Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Ὁμήρου Ἰλιάς: Θ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Θ-


-Θ-Ἠὼς μὲν κροκόπεπλος ἐκίδνατο πᾶσαν ἐπ᾽ αἶαν,
Ζεὺς δὲ θεῶν ἀγορὴν ποιήσατο τερπικέραυνος
ἀκροτάτῃ κορυφῇ πολυδειράδος Οὐλύμποιο·
αὐτὸς δέ σφ᾽ ἀγόρευε, θεοὶ δ᾽ ὑπὸ πάντες ἄκουον·
Στην πάσα γης απάνω απλώνουνταν η Αυγή η κροκομαντούσα,
κι έκραξε ό Δίας ο κεραυνόχαρος τους αθανάτους όλους
να᾿ ρθούν στου Ολύμπου του πολύκορφου την πιο αψηλή τη ράχη,
κι ατός του αναμεσό τους μίλησε, κι όλοι οι θεοί γρικούσαν:
«Όσοι θεοί που ζουν στον Όλυμπο κι όσες θεές, γρικήστε,
το τι η καρδιά στα στήθη μέσα μου με σπρώχνει να μιλήσω:
αρσενικός θεός κανένας σας και θηλυκός κανένας
μην αψηφήσει λέω το λόγο μου, μόνο συγκλίνετε όλοι
σε ό,τι θα πω, μιαν ώρα αρχύτερα τούτη η δουλειά να γένει.
5κέκλυτέ μευ πάντές τε θεοὶ πᾶσαί τε θέαιναι,
ὄφρ᾽ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει.
μήτέ τις οὖν θήλεια θεὸς τό γε μήτέ τις ἄρσην
πειράτω διακέρσαι ἐμὸν ἔπος, ἀλλ᾽ ἅμα πάντες
αἰνεῖτ᾽, ὄφρα τάχιστα τελευτήσω τάδε ἔργα.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Η (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Η-


-Η-ὣς εἰπὼν πυλέων ἐξέσσυτο φαίδιμος Ἕκτωρ,
τῷ δ᾽ ἅμ᾽ Ἀλέξανδρος κί᾽ ἀδελφεός· ἐν δ᾽ ἄρα θυμῷ
ἀμφότεροι μέμασαν πολεμίζειν ἠδὲ μάχεσθαι.
ὡς δὲ θεὸς ναύτῃσιν ἐελδομένοισιν ἔδωκεν
Αυτά είπε ο ξακουσμένος Έχτορας, κι από τις πόρτες βγαίνει'
μαζί κι ο Αλέξαντρος το αδέρφι του τραβούσε, και βαθιά τους
κι οι δυο λαχτάριζαν στον πόλεμο και στη σφαγή να μπούνε.
Κι όπως οι ναύτες, πια που απόκαμαν τα τορνευτά κουπιά τους
στο πέλαο να χτυπούν, κι ο κάματος τους έλυσε τα γόνα,
ποθούν αγέρα πρίμο, κι άξαφνα κάποιος θεός τον στέλνει'
όμοια κι οι δυο τους τότε φάνηκαν στους Τρώες που τους ποθούσαν.
Του ρήγα Αρήθοου τότε σκότωσεν ο ένας το γιο, που ζούσε
στην Άρνη και Μενέσθιος κράζουνταν ο Αρήθοος ο απελάτης

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ζ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ζ-


-Ζ-Τρώων δ᾽ οἰώθη καὶ Ἀχαιῶν φύλοπις αἰνή·
πολλὰ δ᾽ ἄρ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθ᾽ ἴθυσε μάχη πεδίοιο
ἀλλήλων ἰθυνομένων χαλκήρεα δοῦρα
μεσσηγὺς Σιμόεντος ἰδὲ Ξάνθοιο ῥοάων.
Έτσι απόμειναν πια στον πόλεμο μονάχοι οι Τρώες κι οι Αργίτες,
κι άπλωσε η μάχη ακόμα πιότερο μια δώθε και μια κείθε
στον κάμπο, ανάμεσα στου Σκάμαντρου και στου Σιμόη το ρέμα,
ο ένας στον άλλο απάνω ως έριχναν με τα χαλκά κοντάρια.
Ο τελαμώνιος Αίας πρωτόσπασε, των Αχαιών ο πύργος,
των Τρωών τη φάλαγγα και χάρισε το φως στους συντρόφους του,
τον πιο αντρειωμένο πετυχαίνοντας μες στους Θρακιώτες όλους, .
το γιο του Ευσώρου, τον Ακάμαντα τον αντρειανό, το μέγα.
Πρώτος του χτύπησε το κέρατο στο αλογουρίσιο κράνος'

Μιχάλης Κατσαρός: Θὰ σᾶς περιμένω



Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος-
Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου
ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.
Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία.



Νίκος Καροῦζος: Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει



Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.


Πηγή

Νίκος Καροῦζος: Σχέδιο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ οὐρανοῦ



Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλὰ
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμώνα
δὲν προσμένω σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φάσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Λὲν εἶναι, πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ᾿ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερὰ ταξιδεύω
πάνω ἀπ᾿ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.
Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τύμπανών σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ᾿ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατὶ τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.
Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ᾿ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.
Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμώνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.
Μεγάλη ἡ νύχτα κ᾿ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σου μάτωνε τὰ γόνατα κ᾿ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νὰ ἡ μοίρα σου
στὴν πόλη μέσα τὴ φρικτὴ
μ᾿ ἐνάντιο σπίτι ἐναντίον ἄνεμο.
Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης —
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.
Τὴ νύχτ᾿ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ᾿ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ᾿ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.
Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νὰ ῾βγεῖ ἀπ᾿ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα.
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.
Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ -
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ᾿ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.
Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολὺ
φύγε ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ᾿ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ.
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις-πιά.
Πρέπει ν᾿ ἀρχίσω ἀπ᾿ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις - εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ᾿ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμώνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
- ἕνα τ᾿ ὀνομάζω.


Πηγή


Διονύσιος Σολωμός: Εἰς τὸν θάνατον τοῦ Λόρδ Μπάϋρον



1.
Λευτεριά, γιὰ λίγο πάψε
νὰ χτυπᾶς μὲ τὸ σπαθί.
Τώρα σίμωσε καὶ κλάψε
εἰς τοῦ Μπάιρον τὸ κορμί.
2.
Καὶ κατόπι ἂς ἀκλουθοῦνε
ὅσοι ἐπράξανε λαμπρά.
ἀποπάνου του ἂς χτυποῦνε
μόνο στήθια ἡρωικά.

3.
Πρῶτοι ἂς ἔλθουνε οἱ Σουλιῶτες,
καὶ ἀπ᾿ τὸ Λείψανον αὐτὸ
ἂς μακραίνουνε οἱ προδότες
καὶ ἀπ᾿ τὰ λόγια ὁποῦ θὰ πῶ.

4.
Φλάμπουρα, ὅπλα τιμημένα,
ἂς γυρθοῦν κατὰ τὴ γῆ,
καθὼς ἤτανε γυρμένα
εἰς τοῦ Μάρκου τὴ θανή,

5.
ποῦ βαστοῦσε τὸ μαχαίρι,
ὅταν τοῦ ῾λειψε ἡ ζωή,
μεσ᾿ στὸ ἀνδρόφονο τὸ χέρι,
καὶ δὲν τ᾿ ἄφηνε νὰ βγεῖ.

6.
Ἀναθράφηκε ὁ γενναῖος
στῶν ἁρμάτων τὴν κλαγγή.
Τοῦτον ἔμπνευσε, ὄντας νέος,
μία θεὰ μελωδική.

7.
Μὲ τὲς θεῖες τὶς ἀδελφάδες
ἐστεκότουν σιωπηλή,
ἐνῶ αὐξαίνανε οἱ λαμπράδες
στοῦ Θεοῦ τὴν κεφαλή,

8.
ποῦ ἐμελέτουνε τὴ Χτίσι.
Καὶ ὅτι ἐβγῆκε ἡ προσταγή,
ὁποῦ ἐστένεψε τὴ Φύση
αἰφνιδίως νὰ φωτιστεῖ,

9.
Μὲ τὰ μάτια ἀκολουθώντας
τὸ νεογέννητο τὸ φῶς,
καὶ σὲ δαῦτο ἀναφτερώντας,
τῆς ἐξέβγαινε ὁ ψαλμὸς

10.
ἀπ᾿ τ᾿ ἀθάνατο τὸ στόμα,
καὶ ἀπομάκραινε ἡ βροντή,
ποῦ τὸ Χάος ἔκανε ἀκόμα
στὴν ὀγλήγορη φυγή,

11.
ἕως ποὺ ὁλόκληρον ἐχάθη
στοῦ Ἔρεβου τὴ φυλακή,
ὅπου ἁπλώθηκε καὶ ἐστάθη
σὰν στὴν πρώτη του πηγή.

Διονύσιος Σολωμός: Ὁ Κρητικός



XVII.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἐκοίταα, κι ἤτανε μακριὰ ἀκόμη τ᾿ ἀκρογιάλι·
«ἀστροπελέκι μου καλό, γιὰ ξαναφέξε πάλι!».
Τρία ἀστροπελέκια ἐπέσανε, ἕνα ξοπίσω στ᾿ ἄλλο,
πολὺ κοντὰ στὴν κορασιά, μὲ βρόντημα μεγάλο·
τὰ πέλαγα στὴν ἀστραπὴ κι ὁ οὐρανὸς ἀντήχαν,
οἱ ἀκρογιαλιὲς καὶ τὰ βουνὰ μ᾿ ὅσες φωνὲς κι ἂν εἶχαν.

XIX.

Πιστέψετε π᾿ ὅ,τι θὰ πῶ εἶν᾿ ἀκριβὴ ἀλήθεια,
μὰ τὲς πολλὲς λαβωματιὲς ποὺ μὄφαγαν τὰ στήθια,
μὰ τοὺς συντρόφους πὄπεσαν στὴν Κρήτη πολεμώντας,
μὰ τὴν ψυχὴ ποὺ μ᾿ ἔκαψε τὸν κόσμο ἀπαρατώντας.
(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι ἐγὼ τὸ σάβανο τινάζω,
καὶ σχίζω δρόμο καὶ τσ᾿ ἀχνοὺς ἀναστημένους κράζω:
«Μὴν εἴδετε τὴν ὀμορφιὰ ποὺ τὴν Κοιλάδα ἁγιάζει;
Πέστε, νὰ ἰδεῖτε τὸ καλὸ ἐσεῖς κι ὅ,τι σᾶς μοιάζει.
Καπνὸς δὲ μένει ἀπὸ τὴ γῆ· νιὸς οὐρανὸς ἐγίνη.
Σὰν πρῶτα ἐγὼ τὴν ἀγαπῶ καὶ θὰ κριθῶ μ᾿ αὐτήνη».
«Ψηλὰ τὴν εἴδαμε πρωί· τῆς τρέμαν τὰ λουλούδια,
στὴ θύρα τῆς Παράδεισος ποὺ ἐβγῆκε μὲ τραγούδια·
ἔψαλλε τὴν Ἀνάσταση χαροποιὰ ἡ φωνή της,
κι ἔδειχνεν ἀνυπομονιὰ γιὰ νὰ ῾μπει στὸ κορμί της·
ὁ Οὐρανὸς ὁλόκληρος ἀγρίκαε σαστισμένος,
τὸ κάψιμο ἀργοπόρουνε ὁ κόσμος ὁ ἀναμμένος·
καὶ τώρα ὀμπρὸς τὴν εἴδαμε· ὀγλήγορα σαλεύει·
ὅμως κοιτάζει ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ κάποιονε γυρεύει»).

XX.

Ἀκόμη έβάστουνε ἡ βροντή...
Κι ἡ θάλασσα, ποὺ σκίρτησε σὰν τὸ χοχλὸ ποὺ βράζει,
ἡσύχασε καὶ ἔγινε ὅλο ἡσυχία καὶ πάστρα,
σὰν περιβόλι εὐώδησε κι ἐδέχτηκε ὅλα τ᾿ ἄστρα·
κάτι κρυφὸ μυστήριο ἐστένεψε τὴ φύση
κάθε ὀμορφιὰ νὰ στολιστεῖ καὶ τὸ θυμὸ ν᾿ ἀφήσει.
Δὲν εἶν᾿ πνοὴ στὸν οὐρανό, στὴ θάλασσα, φυσώντας
οὔτε ὅσο κάνει στὸν ἀνθὸ ἡ μέλισσα περνώντας,
ὅμως κοντὰ στὴν κορασιά, ποὺ μ᾿ ἔσφιξε κι ἐχάρη,
ἐσειόνταν τ᾿ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι·
καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποὺ ἐκεῖθε βγαίνει,
κι ὀμπρός μου ἰδοὺ ποὺ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσάτο φῶς στὴ θεϊκιὰ θωριά της,
στὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ στὰ χρυσὰ μαλλιά της.

Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης: Κυνομυομαχία



Ἐξ ὅλων τῶν πόλεων τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου ἔτυχε νὰ κατοικήσω, ἡ καθαρωτάτη εἶναι ἡ τουλάχιστον ἦτο πρὸ ἡμίσεος αἰῶνος, πρὸ τῆς ἰταλικῆς δηλ. ἑνότητος καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ Γένοβα, πρωτεύουσα τῆς Λιγουρίας. Ἡ ἱστορία τῆς πόλεως ταύτης συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς ἡμετέρας μεσαιωνικῆς. Οἱ Γενοβέζοι ὑπῆρξαν πιστοὶ σύμμαχοι τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ τοῦ Παλαιολόγου κατὰ τῶν Ἐνετῶν, καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον δυνάσται τῆς Χίου, ὅπου, ἂν ὑπάγῃς, ἀναγνῶστα, δύνασαι νὰ συναντήσῃς ἐπιζῶντας τινὰς ἀπογόνους τοῦ Ἰουστινιάνη καὶ τοῦ Γριμάλδη διατηροῦντας ἀκόμη τὰ οἰκόσημα, τὰ γενεαλογικὰ δένδρα καὶ τὴν πίστιν εἰς τὸν πάπαν, κατ᾿ οὐδὲν ὅμως ἄλλο διακρινομένους ἀπὸ τῶν γειτόνων αὐτῶν, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία περιορίζεται εἰς κτῆμα, οὐχὶ πολὺ μεγαλείτερον τῆς αἰθούσης χοροῦ τῶν ἀνακτόρων τοῦ βασιλέως Γεωργίου, ἀποδίδον κατ᾿ ἔτος ἑκατοντάδας τινὰς πορτοκαλίων καὶ σακκίδιον ἀμυγδάλων.

Δήμος Μούτσης: Χορός



Μουσική: Δήμος Μούτσης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Δίσκος: Ένα χαμόγελο (1969)

Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Όταν το Game of Thrones συναντάει το Μάρκο Βαμβακάρη



Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης
Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης
1η εκτέλεση: Μάρκος Βαμβακάρης
Δίσκος: Δίσκος 78 στροφών (1936)



Διασκευή στίχων: Βασίλης Πανδής

Απέθανε ο Ρένλυ μας,
πάει κι ο ξοφλημένος,
την πούλεψε κι ο Τάιγουιν,
που έφερνε το μένος
Κι η Σέρσεϊ μες στο Λάντινκς Κινγκ
μας το 'παιζε κυρία,
μα με τον Τζέιμι Λάννιστερ
γινόταν' η 'στορία

Όσοι γενούνε βασιλείς,
όλοι τους θα πεθάνουν,
τους κυνηγά η Άρρια
απ' τα καλά που κάνουν
Τους κυνηγά η Άρρια,
απ' τα καλά που κάνουν,
όσοι γενούνε βασιλείς,
όλοι τους θα πεθάνουν

Κι ο Βάρυς με τον Τύριον
παν' για τη δρακομάνα,
που όμως της ερχόντανε
όλο κακά μαντάτα
Κι η Σάνσα μες στο Γουίντερφελ
κάθεται το καημένο,
τη θέλουνε να παντρευτεί
εκειόν τον διεστραμμένο

Κι ο Τζον ο Σνόου απόμεινε
πάνου στα κρύα τείχη
και κλαίει για τη μαύρη του
και την κακή του τύχη
Στο μαύρο μέσα, στο λευκό,
θα πάω για πεσκέσι,
βγήκαν κι οι άγρι' απ' τη μέση -
ο Στάννις να τους χέζει

David Lehman: With Tenure (Με τη μονιμότητα)



If Ezra Pound were alive today
            (and he is)
he’d be teaching
at a small college in the Pacific Northwest
and attending the annual convention
of writing instructors in St. Louis
and railing against tenure,
saying tenure
is a ladder whose rungs slip out
from under the scholar as he climbs
upwards to empty heaven
by the angels abandoned
for tenure killeth the spirit
(with tenure no man becomes master)
Texts are unwritten with tenure,
under the microscope, sous rature
it turneth the scholar into a drone
decayeth the pipe in his jacket’s breast pocket.
Hamlet was not written with tenure,
nor were written Schubert’s lieder
nor Manet’s Olympia painted with tenure.
No man of genius rises by tenure
Nor woman (I see you smile).
Picasso came not by tenure
nor Charlie Parker;
Came not by tenure Wallace Stevens
Not by tenure Marcel Proust
Nor Turner by tenure
With tenure hath only the mediocre
a sinecure unto death. Unto death, I say!
WITH TENURE
Nature is constipated the sap doesn’t flow
With tenure the classroom is empty
            et in academia ego
the ketchup is stuck inside the bottle
the letter goes unanswered the bell doesn’t ring.


***


Αν ο Έζρα Πάουντ ζούσε σήμερα
            (που ζει δηλαδή...),
θα δίδασκε
σ' ένα μικρό πανεπιστήμιο στην Ανατολική Ακτή
και θα πήγαινε κάθε χρόνο στο
λογοτεχνικό συνέδριο του Σεντ Λούις,
και λάβρος θα 'τανε κατά της μονιμότητας,
λέγοντας ότι η μονιμότητα
είναι μια σκάλα με τα σκαλοπάτια της κρυμμένα,
στα οποία ο φιλόλογος, καθώς σκαρφαλώνει
κατά τον άδειο ουρανό,
απ' τους αγγέλους εγκαταλελειμμένος,
για τη μονιμότητα, το πνεύμα σκοτώνει
(με τη μονιμότητα κανείς δε γίνεται κύρης)
Όλα τα γραφτά ξεγράφονται με τη μονιμότητα,
κάτω απ' το μικροσκόπιο -sous rature-
έκανε το φιλόλογο ρομπότ,
εσάπισε την πίπα στην τσέπη του πέτου του σακακιού του
Ο Άμλετ δεν γράφτηκε με τη μονιμότητα,
δεν γραφτήκαν τα λίντερ του Σουμπερτ
ούτε η Ολυμπία του Μανέ ζωγραφίστηκε με τη μονιμότητα
Κανείς εχέφρων άντρας δε μεγάλωσε
ούτε και καμιά γυναίκα (σε βλέπω που χαμογελάς)
Ο Πικάσο δεν εξεπετάχτηκε από τη μονιμότητα
ούτε κι ο Τσάρλι Πάρκερ·
δεν ήρθε με τη μονιμότητα ο Ουάλας Στήβενς
ούτε με τη μονιμότητα ο Μαρσέλ Προυστ
ούτε κι Τέρνερ με τη μονιμότητα
Με τη μονιμότητα μονάχα ο μέτριος έχει
εξασφαλισμένη αργομισθία ως το θάνατο... ως το θάνατο, λέω!
ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ
η φύση γίνεται δυσκοίλια, οι χυμοί δε ρέουν·
με τη μονιμότητα η τάξη είναι άδεια
            et in academia ego·
το κέτσαπ κολλάει μες στο δοχείο,
το γράμμα πάει καλλιά του αναπάντητο κι η καμπάνα ποτέ δε χτυπά


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ε (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ε-


-Ε-ἔνθ᾿ αὖ Τυδεί̈δῃ Διομήδεϊ Παλλὰς Ἀθήνη
δῶκε μένος καὶ θάρσος, ἵν᾿ ἔκδηλος μετὰ πᾶσιν
Ἀργείοισι γένοιτο ἰδὲ κλέος ἐσθλὸν ἄροιτο:
δαῖέ οἱ ἐκ κόρυθός τε καὶ ἀσπίδος ἀκάματον πῦρ
Τότε η Αθηνά στον πολεμόχαρο Διομήδη, του Τυδέα
το γιο, καρδιά και δύναμη έδωκε, μες στους Αργίτες όλους
να ξεχωρίσει και περίλαμπρο να γίνει τ᾿ όνομά του.
Κι άναβε αδάμαστη απ᾿ το κράνος του φωτιά κι απ᾿ το σκουτάρι,
ίδια με τ᾿ άστρο του χινόπωρου, λουσμένο από το ρέμα
του Ωκεανού ως προβάλλει, ανάφεγγη φωτοβολή σκορπώντας.
Τέτοια η θεά απ᾿ τους ώμους του άναβε κι απ᾿ το κεφάλι φλόγα,
κι εκεί στη μέση, στο συντάραχο τον σπρώχνει του πολέμου.
Κάποιος εζούσε πλούσιος κι άψεγος μέσα στους Τρώες, ο Δάρης,
5ἀστέρ᾿ ὀπωρινῷ ἐναλίγκιον, ὅς τε μάλιστα
λαμπρὸν παμφαίνῃσι λελουμένος ὠκεανοῖο:
τοῖόν οἱ πῦρ δαῖεν ἀπὸ κρατός τε καὶ ὤμων,
ὦρσε δέ μιν κατὰ μέσσον ὅθι πλεῖστοι κλονέοντο.
ἦν δέ τις ἐν Τρώεσσι Δάρης ἀφνειὸς ἀμύμων

Ὁμήρου Ἰλιάς: Δ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Δ-


-Δ-Οἳ δὲ θεοὶ πὰρ Ζηνὶ καθήμενοι ἠγορόωντο
χρυσέῳ ἐν δαπέδῳ, μετὰ δέ σφισι πότνια Ἥβη
νέκταρ ἐοινοχόει· τοὶ δὲ χρυσέοις δεπάεσσι
δειδέχατ᾽ ἀλλήλους, Τρώων πόλιν εἰσορόωντες·
Ωστόσο πλάι στο Δία σε σύναξη μαζί οι θεοί εκαθόνταν
μες στο χρυσόστρωτο παλάτι του, κι η Ήβη η σεβάσμια γύρω
σε όλους κρασί κερνούσε αθάνατο᾿ κι αυτοί την Τροία θωρώντας
ο ένας τον άλλο αντιχαιρέτιζε με τη χρυσή του κούπα.
Άξαφνα ο γιος του Κρόνου εβάλθηκε την Ήρα να πειράζει,
παραπετριές στη μέση ρίχνοντας και λόγια αγκιδωμένα:
«Έχει ο Μενέλαος δυο προστάτισσες θεές αλήθεια τώρα,
την Αθηνά τη στρατολάτισσα και την Αργίτισσα Ήρα·
μα αυτές κάθονται και τον χαίρουνται θωρώντας απ᾿ αλάργα.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Γ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Γ-


-Γ-Αὐτὰρ ἐπεὶ κόσμηθεν ἅμ᾽ ἡγεμόνεσσιν ἕκαστοι,
Τρῶες μὲν κλαγγῇ τ᾽ ἐνοπῇ τ᾽ ἴσαν ὄρνιθες ὣς
ἠΰτε περ κλαγγὴ γεράνων πέλει οὐρανόθι πρό·
αἵ τ᾽ ἐπεὶ οὖν χειμῶνα φύγον καὶ ἀθέσφατον ὄμβρον
Κι ως oρδινιάστηκαν, καθένας τους στους αρχηγούς τρογύρα,
οι Τρώες στρηνιάζοντας, φωνάζοντας σαν τα πουλιά κινούσαν,
ως γερανοί, που με στρηνιάσματα στον ουρανό πετούνε
τη βαρυχειμωνιά ξεφεύγοντας και τις βαριές τις μπόρες·
και παν πετώντας με στρηνιάσματα στου Ωκεανού το ρέμα,
να φέρουν στους Πυγμαίους το θάνατο και την κακιά την ώρα,
και τους κινούν ανήλεο πόλεμο, μόλις προβάλει η μέρα.
Κι οι Αργίτες απ᾿ την άλλη αμίλητοι, γεμάτοι ορμή κινούσαν
κι ο ένας του αλλού να παραστέκεται βαθιά στο νου τους είχαν.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Β (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Β-


-Β-Ἄλλοι μέν ῥα θεοί τε καὶ ἀνέρες ἱπποκορυσταὶ
εὗδον παννύχιοι, Δία δ᾽ οὐκ ἔχε νήδυμος ὕπνος,
ἀλλ᾽ ὅ γε μερμήριζε κατὰ φρένα ὡς Ἀχιλῆα
τιμήσῃ, ὀλέσῃ δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.
Οι άλλοι —θεοί, θνητοί πολέμαρχοι— κοιμόνταν όλη νύχτα,
και μοναχά το Δία δεν επιανεν ύπνος γλυκός καθόλου,
μόν᾿ όλο μες στο νου του ανάδευε, πως του Αχιλλέα να δώσει
τιμή, κι Αργίτες δίπλα στ᾿ άρμενα περίσσιους ν᾿ αφανίσει.
Και τούτη η πιο καλή του εικάστηκε βουλή στο νου, να στείλει
στο γιο του Ατρέα, τον Αγαμέμνονα, τον όνειρο τον πλάνο'
γυρνάει σ᾿ αυτόν και με άνεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
«Όνειρε πλάνε, ομπρός, στ᾿ Αργίτικα γοργά καράβια δράμε,
και στο καλύβι του Αγαμέμνονα, του γιου του Ατρέα, σα φτάσεις,
5Ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή,
πέμψαι ἐπ᾽ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι οὖλον ὄνειρον·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
βάσκ᾽ ἴθι οὖλε ὄνειρε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν·
ἐλθὼν ἐς κλισίην Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο

Ὁμήρου Ἰλιάς: Α (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Α-


-Α-Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος
οὐλομένην, ἣ μυρί᾿ Ἀχαιοῖς ἄλγε᾿ ἔθηκε,
πολλὰς δ᾿ ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν
ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν
Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα,
ανάθεμα τη, πίκρες που 'δωκε στους Αχαιούς περίσσιες
και πλήθος αντρειωμένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω
παλικαριών, στους σκύλους ρίχνοντας να φάνε τα κορμιά τους
και στα όρνια ολούθε —έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας—
απ᾿ τη στιγμή που πρωτοπιάστηκαν και χώρισαν οι δυο τους,
του Ατρέα ο γιος ο στρατοκράτορας κι ο μέγας Αχιλλέας.
Ποιος τάχα απ᾿ τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ᾿ έτοια αμάχη;
Του Δία και της Λητώς τους έσπρωξεν ο γιος, που με το ρήγα

Πρόλογος Ν. Καζαντζάκη & Ἰ.Θ. Κακριδῆ στή μετάφραση τῆς Ἰλιάδας



Μετάφραση: Ν. Καζαντζάκη - Ἰ. Θ. Κακριδῆ

Στὴ μνήμη τοῦ Ἀλέξαντρου Πάλλη

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ

Παραδίνουμε σήμερα στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων μεταφρασμένη τὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου, τὸ πιὸ παλιὸ ἑλληνικὸ ποιητικὸ κείμενο, γραμμένο ἐδῶ καὶ εἰκοσιοχτὼ αἰῶνες, καὶ ὅμως πάντα ἀγέραστο σε ὀμορφιὰ καὶ σὲ δύναμη. Ὅταν στὰ 1942, μέσα στὶς σκοτεινὲς μέρες τῆς κατοχῆς, παίρναμε τὴν ἀπόφαση νὰ συνεργαστοῦμε γιὰ τὸ ἔργο αὐτό, δὲ φανταζόμαστε πὼς θὰ ἔπρεπε νὰ περάσουν τόσα χρόνια ἐπίμονης κοινῆς προσπάθειας ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸ θεωρούσαμε ἄξιο νὰ δεῖ τὸ φῶς. Μὰ ἡ ἐπίγνωση τῆς εὐθύνης ἦταν μεγάλη, μεγάλη καὶ ἡ χαρὰ τῆς μεταφραστικῆς δημιουργίας, καὶ ἔτσι μέσα στὰ δεκατέσσερα αὐτὰ χρόνια οἱ μεταφραστὲς δὲν ἔνιωσαν οὔτε γιὰ μία στιγμὴ νὰ τοὺς λιγοστεύει ὁ πόθος νὰ δουλέψουν καὶ νὰ ξαναδουλέψουν τοὺς ἀθάνατους στίχους. Πάλευαν καὶ στοῦ Ὁμήρου τὴν τέχνη νὰ βαθύνουν περισσότερο καὶ τὶς ἐκφραστικὲς δυνατότητες τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ χρησιμοποιήσουν καλύτερα, ὅση πεῖρα κι ἂν εἶχαν ἀπὸ τὴ μεταφραστική τους προσπάθεια σὲ ἄλλα κείμενα. Ἡ μετάφραση εἶναι πάντα μία συνθηκολόγηση· ὑποκειμενικὲς καὶ ἀντικειμενικὲς δυσκολίες σὲ ἐμποδίζουν νὰ καλύψεις μὲ τὴ μετάφρασή σου ἀπόλυτα τὸ πρωτότυπο. Μὰ ὅταν συνθηκολογεῖς ὑστέρα ἀπὸ τόσον ἀγῶνα, νὰ μὴν προδώσεις ἕνα ἔργο ποὺ πολὺ ἀγάπησες, ἔχεις τὸ δικαίωμα, νομίζουμε, νὰ μὴν ντρέπεσαι γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγῶνα σου.
Τὸ ἑλληνικὸ κοινό, αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὴν Ἴλιαδα στὸ πρωτότυπο, τὴν ἔχει γνωρίσει ἀπὸ τὴ μετάφραση τοῦ Ἀλέξαντρου Πάλλῃ - ἡ μετάφραση τοῦ Πολυλᾶ, μὲ πολλὴ εὐγένεια στὸ λόγο, μὰ ψυχρὴ καὶ ἀλύγιστη, ἔχει πολὺ πιὸ λίγο βοηθήσει τοὺς Ἕλληνες νὰ γνωρίσουν τὸν Ὅμηρο. Τοῦ Πάλλη ἡ Ἰλιάδα ἐκδόθηκε στὰ 1904, καὶ στάθηκε ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ σημαντικὰ ἔργα τῆς ἐποχῆς· καὶ σήμερα ἀκόμα κρατάει ὅλη της τὴν ἀξία. Ἀπὸ τότε ὅμως πέρασε μισὸς αἰώνας· στὸ διάστημα αὐτὸ ἡ γνώση τῆς ὁμηρικῆς ζωῆς καὶ γλώσσας πλήθυνε, καὶ ἡ νεοελληνικὴ γλῶσσα δουλεύτηκε πιὸ πολὺ καὶ μελετήθηκε καλύτερα. Ἦταν λοιπὸν καιρὸς νὰ δοκιμαστεῖ ἄλλη μιὰ φορὰ ἡ δύναμη καὶ ἡ ὀμορφιά της πάνω στὸ ἀκατάλυτο κλασικὸ κείμενο.
Ὁ Πάλλης, ἀκολουθώντας θεωρίες κυρίαρχες στὸν καιρό του, ποὺ νόθευαν πλῆθος στίχους, σκηνὲς καὶ ραψῳδίες ὁλόκληρές της Ἰλιάδας, τάχα πῶς τὶς εἶχαν πλάσει ὑστερότεροι διασκευαστὲς καὶ ραψῳδοί, παράλειψε πάνω ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες στίχους. Ἡ σημερινὴ μετάφραση δίνει ὅλη τὴν Ἰλιάδα, ἔξω ἀπὸ τοὺς 384 στίχους τῆς δεύτερης ραψῳδίας ποὺ περιέχουν τὸν Κατάλογο τῶν Καραβιῶν*. Οἱ μεταφραστὲς λυποῦνται γιὰ τὴν παράλειψη· γιατὶ δὲν εἶναι ποὺ δὲν πιστεύουν τὸν κατάλογο ὁμηρικό· εἶναι ποὺ θεωροῦν ἀκατόρθωτο νὰ ἀποδοθεῖ ἱκανοποιητικὰ τὸ ἀπόσπασμα αὐτό, γεμάτο ὀνόματα ἀπὸ ἥρωες, πολιτεῖες καὶ χῶρες. Γιὰ νὰ μποῦν στὸ στίχο τὰ ἀτέλειωτα αὐτὰ κύρια ὀνόματα, θὰ ἔπρεπε νὰ μετασχηματιστοῦν αὐθαίρετα, πρᾶγμα ποὺ οἱ μεταφραστὲς τὸ ἀπόφυγαν συστηματικὰ σὲ ὅλο τὸ ἄλλο ἔργο.
«Κάθε φορὰν ποὺ ὁ Ὅμηρος ἀναζῇ εἰς τὴν γλῶσσαν ἑνὸς λαοῦ, ἕνα γεγονὸς ἀνυπολογίστου σημασίας τελεῖται διὰ τὸν λαὸν αὐτὸν καὶ ἕνας τίτλος πολιτισμοῦ προστίθεται εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ζωήν του.» Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ προλόγιζε πρὶν ἀπὸ πενήντα χρόνια ἕνας κριτικὸς τὸ ἄρθρο του γιὰ τὴ μετάφραση τοῦ Πάλλῃ. Φυσικά, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν κατορθώνεται ἡ ἀναβίωση. Οἱ ἴδιοι οἱ μεταφραστὲς δὲν μποροῦν βέβαια νὰ εἶναι ἀντικειμενικοὶ κριτὲς τοῦ ἔργου τους, νομίζουν ὡστόσο πῶς καὶ στὸ δικό τους τὸ κείμενο ὁ Ὅμηρος ξαναζεῖ, καὶ μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῆς γλώσσας του καὶ μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια τοῦ στίχου του καὶ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς του τὸν ἀνεξάντλητο· ξαναζεῖ καὶ ὅλος ὁ ἡρωικὸς κόσμος μὲ τὶς ἀρετές του καὶ μὲ τὰ πάθη του, ἕνας κόσμος τόσο μακρινὸς χρονικά, μὰ καὶ τόσο κοντὰ στὴν ψυχή μας.
Ὁ ἀναγνώστης δὲν εἶναι ἀπίθανο ἐδῶ κι ἐκεῖ νὰ σκοντάψει σὲ μία λέξη, εἴτε γιατί δὲν ξέρει τὸ πρᾶγμα ποὺ σημαίνει - ὅταν μάλιστα ἀναφέρεται στὴν ὁμηρικὴ ζωή - εἴτε γιατί ἡ ἴδια ἡ λέξη τοῦ εἶναι ἄγνωστη. Μὰ πόσοι μποροῦν νὰ ξέρουν ὅλο τὸν πλοῦτο τῆς δημοτικῆς μας γλώσσας; Καὶ ποιὸς ὅμως θὰ εἶχε τὸ κουράγιο νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς βρῆκε ἀπόλυτα ἱκανοποιητικὴ λύση σὲ ὅλα τὰ μεταφραστικὰ προβλήματα ποῦ ὑψώνουν οἱ δεκαπέντε χιλιάδες στίχοι τῆς Ἰλιάδας;
Δυὸ λόγια ἀκόμα· ὁ ἀναγνώστης ξέρει τώρα πόσα χρόνια καὶ πόσους κόπους χρειάστηκε γιὰ νὰ πάρει, προσωρινά, τελικὴ μορφὴ ἡ μετάφραση τούτη, μπορεῖ λοιπὸν νὰ φανταστεῖ πόσες γραφὲς ἀπαιτήθηκε νὰ γίνουν, πόσες φορὲς ὁ κάθε στίχος νὰ χυθεῖ καὶ νὰ ξαναχυθεῖ. Ἐκεῖνο ὡστόσο ποὺ εὐχόμαστε εἶναι ἀπὸ τὸ μόχθο αὐτό, καθὼς θὰ διαβάζει τὴ μετάφραση, νὰ μὴν καταλάβει τίποτα· μοναχὰ ἂν νιώσει τοὺς στίχους νὰ κυλοῦν ἄνετα καὶ ἀβίαστα, σὰν νὰ πρωτοχύθηκαν ἀπὸ τὸν ποιητὴ τὸν ἴδιο κάτω ἀπὸ τὴν ἔνθεη πνοὴ τῆς Μούσας, μοναχὰ τότε θὰ πεῖ, θὰ ποῦμε κι ἐμεῖς μαζί του, πῶς ἡ μετάφραση ἔχει πετύχει.

Σημείωση: ἡ ἀπόδοση στὴ νέα ἑλληνικὴ τοῦ τμήματος Κατάλογος τῶν Πλοίων (B 473-879) ἔγινε ἀπὸ τὴν Ὄλγα Κομνηνοῦ-Κακριδῆ.




Νίκος Γκάτσος: Ο Σαμ ο Τζόνυ κι ο Ιβάν




Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
1η εκτέλεση: Σταύρος Παράβας
Δίσκος: Η συμφωνία της Γιάλτας και της πικρής αγάπης τα τραγούδια (1976)





Ο Σαμ ο Τζόνυ κι ο Ιβάν
Σε μαύρη θάλασσα τραβάν
Κρυφά να κουβεντιάσουνε
Τον κόσμο να μοιράσουνε

Αναστενάζουν οι λαοί
Μα εκείνοι τώρα σαν Θεοί
Παίζουν τη γη στα χέρια τους
Και δείχνουν τα μαχαίρια τους

Ιβάν σου δίνω – λέει ο Σαμ
Από όσα βλέπεις τα μισά
Μα μη ξεχνάς τον Τζόνυ μου
Που είναι γονιός κι αγγόνι μου
Που είχε παλάτια τρίπατα
Και δεν του μένει τίποτα

Σύντροφε Σαμ, λέει ο Ιβάν
Είναι τα λόγια σου ακριβά
Μα σε καινούρια χαρτωσιά
Μη κάνεις άλλη μπαμπεσιά
Γιατί το βιος μου χάλασα
Να βγω κι εγώ στη θάλασσα

Και του Καυκάσου οι αστραπές
Με τον παλιό τους γύπα
Κλαίγαν για τούτες τις ντροπές
Και γι’άλλες που δεν είπα

Ο Σαμ ο Τζόνι κι ο Ιβάν
Βάζουν τον σκούφο τους στραβά
Κι ως που να φαν κι ως που να πιουν
Και παραμύθια να μας πουν
Τον κόσμο τον μοιράσανε
Και δε μας λογαριάσανε


***


Και η Βίκυ Μοσχολιού (δυστυχώς η ηχογράφηση ήταν ερασιτεχνική)





Μπορείτε να τη δείτε, πάντως, κι εδώ να τραγουδά ακαπέλλα (απ' το 17:22')





Διονύσιος Σολωμός: Διάλογος




Οἱ σημειώσεις ἐλήφθησαν ὰπὸ τὸν δικτυακὸ τόπο http://www.sarantakos.com

ΔΙΑΛΟΓΟΣ1

A voce piu ch᾿al ver drizzan li volti;2
E cosi ferman sua opinione,
Prima ch᾿arte o ragion per lor s᾿ascolti
Dante Purg. XXVI, 121-123

ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ
ΦΙΛ. Ἔπειτα ἀπὸ τόσες ὁμιλίες, ἐξέχασες κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μοριά.

ΠΟΙΗΤ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξέχασες καὶ σύ, γιατὶ δὲν μοῦ ὁμιλοῦσες παντελῶς· εἶναι πιθανὸ νὰ ἐστοχαζόμασθε τὰ ἴδια πράγματα καὶ οἱ δύο· ἠμπορεῖ νὰ ἐπέρασαν τρεῖς ὦρες ἀφοῦ ὁ ἥλιος ἐμεσουράνησε, θέλουν ἀκόμη τέσσερες γιὰ νὰ θολώσουν τὰ νερά, καί, ἂν θέλεις, ἠμποροῦμε νὰ καθίσουμε εἰς τούτη τὴν πέτρα, καὶ νὰ ξαναρχινήσουμε.

ΦΙΛ. Ἂς καθίσουμε· γλυκειὰ ἡ μυρωδιὰ τοῦ πελάγου, γλυκὸς ὁ ἀέρας, καὶ ὁ οὐρανὸς ἀσυγνέφιαστος.

ΠΟΙΗΤ. Τὸ πέλαγο εἶναι ὅλο στρωτό, καὶ ὁ ἀέρας λεπτότατος, καὶ ὅποιος ἤθελε νὰ κινήσῃ γιὰ τὸ Μοριά, δὲν ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ταξείδι χωρὶς νὰ δουλέψουν ἀκατάπαυστα τὰ κουπιά.

ΦΙΛ. Τί σοῦ ἀρέσει περισσότερο, ἡ ἡσυχία τῆς θαλάσσας, ἢ ἡ ταραχή;

ΠΟΙΗΤ. Νὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια, μοῦ ἄρεσε πάντα ἡ γαλήνη, ὁποῦ ἀπλώνεται καθαρώτατη· τὴν ἐθεωροῦσα σὰν τὴν εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, ὁποῦ ἀπομακραίνει ἀπὸ τὲς ἀνησυχίες τοῦ κόσμου, καὶ μὲ εἰλικρίνεια φανερώνει ὅσα ἔχει μέσα του. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ἐπέρασαν τὰ καράβια μας γιὰ νὰ πᾶνε στο Μεσολόγγι, μ᾿ ἀρέσει περισσότερο ἡ ταραχή· ἐφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία, καὶ ἐξάνοιγες λευκὰ τὰ κατάρτια ἀπὸ τὰ φουσκωμένα πανιά, λευκὰ ἀπὸ τοὺς διασκορπισμένους ἀφροὺς τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα μὲ μία βουή, ὁποῦ λὲς καὶ ἦταν χαρᾶς, ἀναγάλλιαζαν εἰς τὸ πέλαγο τοῦ Ἰονίου, καὶ ἐσυντρίβονταν εἰς τὸ γιαλὸ τῆς Ζακύνθου.

ΦΙΛ. Τὸ θυμοῦμαι καλά· καὶ τόσος ἦταν ὁ κρότος, καὶ τόση ἡ ἀνακάτωσι τοῦ πελάγου, ὁποῦ σὲ ἐπαραμέρισα, γιὰ ν᾿ ἀποφύγουμε τὸ ῥάντισμα, ὁποῦ ἀποπάνου μας ῾σταλοβολοῦσε ἡ θάλασσα.

ΠΟΙΗΤ. Φαίνεται ὅτι ἐκεῖ πέρα οἱ δικοί μας δὲν ἔχουν τόση δυσκολιὰ νὰ βρέχονται μὲ τὸ αἷμα τους, ὅσην ἔχουμε ἐμεῖς νὰ νοτισθοῦμε ἀπὸ ὀλίγες σταλαγματιὲς θαλασσινές.

