Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Thomas Moore: Oh! Blame Not the Bard



Oh! blame not the bard, if he fly to the bowers
Where Pleasure lies, carelessly smiling at Fame;
He was born for much more, and in happier hours
His soul might have burn'd with a holier flame.
The string, that now languishes loose o'er the lyre,
Might have bent a proud bow to the warrior's dart;
And the lip, which now breathes but the song of desire
Might have pour'd the full tide of a patriot's heart.

But alas for his country! -- her pride is gone by,
And that spirit is broken which never would bend;
O'er the ruin her children in secret must sigh,
For 'tis treason to love her, and death to defend.
Unprized are her sons, till they've learn'd to betray;
Undistinguish'd they live, if they shame not their sires;
And the torch, that would light them through dignity's way,
Must be caught from the pile where their country expires.

Then blame not the bard, if in pleasure's soft dream
He should try to forget what he never can heal:
Oh! give but a hope -- let a vista but gleam
Through the gloom of his country, and mark how he'll feel!
That instant, his heart at her shrine would lay down
Every passion it nursed, every bliss it adored;
While the myrtle, now idly entwined with his crown,
Like the wreath of Harmodius, should cover his sword.

But though glory be gone, and though hope fade away,
Thy name, loved Erin, shall live in his songs;
Not even in the hour when his heart is most gay
Will he lose the remembrance of thee and thy wrongs.
The stranger shall hear thy lament on his plains;
The sign of thy harp shall be sent o'er the deep,
Till thy masters themselves, as they rivet thy chains,
Shall pause at the song of their captive, and weep!

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Βασίλης Πανδής: Δοκιμασία


I
Πάνε χρόνια που μαραίνομαι
εδώ
Ένα ταξίδι
σταλάζει
δυο πίκρες μετά τα μεσάνυχτα,
σκλαβωμένο ματαίως

II
Κοίτα το αίμα το μαύρο πώς γεμίζει,
πώς πήζει στην πληγή

Κοίτα το στήθος,
κοίτα τις πληγές,
κοίτα το νιπτήρα -
Όχι -
με αίμα έπλυνες τα χέρια στο νιπτήρα
κι όχι με γλυφό νερό

Πώς να τ' αντέξεις στην πλάτη

Όχι
Όχι
Όχι



1η δημοσίευση στο tovivlio.net



Ιάκωβος Πολυλάς: Ο μοναχός μου πόθος



Στις γνώμες τις ανθρώπινες
είν’ χωρισμός μεγάλος.
Ένας τη δόξα επιθυμεί,
άλλος τα χρήματα ποθεί,
τη μάθηση ένας άλλος.

Ποιος στο χειμώνα αρέσκεται
και ποιος στο καλοκαίρι,
ποιος θέλει κόττα ή παππί·
ποιος ασηκώνεται πρωί
και ποιος το μεσημέρι.

Ποιος θέλει νύφη ασπρόλαιμη,
ψηλή, χαριτωμένη,
ποιος τη ζητάει μελαχροινή,
και ποιος τη θέλει ταπεινή
και ποιος δαιμονισμένη.

Εγώ ούτε πλούτη εζήλεψα,
ούτε ομορφιά και νιότη,
κι ούτε τη δόξα θέλω εγώ!
Να ’χω γιομάτο επιθυμώ
από κρασί το μπότη.

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: Σονέτο 18



Στης ζωής το στενό μονοπάτι
που το φράζουν τ’ αγκάθια κι οι τριβόλοι
άφησε ομπρός σου να περάσουν όλοι
και μοναχός, ωιμέ, πικρά περπάτει.

Και κάνε τόπο εσύ κάθε διαβάτη
που τρέχει βιαστικά και δίχως σκόλη
στης ευτυχίας το πλάνο περιβόλι
να φτάσει και στ’ ολόχρυσο παλάτι.

Μη βαργομάς γι’ αυτό και μη λυπείσαι
όλα, χαρές και πάθη ο χάρος σβήνει
κι όσο μπορείς λησμονημένος ζήσε

κι ας λαχταράς μονάχα τη γαλήνη
κατάκοπος απ’ το άγριο το δρολάπι
πώχει σηκώσει στην καρδιά σου η αγάπη

Νικηφόρος Βρεττάκος: Μεταρσίωση



Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα,
λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.
Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό
το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.

Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.

Ήλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα,
κι είμαι σα μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα,
που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.


ΠΗΓΗ

Νίκος Καρούζος: Ἡ Ὀρθοδοξία



Γλυκὸ ποὺ εἶναι τὸ σκοτάδι στὶς εἰκόνες τῶν προγόνων
ἄμωμα χέρια μεταληπτικὰ
ροῦχα ποὺ τ᾿ ἄδραξεν ἡ γαλήνη καὶ δὲ γνωρίζουν ἄνεμο
βαθιὰ τὸ ἐλέησον ἀπ᾿ τοὺς ἄυλους βράχους
τὰ μάτια σὰν καρποὶ εὐωδᾶτοι.
Κι ὁ ψάλτης ὁλόσωμος ἀνεβαίνει στὸ πλατάνι τῆς φωνῆς
καημένε κόσμε
θυμίαμα ἡ γαλάζια ὀσμὴ κι ὁ καπνὸς ἀσημένιος
κερὶ νὰ στάζῃ ὁλοένα στὰ παιδόπουλα
καημένε κόσμε
σὰ βγαίνουν - ὢ χαρὰ πρώτη - μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ μὲ τὶς λαμπάδες
κ᾿ ὕστερα ἡ μεγάλη χαρὰ νὰ συντροφεύουν τ᾿ Ἅγια...
Ὁ παπα-Γιάννης τυλιγμένος τ᾿ ἄσπρο του φελόνι
καλὸς πατέρας καὶ καλὸς παπποὺς μὲ τὸ σιρόκο στὴ γενειάδα
χρόνια αἰῶνες χρόνια καὶ νιάτα πὄχει ἡ ὀμορφιά!...


Πηγή

Νίκος Καρούζος: Το λιόδεντρο



Τι αίμα στους Λαβδακίδες
κι απ’ το σκοτάδι των ματιών
σ’ άλλο σκοτάδι πέφτει ο κουρελής Οιδίπους
έρημος με τους θεούς
παθαίνοντας τις πράξεις του.
Μοιάζει στο φως ο πιο αθώος
ανεβαίνει στα τάρταρα (κ’ είν’ τούτο φρικτό μυστήριο)
μ’ ανάερο κεφάλι σαν χαρταετός ανεβαίνει
δεν είχε άλλη ομορφιά εκτός απ’ την αγάπη.
Ο χρόνος πλήθυνε στα μολεμένα σωθικά
είμαι γεμάτος μαύρες ημέρες,
ο γέρος τραγουδούσε,
κι ακούγονταν χιλιάδες αηδόνια στη συμφορά του
καθώς ο αττικός ήλιος έπλεε πάνω στην αιθρία
σαν θαλάσσιο ξύλο και ψυχοπομπός.
Ω τα ελαφρά χέρια των Νυμφών οπού θλίβονται
τρυφερά φυτρωμένα στ’ αερικά σώματά τους
πώς βαραίνουν
τη βοήθεια μη μπορώντας σ’ εκείνο τον άμοιρο!
Μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό,
τραγουδούσε ο Οιδίπους,
ένα κορμί που έκλεισε το ρεύμα των ιλίγγων
αγγιγμένος με θείαν αφή
της Ειμαρμένης όλβιος.
Γιατί ποτέ δε θά βρει άνθρωπος
τις βουλές του θεού ταιριασμένες έτσι μέσ’ στο αίμα
χυμένες απ’ τα αιθερικά βασίλεια
τη μεγάλη καρδιά όπως γύρεψαν και την πλημμυρίζουν.
Ελεύθερος αντικρίζει πάντα τη Θήβα
και σωπαίνει
ο θάνατος.


Νίκος Καρούζος: Σύντομον



Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
είμαι των άστρων ο σκύλος
με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Κωστής Παλαμᾶς: Μιὰ πίκρα



Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.


ΟΙ ΚΑΗΜΟΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ (1912)




***


Το παραπάνω ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον Φοίβο Δεληβοριά.





