Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jorge Luis Borges. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jorge Luis Borges. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Jorge Luis Borges: Επίκληση στον Τζόυς






Σκόρπιοι σε πρωτεύουσες σκόρπιες,
και ολομόναχοι και πολλοί-πολλοί,
παίξαμε πως ήμασταν ο Αδάμ ο πρωτόπλαστος,
που έδωσε ονόματα στα πράγματα.
Απ’ τις τεράστιες κατηφόρες της νύχτας
που συνορεύουν με τη χαραυγή
γυρεύαμε (το θυμάμαι ακόμα) τις λέξεις
για τη σελήνη, για τον θάνατο, για το πρωί
και για τις άλλες του ανθρώπου συνήθειες.
Υπήρξαμε ο ιμαζισμός, ο κυβισμός,
οι αποσυνάγωγοι και οι αιρέσεις
που τα πανεπιστήμια τα μωρόπιστα τόσο μα τόσο σέβονται.
Επινοήσαμε την έλλειψη της στίξης,
την παράλειψη των κεφαλαίων γραμμάτων,
τις στροφές εν είδει περιστεράς
των βιβλιοθηκαρίων της Αλεξάνδρειας.
Τέφρα των χειρών μας το έργο
και πυρκαγιά μεγάλη η  πίστη μας.
Εσύ, εν τω μεταξύ,
στις πόλεις της εκτόπισης,
σ’ εκείνη την εκτόπιση που ήταν
το μισητό και αγαπημένο σου όργανο,
εσφυρηλάτησες της τέχνης σου το όπλο,
ανέγειρες τους επίπονους λαβυρίνθους σου,
τους απειροστικούς και άπειρους,
μα και θαυμασίως ασήμαντους, νά ’ναι
πιο πυκνοκατοικημένοι και από την ίδια την ιστορία.
Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε δει
το τέρας το δίμορφο ή το ρόδο
που αποτελούν το πολυδαίδαλο κέντρο σου,
η μνήμη φυλάει ωστόσο τα φυλαχτά της,
τους βεργιλιανούς αντίλαλους,
κι έτσι στους δρόμους της νύχτας εξακολουθούν να βρίσκονται
τα υπέροχά σου τάρταρα του κάτω κόσμου,
τόσες και τόσες διακυμάνσεις και μεταφορές δικές σου,
και τα χρυσάφια όλα της σκιάς σου.
Τί σημασία έχει η δική μας δειλία, αν υπάρχει στη γη
ένας και μόνο άνθρωπος γενναίος;
Τί σημασία έχει η θλίψη, αν υπήρχε μες στα χρόνια
κάποιος που είπε πως είναι ευτυχισμένος;
Και ποιόν ενδιαφέρει η χαμένη γενιά μου,
τούτος ο θολός στ’ αλήθεια καθρέφτης,
αν τα βιβλία τη δικαιώνουν τα δικά σου;.
Εγώ είμαι οι άλλοι. Είμαι όλοι εκείνοι
που διασώθηκαν από το πείσμα και την αυστηρότητά σου.
Είμαι εκείνοι όλοι που, ενώ δεν τους γνωρίζεις, ακόμα τους σώζεις.


Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Jorge Luis Borges: Edgar Allan Poe





Λαμπρότητα μαρμάρινη, μαύρη ανατομία
πού τη βεβήλωναν τα σκουλήκια του τάφου,
του θριάμβου τού θανάτου
τα ψυχρά σύμβολα μάζεψε.
Δεν τα φοβήθηκε.

Φοβήθηκε την άλλη σκιά, του έρωτα,
τη τρέχουσα ευωχία των περισσότερων.
Δεν τον τύφλωσε
το αστραφτερό το μέταλλο
ούτε το επιτάφιο μάρμαρο
μόνο το τριαντάφυλλο.
Σαν από τη πίσω μεριά του καθρέφτη
μοναχικός παραδομένος
στη μοίρα του την μεστή
τού να σκαρώνει εφιάλτες.
Ίσως από την πίσω πλευρά
του θανάτου,
να συνεχίζει να στήνει
μοναχικός και αλύγιστος
εξαίσια και αποκρουστικά
θάματα.


Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς



Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Ο Καβάφης, ο Μπόρχες και ο Πεσσόα


O Ν. Βαγενάς συγκρίνει τη διεθνή απήχηση του αλεξανδρινού ποιητή με εκείνη των δύο άλλων, πολυ-συζητούμενων σήμερα συγγραφέων

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  31/10/1999 00:00


γράφει ο Νάσος Βαγενάς 

Ο Καβάφης είναι μαζί με τον Αργεντινό Μπόρχες και τον Πορτογάλο Πεσσόα ένας από τους τρεις ποιητές της λογοτεχνικής περιφέρειας που, παρότι δεν βρίσκονται εν ζωή, αποτελούν σήμερα σημεία αναφοράς παγκοσμίως. Η φήμη βέβαια του Μπόρχες απορρέει λιγότερο από τα ποιήματά του και περισσότερο από την πεζογραφία του, η οποία όμως είναι πεζογραφία ποιητικής φύσεως: και ο Μπόρχες, όπως ο Καβάφης, κάνει ποίηση με τα μέσα της πρόζας, μιας πρόζας που φορά ένα επιπλέον προσωπείο, εκείνο του δοκιμιοφανούς λόγου. Οι όροι για τη σύγκριση της διεθνούς απήχησης του Καβάφη με εκείνη του Μπόρχες προσφέρονται βέβαια μόνο για αναλογικές μετρήσεις. Και τούτο γιατί ο Καβάφης είναι ποιητής μιας ασθενούς γλώσσας, ασθενούς όχι μόνο με την έννοια ότι η ελληνική μιλιέται από λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά και επειδή, όπως λέγεται ­ και λέγεται σωστά ­ είναι γλώσσα ανάδελφη, ενώ ο Μπόρχες γράφει στη δεύτερη περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα του δυτικού ημισφαιρίου, σε μια γλώσσα που ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των λατινογενών γλωσσών (γι' αυτό και τον χαρακτηρισμό του ως συγγραφέα της περιφέρειας τον χρησιμοποιώ ως έναν βαθμό καταχρηστικώς). Η λογοτεχνία που γράφεται στην ισπανική γλώσσα έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες μετάφρασης και απήχησης απ' ό,τι η γραφόμενη στην ελληνική, αφού η μελέτη της στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία αποτελούν έναν σημαντικότατο δίαυλο διάδοσης της λογοτεχνίας μιας ξένης χώρας, γίνεται περισσότερο εκτεταμένα απ' ό,τι η μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και αφού η κατά πολύ ευρύτερη διάδοση της ισπανομάθειας την κάνει να έχει ευκολότερη πρόσβαση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Jorge Luis Borges: Το σπίτι του Αστερίου