ΦΙΛ. Ἑτοιμάζεσαι πάλι νὰ ξανακοιτάξῃς κατὰ τὸ Μοριᾶ, καὶ νὰ ξανασωπάσῃς... ἀγκαλὰ ἐγὼ ἔχω τὸν τρόπο νὰ σὲ κάμω νὰ ὁμιλῇς ὅποτε θέλω.

ΠΟΙΗΤ. Ἐκατάλαβα· θέλεις νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὴ γλῶσσα· μήγαρις ἔχω ἄλλο στο νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα; Ἐκείνη ἄρχισε νὰ πατῇ τὰ κεφάλια τὰ τούρκικα, τούτη θέλει πατήσῃ ὀγλήγορα τὰ σοφολογιωτατίστικα, καὶ ἔπειτα ἀγκαλιασμένες καὶ οἱ δύο θέλει προχωρήσουν εἰς τὸ δρόμο τῆς δόξας, χωρὶς ποτὲ νὰ γυρίσουν ὀπίσω, ἂν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζῃ ἢ κανένας Τοῦρκος βαβίζῃ· γιατὶ γιὰ ῾μὲ εἶναι ὅμοιοι καὶ οἱ δύο.

ΦΙΛ. Βέβαια εἶναι ἐχθροί μας καὶ οἱ δύο· μὲ κανεὶς νὰ θυμηθῶ τὰ λόγια τοῦ Λόκ· — Ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνα μεγάλο ποτάμι, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν ἀνταπόκρισι τὰ ὅσα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὅποιος δὲν τὴν μεταχειρίζεται καθὼς πρέπει, κάνει ὅ,τι τοῦ βολέσῃ, γιὰ νὰ κόψῃ ἢ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς δρόμους, μὲ τὸ μέσον τῶν ὁποίων τρέχει ἡ πολυμάθεια. Ὅποιος κάνει λοιπὸν αὐτὸ μὲ ἀπόφασι θεληματική, πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ τὸν στοχάζωνται ἐχθρὸν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πολυμαθείας.

ΠΟΙΗΤ. Τί λές; ὡς πότε θὰ πηγαίνη ὀμπρὸς αὐτὴ ἡ ὑπόθεσι; ἕνας λαὸς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ ὁμιλῇ σ᾿ ἕναν τρόπο, ὀλίγοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἄλλο νὰ ἐλπίζουν νὰ κάμουν τὸν λαὸν νὰ ὁμιλῇ μίαν γλῶσσαν ῾δικήν τους!

ΦΙΛ. Γιὰ κάποιο καιρὸ ἡ ὑπόθεσι θέλει ἀκολουθήσῃ· ἡ ἀλήθεια εἶναι καλὴ θεά, ἀλλὰ τὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου συχνότατα τὴν νομίζουν ἐχθρήν. Κάποιοι γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ γράφοντας εἰς ἐκεῖνον τὸν τρόπον τὸν σκοτεινὸν ἀπόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τὸν ἀκολουθοῦν, καὶ ἂς εἶναι σφαλερός.

ΠΟΙΗΤ. Λοιπὸν εἶναι ἀξιοπαρόμοιαστοι μὲ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ ζήσουν πουλοῦν φαρμάκι.

ΦΙΛ. Περιγράφει τὸ ἐργαστήρι ἑνὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς ὁ Σέϊκσπηρ ἐξαίρετα καὶ θέλω νὰ σοῦ ξαναθυμίσω τὰ λόγια του, γιατί, τῇ ἀληθείᾳ, μοῦ ξαναθυμοῦν τὸν τρόπον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι γραμμένα τὰ βιβλία τῶν Σοφολογιώτατων. — Ἐκρέμονταν ἀπὸ τὸ πατερὸ τοῦ φτωχότατου ἐργαστηρίου μία ξεροχελῶνα, ἕνας κροκόδειλος ἀχερωμένος, καὶ ἄλλα δερμάτια ἀσχήμων ψαριῶν· ἦταν τριγύρου πολλὰ συρτάρια ἀδειανὰ μὲ ἐπιγραφές, ἀγγεῖα ἀπὸ χοντρόπηλο πράσινο, ἦταν φοῦσκες, ἦταν βρωμόχορτα παληωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βοῦρλα, παληὰ κομμάτια ἀπὸ διαφόρων λογιῶν ἰατρικά, ἀρηὰ σπαρμένα ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, γιὰ νὰ προσκαλέσουν τὸν ἀγοραστή3.

ΠΟΙΗΤ. Βλέπω ἀπὸ μακρυὰ ἕναν Σοφολογιώτατον· ἐπιθυμῶ γιὰ τὴν ἡσυχία μου καὶ γιὰ τὴ ῾δική σου, καὶ γιὰ τὴ ῾δική του, νὰ μὴν ἔλθῃ κοντὰ μας.

ΦΙΛ. Τὸ ἐπιθυμῶ πολύ· ἐσὺ θυμώνεις πάρα πολύ.

ΠΟΙΗΤ. Θυμώνω γιατὶ εἶμαι στενεμένος νὰ ξαναπῶ τὰ πράγματα, ὁποῦ εἶπαν τόσες φορὲς τὰ ἄλλα ἔθνη, καὶ δίχως ὠφέλεια νὰ τὰ ξαναπῶ. Οἱ Γάλλοι ἔλαβαν φιλονικεία γιὰ τὴ γλῶσσα, καὶ ἐτελείωσε εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Δαλαμβέρτ· τὴν ἔλαβαν οἱ Γερμανοί, καὶ ὁ Ὄπιτς ἔδωσε τὸ παράδειγμα τῆς ἀλήθειας· τὴν ἔλαβαν οἱ Ἰταλοί, καὶ μὲ τόσο πεῖσμα, ὁποῦ μήτε τὸ παράδειγμα τοῦ Ὑψηλότατου Ποιητῇ εἶχε φθάσει γιὰ τότε νὰ τοὺς καταπείσῃ. Ἡσύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ τους, τὰ σοφὰ Ἔθνη, καὶ ἀντὶ ἐκεῖνες οἱ ἐλεεινὲς ἀνησυχίες νὰ μᾶς εἶναι παράδειγμα γιὰ νὰ τὲς ἀποφύγουμε, ἐπέσαμε εἰς χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οἱ Σοφολογιώτατοι ἐκείνων τῶν ἐθνῶν ἤθελαν νὰ γράφεται μία γλῶσσα, ὁποῦ ἦταν μία φορὰ ζωντανὴ εἰς τὰ χείλη τῶν ἀνθρώπων· κακὸ πρᾶγμα βέβαια, καὶ ἂν ἦταν ἀληθινὰ δυνατόν· γιατὶ δυσκολεύει τὴν ἐξαπλωσι τῆς σοφίας· ἀλλ᾿ οἱ δικοί μας θέλουν νὰ γράφουμε μία γλῶσσα, ἡ ὁποία μήτε ὁμιλιέται, μήτε ἄλλες φορὲς ὠμιλήθηκε, μήτε θέλει ποτὲ ὁμιληθῇ.

ΦΙΛ. Ὁ Σοφολογιώτατος ἔρχεται κατὰ ῾μᾶς.

ΠΟΙΗΤ. Καλῶς τὰ ῾δέχθηκες μὲ τὴν ὑπομονή σου! ἐγὼ δὲν θέλω λόγια μ᾿ αὐτόν. Κοίτα πῶς τρέχει! Τὸ πηγούνι του σηκώνει τὴν ἄκρη, ὡσὰν νὰ ἤθελε νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴ μύτη. Ὢ νὰ ἐγένονταν ἡ ἕνωσι, καὶ τόσο σφιχτή, ῾πού νὰ μὴν μπορῇ πλέον ν᾿ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του, γιὰ νὰ φωτίσῃ τὸ γένος!

ΣΟΦ. Ἔφαγα τὸν κόσμο, φίλτατε, γιὰ νὰ σ᾿ εὕρῳ· ἔτρεχα, ὅπως εἶναι τὸ χρέος ἑνὸς καλοῦ πατριώτη νὰ τρέχει, ὅταν εἶναι εἰς κίνδυνον ἡ δόξα τοῦ γένους· ἕνα βιβλίο θέλει τυπωθῇ ῾γλήγορα, γραμμένο εἰς τὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδας, ὁποῦ λέγει κακὸ γιὰ ῾μᾶς τοὺς σοφούς, καὶ μοῦ κακοφαίνεται.

Διονύσιος Σολωμός: Εις άρπαγα



Τέτοιο φίλο ’γώ να χάσω!
Για τρεις μέρες θα περάσω
Με ψωμάκι, με τυρί·
Και συ, κόκορε τσ' αυλής μου,
Για το φίλο της ψυχής μου
Βάψε μαύρο το λειρί.



Petrarca: Ωδή (Απόδοση: Διονύσιος Σολωμός)
























Chiare, fresche et dolci acque,
ove le belle membra
pose colei che sola a me par donna;
gentil ramo ove piacque
5(con sospir’ mi rimembra)
a lei di fare al bel fiancho colonna;
herba et fior’ che la gonna
leggiadra ricoverse
co l’angelico seno;
10aere sacro, sereno,
ove Amor co’ begli occhi il cor m’aperse:
date udïenza insieme
a le dolenti mie parole extreme.

S’egli è pur mio destino
15e ’l cielo in ciò s’adopra,
ch’Amor quest’occhi lagrimando chiuda,
qualche gratia il meschino
corpo fra voi ricopra,
et torni l’alma al proprio albergo ignuda.
20La morte fia men cruda
se questa spene porto
a quel dubbioso passo:
ché lo spirito lasso
non poria mai in piú riposato porto
25né in piú tranquilla fossa
fuggir la carne travagliata et l’ossa.

Tempo verrà anchor forse
ch’a l’usato soggiorno
torni la fera bella et mansüeta,
30et là ’v’ella mi scorse
nel benedetto giorno,
volga la vista disïosa et lieta,
cercandomi; et, o pietà!,
già terra in fra le pietre
35vedendo, Amor l’inspiri
in guisa che sospiri
sí dolcemente che mercé m’impetre,
et faccia forza al cielo,
asciugandosi gli occhi col bel velo.

40Da’ be’ rami scendea
(dolce ne la memoria)
una pioggia di fior’ sovra ’l suo grembo;
et ella si sedea
humile in tanta gloria,
45coverta già de l’amoroso nembo.
Qual fior cadea sul lembo,
qual su le treccie bionde,
ch’oro forbito et perle
eran quel dí a vederle;
50qual si posava in terra, et qual su l’onde;
qual con un vago errore
girando parea dir: Qui regna Amore.

Quante volte diss’io
allor pien di spavento:
55Costei per fermo nacque in paradiso.
Cosí carco d’oblio
il divin portamento
e ’l volto e le parole e ’l dolce riso
m’aveano, et sí diviso
60da l’imagine vera,
ch’i’ dicea sospirando:
Qui come venn’io, o quando?;
credendo esser in ciel, non là dov’era.
Da indi in qua mi piace
65questa herba sí, ch’altrove non ò pace.

Se tu avessi ornamenti quant’ài voglia,
poresti arditamente
uscir del boscho, et gir in fra la gente.


***


Νερὰ καθαροφλοίσβιστα,
Γλυκύτατα καὶ κρύα,
Ποῦ μέσα ἀναγαλλιάζετο
Ἡ ἀσύγκριτη ὀμορφία·
Χλωρόκλαδα, ὅπου ἀκούμπησε
Τ' ὡραῖο της τὸ πλευρὸ
(Μ' ἀνοίγεται ἡ ἐνθυμούμενη
Καρδιὰ μὲ στεναγμό)·

Κ' ἐσεῖς ποῦ ἀπὸ τὸ μόσχο σας,
Δροσὸχορτα, δροσάνθη,
Ὁ κόλπος τοῦ φορέματος
Ὁ ἀγγελικός εὐφράνθη·
Ἀέρα, ἱερέ, ποῦ μ' ἔσφαξαν
Τὰ μάτια τὰ λαμπρά·
Ἀκούστε τὰ παράπονα
Ποῦ κάνω ὑστερινά.

Ἄν νὰ κλεισθοῦν οἱ μέραις μου
Δακρύζοντας μοῦ μέλλῃ
Ἀπὸ τὸ πάθος τὸ ἄπειρο,
Κι' ὁ οὐρανὸς τὸ θέλῃ,
Μιὰ χὰρην ἡ βαρειόμοιρη
Ψυχή μου ἐπιθυμεῖ,
Νὰ λάβῃ ἐδῶ τὸν τάφο της,
Κι' ὁλόγυμνη νὰ βγῇ.

Πικρός, πικρὸς ὁ θάνατος!
Ἁλλὰ δὲν εἶναι τόσο,
Ἄν τέτοια ἐπλίδα τῆς ψυχῆς
Ἐγὼ μπορῶ νὰ δώσω·
Γιατὶ ποῦ ναὔρη ἡ δύστυχη
Περσότερη ἡσυχιά,
Γιὰ νὰ γδυθῇ τὰ κόκκαλα,
Τὰ μέλη τ' ἀχαμνά;

Ἴσως καιροὶ θὲ νἄλθουνε
Ποῦ δὲ θὰ μὲ μισήσῃ
Ἡ ὡραιότης ἡ ἄσπλαχνη·
Καὶ θὰ ξαναγυρίσῃ
'Σ τὸν τόπο, ποῦ μ' ἀπάντησε
Τὴ μὲρα τὴν ἱερά,
Καὶ θὰ μὲ ἰδοῦν τὰ μάτια της
Θὰ δείξῃ ἐπιθυμιά·

Ἀλλά, 'ς ταῖς πέτραις βλέποντας
Τὸ ὑστερινό μου χῶμα,
Θ' ἀνοίξῃ ἀναστενάζοντας
Ἔτσι γλυκὰ τὸ στόμα,
Ὁποῦ γιὰ κάθε ἁμάρτημα
Θὲ νὰ συγχωρεθῶ,-
Στενεύοντας μὲ δάκρυα
Ὡραῖα τὸν Οὐρανό.

Ἄνθια, θυμοῦμαι, ἐπέφτανε
Ἀπ' τὰ κλωνάρια πλῆθος,
Συρμένα ἀπὸ τὸν Ἔρωτα
'Σ τὸ μαλακὸ τὸ στῆθος·
Κ' ἔστεκε μὲ ταπείνωση
Σὲ τὸσην δόξα αὐτὴ,
Ὁλόλαμπρη, ὁλοστόλιστη,
Ἁπ' τὴν ἀνθοβολή.

Καὶ ποιὸ ἀπὸ τ' ἄνθια ἡσύχαζε
Ἀπάνου 'ς τὴν ποδιά της,
Ποιὸ 'ς τὰ μαργαριτόπλεχτα
Λαμπρόξανθα μαλλιὰ της·
'Σ τὴν ὄψη ποιὸ τοῦ ρεύματος
Τοῦ λιβαδιοῦ, καὶ ποιὸ
Λὲς κ' ἔλεε ἀεροπλέοντας·
Ὁ Ἔρως εἶν' ἐδῶ.

Πόσαις φοραῖς τὸ πνεῦμα μου
Ἀπὸ τρομάρα ἐπιάσθη,
Καὶ, τοὺτη, τοὺτη, ἐφώναξα,
'Σ τὸν Οὐρανὸν ἐπλάσθη!
Γιατὶ ὅλα τὸτε μοῦ καναν
Τὰ φρένα ἐκστατικά,-
Τὸ σῶμα, τὸ γλυκόγελο,
Τὸ πρόσωπο, ἡ λαλιά·

Καὶ τὸσο αὐτὰ μοῦ κρύβανε
'Σ τὰ μάτια τὴν ἀλήθεια,
Ποῦ λεα· Καὶ πότε ἀνέβηκα,
Ποιὸς μοῦ δωκε βοήθεια;-
Θαρρῶντας ὁπῶς ἔλαβα
Οἰκιὰ 'ς τὸν Οὐρανό·
Κ' ἐγὼ ἀπὸ τότε ἀνάπαψη
Δὲ βρίσκω παρὰ δῶ.

Καὶ σύ, καὶ σύ, τραγοῦδι μου,
Ἄν εἶχε ὁ νοῦς μου φθάσῃ
Νὰ σὲ στολίσῃ ὡς ἤθελα,
Τὼρ' ἄφινες τὰ δάση.
Κ' ἐπρόβανες τὰ λόγια σου
'Σ τὸν κόσμο θαρρετά·
Ἀλλὰ μὴν πᾷς, κι' ἀπόμεινε
Μ' ἐμὲ 'ς τὴν ἐρημιά.


Απόδοση στα ελληνικά:
Διονύσιος Σολωμός

Γιώργος Σεφέρης: Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους



Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους.
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών.
γι' αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι α φωνάξω-
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί.
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει.
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ' ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
θα -λεγες είναι φορτωμένοι σ' ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλ-
     ντερίμια,
οι αγάπανθοι τ' ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθώς τ' αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι.
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ' ένα γαλάζιο καπνό
μ' ένα σκυλί γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ' αρμηνέψουν οι πεθαμένοι.
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης.
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή, δεν τους βλέπεις;
- «Βοηθήστε μας!» -
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.

                                                Τράνσβααλ, 14 Γενάρη '42



Γιώργης Γιατρομανωλάκης: Μίμος



Στην Ανατολή επήγα - και στη δύση γύριζα
εκοιμήθηκα στην Ήλιο - στο φεγγάρι νύσταζα

Πέστε μου, καλοί μου ανθρώποι, - έχουν διαφορά οι τόποι
έχω βγάλει δυο φτερά - δεξιά κι αριστερά

Σε Βενέτικο παλάτι - ήρθε ο ύπνος να με πάρει
κι είδα όνειρο πως ήμουν - σε ανατολής παλάτι

Ήρθανε δυο καλογέροι - και με πήραν απ’ το χέρι
ήρθανε δυο παπικοί - και με βάλαν στο σακί

Πέστε μου, καλοί μου ανθρώποι, - τι είναι πάλι τούτοι οι τρόποι
να κοιτώ ανατολικά - και να βλέπω δυτικά

Είδα εκεί και τον Ψελλό - και με φώναξε τρελό
είδα και τους Κομνηνούς - και μου θόλωσε ο νους

Κλειδοκύμβαλο γλυκό - και λαγούτο μου σοφό
πέστε μου ένα σκοπό - να τον μάθω να τον πω

Την Αγιά Σοφιά θωρώ - κι Άγιο Μάρκο προσκυνώ
μες της Κρήτης το νησί - δύση και ανατολή

Πλήθωνά μου Γεμιστέ - και Μουσούρο μου σοφέ
είμαι και Πλατωνικός και Αριστοτελικός

Πέστε μου, καλοί μου ανθρώποι, - προς τα που πέφτει η Ευρώπη
Η Ευρώπη είμαι εγώ..! - Άρχοντες σας προσκυνώ.

Ανδρέας Καρκαβίτσας: Ἡ δικαιοσύνη τῆς θάλασσας



Τον Μπάρπα-Καληώρα τὸν ὑποναύκληρο, συχνὰ θέλουν νὰ τὸν περάζουν οἱ σύντροφοί του. Καὶ γιὰ νὰ τὸν πειράξουν δὲ χρειάζονται παρὰ νὰ τοῦ εἰποῦν τὸ συνηθισμένο λόγο τους:
—Ἔλα, πές μας Μπάρμπα-Καληώρα, πόσες φορὲς ναυάγησες;
Στὸ ἄκακο τὸ ρώτημα ὁ γεραναυτικὸς ἀνάβει σὰν δαδί. Τὸ σκευρωμένο ἀπὸ τὰ χρόνια καὶ τὸ ψήλωμα κορμί του ὀρθώνεται ἀλύγιστο· τὸ γελαστὸ καὶ ἄδολο πρόσωπό του συγνεφιάζει σὰν μαρτιάτικος οὐρανός· τὰ μάτια του σπιθοβολοῦν ἀπὸ θυμοὺς καὶ φοβερίσματα καὶ μὲ τὴν ἀρβανίτικη προφορά του, κομματιαστὴ καὶ βαρειὰ καὶ συρμένη, γυρίζει καὶ τοὺς λέει:
—Μωρἔ ἄϊντε πόρρρ !... Ἐσεῖς νὰ πάτε νὰ βυζάχτε γάλα κ’ ὕστερα νὰ ’ρθῆτε νὰ μιλῆστε μεταμένα. Ἀμή!... τὸν καιρὸ ποῦ γὼ ἀρμένιζα τὰ πέλαγα, ἐσεῖς δὲν ἤσαστε μουδὲ σπόρος στ’ ἀχαμνὰ τοῦ πατέρα σας!...
Τὸ τσοῦρμα τότε γελᾷ, σκαστὰ καὶ τρανταχτὰ γέλια καὶ γελᾷ μαζί του ὁ Μπάρμπα-Καληώρας ὁ υποναύκληρος. Ἔτσι κ’ ἕνα μεσημέρι, ποῦ ἡ πρώτη βάρδια ἔραφτε κάποιο πανὶ στὴν πλώρη καὶ ἡ δεύτερη γιωμάτιζε μὲ σκύλινη ὄρεξη, θέλησαν πάλι νὰ τὸν πειράξουν. Τόρα ὅμως δὲ θύμωσε. Ἔμεινε ἥσυχος ἐκεῖ ποῦ καθόταν καὶ μόνον τὴ σακοράφα παραίτησε μισοπερασμένη στὸ πανὶ καὶ στύλωσε τὰ μάτια στὴ θάλασσα, μὲ κάποιο γαμόγελο στὰ χείλη. Ἔβλεπε τάχα τὸ κῦμα, ἢ τὸν ἴσκιο τοῦ πλοίου ποῦ μὲ τὴ σκάφη ψηλή, τ’ ἀγέρωχα κατάρτια, τὴν κοντραγέφυρα καὶ τὸν ψηλὸ καπνοδόχο γλυστροῦσε ἀπάνω στὰ νερά; Ποιὸς ξέρει ! Μὰ ἀφοῦ γιὰ κάμποση ὥρα ἔμειν’ ἔτσι, γύρισε ἀργὰ τὰ μάτια περίγυρα καὶ βλέποντας κοντὰ τὸν ναύκληρο ποῦ ἔστριφε τὰ ἔμπολα μιᾶς γούμενας, εἶπε μὲ τόνο προφητικό:
—Νὰ ξέρῃς καλά, Μπαρμπαγιώργη, ποῦ ἡ θάλασσα ἔχει τὴν κρίση τῆς ὅπως κ’ ἡ στεριά. Καὶ τὴν ἔχει καλήτερη ἀπὸ τὴ στεριά. ’Εδῶ δέν ἔχει λόγια· ἔκαμες-ἔλαβες· σοῦ τὸ τίναξε ἀπάνω σὰν ἀστροπόβολο!... Μὰ τὸ κακὸ ποῦ εἶδα σὲ κεῖνο τὸ καταραμένο καράβι! Δέν πολυκαίρισε οὔτε μῆνα. Τί λέω οὔτε μῆνα, Οὔτε δεκαπέντε μέρες· μωρ’ οὔτε δέκα. Μονοβδόμαδα ἔκαμ’-ἔλαβε. Καὶ νὰ σοῦ εἰπῶ, ἔτσι εἶνε σωστό. Γιατὶ ὅ,τι γίνει στὴ θάλασσα γρήγορα λησμονιέται. Ἔγινε-πέρασε· πάει μὲ τ’ ἀγέρι, μὲ τὸ κῦμα, μὲ τὸν ἀφρό, μὲ τοῦ καιροῦ τὰ διάβατα. Γιὰ τοῦτο πρέπει ἐκεῖνο ποῦ θὰ ἔρθῃ, νὰ ἔρθῃ σύγκαιρα.

Μιχάλης Κακογιάννης: Ευριπίδου Ιφιγένεια







Ταινία βασισμένη στην τραγωδία του Ευριπίδη "Ιφιγένεια εν Αυλίδι"

Θανάσης Βαλτινός




Τάσος Λειβαδίτης: Μοιρολόι της βροχής


Ο Τάσος Λειβαδίτης δια χειρός Γιάννη Ρίτσου

Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Μίκης Θεοδωράκης
Άλμπουμ: Τα Λυρικά (1978)






Μοιρολόι της βροχής,
βράδυ Κυριακής
Πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί

Παλληκάρι χλωμό,
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας
Ο καημός σου, βραχνάς
Πάψε να πονάς -
η ζωή γοργά περνά:
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια

Παλληκάρι χλωμό,
σ' ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι
Μοιρολόι η βροχή
μαύρα π' αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί
Σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή

Δήμος Μούτσης: Χορός της λεβεντιάς



Μουσική: Δήμος Μούτσης
Δίσκος: Συνοικισμός Α' (1972)


Κική Δημουλά: Αυτοβιογραφικό Σημείωμα



Ένα βιογραφικό σημείωμα πρέπει, αφού γραφτεί, να μείνει επ' αρκετόν καιρό κρεμασμένο στον αέρα από ένα τσιγκέλι αυστηρότητας, ώστε να στραγγίξουν καλά τα στερεότυπα, οι ωραιοποιήσεις, η ρόδινη παραγωγικότης και ο πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν εκείνου που ενυπάρχει στη φύση μιας αυτοπαρουσίασης. Μόνον έτσι βγαίνει το καθαρό βάρος: το ήθος που επέβαλες να τηρεί η προσπάθειά σου.

Τα πόσα βιβλία έγραψε κανείς, πότε τα εξέδωσε, ποιες μεταφράσεις τα μεταναστεύουν σε μακρινές ξένες γλώσσες και ποιες διακρίσεις τα χειροκροτούν είναι τόσο τρέχοντα, όσο το να πεις ότι μέσα σ' έναν βαρύτατο χειμώνα υπήρξαν και κάποιες μέρες με λαμπρή λιακάδα.

Ωστόσο, επειδή αυτό είναι το υλικό της πεπατημένης, που δεν μπορεί να συνεχίσει τη χάραξή της με συνεσταλμένες καινοτόμες επιφυλάξεις,

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1931. Η παιδική ηλικία πέρασε χωρίς να αναδείξει το «παιδί θαύμα». Το 1949, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, υπέκυψα εύκολα στο «πρέπει να εργαστείς», και εργάστηκα στην Τράπεζα της Ελλάδος είκοσι πέντε χρόνια.

Ανώτερες σπουδές: η μακρά ζωή μου κοντά στον ποιητή Άθω Δημουλά. Χωρίς εκείνον, είμαι σίγουρη ότι θα είχα αρκεστεί σε μια ρεμβαστική, αμαθή τεμπελιά, προς την οποίαν, ίσως και σοφά, ακόμα ρέπω. Του οφείλω το λίγο έστω που της ξέφυγα, την ατελή έστω μύησή μου στο τι είναι απλώς φωνήεν στην ποίηση και τι είναι σύμφωνον με την ποίηση, του οφείλω ακόμα την πικρότατη δυνατότητα να μπορώ σήμερα, δημόσια, να τον μνημονεύω εις επήκοον της πολυπληθούς λήθης.

Αυταπαρνητική, παραχωρήθηκα στο ρόλο της μητέρας και με τρυφερή γενναιότητα άκουσα να προσφωνούμαι «γιαγιά». Κυλώ τώρα με ψυχραιμία και χωρίς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ΄ αυτές τις νέες παρακαμπτήριες του αίματός μου. Κυλώ και, όσο πλησιάζω στις εκβολές, όλο και ονειρεύομαι ότι θα μου πετάξει η ποίηση ένα σωσίβιο ποίημα.

Δεν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ότι είμαι ένας έμπιστος στενογράφος μια πολύ βιαστικής πάντα ανησυχίας, που κατά καιρούς με καλεί και μου υπαγορεύει κρυμμένη στο ημίφως ενός παραληρήματος, ψιθυριστά, ασύντακτα και συγκεκομμένα, τις ακολασίες της με έναν άγνωστο τρόπο ζωής.

Όταν μετά αρχίζω να καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ' ανάγκην: όπου λείπουν λέξεις, φράσεις ολόκληρες συχνά και το νόημα του οργίου, προσθέτω εκεί δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, το δικό μου όργιο στο νόημα, ότι τέλος πάντων έχει περισσέψει από δικές μου ακολασίες με έναν άλλον, άγνωστο τρόπο ζωής.

Τόσο μεταχειρισμένη και υπηρεσιακή είναι η ανάμειξή μου στη δημιουργία. Φύσει ολιγογράφος, εξέδωσα οκτώ ποιητικές συλλογές μέσα σε σαράντα πέντε χρόνια. Η σημασία τους είναι ακόμα συμβατική. Είναι γραμμένη στη λίστα αναμονής των μεγάλων επερχόμενων κυμάτων του μετα-κριτή χρόνου.


