: Αιφνίδιος επίλογος

Από δυστοπία σε δυστοπία·
ανακύκλωση ερμιάς

λένε πάλι
μαύρες τυχαιότητες εισέτι
και τ” ουρανού μία φτυσιά
ειμάστεν” όλοι

και λιμώττων για σκώμμα

επίδεσμοι ενύπνια σελιλόιντ
αιμορραγεί το υποσυνείδητο
κι απόψε

1η δημοσίευση: http://fractalart.gr/

Βασίλης Πανδής: Ύμνος

Γυμνός ως νεκρός
λερός στις αποικίες των ερώτων

πολιτείες διαστήματα
ασύγγνωστες στο χρόνο
διαστελλόμενες στα μάκρη

Πρωτοχρονιές αθανασίες
οπού κουβαλώ στους ώμους
υποχρεώσεις κι υποχρεώσεις -

π α ρ α κ α λ ώ  μ η ν  ε γ γ ί ζ ε τ ε

 και είν” εγγύς ο νέος χρόνος

Ο μέγας μορμυρισμός
σχηματοποιώντας τη θλίψη του
μέρα μεσημέρι των αιώνων

Αγρύπνια επιταχτική που μ” έθρεψες
μονόφθαλμο στους τυφλούς
στο πρώτο χιόνι
στο μαράζι

Ξερολίθαρο κι ανεμία
κρατώντας ο νους μου

εκλώσαε τς αμάραντες φωταύγειες
σε κάποιου στόματος τα χάη
νέκυς η μαύρη αναμονή

Η σ υ χ ί α – μην ξυπνήσει το άφατο
και μας πλακώσει και μείνει
η μαγιά μας και γεννήσει άλλα τέρατα
καινούργια οπτικά μου νεύρα

Θα στραφούν εναντίον μου και
τα στερνά ανεμομαζώματα,
πρι να παγώσω ακόμα

Όμως, τώρα που έβαψα
τα δάχτυλα με το αίμα μου,
πιες λίγο και ιστόρησε —
αυτός ο ύπνος
με ξατρέχει

Όχι σπλαχνιά μήτε και θάλπος —
μην ξεχωρίζουν οι φωνές

Πάντα σε ξεγελάει το μαύρο

1η δημοσίευση: http://fractalart.gr/

Βασίλης Πανδής: Οι Ελληνίδες Παναγιές

Οι Ελληνίδες Παναγιές
δε θα μπορούσανε
να “ταν μαρμάρινες —
μον” γύφτισσες,
τρελές των δρόμων,
που αποκόψαν το παιδί
νωρίς απ” το βυζί,
να τρέχουν στα μνημούρια
και ν” ανάβουνε καντήλια

Νυχτερίδες, στριγγλοπούλια
χαμηλά οπού πετάν,
κι εγώ —μήτε και μπαλαμός μήτε και γύφτος,
παρά ένα θηλαστικό μ” ανησυχίες—
να τις ακλουθάω με το βλέμμα

1η δημοσίευση: http://fractalart.gr/

Μίλτος Σαχτούρης: Για τον Νίκο Καρούζο

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
τὴν ἀθανασία σου.

Ορέστης Αλεξάκης: Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων
Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων
Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις
Είναι που κλείνεις τις
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις
Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα
Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στον Σείριο

Η απώλεια να μας χτυπάει βάναυσα την πόρτα, και μόνο βάλσαμο να είναι η άγρα αναμνήσεων και η απόπειρα να γράψεις για τον φίλο που έφυγε. Τούτη τη φορά ήταν ο Τάσος Δενέγρης, ο ποιητής που μας κέρδισε μέσα από τα τεύχη τού τόσο πρωτοποριακού για την εποχή του περιοδικού «Πάλι», και αργότερα με τις συλλογές που εξέδωσε στα αξέχαστα «Τραμάκια», τα τόσο περίκομψα και πολύτιμα, στον Άκμονα, στον Καστανιώτη, στον Πατάκη, στο ύψιλον/βιβλία, τα άπαντά του: Μιλάει ο Αγριόχειρος, ποιήματα, 1952-2008. Λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του.
Κάναμε παρέα, και πάντα με εντυπωσίαζε με τη βαθιά τρυφερή φωνή του, με τη ροκ διάθεσή του, με τη βαθύνοιά του, που φρόντιζε να την εκφράζει με λιτά μέσα, με απλές λέξεις, μα καλοδιαλεγμένες, με μια σκυταλοδρομία από κοφτές φράσεις γεμάτες σημασία και πείρα. Βρεθήκαμε ν' απαγγέλλουμε μαζί ποιήματα του Νίκου Καρούζου, σε μιαν εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου μας ποιητή, και αναρρίγησα από τον τρόπο με τον οποίο ο Δενέγρης εξέφερε τους στίχους του: η ακρίβεια και η σαφήνεια αντάλλασσαν, στην απαγγελία του, χειραψίες με τη νύξη, με τον υπαινιγμό.
Και πριν από μερικές εβδομάδες, ένας κοινός μας φίλος να μου τηλεφωνεί και να με πληροφορεί ότι ο Τάσος Δενέγρης έφυγε για τους λειμώνες του ουρανού, πήγε εκεί να συναντήσει τους ποιητές που λάτρεψε. Κι εγώ να τον θυμάμαι πάντα ολοζώντανο, με το μελαγχολικό του βλέμμα και το μόνιμο μειδίαμα του ανθρώπου που έχει ζήσει πολλά και ξέρει καλά τον κόσμο. Να τον θυμάμαι πρωτίστως ως ποιητή αλλά, συνάμα, και ως έξοχο, ανεπίληπτο μεταφραστή του Μπόρχες, και του Τζον Ντος Πάσος, και του Κορτάσαρ, και του Οκτάβιο Πας. Να τον θυμάμαι επίσης ως πρωταγωνιστή στην τόσο άρτια ποιητική ταινία «Σχετικά με τον Βασίλη» του Σταύρου Τσιώλη, στα 1986, στον κινηματογράφο «Έλλη». Κι ακόμα να τον θυμάμαι ως συνταξιδιώτη του ποιητή Θάνου Σταθόπουλου σ' ένα περιπετειώδες ταξίδι-προσκύνημα στο παλιό καλό Βερολίνο. Ο Τάσος Δενέγρης, γεννημένος το 1934, έφυγε από τούτο τον κόσμο στις 9 Φεβρουαρίου του 2009, και τον αποχαιρέτησαν οι φίλοι του στις 11 Φεβρουαρίου, στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ας θυμηθώ και πάλι την αγάπη του για τις γάτες, που τόσο τις τίμησε στην ποίησή του, ας θυμηθώ την αρχή από το Ποίημα Αχαλίνωτο, του 1996:

«Κι εγώ που ενόμιζα στο καφενείο
Πως το ποίημα
Ό,τι θέλω το κάνω
Σε ρυθμούς το υπάγω
Και σε ήχους εξαίσιους
Της ελληνικής
Αντιλήφθηκα ξάφνου
Πως εκείνο με πάει
Απ' εδώ κι από εκεί».

[....] Μετακινούμενος με ποιητική άνεση ανάμεσα στη μελαγχολία της καθημερινότητας και στην ανάταση ενός χρόνου που εκτείνεται πέρα από κάθε ορατό ορίζοντα, ο Δενέγρης επανακαθορίζει το νόημα των στιγμών, τις ανατέμνει και τις εμπλουτίζει ώστε να είναι ανθεκτικές απέναντι στην αναπότρεπτη φθορά. Τα ποιήματά του είναι ταυτοχρόνως φωτογραφίες και τραγούδια.
Ασπρόμαυρες φωτογραφίες και βραχνές μελωδίες των μπλουζ και του ροκ. Κι έτσι ανθίστανται κι αυτά στο βουητό του καταρράκτη του χρόνου, συνιστώντας το πνεύμα της άμυνας και την άμυνα του πνεύματος.

Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας - 13/03/2009


Gertrude Stein: Sacred Emily

Compose compose beds.
Wives of great men rest tranquil.
Come go stay philip philip.
Egg be takers.
Parts of place nuts.
Suppose twenty for cent.
It is rose in hen.
Come one day.
A firm terrible a firm terrible hindering, a firm hindering have a ray nor pin nor.
Egg in places.
Egg in few insists.
In set a place.
I am not missing.
Who is a permit.
I love honor and obey I do love honor and obey I do.
Melancholy do lip sing.
How old is he.
Murmur pet murmur pet murmur.
Push sea push sea push sea push sea push sea push sea push sea push sea.
Sweet and good and kind to all.
Wearing head.
Cousin tip nicely.
Cousin tip.
Wearing head.
Leave us sit.
I do believe it will finish, I do believe it will finish.
Pat ten patent, Pat ten patent.
Eleven and eighteen.
Foolish is foolish is.
Birds measure birds measure stores birds measure stores measure birds measure.
Exceptional firm bites.
How do you do I forgive you everything and there is nothing to forgive.
Never the less.
Leave it to me.
Weeds without papers.
Weeds without papers are necessary.
Left again left again.
Exceptional considerations.
Never the less tenderness.
Resting cow curtain.
Resting bull pin.
Resting cow curtain.
Resting bull pin.
Next to a frame.
The only hat hair.
Leave us mass leave us. Leave us pass. Leave us. Leave us pass leave us.
Humming is.
No climate.
What is a size.
Ease all I can do.
Colored frame.
Couple of canning.
Ease all I can do.
Humming does as
Humming does as humming is.
What is a size.
No climate.
Ease all I can do.
Shall give it, please to give it.
Like to give it, please to give it.
What a surprise.
Not sooner whether.
Cordially yours.
Cordially yours.
Not sooner together.
Cordially yours.
In strewing, in strewing.
That is the way we are one and indivisible.
Pay nuts renounce.
Now without turning around.
I will give them to you tonight.
Cunning is and does cunning is and does the most beautiful notes.
I would like a thousand most most.
Center pricking petunia.
Electrics are tight electrics are white electrics are a button.
Singular pressing.
Recent thimble.
Noisy pearls noisy pearl coat.
Arrange wide opposite.
Opposite it.
Lily ice-cream.
A hand is Willie.
Henry Henry Henry.
A hand is Henry.
Henry Henry Henry.
A hand is Willie.
Henry Henry Henry.
All the time.
A wading chest.
Do you mind.
Lizzie do you mind.
Next to barber.
Next to barber bury.
Next to barber bury china.
Next to barber bury china glass.
Next to barber china and glass.
Next to barber and china.
Next to barber and hurry.
Next to hurry.
Next to hurry and glass and china.
Next to hurry and glass and hurry.
Next to hurry and hurry.
Next to hurry and hurry.
Plain cases for see.
Tickle tickle tickle you for education.
A very reasonable berry.
Suppose a selection were reverse.
Cousin to sadden.
A coral neck and a little song so very extra so very Susie.
Cow come out cow come out and out and smell a little.
Draw prettily.
Next to a bloom.
Neat stretch.
Place plenty.
Curtain cousin.
Neither best set.
Do I make faces like that at you.
Not writing not writing another.
Another one.
Jack Rose Jack Rose.
Practically all of them.
Does believe it.
Measure a measure a measure or.
Which is pretty which is pretty which is pretty.
To be top.
Neglect Waldberg.
Sudden say separate.
So great so great Emily.
Sew grate sew grate Emily.
Not a spell nicely.
Weigh pieces of pound.
Aged steps.
Not a plan bow.
Why is lacings.
Little slam up.
Cold seam peaches.
Begging to state begging to state begging to state alright.
Begging to state begging to state begging to state alright.
Wheels stows wheels stows.
Cotton could mere less.
From the standpoint of all white a week is none too much.
Pink coral white coral, coral coral.
Happy happy happy.
All the, chose.
Is a necessity.
Happy happy happy all the.
Happy happy happy all the.
Remain seated.
Come on come on come on on.
All the close.
Remain seated.
All the.
Remain seated.
All the, close.
Websters and mines, websters and mines.
Websters and mines.
Gold space gold space of toes.
Twos, twos.
Pinned to the letter.
In accompany.
In a company in.
Natural lace.
Spend up.
Spend up length.
Spend up length.
Length thoroughly.
Neatness Neatness.
Excellent cording.
Excellent cording short close.
Close to.
Pin black.
Cough or up.
Neater pin.
Pinned to the letter.
Was it a space was it a space was it a space to see.
Neither things.
Say say say.
North of the calender.
Peoples rest.
Preserve pulls.
Cunning piler.
Next to a chance.
Apples went.
It was a chance to preach Saturday.
Please come to Susan.
Purpose purpose black.
Extra plain silver.
Furious slippers.
Have a reason.
Have a reason candy.
Points of places.
Neat Nezars.
Which is a cream, can cream.
Ink of paper slightly mine breathes a shoulder able shine.
Near glass.
Put a stove put a stove hoarser.
If I was surely if I was surely.
See girl says.
All the same bright.
When a churn say suddenly when a churn say suddenly.
Poor pour percent.
Little branches.
Near sights.
Please sorts.
Put something down.
Put something down some day.
Put something down some day in.
Put something down some day in my.
In my hand.
In my hand right.
In my hand writing.
Put something down some day in my hand writing.
Needles less.
Never the less.