Ξέρω πως με λένε φαντασμένο, ίσως και μισάνθρωπο, ίσως και τρελό. Οι κατηγορίες αυτές (που θα τις τιμωρήσω όταν έρθει η ώρα) είναι γελοίες. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δε βγαίνω από το σπίτι μου, αλήθεια είναι όμως και ότι οι πόρτες του (άπειρες τον αριθμό) είναι ανοιχτές μέρα και νύχτα τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα. Όποιος θέλει, μπαίνει. Δεν θα βρει εδώ γυναικείες πομπές ούτε τις αλλόκοτες τελετουργίες των ανακτόρων, θα βρει όμως γαλήνη και απομόνωση. Θα βρει ακόμα κι ένα σπίτι που είναι μοναδικό σ' όλη τη γη. (Ψεύδονται όσοι λένε πως στην Αίγυπτο υπάρχει ένα παρόμοιο.) Ακόμα κι οι συκοφάντες μου παραδέχονται πως σ' ολόκληρο το σπίτι δεν υπάρχει ούτε ένα έπιπλο. Άλλη γελοιότητα είναι το ότι τάχα εγώ, ο Αστέριος, είμαι φυλακισμένος. Να το ξαναπώ ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωμένη πόρτα; Να προσθέσω ότι δεν υπάρχει ούτε μία κλειδωνιά; Ένα σούρουπο μάλιστα, βγήκα στο δρόμο· κι αν γύρισα εδώ πριν πέσει η νύχτα, ήταν γιατί με φόβισαν τα πρόσωπα του πλήθους, πρόσωπα ξεθωριασμένα και πλατσουκωτά, σαν ανοιχτή παλάμη. Ο ήλιος είχε βασιλέψει πια, αλλά απ' το απελπισμένο κλάμα ενός παιδιού και τις ηλίθιες ικεσίες του όχλου, κατάλαβα πως μ' είχαν αναγνωρίσει. Ο κόσμος προσευχόταν, έφευγε μακριά, έπεφτε στα γόνατα· μερικοί σκαρφάλωσαν στον στυλοβάτη του Ναού των Λάβρεων άλλοι μάζευαν πέτρες. Κάποιος, αν δεν κάνω λάθος, έπεσε στη θάλασσα για να κρυφτεί. Δεν είναι τυχαίο που η μητέρα μου ήταν βασίλισσα: δεν μπορώ να συχνωτίζομαι με τον όχλο, αν και το ζητάει η ταπεινοφροσύνη μου.
Πάντως, είμαι μοναδικός. Δεν μ' ενδιαφέρει τι μπορεί να μεταδώσει ένας άνθρωπος στους άλλους· κι εγώ, σαν τον φιλόσοφο, είμαι της γνώμης ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταδοθεί με την τέχνη της γραφής. Οι κοινότοπες και ενοχλητικές λεπτομέρειες δεν έχουν καμία θέση στο πνεύμα μου, που είναι πλασμένο για τα σπουδαία· ποτέ μου δεν κατάφερα να συγκρατήσω σε τι διαφέρει το ένα γράμμα από το άλλο. Κάποια γενναιόδωρη αδημονία δεν μου επέτρεψε να μάθω να διαβάζω. Καμιά φορά, μετανιώνω γι' αυτό, γιατί οι νύχτες και οι μέρες είναι μεγάλες.
Να διευκρινίσω ότι δε μου λείπουν οι διασκεδάσεις. Σαν το κριάρι που χιμάει να κερατίσει, διασχίζω τρέχοντας τις πέτρινες στοές, ώσπου να σωριαστώ στο χώμα, ζαλισμένος. Κρύβομαι πίσω από μια στέρνα ή στη στροφή ενός διαδρόμου και καμώνομαι ότι με κυνηγούν. Έχει κάτι εξώστες, απ' όπου αφήνομαι να πέφτω ώσπου να γεμίσω αίματα. Οποιαδήποτε στιγμή μπορώ να παίξω τον κοιμισμένο, κρατώντας τα μάτια μου κλειστά και βαριανασαίνοντας. (Κάπου κάπου κοιμάμαι στ' αλήθεια· κάπου κάπου ανοίγω τα μάτια μου, και το χρώμα της μέρας έχει αλλάξει.) Απ' όλα όμως τα παιχνίδια μου, αυτό που μ' αρέσει πιο πολύ είναι να παίζω τον άλλο Αστέριο. Κάνω πως με επισκέπτεται και πως του δείχνω το σπίτι. Όλο ευγένεια και φιλοφρονήσεις του λέω: Τώρα επιστρέφουμε στην προηγούμενη διασταύρωση ή Τώρα βγαίνουμε σε μια άλλη αυλή ή Καλά το φαντάστηκα πως θα σου άρεσε το φρεάτιο ή Κοίτα εδώ μια στέρνα που γέμισε άμμο ή Τώρα θα δεις πώς διακλαδώνεται το υπόγειο. Καμιά φορά κάνω λάθος, και τότε γελάμε κι οι δυο με την καρδιά μας.
Τα παιχνίδια αυτά δεν είναι το μόνο πράγμα που έχω κατεβάσει απ' το κεφάλι μου· μ' έχει απασχολήσει πολύ και το σπίτι. Όλοι οι χώροι του σπιτιού επαναλαμβάνονται πολλές φορές, και κάθε μέρος είναι άλλο μέρος. Δεν υπάρχει μία αυλή, ένα πηγάδι, μία ποτίστρα, ένα παχνί- υπάρχουν δεκατέσσερα [ = άπειρα] παχνιά, ποτίστρες, πηγάδια, αυλές. Το σπίτι είναι μεγάλο όσο και ο κόσμος· ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Να όμως που, για να 'χω εξαντλήσει τις αυλές με τα πηγάδια και τις κονισαλέες στοές από γκρίζα πέτρα, βγήκα μια μέρα στο δρόμο και είδα τον Ναό των Λάβρεων και τη θάλασσα. Αυτό δεν το 'χα καταλάβει, μέχρι που ήρθε ένα όραμα της νύχτας και μου αποκάλυψε ότι οι ναοί και οι θάλασσες είναι πάλι δεκατέσσερις [= άπειρες]. Τα πάντα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, υπάρχουν όμως και δυο πράγματα στον κόσμο που δείχνουν να είναι μόνο μια φορά: πάνω, ο δυσνόητος ήλιος· κάτω, ο Αστέριος. Μπορεί και να 'μαι εγώ που έπλασα τ' αστέρια και τον ήλιο και το θεόρατο σπίτι, μα τώρα δεν θυμάμαι τίποτα.
Κάθε εννιά χρόνια, έρχονται στο σπίτι εννιά άνθρωποι για να τους λυτρώσω απ' το κακό. Ακούω τα βήματα τους ή τις φωνές τους στα βάθη των πέτρινων στοών και τρέχω όλος χαρά να τους προϋπαντήσω. Η τελετή διαρκεί λίγα λεπτά. Ο ένας μετά τον άλλο σωριάζονται, χωρίς να λερώσω τα χέρια μου με αίμα. Εκεί που πέφτουν, εκεί μένουν, κι αυτό με βοηθάει να ξεχωρίζω τη μια στοά απ' την άλλη. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ξέρω όμως πως ένας από δαύτους, την ώρα που ξεψυχούσε, προφήτεψε πως κάποτε θα 'ρχόταν κι ο δικός μου λυτρωτής. Από τότε, δεν με βαραίνει η μοναξιά, γιατί ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει και μια μέρα θα προβάλει μέσ' από τη σκόνη. Αν η ακοή μου μπορούσε να συλλάβει όλους τους ψίθυρους στον κόσμο, θα ξεχώριζα τα βήματα του. Είθε να με πάει σε κάποιον χώρο με λιγότερες στοές και λιγότερες πόρτες. Πώς θα 'ναι ο λυτρωτής μου; αναρωτιέμαι. Θα 'ναι ταύρος ή άνθρωπος; Θα 'ναι μήπως ταύρος με ανθρώπινο κεφάλι; Ή θα 'ναι σαν κι εμένα;
Ο πρωινός ήλιος άστραφτε πάνω στο μπρούντζινο σπαθί. Δεν είχε μείνει ούτε σταγόνα αίμα.
«Θα το πιστέψεις, Αριάδνη;» είπε ο Θησέας. «Ο Μινώταυρος δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου.»