ΠΗΓΗ

Ἡ ὁμιλία τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη στοὺς Ἕλληνες μετανάστες στὴ Στοκχόλμη (Νοέμβριος 1979)



Μὲ ἀφορμὴ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν 100 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη τὸ 2011 στὴν Ἑλλάδα, τὸ Ἀθηναϊκὸ Πρακτορεῖο Εἰδήσεων παρουσίασε ἕνα ἀνέκδοτο κείμενο τοῦ ποιητῆ, ἀπὸ ὁμιλία του στοὺς Ἕλληνες μετανάστες στὴ Στοκχόλμη. Ἡ ὁμιλία τοῦ ποιητῆ ἔγινε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1979, μετὰ τὴν τελετὴ ἀπονομῆς τοῦ βραβείου Νόμπελ τῆς Σουηδικῆς Ἀκαδημίας γιὰ τὸ ἔργο του. Ἡ ὁμιλία μεταφέρεται αὐτούσια μὲ τὴν ἐπισήμανση τοῦ Ἐλύτη «ὅτι ἡ γλώσσα εἶναι ἕνας φορέας ἤθους πού, ἂν δὲν τὸν ὑπακούσεις, θὰ τιμωρηθεῖς».


Ἀγαπητοὶ φίλοι, περίμενα πρῶτα νὰ τελειώσουν οἱ ἐπίσημες γιορτὲς ποὺ προβλέπει ἡ «Ἑβδομάδα Νόμπελ» καὶ ὕστερα νά ῾ρθω σ᾿ ἐπαφὴ μαζί σας. Τὸ ἔκανα γιατὶ ἤθελα νὰ νιώθω ξένιαστος καὶ ξεκούραστος.

Ξεκούραστος βέβαια δὲν εἶμαι. Χρειάστηκε νὰ βάλω τὰ δυνατά μου γιὰ νὰ τὰ βγάλω πέρα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς δημοσιότητας, τὶς συνεντεύξεις καὶ τὶς τηλεοράσεις. Ἀλλὰ ἔνιωθα κάθε στιγμὴ ὅτι δὲν ἐκπροσωποῦσα τὸ ταπεινό μου ἄτομο ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴ χώρα μου. Κι ἔπρεπε νὰ τὴν βγάλω ἀσπροπρόσωπη. Δὲν ξέρω ἂν τὸ κατάφερα. Δὲν εἶμαι καμωμένος γιὰ τέτοια. Γιὰ τιμὲς καὶ γιὰ δόξες.

Τὴ ζωή μου τὴν πέρασα κλεισμένος μέσα σὲ 50 τετραγωνικὰ (μέτρα), παλεύοντας μὲ τὴ γλώσσα. Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι στὸ βάθος ἢ ποίηση: μιὰ πάλη συνεχὴς μὲ τὴ γλώσσα. Τὴ γλώσσα τὴν ἑλληνικὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ παλιὰ καὶ ἡ πιὸ πλούσια γλώσσα τοῦ κόσμου.

Ὅ,τι καὶ νὰ πεῖ ἕνας ποιητής, μικρὸ ἢ μεγάλο, σημαντικὸ ἢ ἀσήμαντο, δὲν φέρνει ἀποτέλεσμα, θέλω νὰ πῶ δὲν γίνεται ποίηση ἂν δὲν περάσει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς γλώσσας, ἂν δὲν φτάσει στὴν ὅσο γίνεται πιὸ τέλεια ἔκφραση. Ἀκόμα καὶ οἱ πιὸ μεγάλες ἰδέες, οἱ πιὸ εὐγενικές, οἱ πιὸ ἐπαναστατικές, παραμένουν σκέτα ἄρθρα ἐὰν δὲν καταφέρει ὁ τεχνίτης νὰ ταιριάσει σωστά τα λόγια του.

Μόνον τότε μπορεῖ ἕνας στίχος νὰ φτάσει στὰ χείλια τῶν πολλῶν, νὰ γίνει κτῆμα τους. Μόνον τότε μπορεῖ νά ῾ρθει καὶ ὁ συνθέτης νὰ βάλει μουσική, νὰ γίνουν οἱ στίχοι τραγούδι. Καὶ γιὰ ἕνα τραγούδι ζοῦμε, στὸ βάθος, ὅλοι μας. Τὸ τραγούδι ποὺ λέει τοὺς καϋμοὺς καὶ τοὺς πόθους τοῦ καθενός μας. Τόσο εἶναι ἀλήθεια ὅτι τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ταπεινοσύνη πᾶνε μαζί, ταιριάζουν.

Ταπεινὰ ἐργάστηκα σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωή. Καὶ ἡ μόνη ἀνταμοιβὴ ποὺ γνώρισα πρὶν ἀπὸ τὴ σημερινή, ἦταν ν᾿ ἀκούσω τοὺς συμπατριῶτες μου νὰ μὲ τραγουδοῦν. Νὰ τραγουδοῦν τὸ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ ποὺ μοῦ χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιὰ καὶ ἀδιάπτωτη προσπάθεια, γιὰ νὰ τὸ τελειώσω. Δὲν τὸ λέω γιὰ νὰ περηφανευτῶ. Δὲν ἔρχομαι σήμερα γιὰ νὰ σᾶς κάνω τὸν σπουδαῖο. Κανεὶς δὲν εἶναι σπουδαῖος ἀπὸ ἐμᾶς. Ἀπὸ ἐμᾶς, ἄλλος κάνει τὴ δουλειά του σωστὰ κι ἄλλος δὲν τὴν κάνει. Αὐτὸ εἶναι ὅλο. Ὅμως θέλω νὰ μάθετε, ὅπως τὸ ἔμαθα κι ἐγὼ στὰ 68 μου χρόνια: μόνον ἂν κάνεις σωστὰ τὴ δουλειά σου, ὁ κόπος δὲν θὰ πάει χαμένος.

Ξέρω, μαντεύω, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἐσᾶς περίμεναν ἄλλα πράγματα ἀπὸ ἐμένα. Τοὺς ζητῶ συγγνώμην ποὺ δὲν θὰ τοὺς ἱκανοποιήσω. Ἂν εἶχα τὸ ταλέντο τοῦ ὁμιλητῆ, τοῦ δάσκαλου, τοῦ ἡγέτη, θὰ εἶχα ἴσως ἀφιερωθεῖ στὴν πολιτική. Τώρα δὲν εἶμαι παρὰ ἕνας γραφιὰς ποὺ πιστεύει σὲ ὁρισμένα πράγματα. Κι αὐτὰ τὰ πράγματα θέλει νὰ τὰ γνωρίσει καὶ στοὺς ἄλλους, νὰ τὰ βγάλει ἀπὸ μέσα του, νὰ τὰ κάνει ἔργο.

Ἐμένα μοῦ ἔλαχε ν᾿ ἀγαπήσω τὸν τόπο μου ὅπως τὸν ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς. Νά τί εἶναι ποὺ μᾶς ἑνώνει ἀπόψε ὅλους ἐδῶ πέρα. Ἡ ἀγάπη μας γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Βέβαια, ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι ν᾿ ἀγαπᾶ ἕνας λαὸς τὴ χώρα του. Ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητή, πιστεύω, ὑπάρχει μόνον ἕνας: ν᾿ ἀνήκει σ᾿ ὁλόκληρο τὸ λαό του. Πάνω ἀπὸ τὶς διαιρέσεις καὶ τὶς διχόνοιες, ὁ ποιητὴς νὰ στέκει καὶ ν᾿ ἀγαπᾶ ὅλον τὸν λαό του, ν᾿ ἀνήκει, τὸ ξαναλέω, σ᾿ ὅλο τὸν λαό του. Δὲν γίνεται ἀλλιῶς. Ἡ πατρίδα εἶναι μία. Ὁ καθένας στὸν τομέα του ἂς ἔρθει καὶ ἂς κάνει κάτι, ὅπως αὐτὸς τὸ νομίζει καλύτερα.

Ὅμως ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος βλέπει τὸ σύνολο. Θέλω νὰ πιστεύω πὼς ἴσως κι ὁ ξενητεμένος, τὸ ἴδιο. Γιὰ ἐμᾶς ἡ Ἑλλάδα εἶναι αὐτὲς οἱ στεριὲς οἱ καμένες στὸν ἥλιο κι αὐτὰ τὰ γαλάζια πέλαγα μὲ τοὺς ἀφροὺς τῶν κυμάτων. Εἶναι οἱ μελαχρινὲς ἢ καστανόξανθες κοπέλλες, εἶναι τ᾿ ἄσπρα σπιτάκια τ᾿ ἀσβεστωμένα καὶ τὰ ταβερνάκια καὶ τὰ τραγούδια τὶς νύχτες μὲ τὸ φεγγάρι πλάι στὴν ἀκροθαλασσιὰ ἢ κάτω ἀπὸ κάποιο πλατάνι.

Εἶναι οἱ πατεράδες μας κι οἱ παπποῦδες μας μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, αὐτοὶ ποὺ λευτερώσανε τὴν πατρίδα μας καὶ πιὸ πίσω, πιὸ παλιά, ὅλοι μας οἱ πρόγονοι ποὺ κι αὐτοὶ ἕνα μονάχα εἴχανε στὸ νοῦ τοὺς -ὅπως κι ἐμεῖς σήμερα: τὸν ἀγώνα γιὰ τὴ λευτεριά.

Εἶπε ἕνας Γάλλος ποιητής, ὁ Ρεμπώ, πὼς ἡ πράξη γιὰ τὸν ποιητὴ εἶναι ὁ λόγος του. Κι εἶχε δίκηο. Αὐτὸ ἔκανε ὁ Σολωμός, ποὺ γιὰ νὰ γράψει τὸ ἀθάνατο ποίημά του «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι», ἔσωσε καὶ παράδωσε στὴ φυλετική μας μνήμη τὸ Μεσολόγγι καὶ τοὺς ἀγῶνες του. Αὐτὸ ἔκαναν ὁ Παλαμᾶς, ὁ Σικελιανός, ὁ Σεφέρης. Στὰ φτωχά μου μέτρα τὸ ἴδιο πάσχισα νὰ κάνω κι ἐγώ. Πάσχισα νὰ κλείσω μέσα στὴν ψυχή μου, τὴν ψυχὴ ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νὰ δῶ πόσο μοιάζανε ὅλοι οἱ ἀγῶνες του, ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ ἴσαμε σήμερα, γιὰ τὸ δίκηo καὶ γιὰ τὴ λευτεριά.

Κι αὐτὸ θὰ κάνω ὅσα χρόνια μοῦ δώσει ὁ Θεὸς νὰ ζήσω. Αὐτὴ εἶναι ἡ πράξη μου. Καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔφτασαν νὰ τὴν ἀναγνωρίσουν οἱ ξένοι, εἶναι μιὰ νίκη. Ὄχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι᾿ αὐτὸ σας εὐχαριστῶ. Κι ἂν μοῦ τὸ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς δώσω μιὰ γνώμη - ἀκοῦστε την: ὅσο καλὰ κι ἂν ζεῖτε σ᾿ αὐτὴ τὴ φιλόξενη, τὴν εὐγενικὴ χώρα, ὅσο κι ἂν νιώθετε καλὰ καὶ στεριώνετε, καὶ κάνετε οἰκογένεια - μὴν ξεχνᾶτε τὴν πατρίδα μας, καὶ πρὸ παντός, τὴ γλώσσα μας. Πρέπει νά ῾σαστε περήφανοι, νά ῾μαστε ὅλοι περήφανοι, ἐμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας γιὰ τὴ γλώσσα μας.

Εἴμαστε οἱ μόνοι σ᾿ ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη ποὺ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ λέμε τὸν οὐρανὸ «οὐρανὸ» καὶ τὴ θάλασσα «θάλασσα» ὅπως τὴν ἔλεγαν ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Πλάτωνας πρὶν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δὲν εἶναι λίγο αὐτό. Ἡ γλώσσα δὲν εἶναι μόνον ἕνα μέσον ἐπικοινωνίας. Κουβαλάει τὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ μας κι ὅλη του τὴν ἱστορία καὶ ὅλη του τὴν εὐγένεια. Χαίρομαι κι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ποὺ σᾶς μιλάω σ᾿ αὐτὴ τὴ γλώσσα καὶ σᾶς χαιρετῶ, σᾶς ἀποχαιρετῶ μᾶλλον, ἀφοῦ ἡ στιγμὴ ἔφτασε νὰ φύγω.

Ὅμως ἕνα κομμάτι τῆς ψυχῆς μου σᾶς τὸ ἀφήνω μαζὶ μ᾿ ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ ποὺ μὲ ἀκούσατε. Μακάρι νὰ μποροῦσε νὰ σᾶς μείνει, νὰ τὸ κρατήσετε, σὰν ἕνα μικρὸ φυλαχτὸ ἀπὸ τὴν πατρίδα.


Πηγή

Γιῶργος Σεφέρης: Σαντορίνη Α´



Ἡ Θήρα γεωλογικῶς συνίσταται ἐξ ἐλαφρόπετρας καὶ πορσελάνης
ἐν τῷ κόλπῳ δὲ αὐτῆς...
ἐφάνησαν καὶ κατεβυθίσθησαν νῆσοι.
Ὑπῆρξε κέντρον ἀρχαιοτάτης θρησκείας
ἔνθα ἐτελοῦντο λυρικοὶ χοροὶ αὐστηροῦ καὶ βαρέος ρυθμοῦ
καλούμενοι γυμνοπαιδιαί.
(ὁδηγὸς τῆς Ἑλλάδος)


Σκύψε ἂν μπορεῖς στὴ θάλασσα τὴ σκοτεινὴ ξεχνώντας
τὸν ἦχο μιᾶς φλογέρας πάνω σὲ πόδια γυμνὰ
ποὺ πάτησαν τὸν ὕπνο σου στὴν ἄλλη ζωὴ βυθισμένη

Γράψε ἂν μπορεῖς στὸ τελευταῖο σου ὄστρακο
τὴ μέρα τ᾿ ὄνομα τὸν τόπο
καὶ ρίξε το στὴ θάλασσα γιὰ νὰ βουλιάξει

Βρεθήκαμε γυμνοὶ πάνω στὴν ἁλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τὰ ἀναδυόμενα νησιὰ
κοιτάζοντας τὰ κόκκινα νησιὰ νὰ βυθίζουν
στὸν ὕπνο τους, τὸν ὕπνο μας
Ἐδῶ βρεθήκαμε γυμνοὶ κρατώντας
τὴ ζυγαριὰ ποὺ βάραινε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀδικίας.

Φτέρνα τῆς δύναμης θέληση ἀνίσκιωτη λογαριαμένη ἀγάπη
στὸν ἥλιο τοῦ μεσημεριοῦ σχέδια ποὺ ὡριμάζουν
δρόμος τῆς μοίρας μὲ τὸ χτύπημα τῆς νέας παλάμης στὴν ὠμοπλάτη
στὸν τόπο ποὺ σκορπίστηκε δὲν ἀντέχει
στὸν τόπο ποὺ ἦταν κάποτε δικός μας
βουλιάζουν τὰ νησιὰ σκουριὰ καὶ στάχτη.

Βωμοὶ γκρεμισμένοι
κι οἱ φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα τῆς φοινικιᾶς στὴ λάσπη.
Ἄφησε τὰ χέρια σου ἂν μπορεῖς νὰ ταξιδέψουν
ἐδῶ στὴν κόχη τοῦ καιροῦ μὲ τὸ καράβι
ποὺ ἄγγιξε τὸν ὁρίζοντα.
Ὅταν ὁ κύβος χτύπησε τὴν πλάκα
ὅταν ἡ λόγχη χτύπησε τὸ θώρακα
ὅταν τὸ μάτι γνώρισε τὸν ξένο
καὶ στέγνωσε ἡ ἀγάπη μέσα σὲ τρύπιες ψυχὲς
ὅταν κοιτάζεις γύρω σου καὶ βρίσκεις
κύκλο τὰ πόδια θερισμένα
κύκλο τὰ χέρια πεθαμένα
κύκλο τὰ μάτια σκοτεινὰ ὅταν δὲ μένει πιὰ οὔτε νὰ διαλέξεις
τὸ θάνατο ποὺ γύρευες δικό σου
ἀκούγοντας μία κραυγὴ
ἀκόμη καὶ τοῦ λύκου τὴν κραυγή, τὸ δίκιο σου
ἄφησε τὰ χέρια σου ἂν μπορεῖς νὰ ταξιδέψουν
ξεκόλλησε ἀπ᾿ τὸν ἄπιστο καιρὸ καὶ βούλιαξε,
βουλιάζει ὅποιος σηκώνει τὶς μεγάλες πέτρες.



Γιῶργος Σεφέρης: [Σύμβολο ἀκατάλυτο καὶ φριχτὸ...]



[Προμετωπίδα σὲ μιὰ ἀντιγραφὴ τῶν «Ὠδῶν»]

«Θλίβει ὁ καπνὸς τὸ διάστημα γαλάζιον τῶν ἀέρων»- διαβάζω
Κάλβο, ποὺ τύπωσε στὰ ῾26 καὶ τὸν γνωρίσαμε στὰ ῾88·
καὶ ποὺ ἔμεινε ἀξομολόγητος στὰ γεροντάματα, σὰν ἕνα «ραγισμένο βάζο»,
στὰ χέρια μιᾶς γριᾶς Ἐγγλέζας δασκάλας, σύμβολο ἀκατάλυτο καὶ φριχτὸ

γιὰ ὅσους ἐπιμένουν νὰ γράφουν στίχους ἢ πρόζα ποὺ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει,
καὶ γυρεύουν νὰ δοξαστοῦν, οἱ τυχάρπαστοι, ἀπὸ τοὺς λογάδες καὶ τοὺς σοφούς,
ἐνῶ θὰ νά ῾ταν χίλιες φορὲς προτιμότερο, καὶ ἡ τέχνη πολὺ πιὸ εὐτυχισμένη,
ἂν πήγαιναν στὴν Ἐκάλη νὰ μαζεύουν κούμαρα, ἢ στὴ Γλυφάδα νὰ ψαρεύουν ροφούς.

Τράνσβααλ, 11. 12. 1941


Πηγή

Ο Κ.Π. Καβάφης γράφει για τα δημοτικά τραγούδια




Κ. Π. Καβάφης
Κριτική Εισαγωγή
["Εκλογαί από τα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού" του Ν.Γ.Πολίτη, εκδ. ΕΚΑΤΗ, Αθήναι 2001]

Η ΣΥΛΛΟΓΗ δημοτικών τραγουδιών την οποίαν μας δίδει ο κ. Πολίτης θα ευχαριστήσει πιστεύω τους ενδιαφερομένους εις την λαϊκή μας ποίησι --είναι με προσοχή μεγάλη καμωμένη, έχει σημειώσεις επεξηγηματικές του θέματος κάθε τραγουδιού, έχει άλλες σημειώσεις που εξηγούν τες ασυνήθεις λέξεις και τους ασυνήθεις τύπους, έχει έναν πολύ καλό πίνακα εις τον οποίον αναγράφονται με ακρίβειαν και σαφήνειαν οι πηγές, και η διαίρεσις του βιβλίου --εις δέκα τέσσαρα μέρη και δυο επίμετρα-- είναι πολύ επιτυχής.

Τα δέκα τέσσαρα μέρη είναι "Ιστορικά Τραγούδιά", "Κλέφτικα Τραγούδια", "Ακριτικά Τραγούδια", '"Παραλογαίς", "Τραγούδια της Αγάπης", "Νυφιάτικα Τραγούδια", "Ναναρίσματα", "Κάλανδα Βαΐτικα", "Τραγούδια της Ξενιτειάς", "Μοιρολόγια", "Μοιρολόγια τού Κάτω Κόσμου καί του Χάρου", "Γνωμικά Τραγούδια", "Εργατικά και Βλάχικα", "Περιγελαστικά". Τα Επίμετρα είναι "Δημοτικά Τραγούδια των Μέσων Χρόνων", και "Τραγούδια εις Ελληνικάς Διαλέκτους".

Τα "Ιστορικά Τραγούδια" αρχίζουν με το "Κρούσος της Αντριανόπολης". Η παρατήρησις του κ. Πολίτου επ' αυτού είναι ορθοτάτη. Θα ήταν αστείον να υποτεθεί ότι αναφέρεται εις την κατάληψιν της Aδριανουπόλεως, υπό των Ρώσων, στα 1829. Οι στοχασμοί του συγγραφέως που τον κάμνουν να θέλει το 1361 ως εποχή για το άσμα εμένα με πείθουν μπορεί να μην πείσουν άλλους σπουδαστάς της ιστορίας, πάντως όμως θα ομολογηθεί ότι μοιάζει πολύ αρχαίο μνημείον αυτό το εξάστιχον άσμα:(1) Στην συλλογή του Πασσόβ επίσης χρονολογείται 1361. Ο πρώτος που το εδημοσίευσεν ήταν ο Άγγλος λόγιος Πάσλη (στα Ι837).

"Της Αγιά Σοφιάς" είναι το πολύ γνωστό και ωραίο εκείνο τραγούδι:

Σημαίνει ο Θιος, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κ' η αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κ' εξηνταδυό καμπάναις,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνναις...

Ἄσμα τοῦ Ἀρμούρη


Σήμερον ἄλλος οὐρανός, σήμερον ἄλλη ἡμέρα,
σήμερον τὰ ἀρχοντόπουλα θέλουν καβαλλικεύσει·
μόνον τοῦ κὺρ Ἀρμούρη ὁ υἱὸς οὐδὲν καβαλλικεύει.
Καὶ τότε πάλε τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει:
«Μάννα, νὰ πιχαρῇς τ᾿ ἀδέλφια μου,
νὰ ἰδῇς καὶ τὸν πατέρα μου, μάννα, ἂς καββαλικεύσω».
Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα τοῦ Ἀρμούρην συντυχαίνει:
«Ἐσὺ μικρὸς καὶ ἀνέλικον, καβάλλα δὲν σὲ πρέπει.
Ἀμμὴ ἂν θέλῃς, υἱὲ καλέ, διὰ νὰ καβαλλικεύσῃς,
ἀπάνω κρέμεται τὸ κοντάριν τοῦ πατρός σου,
τὸ ἅρπαξεν ὁ κύρης σου ἐκ τὴν Βαβυλωνίαν,
ἀπάνω κάτω ὁλόχρυσον διὰ λίθου μαργαριτάρι·
καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς μιὰν φοράν, καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς δύο,
καὶ ἂν τὸ λυγίσῃς τρεῖς φορές, τότε νὰ καβαλλικεύσῃς».
Καὶ τότε πάλε τὸ παιδίν, τὸ μικρὸν Ἀρμουροπούλιν,
κλαίοντας ἀνεβαίνει τὴν σκάλαν, γελῶντας κατεβαίνει.
Προτοῦ τὸ πιάσῃ ἐπιάνετον, προτοῦ τὸ σείσῃ ἐσειέτον,
εἰς τὸν βραχίονα του τό ῾δεσεν, ἐσείστη, ἐλυγίστη.
Καὶ τότε πάλιν τὸ παιδὶν εἰς τὴν μάνναν του ὑπαγαίνει.
«Θέλεις, θέλεις, μάννα μου, ὀμπρός σου νὰ τὸ τσακίσω;»
Καὶ τότε πάλιν ἡ μάννα του τοὺς ἄρχοντας ἐλάλει:
«Ἄμετε, ἰδέτε, οἱ ἄρχοντες, καὶ στρώσετε τὸν μαῦρον·
στρώσετε, χαλινώσετε, τὸν μαῦρον τοῦ πατρός του,
ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, σιμὰ εἰς νερὸν οὐδὲν ἐπῆε,
ὁποὺ ἔχει χρόνους δώδεκα, οὐδὲν καβαλλικεύθη,
καὶ τρώγει τὸ καρφοπέταλον, στέκει παλουκουμένον».

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Влади́мир Маяко́вский (Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι): [Εμένα εδώ - ε μ έ ν α δες!]




[...]
Ο ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΞΕΡΕΣ ΜΑΥΡΕΣ ΓΑΤΕΣ

Άσε, άσε... σώνει! Φτάνει!
Ο άνθρωπος, μωρέ, οπού 'χει νου,
τα κλαμπατσίμπαλά σου σαν τι θε να τα κάνει;
Τι ναν του πούνε τούτα πια εδώ αυτουνού
καθώς βαράν μπαμπούμ μες στις χαβούζες
οι χίλιες δέκα κι άλλες δέκα φάλτσες καραμούζες;
Εμένα εδώ - ε μ έ ν α  δες!
Εμένα, που τά 'χω πια χιλιάσει, τήρα!...
Εγώ λέω μόνο και μόνο ό,τι μέσα μου
έχει σοδειασμένο χρόνια τώρα η πείρα.
Στων χάχανων απάνω το σταυρό,
μα τη μπέσα μου,
για δες!,
σου μένει
αφημένη
του πόνου μα στριγκλιά οπού 'ναι καρφωμένη.
[...]


Απόδοση στα ελληνικά:
Γιώργος Κεντρωτής


Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκη: Τραγωδία, μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής, Α' έκδ, Μάρτιος 2011, εκδ. τυπωθήτω - λάλον ύδωρ 47


Νίκος Καροῦζος: Ὁ Σολωμὸς στ᾿ ὄνειρό μου



Πῶς πέφτουμε στὴ νύχτα κι ἀπὸ τί πόθους...
Μὲ κοφτερὴ μοναξιὰ στολισμένος ἄρχισα νὰ κοιμᾶμαι
λευκὸς ἱδρωμένος μέσα στὴν ἀγελάδα τοῦ ὕπνου κλεισμένος
ὁλοῦθε ἀπ᾿ τὸν ὄνειρο ποὺ κυματίζει στὰ βάθη
κι ὁλοένα κερδίζει τὴν ὕλη πέρα της.
Ἕνα ξημέρωμα καθάριζε τὰ μάτια μου στοὺς οὐρανοὺς
ἄνοιγαν ὅλα τὰ παράθυρα κι ὁ Διονύσιος μαυροντυμένος
μ᾿ ἄσπρα χειρόκτια κρατοῦσε τὸ σκουληκάκι στὴν παλάμη
ποὺ ἔμοιαζε μὲ στουπέτσι βαμμένη πλάι του σ᾿ ὡραία παραλία
ἔπεφταν οἱ κολυμβητὲς νὰ πιάσουν τὸ σταυρὸ τὰ Θεοφάνεια
καὶ μακριὰ πῶς ἀκούγονταν ἀθῷα τουφέκια
ὁ βρόντος τῆς ἀγάπης ἡ χαρὰ τῆς συμφορᾶς
μ᾿ ὅλα τ᾿ ἄνθη σὲ γαλάζια δευτερόλεπτα
μ᾿ ὅλες τὶς ἀχτίδες τὴν ἀγαπημένη τοῦ πεταλούδα στὸν ἱερὸ γλιτωμό της
καὶ δράκοντες εὐωδιᾶς ἀνέβαιναν ἀπὸ κίτρινες σκάλες ὡς τὰ κοράσια
ποὺ δὲ χάρηκαν τὸν ἔρωτα.
Γύρω ἤτανε δάσος χιλιοπράσινο
μὲ τὰ πουλιὰ σὰν ἀναρίθμητους καρποὺς ἀπάνω στὰ δέντρα
μὲ τὰ πουλιὰ σὲ μεθυσμένη σύναξη γιὰ πάντα
κ᾿ ἕνας σκύλος ἀργὰ πηγαίνοντας οὔρησε στὸ κορμὶ
τῆς κοντινῆς ἀμυγδαλιᾶς μὲ σηκωμένο πόδι κι ἀνάμεσα
ὁ γόος ἔσφαζε τὴ φωνὴ ποὺ τινάχτηκε ἀπὸ τρεῖς λέξεις
οἱ ἀπαίσιες χιλιετηρίδες


Πηγή

Νίκος Καροῦζος: Μαγιακόφσκι



Ὡραῖος ἀπ᾿ τὴ θύελλα τῆς βιομηχανίας
ἀεροπόρος τῶν ἡλιόλουστων ἡμερῶν
μεγάλο δάκρυ
ποὺ κατεβαίνει ὡς τὰ χείλη
γιὰ νὰ καίει τὶς ἀθάνατες Μαρίες
ὁ Βλαντιμίρ.
Ἴσως ἔπρεπε πρὶν ἀπ᾿ τὴν ἔνδοξη ταφὴ
νὰ φωτίζεται μὲ προβολεῖς ὁ νεκρός του.
Ἴσως ἀξίζει νὰ τὸν βλέπουμε σὰν καταρράκτη
ἀνάμεσα στὴν ὁρμὴ τ᾿ οὐρανοῦ καὶ στὰ δάση.
Ἴσως ἔπρεπε νὰ διευθύνει κοσμοδρόμια.
Πάντως
μ᾿ ἀρέσει ποὺ ἐπίασε τὴν παλιὰ Ρωσία ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ
καὶ τὴν ἔστειλε στὸ διάβολο
θρυμματίζοντας μία κιθάρα στὸ κεφάλι της.
Μ᾿ ἀρέσει ποὺ δὲν θὰ πεθάνει ποτὲ
γιατί δὲν ξεχώρισε τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ποίηση.
Μ᾿ ἀρέσει γιατὶ στάθηκε στὸ ὕψος του
ὁ Βλαντιμίρ.
Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔδινε στὸν Κουτούζωφ
τὴ μυστηριώδη δύναμη.
Αὐτὸς εἶναι ποὺ σκύλιαζε πραγματικὰ
γιὰ τὸ μέλλον. Αὐτὸς
ἔλαμπε στὴν κατάλευκη ὁρμὴ τοῦ Οὐλιάνωφ.
Ἀπ᾿ τὴν ἄγνωστη χαραυγή μας, ἀπ᾿ τὰ σπήλαια,
ἔτσι δείχνουν τὰ πράγματα.
Ἡ ζωὴ θὰ πρέπει νὰ προσχωρήσει μαζί του
ὁλάκερη καθὼς τὴ χάρισε στὴν καρδιὰ τῶν δικαίων.
Ἡ ζωὴ θὰ χρειαστεῖ καὶ πάλι τοὺς χαρταετούς.
Ἀπ᾿ τὸ βαρύ του φέρετρο πετάγονταν
πυροτεχνήματα ψηλὰ στὴ νύχτα
κι ἀπ᾿ τὴ βαθειὰ εἰρήνη τῆς σιωπῆς του
ἔβγαινε ὁ καπνὸς τῆς μέσα μάχης. Ἂς εἶναι λοιπόν…
Ἂς εἶναι κι ὁ Βλαντιμὶρ ἕνα σύμβολο
ἀνοιχτὸ στὴν εὐτυχία.
Δὲν ξέρω, βέβαια, τί εἶναι εὐτυχία.
Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀγώνα γιὰ δαύτη.
Δὲν ξέρω τί κρύβει ὁ ἔρωτας.
Γνωρίζω μονάχα
πὼς εἶναι οἱ ἑξήντα τέσσερες ἄνεμοι.
Γνωρίζω πὼς εἶναι ὅλες οἱ ἀνατολὲς τοῦ ἥλιου –
τέτοια τύχη
τέτοια τύχη!


(Δημοσιεύτηκε στὴν «Ἐπιθεώρηση Τέχνης», τ. 146, Φεβρ. 1967, σελ. 133)



Διονύσιος Σολωμός: Γαλήνη



Δὲν ἀκούεται οὔτ᾿ ἕνα κῦμα
εἰς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιά,
Λὲς καὶ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
μὲς τῆς γῆς τὴν ἀγκαλιά.

Friedrich Schiller: Die Antiken zu Paris (Απόδοση: Διονύσιος Σολωμός - απόσπασμα)




Was der Griechen Kunst erschaffen,
Mag der Franke mit den Waffen
    Führen nach der Seine Strand,
Und in prangenden Museen
Zeig' er seine Siegstrophäen
    Dem erstaunten Vaterland!
Ewig werden sie ihm schweigen,
Nie von den Gestellen steigen
    In des Lebens frischen Reihn.
Der allein besitzt die Musen,
Der sie trägt im warmen Busen,
    Dem Vandalen sind die Stein.


***


Αμουσία


[...]
Έχεις τη Μούσα αν τη δεχθής εις το θερμό σου στήθος·
Για του βάρβάρου την ψυχή δεν είναι παρά λίθος.


Απόδοση στα ελληνικά:
Διονύσιος Σολωμός

Διονύσιος Σολωμός: Carmen Seculare




Για τους 24 πρώτους στίχους των αποσπασμάτων (1, 2, 3) σημειώνει ο Πολυλάς: «Ὁ ποιητὴς ἔγραψε ἕνα ποίημα, σκοπὸς τοῦ ὁποίου ἦταν νὰ ζωγραφίσῃ τὴν τωρινὴ κατάσταση τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ τὸ μέλλον του.» Ο τίτλος του ποιήματος προέρχεται από το όνομα της ωδής του Ορατίου Carmen Seculare.


1.
Ὄξω ἀνεβοκατέβαινε τὸ στῆθος, ἀλλὰ μέσα
Ἀνθίζει μὲ τοὺς κρίνους του παρθενικὸς ὁ κόσμος.
Αὐγή 'ναι κι' ἄστραφτε γλυκὰ σὰ 'ς τὴν ἀρχὴ τῆς πλάσης,
Κ' ἐκράτουνε τὰ κάτασπρα ποδάρια 'ς τὴ δροσιά της.

2.
Κρατεῖ 'ς τὸ χόρτο τὰ κεριά, κεριὰ κομματιασμένα·
Οὐρανὸς δένεται καὶ γῆ 'ς τὴν ὄμορφη ματιά της.

3.
Δὲν εἶναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δὲν εἶναι·
Βρύσαις ἁπλώνει τὰ κλαδιὰ τὸ δέντρο 'ς τὸν ἀέρα·
Μὴν καρτερῇς ἐδῶ πουλί, καὶ μὴ προσμένῃς χλόη·
Γιατὶ τὰ φύλλ' ἄν εἶν' πολλά, σὲ κάθε φύλλο πνεῦμα.
Τὸ ψηλὸ δέντρ' ὁλόκληρο κ' ἠχολογᾷ κ' ἀστράφτει
Μ' ὅλους τῆς τέχνης τοὺς ἠχούς, μὲ τ' οὐρανοῦ τὰ φῶτα.
Σαστίζ' ἡ γῆ κ' ἡ θάλασσα κι' ὁ οὐρανὸς τὸ τέρας,
Τὸ μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς τὸ ναὸ τῆς φύσης,
Κι' ἁρμόζουν διάφορο τὸ φῶς χίλιαις χιλιάδες ἄστρα,
Χίλιαις χιλιάδες ἄσματα μιλοῦν καὶ κάνουν ἕνα.
'Σ τὸ δέντρο κάτου δέησιν ἔκαμ' ἡ βοσκοποῦλα·
Τ' ἄστρα γοργὰ τὴ δέχτηκαν καθὼς ἡ γῆ τὸν ἥλιο.
Τὰ Σεραφεὶμ ἐγνώρισαν τὸ βάθος τῆς ἀγάπης,
Κ' ὁλόκληρ' ἡ Παράδεισω διπλῆ Παράδεισώ 'ναι.
Ποιὸς εἶχε πῇ ποῦ σοῦ 'μελλε, πέτρα, να βγάλῃς ρόδο;
............................................
Ἀλλὰ ποῦ τώρα βρίσκονται τὰ κάτασπρα ποδάρια;
Ποῦ 'ναι τὸ στῆθος τ' ὄμορφο, ποῦ τέτοιους κόσμους ἔχει;
'Στ' ἀμπέλ' ἡ κόρη κάθεται καὶ παίζει μὲ τ' ἀρνί της.

Pietro Metastasio: [Or che niega i doni suoi] (Απόδοση: Διονύσιος Σολωμός)



Or che niega i doni suoi,
 La stagion de' fiori amica,
 Cinta il crin di bionda spica;
 Volge a noi
 L'estate il piè.
   E già sotto al raggio ardente,
 Così bollono l'arene,
 Che alla barbara cirene,
 Più cocente
 Il sol non è.

Più non hanno i primi albori
  Le lor gelide rugiade;
  Più dal ciel pioggia non cade,
  Che ristori
  È l' erba e 'l fior.
    Alimento il fonte, il rio
  Al terren più non comparte,
  Che si fende in ogni parte
  Per desìo
  Di nuovo umor.

Polveroso al Sole in faccia
  Si scolora il verde faggio,
  Che di frondi al nuovo maggio
  Le sue braccia
  Rivestì;
    Ed ingrato al suol natìo
 Fuor del tronco ombra non stende,
 Nè dal Sol l' acque difende
 Di quel rio,
 Che lo nutrì.

Molle il volto, il sen bagnato
  Dorme steso in strana guisa
  Su la messe già recisa
  L' affannato
  Mietitor;
    E con man pietose, e pronte
  Va tergendogli la bella
  Amorosa villanella
  Dalla fronte
  II suo sudor.

Là su l' arido terreno
  Scemo il can d'ogni vigore
  Langue accanto al suo Signore,
  E nè meno
  Osa latrar;
    Ma tramanda al seno oppresso
 Per le fauci inaridite
 Nuove sempre aure gradite
 Con lo spesso
 Respirar.

Quel torel, che innamorava
  Del suo ardir ninfe, e pastori,
  Se ne' tronchi degli allori
  S' avvezzava
  A ben ferir;
    Del ruscello or su le sponde
  Lento giace, e mugge, e guata
  La giovenca innamorata,
  Che risponde
  Al suo muggir.

Per timor del caldo raggio
  L' augellin non batte l' ale;
  Alle stridule cicale
  Cede il faggio
  L' usignol.
    Mostran già spoglie novelle
  Le macchiate antiche serpi,
  Che ravvolte a' nudi sterpi
  Si fan belle
  In faccia al Sol,

Al calor del lungo giorno
  Senton là ne' salsi umori
  Anche i muti abitatori,
  Che il soggiorno
  Intiepidì;
    E da' loro antri muscosi
  Più non van scorrendo il mare,
  Ma fra' sassi, e l' alghe amare
  Stanno ascosi
  A' rai del dì.

Pur l' estate tormentosa,
  S' io rimiro, amata Fille,
  Le tue placide pupille,
  Sì penosa
  A me non è.
    Mi conduca il cieco Dio
  Fra' Numidi, o al mar gelato,
  Io sarò sempre beato,
  Idol mio,
  Vicino a te.

Benchè adusta abbia la fronte,
  Con le curve opposte spalle
  Una ombrosa opaca valle
  Cela il monte
  Al caldo Sol:
    Là dall' alto in giù cadendo
  Serpe un rio limpido, e vago;
  Che raccolto in picciol lago
  Va nutrendo
  Il verde suol.

Là del Sol dubbia è la luce,
  Come suol notturna Luna;
  Nè pastor greggia importuna
  Vi conduce
  A pascolar.
    E, se v' entra il Sol furtivo,
  Vedi l' ombra delle piante
  Al variar d' aura incostante
  Dentro il rivo
  Tremolar.

Là mia vita uniti andiamo;
  Là cantando il di s' inganni.
  Per timor di nuovi affanni
  Non lasciamo
  Di gioir;
    Che raddoppia i suoi tormenti
  Chi con occhio mal sicuro
  Fra la nebbia del futuro
  Va gli eventi
  A prevenir.

Me non sdegni il biondo Dio,
  Me con Fille unisca Amore,
  E poi sfoghi il suo rigore
  Fato rio,
  Nemico Ciel:
    Che il desìo non mi tormenta
  O di fasto, o di ricchezza;
  Nè d' incomoda vecchiezza
  Mi spaventa
  Il pigro gel.

Curvo il tergo, e bianco il mento
  Toccherò le corde usate,
  E alle corde mal temprate
  Roco accento
  Accoppierò.
    E a que' rai non più vivaci
 Rivolgendomi talora,
 Sulla man, che m' innamora
 Freddi baci
 Imprimerò.

Giusti Dei, che riposate
  Placidissimi su l' etra,
  La mia Fille, e la mia cetra
  Deh serbate
  Per pietà.
    Fili poi la Parca avara
  I miei dì mill' anni e mille,
  La mia cetra, e la mia Fille
  Sempre cara
  A me sarà.


***


Το καλοκαίρι


Τώρα η άνοιξη μας έκρυψε
τ' ανθηρά, τα ωραία της δώρα,
και προβαίνει ασταχοφόρα
του καλοκαιριού η αυγή.

Και αποκάτου από τον ήλιο
τόσο του άμμου η λαύρα αυξύνει,
που εις τη βάρβαρη Κυρήνη
μόλις είναι η λαύρα αυτή.

Τώρα πλέον το γλυκοχάραμα
η δροσιά δε συντροφεύει,
χόρτο ούτ' άνθι θεραπεύει
μήτε μία σταλαματιά.

Πλέον δε σέρνει ο ρύαξ το ρεύμα
εις την γην οπού διψάει
και σκασμένη αναζητάει
τα καρπόφορα νερά.

Τη φαγό κοιτάζει ο ήλιος
μπουχωμένη, χλωμιασμένη,
που είδε ο Μάης ξανανιωμένη
εις τα φύλλα, εις τη μορφή·

και εις την γην την μητρικήν της
σκιάν ολίγη δεν αφήνει,
μήτε σκιά του ρύακος δίνει
που της έδωσε θροφή.

Ιδρωμένος στήθια, πρόσωπο,
πάνω εκεί στα θερισμένα,
με τα μέλη ξαπλωμένα,
να, κοιμάται ο θεριστής·

πάει, και τς ίδρωτες που τρέχουν,
από πάνου του γυρμένη,
η βοσκούλα ερωτεμένη
του σφουγγίζει παρευθύς.

Κείτεται στην γη την άκαρπη
το σκυλί κι αδυναμίζει
και ποτέ του δε γαβγίζει
στον αυθέντη του κοντά·

αλλά το ξερό λαρύγγι
πολεμάει να ξανασάνει,
παίρνει αέρηδες και βγάνει
λαχανιάσματα συχνά.

Κειος ο ταύρος, που ποιμένες,
νύμφες, του 'χανε καμάρι,
με τα κέρατα αντιβάρει
εις τα δέντρα δυνατά, -

τώρα αργός κοιτάει, μουγκρίζει,
στου αυλακιού την πρασινάδα,
και με μούγκρισμα η γελάδα
αποκριέται ερωτικά.

Τα πετούμενα ησυχάζουν·
μελωδίες δεν ασηκώνει
το γλυκόφωνο τ' αηδόνι,
αλλ' ο τσίτσικας λαλεί.

Και τα εντύματα τα νέα
δείχνουν τα παλαιά τα φίδια·
διπλωμένα στα φραξίδια
προς τον ήλιο έχουν στολή.

Της ημέρας της μακρίας
εις την κάψα, ως και τα μαύρα
και τα ψάρια από τη λαύρα
έχουν κύματα ζεστά·

Και από τ' άντρα τους δε βγαίνουν
μέσ' στο πέλαο να τρέχουν,
αλλ' οικιά στες πέτρες έχουν
και εις τα φύκια τα πικρά.



Απόδοση στα ελληνικά:
Διονύσιος Σολωμός