Never the less extra stress.
Never the less.
Old sight.
Real line.
Upper states.
Mere colors.
Recent resign.
Search needles.
All a plain all a plain show.
White papers.
Slippers underneath.
Little tell.
I chance.
I chance to.
I chance to to.
I chance to.
What is a winter wedding a winter wedding.
Furnish seats.
Furnish seats nicely.
Please repeat.
Please repeat for.
Please repeat.
This is a name to Anna.
Cushions and pears.
Reason purses.
Reason purses to relay to relay carpets.
Marble is thorough fare.
Nuts are spittoons.
That is a word.
That is a word careless.
Paper peaches.
Paper peaches are tears.
Rest in grapes.
Thoroughly needed.
Thoroughly needed signs.
All but.
Relieving relieving.
That is plenty.
Cunning saxon symbol.
Symbol of beauty.
Thimble of everything.
Cunning clover thimble.
Cunning of everything.
Cunning of thimble.
Cunning cunning.
Place in pets.
Night town.
Night town a glass.
Color mahogany.
Color mahogany center.
Rose is a rose is a rose is a rose.
Loveliness extreme.
Extra gaiters.
Loveliness extreme.
Sweetest ice-cream.
Page ages page ages page ages.
Wiped Wiped wire wire.
Sweeter than peaches and pears and cream.
Wiped wire wiped wire.
Extra extreme.
Put measure treasure.
Measure treasure.
Tables track.
That will do.
Cup or cup or.
Excessively illigitimate.
Pussy pussy pussy what what.
Current secret sneezers.
Mercy for a dog.
Medal make medal.
Able able able.
A go to green and a letter spoke a go to green or praise or
Worships worships worships.
Do or.
Table linen.
Wet spoil.
Wet spoil gaiters and knees and little spools little spools or ready silk lining.
Suppose misses misses.
Curls to butter.
Settle stretches.
See at till.
Sail or.
Sail or rustle.
Mourn in morning.
The way to say.
Deal own a.
A high b and a perfect sight.
Little things singer.
Not in description.
Day way.
A blow is delighted.

Γιώργος Κεντρωτής: Κορφιάτικη μεσημβρία

Στα βήματά της τα τακούνια μελισμούς προσθέτουν.
Ορχήστρα το πλακόστρωτο αλλά και αντηχείο
λεν πως την λεν Μαρία με άριες που οι λαλιές συνθέτουν

τονίζοντας ιδιαίτερα το ελαστικό στοιχείο
και της μορφής την πλαστικότητα, όντας σαν εικόνα
ακεραιωθείσα μονομιάς και ωσάν από ορυχείο

εκεί ένα σιντριβάνι φως να επέταξε και στό ’να
του πόδι δίκην πελαργού να ισορροπούσε ανέτως
του βλέμματός της το άλας και με τσακισμένο γόνα

σαν διάθλαση σωμάτων στα νερά και ανυπερθέτως
σαν των πρισμάτων τη διυλισμένη ποικιλία.
Την μπάντα του Μαντζάρου να διαβεί καρτέραε ο Αμλέτος

και οι μέσα θύσανοι τής γυναικός υγρήν αιθρία
προμήναγαν καθώς τα φύλλα εθρόισαν εξαιρέτως
της άσπρης καμπαρτίνας της τέρατα και σημεία.