Τίτος Πατρίκιος: Έρωτες




Την ποίηση όπως τις γυναίκες
μόνο στην απειλή της εγκατάλειψης
την αγαπάμε.



Τίτος Πατρίκιος: Ιστορία του Οιδίποδα



Θέλησε να λύσει τα αινίγματα
να φωτίσει το σκοτάδι
που μέσα του βολεύονται όλοι
όσο κι αν τους βαραίνει.
Δεν τρόμαξε από τα όσα είδε
μα από την άρνηση των άλλων να τα παραδεχτούν.
Θα ‘μενε πάντα η εξαίρεση;
Δεν άντεχε τη μοναξιά.
Και για να βρει τους διπλανούς του
έχωσε μες στα μάτια του βαθιά
τις δυο περόνες.
Πάλι ξεχώριζε με την αφή τα πράγματα
που κανείς δεν ήθελε να βλέπει.


Πηγή

Απαγγέλλει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης














Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Κρέων



Ο Κρέων ο βασιλιάς που συλλογάται
πως είναι δυσκολότερο το φως
από του πόνου το σκοτάδι.

Έβγαλε διάτα – ποιος ακούει στον Άδη! –
να μετακινηθούν οι τρύπιες λέξεις
απ᾽ τη μεμβράνη του ίσκιου·
τα λαίμαργα να στείλουν
σεντόνια στα κοράκια.

Ύστερα λέει νειρεύτηκε τα υδρόφιλα
της υπνοφαντασίας του ομοιώματα·
το φως λευκαίνοντας τη θάλασσα
κι όλα τα δόλια έργα·
τα προστατευτικά τους κιγκλιδώματα
ζώναν τον ψόφο της ψυχής.

Θυμάται την ψυχή που το κεφάλι του
πήρε την κατηφόρα.

Την Αντιγόνη και τον Αίμωνα που τον προσμέναν.

Ολίγο φως και μακρινό της πόλεως των Θηβών.


Πηγή

Στρατής Παρέλης: Μεγαλυνάριο τριάντα λόγων για Αγάπη




Κι ωστόσο ποτέ μου εγώ δεν βρήκα αυτά που γράφω
σ’ όλα εκείνα που αγαπάω..
ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ.

1.
Χτυποκάρδι πρωινό του πουλιού.
Καλά του έρχεται η μελωδία!
Ένας ύμνος στο γαλάζιο το φως·
Σταθερή αξία της κάθε φωτιάς.
Και ο ήλιος
Αινιγματικός επισκέπτης της μέρας-
Παλιά θεός και σήμερα πάλι·
Λάμπει λάμπει λάμπει!
Ο χορός των εντόμων πάνω απ’ τα νερά:
Παρδαλές πεταλούδες που πιστεύουν στον Μάιο!
Μικρές χαρές σαν την μικρή ζωή·
Περιέχουν ανάσταση και θάνατο..
1.5.2008
2.
Η καρδιά μου η πιο σταράτη αλήθεια
Χτυπά για να ξέρω να ελπίζω.
Αυτός ο κόσμος που πλαταίνει πλαταίνει
Φτωχότερος ολοένα.
Αγαπώ όλες τις κόρες των θαλασσών:
Αφρογέννητες, άσπρες, ευωδιαστές
Μου μιλάνε με ποιήματα.. Βλέπω
Που εξαντλούν τον ουρανό σαν πηγάδι..
1.5.2008
3.
Μικρά ποιήματα και όμως καίνε!
Ανοίγουν τις νότες τους σαν σε νέο βιβλίο·
Η χαρά διαβάζεται τώρα..
Εγώ αξίζω μια σιωπή λουλουδιών.
Μα κι από τάφο πάλι θα μιλάω..
Φλύαρος έμαθα και θα με τυραννάει πάντα η φωνή..
1.5.2008

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Άκης Πάνου: Ο δρόμος είναι δρόμος



Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
1η εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Θέλω να τα πω (1982)




Δεν είναι εύκολο ν' αλλάξεις, όταν χαλάσεις εντελώς -
δεν έχεις μάτια να κοιτάξεις ποιος είναι ο δρόμος ο καλός