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Jack Kerouac: Δώδεκα χαϊκού (Μετάφραση-επίμετρο: Βασίλης Πανδής)


Πουλιά τραγουδούν
μέσα στα σκοτάδια - είν’
βροχερή αυγή


Ένα λουλούδι
στο χείλος του γκρεμού, στο
φαράγγι γνέφει


Τα λουλούδια να
σημαδεύουν λοξά τον
ευθύ θάνατο


Όνειρο θεού -
δεν είναι παρά ένα
απλό όνειρο


Άνθρωπος θνήσκει -
λιμανιού τα φώτα σε
ήρεμα νερά


Παγωμένο μες
στων πουλιών το λουτήρα
το φύλλο πλέει


Τι να σκεφτώ; - στη
διαμαντένια σούτρα, η
πίπα μου σβηστή


το δρόμο με το σκύλο -
λιωμένο φίδι


Μόνος, σε ρούχα
παλιά, βυζαίνω κρασί,


Άντρες, γυναίκες
μιλούν κάτωθε κενού
του αιωνίου


Στο δάσος πήγα ,
να διαλογιστώ - όμως,
πολύ το κρύο


Ήχος της σιγής -
οι μόνες οδηγίες
που θε να λάβεις




Ο Jack Kerouac (1922-1969), Αμερικανός λογοτέχνης, αποτελεί εμβληματική μορφή της Beat γενιάς, καθώς και ονοματοδότης της. Παρόλο που είναι δημοφιλής κυρίως για τα μυθιστορήματά του, αξιόλογο είναι και το ποιητικό του έργο. Τα ποιήματά του είναι ένα κράμα τζαζ πρόζας και βουδισμού, απόηχος της τυραγνίας της σαμσάρας και της λιτότητας της καθημερινής ζωής.
Επηρεασμένος από την ανατολική φιλοσοφία, ο Kerouac έγραψε μεγάλο αριθμό haiku στο γνώριμο ποιητικό του ύφος. Πλέον, κυκλοφορεί το «Book of Haikus», μια επιλογή από τα περίπου χίλια δημοσιευμένα και αδημοσίευτα haiku, τα οποία ο Kerouac είχε σκορπίσει σε ηχογραφήσεις, σημειωματάρια, ημερολόγια, αλλά και στα βιβλία του.
Ας μην ξεχνάμε πως ο Ανδρέας Εμπειρίκος θα υμνωδεί εις τους αιώνες: «Ανοίξτε τα παράθυρα, ανοίξτε τις ψυχές – ο Kerouac διαβαίνει Μουσηγέτης, Διόνυσος μαζί και Απόλλωνας μεσ’ στο στενό του παντελόνι»!

1η δημοσίευση: www.poiein.gr

Ron Padgett: Travel

O Μιχάλης Κατσαρός για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση

Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης: Κουνέλλης/ Καρούζος

Κουνέλλης/ Καρούζος [2010] 

Ο Γιάννης Κουνέλλης είναι, θεωρώ, σημαντικότατος δημιουργός. Η διαλεκτική του μοιάζει ανοξείδωτη, το βάρος των πραγμάτων είναι γι’ αυτόν ιερό, και η δουλειά του στοχεύει διαρκώς και διηνεκώς στην ανάσταση του καθημερινού ενός της επικράτειας της Τέχνης, το πέρασμα από το φθαρτό στο άφθαρτο, ο καθαγιασμός (πάντα μέσα από την καλλιτεχνική ματιά, χειρονομία, και παρέμβαση) του φαινομενικά ασήμαντου, αμελητέου, και ανάξιου λόγου.

Ο Γιάννης Κουνέλλης, γεννημένος το 1936 στον Πειραιά, έφυγε από τη χώρα μας και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία. Τον φέρνω συχνά στο μυαλό μου μαζί, και υπάρχουν οι συνάψεις, δεν είναι φαντασία μου, ναι, μαζί με τα ποιήματα του Νίκου Καρούζου. Ο Κουνέλλης γράφει. Ο Καρούζος ζωγράφιζε. Και οι δύο ξέρουν από την επιφάνεια να οδηγούνται στο βάθος, ξέρουν με εικόνες και με λέξεις να κάνουνε χρυσάφι τη σκουριά. Ξέρουν, όπως έλεγε ο Καρούζος, να γυμνάζουν τη σκέψη σε απογύμνωση.

Γιάννης Κουνέλλης: Ξαναζούμε επιτέλους τη στιγμή όπου ο αιρετικός δεν συμμορφούται.

Νίκος Καρούζος: Εάν ο άνθρωπος κρίνεται από όλες του τις πράξεις, ιδιαίτερα, θα λέγαμε, ο πολιτικός, ο καλλιτέχνης κρίνεται μόνο απ’ τις ευλογημένες του πραγματώσεις.

Γιάννης Κουνέλλης: Ανάμεσα στη μία λογική και στην άλλη υπάρχουν λόφοι, ωκεανοί, άβυσσοι.

Νίκος Καρούζος: Η Λογική λατρεύει τα μακαρόνια.

Γιάννης Κουνέλλης: Ο θάνατος, στιγμή ισορροπίας ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, δίνει το μέτρο.

Νίκος Καρούζος: Μήπως είναι κι ο θάνατος δικτατορία; Ή δημοκρατία; Θ’ αφήσω σ’ εκκρεμότητα το ερώτημα.

Γιάννης Κουνέλλης: Δεν σκότωσα ποτέ, αλλά είμαι έτοιμος να το κάνω αν μου ποδοπατήσουν το δικαίωμα στην ελευθερία.

Νίκος Καρούζος: Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους/ αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών/ αλητεύουμε στη μιλιά μας/ αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.

Γιάννης Κουνέλλης: Θέλω την επιστροφή της ποίησης με όλα τα μέσα: με την άσκηση, την παρατήρηση, τη μοναξιά, την εικόνα, την εξέγερση.


Χάρης Βλαβιανός: Cry me a river

Ποτάμι εσύ αδέκαστο
(της αιωνιότητας αρχαία μεταφορά)
που τις διαρκείς του σώματος μεταμορφώσεις
τα νερά σου με φθόνο καθρεφτίζουν
της αντοχής και της αδιαλλαξίας την τέχνη δίδαξέ μου
ώστε τέλος αντάξιο ν’ αξιωθώ του μίσους που μας δένει
στο ερωτικό σου δέλτα μέσα
στο άγιο αυτό τρίγωνο του τίποτα για πάντα να χαθώ.


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Διονύσιος Σολωμός: Carmen Seculare

Ὄξω ἀνεβοκατέβαινε τὸ στῆθος, ἀλλὰ μέσα
Ἀνθίζει μὲ τοὺς κρίνους του παρθενικὸς ὁ κόσμος.
Αὐγή 'ναι κι' ἄστραφτε γλυκὰ σὰ 'ς τὴν ἀρχὴ τῆς πλάσης,
Κ' ἐκράτουνε τὰ κάτασπρα ποδάρια 'ς τὴ δροσιά της.

Κρατεῖ 'ς τὸ χόρτο τὰ κεριά, κεριὰ κομματιασμένα·
Οὐρανὸς δένεται καὶ γῆ 'ς τὴν ὄμορφη ματιά της.

Δὲν εἶναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δὲν εἶναι·
Βρύσαις ἁπλώνει τὰ κλαδιὰ τὸ δέντρο 'ς τὸν ἀέρα·
Μὴν καρτερῇς ἐδῶ πουλί, καὶ μὴ προσμένῃς χλόη·
Γιατὶ τὰ φύλλ' ἄν εἶν' πολλά, σὲ κάθε φύλλο πνεῦμα.
Τὸ ψηλὸ δέντρ' ὁλόκληρο κ' ἠχολογᾷ κ' ἀστράφτει
Μ' ὅλους τῆς τέχνης τοὺς ἠχούς, μὲ τ' οὐρανοῦ τὰ φῶτα.
Σαστίζ' ἡ γῆ κ' ἡ θάλασσα κι' ὁ οὐρανὸς τὸ τέρας,
Τὸ μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς τὸ ναὸ τῆς φύσης,
Κι' ἁρμόζουν διάφορο τὸ φῶς χίλιαις χιλιάδες ἄστρα,
Χίλιαις χιλιάδες ἄσματα μιλοῦν καὶ κάνουν ἕνα.
'Σ τὸ δέντρο κάτου δέησιν ἔκαμ' ἡ βοσκοποῦλα·
Τ' ἄστρα γοργὰ τὴ δέχτηκαν καθὼς ἡ γῆ τὸν ἥλιο.
Τὰ Σεραφεὶμ ἐγνώρισαν τὸ βάθος τῆς ἀγάπης,
Κ' ὁλόκληρ' ἡ Παράδεισο διπλῆ Παράδεισό 'ναι.
Ποιὸς εἶχε πῇ ποῦ σοῦ 'μελλε, πέτρα, να βγάλεις ρόδο;
Ἀλλὰ ποῦ τώρα βρίσκονται τὰ κάτασπρα ποδάρια;
Ποῦ 'ναι τὸ στῆθος τ' ὄμορφο, ποῦ τέτοιους κόσμους ἔχει;
'Στ' ἀμπέλ' ἡ κόρη κάθεται καὶ παίζει μὲ τ' ἀρνί της.



Σημ. Ιακώβου Πολυλά:
«Ὁ ποιητὴς ἔγραψε ἕνα ποίημα, σκοπὸς τοῦ ὁποίου ἦταν νὰ ζωγραφίσῃ τὴν τωρινὴ κατάσταση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ τὸ μέλλον του.»

Γιῶργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα

Si j᾿ ai du gout, ce n᾿ est guère

Que pour la terre et les pierres.

Τὸν ἄγγελο
τὸν περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολὺ κοντὰ
τὰ πεῦκα τὸ γιαλὸ καὶ τ᾿ ἄστρα.
Σμίγοντας τὴν κόψη τ᾿ ἀλετριοῦ
ἢ τοῦ καραβιοῦ τὴν καρένα
ψάχναμε νὰ βροῦμε πάλι τὸ πρῶτο σπέρμα
γιὰ νὰ ξαναρχίσει τὸ πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο
ἀπὸ τὴ γέψη τῆς σκουριᾶς καὶ τῆς ἁρμύρας.
Ὅταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατὰ τὸ βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σὲ καταχνιὲς ἀπὸ τ᾿ ἄσπιλα φτερὰ τῶν κύκνων ποὺ μᾶς πληγώναν.
Τὶς χειμωνιάτικες νύχτες μᾶς τρέλαινε ὁ δυνατὸς ἀγέρας τῆς ἀνατολῆς
τὰ καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στὴν ἀγωνία τῆς μέρας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αὐτὰ τ᾿ ἀνάγλυφα μιᾶς τέχνης ταπεινῆς.

Ἀκόμη ἕνα πηγάδι μέσα σὲ μιὰ σπηλιά.
Ἄλλοτε μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια
γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί.
Ἔσπασαν τὰ σκοινιὰ μονάχα οἱ χαρακιὲς στοῦ πηγαδιοῦ τὸ στόμα
μᾶς θυμίζουν τὴν περασμένη μας εὐτυχία:
τὰ δάχτυλα στὸ φιλιατρό, καθὼς ἔλεγε ὁ ποιητής.
Τὰ δάχτυλα νιώθουν τὴ δροσιὰ τῆς πέτρας λίγο
κι ἡ θέρμη τοῦ κορμιοῦ τὴν κυριεύει
κι ἡ σπηλιὰ παίζει τὴν ψυχή της καὶ τὴ χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρὶς μία στάλα.

Ανδρέας Εμπειρίκος, Πολλές φορές την νύκτα (απόσπασμα)

Και ξαφνικά, στο γύρισμα ενός δρόμου - ω σείς που νύκτωρ διασχίζετε τις πόλεις, προσέχτε και συχνά θα ακούσετε να αναπηδά, σαν σίφουνας από έναν λαιμό σε καρμανιόλα, που όλος κόκκινος με ορμήν τα αίματα ξερνά, εκεί που λίγο πριν βρισκόταν η κεφαλή του καρατομημένου, προσέχτε, ω σείς που νύχτα διαβαίνετε στις πόλεις, προσέχτε και σίγουρα θα ακούσετε συχνά, όχι των υπογείων καφωδείων τα "Αμάν!" που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει, μα το διάτορον, το τρομερόν, το μη περαιτέρω, το εκ βαθέων του απελπισμένου ανθρώπου "ΑΜΑΝ!" που τους βαρύτερους, τους πλέον ασήκωτους καημούς, σαν αίμα ψυχής μες στο σκοτάδι αδειάζει.

ΟΚΤΑΝΑ (1980)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὤχ! Βασανάκια

Τὸ ἥμισυ τοῦ μεγάλου ἀκόμψου κτιρίου ἦτο πατωμένον, τὸ ἄλλο ἥμισυ, χάνι, ἀπάτωτον, ἀπαλάμιστον*, ὑγρὸν καὶ σκοτεινόν. Ἐπάνω εἰς τὸ μισὸν πάτωμα, ὁ ἀγαθὸς ἑλληνοδιδάσκαλος ἐδίδασκε τοὺς σκληροτραχήλους μαθητάς του, δεκατρεῖς ὥρας τὴν ἡμέραν. Τέσσαρας ὥρας ἔκαμνε μάθημα εἰς τὴν πρώτην τάξιν, τέσσαρας εἰς τὴν δευτέραν καὶ πέντε εἰς τὴν τρίτην. Κάτω εἰς τὴν συσσωρευμένην κόνιν τριῶν δεκαετηρίδων, ἔβοσκον χιλιάδες βλατοῦδες*, ψαλίδες, ἀλογάκια καὶ ἄλλα ζῳύφια, καὶ ἐχόρευον μυριάδες ποντικοί. Ἐπάνω εἰς τὸ φατνωμένον μέρος τοῦ κτιρίου, πρὸς τὸ ἀνατολικομεσημβρινὸν ἥμισυ, ἵπταντο μετοχαί, ἀπαρέμφατα, ἀντωνυμίαι, καὶ ἐκελάδουν μονοτόνως ἐναλλασσόμενα πρόσωπα καὶ ἀριθμοὶ καὶ ἐγκλίσεις, καὶ ἡ ράβδος ἐκράτει συχνὰ τὸν χρόνον ἐπὶ τῶν νώτων τῶν μαθητῶν.

Δυσμόθεν καὶ ἀντικρὺ τοῦ σχολείου ἦτο τὸ μικρὸν μετόχι τῆς διαλυμένης μονῆς τοῦ Ἁγ. Νικολάου, οἰκίσκος ἐκ δύο χωριστῶν θαλάμων, μὲ τὰς θύρας πρὸς τὴν ὁδόν. Εἰς τὸν ἕνα κατῴκει διαρκῶς ἡ μήτηρ Συγκλητική, ἑβδομηκοντοῦτις ἐνάρετος καλογραῖα. Εἰς τὸν ἄλλον κατέλυεν, ὁσάκις κατέβαινεν ἀπὸ τὸ μοναστήρι διὰ νὰ ἐξομολογήσῃ τοὺς μετανοοῦντας, ὁ ἀγαθὸς πατὴρ Ἰσαάκιος, ὁ παρὰ πᾶσι σεβάσμιος πνευματικός.

Δίπλα εἰς τὸ κατάλυμα τοῦ πνευματικοῦ ὑψοῦντο, μὲ τοὺς κλῶνας γυμνούς, δύο φυλλορροήσασαι συκαμινέαι. Ὀλίγον παρακάτω ἀπὸ τὰς συκαμινέας, πρὸς βορρᾶν, ἦτο τὸ σπίτι τῆς Σοφιανίνας, εἰς τὸν ἐξώστην τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο κρεμασμένον ὡραῖον κλωβίον, καὶ μέσα εἰς τὸ κλωβίον, ὤκλαζεν ἐπί τινος ὁριζοντίου ξυλαρίου, μέγας λαμπρόπτερος καὶ ποικιλόπτερος παπαγάλος. Δίπλα εἰς τὸ σπίτι τῆς Σοφιανίνας ὑψοῦτο μεγάλη οἰκία, μὲ εὐρεῖαν αὐλὴν καὶ πλατεῖαν ὑψηλὴν ταράτσαν, ἀντικρύζουσαν σχεδὸν μὲ τὴν μεγάλην θύραν τοῦ κτιρίου, τοῦ χρησιμεύοντος ὡς σχολείου. Καὶ παραπέρα ἀπὸ τὴν οἰκίαν αὐτὴν εὑρίσκετο τὸ μικρὸν ἰσόγειον, ἀπαισίου φήμης, μὲ ἀσβεστωμένα τὰ κλειστὰ παράθυρα σπιτάκι, ὅπου κατῴκει ἡ Βότσαινα ἡ μάγισσα.

Τάσος Γουδέλης: Ευαγγελισμός

Σκηνοθεσία: Τάσος Γουδέλης

Σενάριο: Βασίλης και Τάσος Γουδέλης

Ένας άγγελος με τη μορφή μιας παιδιάτρου, επισκέπτεται ένα ετοιμοθάνατο κορίτσι, με την εντολή να το “παραλάβει”.

Τεχνικά στοιχεία: Ταινία μικρού μήκους / Διάρκεια: 15′ / Format: 35 mm / Ήχος: Dolby SR / Είδος: Μυθοπλασία / Έγχρωμη / Έτος παραγωγής: 2010


Τάσος Γουδέλης: Η Συνάντηση

Σκηνοθεσία: Τάσος Γουδέλης

Σενάριο: Τάσος Γουδέλης

Ένας άντρας σε κάποιο περίεργο μπαρ νομίζει ότι διακρίνει ένα πρόσωπο από το παρελθόν του που τον αναστατώνει. Νιώθει ενοχές, τύψεις, εχθρότητα, φόβο; Θέλει να βεβαιωθεί για την ταυτότητα του θαμώνα αλλά διστάζει. Μέχρι να αποφασίσει θυμάται και  φαντασιώνεται…

Τεχνικά στοιχεία: Ταινία μικρού μήκους / Διάρκεια: 14′ / Format: 35 mm / Ήχος: Dolby SR / Είδος: Μυθοπλασία / Έγχρωμη / Έτος παραγωγής: 2008

Mίλτος Σαχτούρης: Δεν είναι ο Oιδίποδας

Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Θωμάς Γκόρπας: Μαγική εικόνα

Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.
Στο πικάπ
έπαιζε ασταμάτητα
του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή».
Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

Θωμάς Γκόρπας: Τα λαϊκά τραγούδια

Τα λαϊκά τραγούδια μοιάζουν με πουλιά
μαύρα περήφανα έρημα ωραία και προδομένα
μεσ’ απ’ τα σπλάχνα των τσιτσάνηδων πετάγονται καθώς
μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του εργάτη: Σας μισώ
μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του φαντάρου: Δεν θέλω
καθώς μεσ’ απ’ τα σπλάχνα του εραστή πετάγεται: Τι μπορώ
να κάνω για σένα αγάπη μου; Και κλαίει…

Μίλτος Σαχτούρης: Του θηρίου

Μή φεύγεις θηρίο
θηρίο μέ τά σιδερένια δόντια
θά σοῦ φτιάξω ἕνα ξύλινο σπίτι
θά σοῦ δώσω ἕνα λαγήνι
θά σοῦ δώσω κι ἕνα κοντάρι
θά σοῦ δώσω κι ἄλλο αἷμα νά παίζεις

Θά σέ φέρω σ’ ἄλλα λιμάνια
νά δεῖς τά βαπόρια πῶς τρῶνε
τίς ἄγκυρες
πῶς σπάζουν στά δυό τά κατάρτια
κι οἱ σημαῖες ξάφνου νά βάφονται μαῦρες

Θά σοῦ βρῶ πάλι τό ἴδιο κορίτσι
νά τρέμει δεμένο στό σκοτάδι τό βράδυ
θά σοῦ βρῶ πάλι τό σπασμένο μπαλκόνι
καί τό σκύλο οὐρανό
πού βαστοῦσε τή βροχή στό πηγάδι

Θά σοῦ βρῶ πάλι τούς ἴδιους
αὐτόν πού χάθηκε πᾶν τρία χρόνια
μέ τήν τρύπα πάνω ἁπ’ τό μάτι
κι αὐτόν πού χτυποῦσε τή νύχτα τίς
μέ κομμένο τό χέρι

Θά σοῦ βρῶ πάλι τό σάπιο τό μῆλο

Μή φεύγεις θηρίο
θηρίο μέ τά σιδερένια δόντια

William Carlos Williams: A Love Song

What have I to say to you
When we shall meet?
I lie here thinking of you.

The stain of love
Is upon the world.
Yellow, yellow, yellow,
It eats into the leaves,
Smears with saffron
The horned branches that lean
Against a smooth purple sky.

There is no light—
Only a honey-thick stain
That drips from leaf to leaf
And limb to limb
Spoiling the colours
Of the whole world.

I am alone.
The weight of love
Has buoyed me up
Till my head
Knocks against the sky.

See me!
My hair is dripping with nectar—
Starlings carry it
On their black wings.
See, at last
My arms and my hands
Are lying idle.

How can I tell
If I shall ever love you again

As I do now?

William Carlos Williams: Complaint

They call me and I go.
It is a frozen road
past midnight, a dust
of snow caught
in the rigid wheeltracks.
The door opens.
I smile, enter and
shake off the cold.
Here is a great woman
on her side in the bed.
She is sick,
perhaps vomiting,
perhaps laboring
to give birth to
a tenth child. Joy! Joy!
Night is a room
darkened for lovers,
through the jalousies the sun
has sent one golden needle!
I pick the hair from her eyes
and watch her misery
with compassion.

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: Αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο

Radio Bookspotting: Kerouac & Aranitsis

Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης: Αφιέρωμα στον Ποιητή Ηλία Λάγιο

Woody Allen: [A romantic fool]

“I have always thought of myself as a romantic,” Allen said. “This is not necessarily shared by the women in my life.” He said that his ex-girlfriends would call him a “romantic fool.” “They think I romanticize New York City, that I romanticize the past, that I romanticize love relationships and I probably do. It probably is foolish.”


Bernardo Bertolucci: Οι Ονειροπόλοι

Jean-Luc Godard: Bande à part

Orson Welles: F for Fake

James Joyce: Song

My love is in a light attire
     Among the apple trees,
Where the gay winds do most desire
     To run in companies.

There, where the gay winds stay to woo
     The young leaves as they pass,
My love goes slowly, bending to
     Her shadow on the grass.

And where the sky’s a pale blue cup
     Over the laughing land,
My love goes lightly, holding up
     Her dress with dainty hand.

Joseph Brodsky: Transatlantic

The last twenty years were good for practically everybody
save the dead. But maybe for them as well.
Maybe the Almighty Himself has turned a bit bourgeois
and uses a credit card. For otherwise time’s passage
makes no sense. Hence memories, recollections,
values, deportment. One hopes one hasn’t
spent one’s mother or father or both, or a handful of friends entirely
as they cease to hound one’s dreams. One’s dreams,
unlike the city, become less populous
the older one gets. That’s why the eternal rest
cancels analysis. The last twenty years were good
for practically everybody and constituted
the afterlife for the dead. Its quality could be questioned
but not its duration. The dead, one assumes, would not
mind attaining a homeless status, and sleep in archways
or watch pregnant submarines returning
to their native pen after a worldwide journey
without destroying life on earth, without
even a proper flag to hoist.


Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ευγένιος Αρανίτσης: Αν είσαι 16 έως 25, ιδού η ευκαιρία!

Ο Ιάλυσος, γιος της Κυδίππης και του Κέρκαφου, είχε ιδρύσει την πόλη Ρόδο και πολύ σωστά έπραξε αφού, στην αντίθετη περίπτωση, οι ιππότες του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη δεν θα είχαν αγοράσει το νησί το 1309.

Κατόπιν, ο Χιλιανός Αλεχάντρο Χοντορόφσκι ίδρυσε το σουρεαλιστικό κίνημα S.ΝΟΒ. Τέλος, ο συγγραφέας Γιώργος Σκούρτης, το 1987, ίδρυσε τη «Ράμπα», το διάσημο μπαράκι στην Τσαμαδού. Εκεί σύχναζε διψασμένος ο Νίκος Καρούζος, ο προ-προτελευταίος ίσως μεγάλος μας ποιητής, με τις τσέπες του συνήθως άδειες, εκτός κι αν είχε εισπράξει κάποια σωτήρια προκαταβολή απ' τον Καστανιώτη ή απ' την «Εστία». Ο Σκούρτης βέβαια ήταν κάθε άλλο παρά απρόθυμος να αποτελέσει υπόδειγμα οικοδεσπότη απέναντι στον ξεχωριστό του θαμώνα· αυτός, με τη σειρά του, σκάρωνε πού και πού, επί τόπου, ένα ποίημα και το άφηνε με τον πομπώδη, βαθυστόχαστο, κάπως σπασμωδικό του τρόπο πάνω στον πάγκο, σαν κλητήριο θέσπισμα.

Η συνήθεια του Καρούζου να χαρίζει ποιήματα σε φίλους και γνωστούς ή να αποζημιώνει, μέσω αυτών, για τις οφειλές του σε ορισμένα μπαρ ή και εστιατόρια, όπως έκανε ο Πικάσο με τα σκίτσα του αν πιστέψουμε τον θρύλο, μας καλεί να του αναγνωρίσουμε την πρωτοτυπία της άσκησης μιας ιδιαίτερης μορφής αφιέρωσης. Οχι εκείνης της τετριμμένης που συνοδεύει το χειρόγραφο δίκην ρητής προμετωπίδας -στον τάδε ή στη δείνα-, επαναλαμβανόμενη στο τυπωμένο κείμενο, και την οποία έβρισκες στη μαύρη αγορά για πενταροδεκάρες, όχι! Εδώ γινόταν παραχώρηση του ίδιου του αντικειμένου, της ίδιας της σελίδας, οριστικά και αποκλειστικά δικής σου, εσένα του παραλήπτη, δίχως καν ο συγγραφέας να έχει κρατήσει αντίγραφο. Που σημαίνει ενδεχομένως το αποκορύφωμα μιας γενναιόδωρης παρόρμησης εν ονόματι του παρόντος ως ενεργοποιημένου λίκνου αυθόρμητων συμβάντων. Θα λέγαμε το ίδιο και για τους παραχωρητικούς αυτοσχεδιασμούς του Λάγιου, αν δεν ήταν πασίγνωστη η τερατώδης μνημονική του ικανότητα, κατά τι ανώτερη εκείνης του Καρούζου, οπότε όλοι υποπτεύονταν ότι κρατούσε αντίγραφα στα νευρικά κύτταρα του ιππόκαμπου του εγκεφάλου του. Οι ομοιοκαταληξίες σχημάτιζαν τις αλυσίδες των πρωτεϊνών.

William Carlos Williams: Love

Love is twain, it is not single,
Gold and silver mixed to one,
Passion ‘tis and pain which mingle
Glist’ring then for aye undone.

Pain it is not; wondering pity
Dies or e’er the pang is fled;
Passion ‘tis not, foul and gritty,
Born one instant, instant dead.

Love is twain, it is not single,
Gold and silver mixed to one,
Passion ‘tis and pain which mingle
Glist’ring then for aye undone.