"Για μένα ο δρόμος είναι δρόμος", στον εαυτό σου έτσι λες
"Τι πα να πει βρωμιά και τρόμος, κατήφορος και προσβολές"
Για σένα ο δρόμος είναι δρόμος - τι πα να πει είναι στραβός;
Ποιο θα 'ναι το φινάλε, όμως, δεν το μαντεύεις ακριβώς

Δεν είναι εύκολο ν' αλλάξεις - έχει κι η λάσπη ηδονή
και με τη λάσπη θες να φτιάξεις αγάπη σαν αληθινή

"Για μένα ο δρόμος είναι δρόμος", στον εαυτό σου έτσι λες
"Τι πα να πει βρωμιά και τρόμος, κατήφορος και προσβολές"
Για σένα ο δρόμος είναι δρόμος - τι πα να πει είναι στραβός;
Ποιο θα 'ναι το φινάλε, όμως, δεν το μαντεύεις ακριβώς

O Ρένος Αποστολίδης με τον Τάσο Ρούσσο για τον Φαίδρο Μπαρλά







Ρένος Αποστολίδης: Η απολογία ενός κυνικού







Sir Thomas Wyatt: Farewell love and all thy laws forever



Farewell love and all thy laws forever;
Thy baited hooks shall tangle me no more.
Senec and Plato call me from thy lore
To perfect wealth, my wit for to endeavour.
In blind error when I did persever,
Thy sharp repulse, that pricketh aye so sore,
Hath taught me to set in trifles no store
And scape forth, since liberty is lever.
Therefore farewell; go trouble younger hearts
And in me claim no more authority.
With idle youth go use thy property
And thereon spend thy many brittle darts,
For hitherto though I have lost all my time,
Me lusteth no lenger rotten boughs to climb.


Πηγή

Νίκος Καρούζος: [Το λυγερό κι αναίμαχτο νερό ναν το μιμείσαι]



Το λυγερό κι αναίμαχτο νερό ναν το μιμείσαι

στην όποια σου κίνηση στην κάθε σου χειρονομία
για να λαξεύεις έτσι την παιχνιδιάρα μας πραγματικότητα.
την αχαλίνωτη ακινησία.

Τα δέντρα που τρομάζουν ολοτρόγυρα

τρέξε ναν τα προλάβεις απ’ την καλοσύνη.


Νίκος Καρούζος: [Απόγονος...]



Απόγονος της νύχτας

Ν.Γ. Πεντζίκης: Στους περιπατητές του έρωτα




Ναπολέων Λαπαθιώτης: Κι έπινα μες απ' τα χείλια σου...



ἰδοὺ εἶ καλός, ὁ ἀδελφιδός μου, καί γε ὡραῖος·
πρὸς κλίνη ἡμῶν σύσκιος, δοκοὶ οἴκων ἡμῶν
κέδροι, φατνώματα ἡμῶν κυπάρισσοι.
(Άσμα Ασμάτων)
Σαλωμών

Καὶ τὰ χέρια σου σφιγγόντουσαν
στὸ κορμί μου γύρω-γύρω
κι ἔπινα μὲς ἀπ᾿ τὰ χείλη σου
γλυκειὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρο.

Κι ἔπινα μὲς ἀπ᾿ τὰ χείλη σου
γλυκειὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρα
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι μας
κι οἱ μπερντέδες σὰν πορφύρα.

Ἦσαν οἱ μπερντέδες κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι.
Κι ὅλο λίγωνε, κι ὅλο μέλωνε
τὸ γλυκό, γλυκό σου μάτι.

Κι ἔτσι, ἀγάπη μου, σὲ γλέντησα
κι ἔτσι τὴ γλυκάδα σου ἤπια,
μέσα στ᾿ ἄνομα ἀγκαλιάσματα,
τὰ ἄνομα τὰ καρδιοχτύπια.

Κι ἀπ᾿ τὴ γλύκα ποθοπλάνταζε
τὸ κορμί σου καὶ τὸ μάτι
κι ἦσαν οἱ μπερντέδες κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι.