Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Δαρείος Ακύλας: [ναυάγια οι έρωτες/ ψυχές αποκαΐδια...]



Charles Baudelaire: Enivrez-vous! (Μεθάτε!)



Il faut être toujours ivre. Tout est là : c’est l’unique question. Pour ne pas sentir l’horribl fardeau du Temps qui brise vos épaules et vous penche vers la terre, il faut vous enivrer sans trêve.

Mais de quoi ? De vin, de poésie ou de vertu, à votre guise. Mais enivrez-vous.

Et si quelquefois, sur les marches d’un palais, sur l’herbe verte d’un fossé, dans la solitude morne de votre chambre, vous vous réveillez, l’ivresse déjà diminuée ou disparue, demandez au vent, à la vague, à l’étoile, à l’oiseau, à l’horloge, à tout ce qui fuit, à tout ce qui gémit, à tout ce qui roule, à tout ce qui chante, à tout ce qui parle, demandez quelle heure il est ; et le vent, la vague, l’étoile, l’oiseau, l’horloge, vous répondront : « Il est l’heure de s’enivrer ! Pour n’être pas les esclaves martyrisés du Temps, enivrez-vous ; enivrez-vous sans cesse ! De vin, de poésie ou de vertu, à votre guise. »


***


Αφιερωμένο στον Δαρείο Ακύλα


Πρέπει να 'στε πάντα μεθυσμένοι -
τα πάντα κρύβοντ' εκεί·
είναι το μόνον που μετράει
Για να μη νιώθετε το φριχτό του Χρόνου βάρος
τη ράχη σας να λυγίζει
και να σας τραβάει στο χώμα,
πρέπει να 'στε πάντα μεθυσμένοι
Με τι; Κρασί, Ποίηση, Αρετή... Όλα τους, πρόσφορα... Μ' ό,τι θέλετε - Μοναχά: μεθάτε!

Κι αν, καμιά φορά, σε κάποιου παλατιού τα σκαλοπάτια ή σ' ενού ρείθρου τη χλόη, στη θρηνούσα μοναξιά του δωματίου, ξυπνήσετε πάλι με το μεθύσι να σβήνει ή να σας έχι εγκαταλείψει ήδη, ρωτήσετε τ' αγέρι, το κύμα, τ' αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι μπορεί να ξεφύγει τελικά, ό,τι στενάζει, ό,τι κυλά, ό,τι τραγουδά, ό,τι μιλά - για την ώρα ρωτήστε και τ' αγέρι, το κύμα, τ' αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θ' απαντήσουν: «Είναι ώρα όλοι ν' αρχινήσουν να μεθάνε! Για να μη μαρτυρήσετε, ίδιοι καινούργιοι του Χρόνου δούλοι, μεθύστε, διαρκώς να μεθάτε! Κρασί, Ποίηση ή Αρετή... Ό,τι τραβά η ψυχή σας»



Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Rainer Maria Rilke: Πώς φθίνουν έτσι ανάλαφρα...



Hinschwindende ganz leicht, eh sie vergehen,
zurückhalten mit ein wenig Wink,
aus Abschiednehmen und Nicht-Wiedersehen
ein Ding zu machen, so daß sich auf den Zehen
hinüberhebt um dem, was schon verging,
leis beizuwohnen ( : Rosen und Ideen – )

Μόναχο, 2.10.1913


***


Πώς φθίνουν έτσι ανάλαφρα, προτού χαθούν,
με μια λεπτή χειρονομία, τελευταία…
Με το Έχε Γεια και τ’ Όχι Πια ποθούν
να συμφιλιωθούν, κι όσα μοιραία
χάθηκαν ήδη, πάνε να τα βρουν
ακροπατώντας απαλά ( : το Ρόδο και η Ιδέα – )



Απόδοση στα ελληνικά:
Κώστας Κουτσουρέλης



Πρώτη δημοσίευση:
      R. M. Rilke - L. Pritzel, Κούκλες,
      Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης,
      Περισπωμένη, Αθήνα 2012




Δίπτυχο: Κωστής Παλαμάς & Victor Hugo




ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ:
Ο ΤΑΦΟΣ (απόσπασμα)


Ἥσυχα καὶ σιγαλά,
διψώντας τὰ φιλιά μας,
ἀπὸ τ᾿ ἄγνωστο γλιστρᾶς
μέσα στὴν ἀγκαλιά μας.

Ὡς κ᾿ ἡ βαρυχειμωνιὰ
μ᾿ αἰφνήδια καλοσύνη
κ᾿ ἥσυχη καὶ σιγαλὴ
σὲ δέχτηκε κ᾿ ἐκείνη.

Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
σὲ χάιδευεν ὁ ἀέρας,
τῆς νυχτὸς ἠλιόφεγγο
κι ὀνείρεμα τῆς μέρας.

Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
μᾶς γέμιζες τὸ σπίτι,
γλύκα τοῦ κεχριμπαριοῦ
καὶ χάρη τοῦ μαγνήτη.

Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
ζοῦσε ἀπὸ σὲ τὸ σπίτι,
ὀμορφιὰ τ᾿ αὐγερινοῦ
καὶ φῶς τοῦ ἀποσπερίτη.

Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
φεγγάρια, ὢ στόμα, ὢ μάτι,
μίαν αὐγούλα σβήσατε
στὸ φονικὸ κρεββάτι.

Ἥσυχα καὶ σιγαλὰ
καὶ μ᾿ ὅλα τὰ φιλιά μας,
γύρισες πρὸς τ᾿ ἄγνωστο
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀγκαλιά μας.

Ἥσυχα καὶ σιγαλά,
ὢ λόγε, ὢ στίχε, ὢ ρίμα,
σπείρετε τ᾿ ἀμάραντα
στ᾿ ἀπίστευτο τὸ μνῆμα!

...[συνεχίζεται]...

Ἄφκιαστο κι ἀστόλιστο
τοῦ Χάρου δὲ σὲ δίνω.
Στάσου μὲ τ᾿ ἀνθόνερο
τὴν ὄψη σου νὰ πλύνω.

Τὸ χρυσὸ τὸ χτένισμα
μὲ τὰ χρυσὰ τὰ χτένια,
πάρτε ἀπ᾿ τὴ μανούλα σας
μαλλάκια μεταξένια.

Μήπως καὶ τοῦ Χάροντα
καθὼς θὰ σὲ κυττάξει,
τοῦ φανεῖς ἀχάϊδευτο
καὶ σὲ παραπετάξει!

Στὸ ταξίδι ποὺ σὲ πάει
ὁ μαῦρος καβαλλάρης,
κύτταξε ἀπ᾿ τὸ χέρι του,
τίποτε νὰ μὴν πάρεις.

Κι ἂν διψάσεις μὴν τὸ πιεῖς
ἀπὸ τὸν κάτου κόσμο
τὸ νερὸ τῆς ἀρνησιᾶς,
φτωχὸ κομμένο δυόσμο!

Μὴν τὸ πιεῖς κι ὁλότελα
κι αἰώνια μᾶς ξεχάσεις...
βάλε τὰ σημάδια σου
τὸ δρόμο νὰ μὴ χάσεις,

κι ὅπως εἶσαι ἀνάλαφρο,
μικρὸ σὰ χελιδόνι,
κι ἄρματα δὲ σοῦ βροντᾶν
παλικαριοῦ στὴ ζώνη,

κύτταξε καὶ γέλασε
τῆς νύχτας τὸ σουλτάνο,
γλίστρησε σιγὰ - κρυφὰ
καὶ πέταξ᾿ ἐδῶ πάνω,

καὶ στὸ σπίτι τ᾿ ἄραχνο
γυρνώντας, ὦ ἀκριβέ μας,
γίνε ἀεροφύσημα
καὶ γλυκοφίλησέ μας!


Πηγή



***



VICTOR HUGO:
DEMAIN DÈS L'AUBE
Απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Πανδής


Αύριο, την αυγή, την ώρα που η γης ασπρίζει,
θα φύγω - Βλέπεις, ξέρω ότι συ με περιμένεις
Θα πάω στο δάσος, θα πάρω τα βουνά -
Δεν μπορώ πια να μένω μακριά από σένανε πολύν καιρό

Θα προχωρώ κοιτώντας μες στις σκέψεις μου,
δίχως τίποτε να βλέπω, δίχως καμιά φασαρία ν' ακούω·
μονάχος, μεταξύ αγνώστων άγνωστος, καμπουριασμένος, με τα χέρια σταυρωμένα,
θλιμμένος - και για μένανε η μέρα θα 'ναι νύχτα ίδια

Δε θα κοιτώ ούτε το χρυσό λυκόφως, όσο να πέσ' η νύχτα,
ούτε τα ιστία μακριά που κατηφοράν προς το Χαρφλέρ
Και σαν θα φτάσω, στον τάφο σου απάνω θ' απιθώσω
ένα μπουκέτο από πράσινους ιξούς και ρείκια ολάνθιστα


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος απαγγέλλει







Ο Τίτος Πατρίκιος απαγγέλλει














Τρίτη, 28 Ιουλίου 2015

Octavio Paz: Κώστας




στη Νίτσα και τη Ρεία

In this monody the αuthor bewαils 
α leαrned friend, unfortunαtely 
drowned in his pαssαge from 
Chester on the Irish Seαs, 1637. 
And by occαssion foretells the ruin 
of our corrupted clergy. 

JOHN MILΤON, Lycidas (1638)


   Εγώ ήμουνα τριάντα χρονώ, ερχόμουν από την Αμερική κι αναζητούσα στις στάχτες του 1946 το αυγό του Φοίνικα,
   εσύ ήσουν είκοσι, ερχόσουν από την Ελλάδα, απ' την εξέγερση κι από την φυλακή
   βρεθήκαμε πρώτη φορά μες σ' ένα καφενείο όλο καπνό, φωνές, λογοτεχνία,
   μια εστία μικρή, που την κρατούσε ζωντανή ο ενθουσιασμός, ενάντια στην ανέχεια και την παγωνιά εκείνου του Φλεβάρη
   βρεθήκαμε και πιάσαμε κουβέντα για τον Ζαπάτα και για τ' άλογό του, για την πεπλοφόρο Δήμητρα, μια πέτρα μαύρη, μιας φοράδας κεφαλή,
   κι όταν ο νους μας πήγε στην ωραία μάγισσα απ' τη Θεσσαλία που μεταμόρφωσε τον Λούκιο σε όνο και φιλόσοφο
   κύμα βαρύ το γέλιο σου σκέπασε γύρω τις φωνές και το κουδούνισμα απ' τα κουταλάκια στα φλιτζάνια,
   ένας αχός σηκώθηκε, ένα ποδοβολητό, αίγες ασπρόμαυρες πήραν ν' αναρριχώνται βιαστικά σ' ένα τοπίο όλο καμένους λόφους,
   το διπλανό ζευγάρι έπαψε να μιλάει ψιθυριστά και απόμεινε άναυδο με αδειανό το βλέμμα
   λες κι η πραγματικότητα είχε απογυμνωθεί κι άλλο δεν έμενε παρά η βουβή τροχιά ατόμων και μορίων,
   ένα πλατάγισμα σηκώθηκε φτερών πάνω απ' το κύμα, του ήλιου μια αστραψιά πάνω στα βράχια,
   ακούσαμε το βήμα του νερού πάνω στις πλάκες τις τεφρώδεις να πλανιέται
   είδαμε στο ταμείο μια πεταλούδα να κουρνιάζει πάνω στης υπαλλήλου το κεφάλι, να ξεδιπλώνει τα ολοφλόγινα φτερά της και να σκορπάει σ' ανταύγειες
   αγγίξαμε τις σκέψεις που σκεπτόμασταν, τις λέξεις είδαμε που είχαμε στο στόμα,
   ώσπου και πάλι αρχίσανε τα κουταλάκια να χτυπούν, δυνάμωσε της θάλασσας ο βόγκος, το πηγαινέλα των ανθρώπων
   όμως εσύ στεκόσουνα στο φρύδι του γκρεμού, ένα πλατύ χαμόγελο εμπρός σου ο κόλπος,
   κι εκεί ψηλά το φως κι ο άνεμος μαζί, σε ειρήνη: η ίδια η Ψυχή να πνέει στο μέτωπό σου.

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης διαβάζει Samuel Beckett









Ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης διαβάζει Κική Δημουλά




















Διαβάζει ο Γιώργος Χειμωνάς











Γεώργιος Αθάνας: Οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών




Βρίσκω στις επαρχίες που τριγυρίζω
κάποιες κυρίες θλιμμένες και χλωμές,
που ζούνε πάντα σ’ ένα χάος γκρίζο
γεμάτο πλήξη, ανία και τιμές.

Στα σκοτεινά σαλόνια τους κινούνται
σαν τις ψυχές στον Άδη, έτσι θαρρώ.
Έρχονται οι ξένοι, μάταια συγκινούνται
και προσφέρουν το χέρι τους το αβρό.

Πόσα χεράκια τέτοια έχω φιλήσει!
Ήτανε κρύα, παγωμένα, νεκρικά,
σάμπως να τα ‘χε ο θάνατος αγγίσει
μάταια κι αυτός και δοκιμαστικά.

Στις πληχτικές εκείνες ατμοσφαίρες
του κάκου οι ερωτικοί χτυπούν παλμοί,
ζωντανεύουν σα φίδια οι χρυσές βέρες
και πνίγουν της καρδιάς την όποια ορμή!

Οι σύζυγοι αυστηρή εθιμοτυπία
κρατούν μαζί τους και τις απατούν.
Κάπου κάπου ξεσπά η ζηλοτυπία,
μα συγγνώμη αυτές πρώτες τους ζητούν.

Παιδιά δεν έχουν. Στείρες ή είχαν ένα
και πέθανε μικρό από ιλαρά.
Φυλάν λίγα μαλλάκια του κρυμμένα,
τα βλέπουνε και κλαιν κάθε φορά.

Στη μουσική ζητούν παραμυθία
και στ’ αυθόρμητα δάκρυα πού και πού.
Α, ναι! Πολλές ιδρύουν και σωματεία
θρησκευτικού η κοινωνικού σκοπού.

Παράξενα που με κοιτούν τον πλάνο
οι ασάλευτες κυρίες των επαρχιών!
Μόλις φύγω καθίζουνε στο πιάνο
να γεμίσουν το χάος των καρδιών.

Μα τίποτε ποτέ δε θα γεμίσει
της ζωής τους το απέραντο κενό…
Πόσες τέτοιες κυρίες έχω γνωρίσει.
Με θυμούνται; Καμιά δε λησμονώ.


Πηγή

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Novalis: Ύμνοι στη νύχτα




1.

Ποιος ζωντανός, προικισμένος μ' αισθήσεις, δεν ποθεί, πάνω απ' όλα του χώρου τα θαύματα ολόγυρα, το ευφρόσυνο φως — με κάθε ιριδισμό, κάθε αχτίδα, κάθε του κύμα· την εύκρατη μορφή του παντού, καθώς μέρα που βγαίνει απ' τον ύπνο. Σαν της ζωής την ψυχή την εσώτατη ο μέγας κόσμος των αστερισμών ανασαίνει το φως, κολυμβητής που χορεύει στη γαλάζια ροή του. Εκείνο ανασαίνει ο στιλπνός, πάντα ασάλευτος βράχος, το λεπτό φυτό που θηλάζει τη γη, του ανήμερου ζώου η αλκή. Μα προπαντός ο εξαίσιος ξένος με τα βαθύγνωμα μάτια και τ' ανάλαφρο βήμα, με τ' αβρά, τονισμένα του χείλη. Σαν ηγεμόνας της επίγειας φύσης το φως καλεί κάθε δύναμη σε τροπές αναρίθμητες, συνάπτει και λύει συμμαχίες αμέτρητες, χαράζει την ουράνια εικόνα του σε κάθε πλάσμα της γης. Μονάχα η παρουσία του αποκαλύπτει το θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Όμως αλλού στρέφομαι τώρα, προς την απόκρυφη, την ανείπωτη Νύχτα. Μακριά κείται ο κόσμος, σε κρύπτη βαθιά βυθισμένος. Έρμη και μόνη η σκοπιά του. Στις όχθες του στήθους βαθιά μελαγχολία φωλιάζει. Σε στάλες δροσιάς ζητώ να βουλιάξω και με τη στάχτη ζητώ να ενωθώ. Αποστάσεις της μνήμης, της νεότητας πόθοι, της παιδικής ηλικίας μου όνειρα, της ζωής μου όλης χαρές βιαστικές και μάταιες ελπίδες φθάνουν με ρούχα φαιά, ομίχλη εσπερινή μετά την δύση του ήλιου. Σε χώρους τώρα άλλους το φως τα εύθυμα σκηνώματά του υψώνει. Πότε η ώρα του γυρισμού θα σημάνει, ως πότε θα προσμένουν οι πιστοί του ν' ανατείλει ξανά;

Τι νά 'ν' αυτό που σαν προαίσθημα βαθύ πηγάζει ξάφνου απ' την καρδιά και σαρώνει τους ανέμους της θλίψης; Να βρίσκεις σε μας και συ μια χαρά, κατασκότεινη Νύχτα; Τι κάτω απ' τα πέπλα σου κρύβεις, που αθέατο μες στην ψυχή μου βίαια βαδίζει; Από τα χέρια σου σταλάζει γλυκό της παπαρούνας το βάλσαμο. Τα βαριά φτερά της ψυχής μετέωρα κρατάς. Mαύρο ανείπωτο ρίγος μ' αγγίζει. Ένα πρόσωπο αυστηρό τώρα κοιτώ που πράο και κατανυκτικό τείνει σε μένα, που κάτω απ' των βοστρύχων τα βρόχια μού δείχνει της μητέρας την αγαπημένη νεότητα. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως, πόσο ευλογημένος και φαιδρός της μέρας ο αποχωρισμός. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η Νύχτα σ' αποστερεί από ακολούθους, σπέρνεις στων χώρων την άβυσσο τις φλόγινες σφαίρες σου, την δύναμή σου κηρύσσοντας, την επιστροφή σου εξαγγέλλεις, την ώρα ετούτη της δικής σου απουσίας. Πιο ουράνια κι απ' τα περίλαμπρα αστέρια μάς φαίνονται τώρα τ' άπειρα μάτια που εντός μας η νύχτα ανοίγει. Μακρύτερα βλέπουν κι από κείνων τις ωχρές στρατιές τις αμέτρητες, δίχως νά 'χουν ανάγκη το φως κοιτούν μες απ' τα βάθη μιας ψυχής στοργικής. Τόπους μακρινούς κατακλύζουν με ηδυπάθεια βουβή. Της άνασσας έπαθλο, της μάντισσας κόσμων ιερών, της τροφού του μακάριου έρωτα — εκείνη εσένα μου στέλνει, αβρή αγαπημένη, γλυκύτατε ήλιε της νύχτας. Φθίνει τώρα, χάνεται η μέρα και σ' ορίζω ξανά. Εσένα, που τη Νύχτα μέσα μου ανήγγειλες, που μ' όψη ανθρώπινη μ' έπλασες. Στείλε την θεία σου πνοή στο κορμί μου, για να ενωθώ στους αιθέρες μαζί σου — και κράτα εσύ παντοτινή, του υμέναιου ετούτου την πρώτη μας νύχτα.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Η Ελένη Βακαλό απαγγέλλει



Ο Νάσος Βαγενάς απαγγέλλει



Ο Μιχάλης Γκανάς απαγγέλλει



Ο Μιχάλης Κατσαρός απαγγέλλει







Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Δίπτυχο: Κώστας Καρυωτάκης και Ezra Pound


Κ. Καρυωτάκης δια χειρός Αλέκου Φασιανού


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ:
Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ


Θὰ καλλιεργήσω τὸ ὡραιότερο ἄνθος. Στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ φυτέψω τὴν Ἀχαριστία. Εὐνοϊκοὶ εἶναι οἱ καιροί, κατάλληλος ὁ τόπος. Ὁ ἄνεμος τσακίζει τὰ δέντρα. Στὴ νοσηρὴ ἀτμόσφαιρα ὀρθώνονται φίδια. Οἱ ἐγκέφαλοι, ἐργαστήρια κιβδηλοποιῶν. Τερατώδη νήπια τὰ ἔργα, ὑπάρχουν στὶς γυάλες. Καὶ μέσα σὲ δάσος ἀπὸ μάσκες, ζήτησε νὰ ζήσεις. Ἐγὼ θὰ καλλιεργήσω τὴν Ἀχαριστία.

Ὅταν ἔρθει ἡ τελευταία ἄνοιξις, ὁ κῆπος μου θά ῾ναι γεμάτος ἀπὸ θεσπέσια δείγματα τοῦ εἴδους. Τὰ σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θὰ περπατῶ στοὺς καμπυλωτοὺς δρόμους, μετρώντας αὐτὰ τὰ λουλούδια. Πλησιάζοντας μὲ κλειστὰ μάτια τὴ βελούδινη, σκοτεινὴ στεφάνη τους, θὰ νιώθω στὸ ἀπρόσωπο τοὺς αἰχμηρούς των στημόνες καὶ θ᾿ ἀναπνέω τ᾿ ἄρωμά τους.

Οἱ ὧρες θὰ περνοῦν, θὰ γυρίζουν τ᾿ ἄστρα, καὶ οἱ αὖρες θὰ πνέουν, ἀλλὰ ἐγώ, γέρνοντας ὁλοένα περσότερο, θὰ θυμᾶμαι.

Θὰ θυμᾶμαι τὶς σφιγμένες γροθιές, τὰ παραπλανητικὰ χαμόγελα καὶ τὴν προδοτικὴ ἀδιαφορία.

Θὰ μένω ἀκίνητος ἡμέρες καὶ χρόνια, χωρὶς νὰ σκέπτομαι, χωρὶς νὰ βλέπω, χωρὶς νὰ ἐκφράζω τίποτε ἄλλο. Θὰ εἶμαι ὁλόκληρος μία πικρὴ ἀνάμνησις, ἕνα ἄγαλμα ποὺ γύρω του θὰ μεγαλώνουν τροπικὰ φυτά, θὰ πυκνώνουν, θὰ μπερδεύονται μεταξύ τους, θὰ κερδίζουν τὴ γῆ καὶ τὸν ἀέρα. Σιγὰ σιγὰ οἱ κλῶνοι τους θὰ περισφίγγουν τὸ λαιμό μου, θὰ πλέκονται στὰ μαλλιά μου, θὰ μὲ τυλίγουν μὲ ἀνθρώπινη περίσκεψη.

Κάτου ἀπὸ τὴ σταθερή τους ὤθηση, θὰ βυθίζομαι στὸ χῶμα.

Καὶ ὁ κῆπος μου θὰ εἶναι ὁ κῆπος τῆς Ἀχαριστίας.



***




EZRA POUND:
CANTO XLV
Απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Πανδής

Με την τοκογλυφία κανένας δεν έχει σπίτι καμωμένο από πέτρα γερή
ή πέτρα λαξεμένη και στη θέση της βαλμένη,
έτσι που όλο να χαμογελά
Με την τοκογλυφία
κανένας δεν έχει ζωγραφισμένους παραδείσους
στους τοίχους των εκκλησιών του,
μ' άρπες και λαγούτα,
ή εκεί που η Παρθένος το μήνυμα παραλαμβάνει
και το φωτοστέφανο προβάλλει
Με την τοκογλυφία
κανένας δε βλέπει τον Γκοτζάνγκα, τους κληρονόμους και τις παλλακίδες του,
καμιά εικόνα δε φτιάχνεται για ν' αντέξει στο χρόνο ούτε και για να ζήσει -
γίνεται για να πουληθεί γρήγορα
Με την τοκογλυφία -αυτή την αμαρτία ενάντια στη φύση-
είν' το ψωμί σου πλιότερο από ποτέ καμωμένο από ψίχουλα πολυκαιρνά,
είν' το ψωμί σου ξερό σαν το χαρτί,
χωρίς βουνίσιο στάρι, με δίχως αλεύρι δυνατό
Με την τοκογλυφία η γραμμή όλο και χοντραίνει
Με την τοκογλυφία δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός
και κανένας δεν μπορεί να βρει τόπο για να μείνει·
ο λιθοξόος είναι μακριά από το λιθάρι του,
ο υφαντής είναι μακριά από τον αργαλειό του
ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ
το μαλλί δεν έρχεται στην αγορά -
τα πρόβατα δε φέρνουν κανένα κέρδος με την τοκογλυφία
Η τοκογλυφία είναι πανούκλα·
στομώνει το βελόνι στης κόρης την παλάμη
κι αχρηστεύει του αδραχτιού την τέχνη
Ο Πιέτρο Λομπάρντο δεν ήρθε με την τοκογλυφία
Ο Ντούτσιο δεν ήρθε με την τοκογλυφία
ούτε ο Πιερ ντελα Φραντσέσκα· ο Χουάν Μπελλίνι δεν ήρθε με την τοκογλυφία
ούτε μ' αυτήνε ζωγραφίστηκε η «Συκοφαντία»·
δεν ήρθε με την τοκογλυφία ο Αντζέλικο· δεν ήρθε ο Αμπρότζιο Πραίντις
ή μια εκκλησία από πέτρα λαξεμένη και με χαραγμένο το
"Adamo me fecit"
Όχι με την τοκογλυφία ο Άγιος Τρόφιμος
Όχι με την τοκογλυφία ο Άγιος Ιλαρίων
Η τοκογλυφία σκουριάζει το σκαρπέλο,
σκουριάζει την τέχνη και τον τεχνίτη της,
κατατρώει το νήμα του αργαλειού
Κανείς δε μαθαίνει να υφαίνει μαλαματένια μοτίβα
Το γαλανό απόχτησε πια έλκος από την τοκογλυφία· η πορφύρα παραμένει ακατέργαστη·
το σμαράγδι δε βρίσκει κανένα Μέμλιγκ
Η τοκογλυφία σκοτώνει το παιδί μες στης μάνας την κοιλιά,
σταματά το ερωτοπάλεμα του νιου,
έχει φέρει την παράλυση απάνω στο κρεβάτι και κείται
ανάμεσα στη νεάνιδα νύφη και τον άντρα της
CONTRA NATURAM
Έχουνε φέρει πόρνες για την Ελευσίνα,
πτώματα έχουνε στρωθεί στο γεύμα,
ως η τοκογλυφία προστάζει


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής


Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Paolo & Vittorio Taviani: Allonsanfàn




Ο Γιώργος Μαρκόπουλος απαγγέλλει Δ.Π. Παπαδίτσα







Χαμηλοφώνως

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κατόπιν
όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
κόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που
η ψίχα τους φαγώθηκε από παράσιτα
κι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου
όπως περνάει ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη
το καλοκαίρι και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα
και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι...

Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμαστε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει τα δέντρα
όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μας ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού
και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε να το ριζικό να οι αγάπες βγήκαν
στους δρόμους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
είσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου βρύα σε σχισμάδες βράχων είναι...

Γι' αυτό σ' αγαπώ.

Ο Τάκης Σινόπουλος απαγγέλλει 4 ποιήματά του




Ο Christopher Lee διαβάζει Bram Stoker: Δράκουλας
























O Christopher Lee στο ρόλο του Δράκουλα


Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης & Ευθύμης Χατζής: Τα ρόδινα ακρογιάλια






Edgar Allan Poe: The Conqueror Worm (Το καταχτητικό σκουλήκι)











Lo! 'tis a gala night
 Within the lonesome latter years!
An angel throng, bewinged, bedight
 In veils, and drowned in tears,
Sit in a theatre, to see
 A play of hopes and fears,
While the orchestra breathes fitfully
 The music of the spheres.

Mimes, in the form of God on high,
 Mutter and mumble low,
And hither and thither fly—
 Mere puppets they, who come and go
At bidding of vast formless things
 That shift the scenery to and fro,
Flapping from out their Condor wings
 Invisible Wo!

That motley drama—oh, be sure
 It shall not be forgot!
With its Phantom chased for evermore,
 By a crowd that seize it not,
Through a circle that ever returneth in
 To the self-same spot,
And much of madness, and more of Sin,
 And Horror the soul of the plot.

But see, amid the mimic rout
 A crawling shape intrude!
A blood-red thing that writhes from out
 The scenic solitude!
It writhes!—it writhes!—with mortal pangs
 The mimes become its food,
And the angels sob at vermin fangs
 In human gore imbued.

Out—out are the lights—out all!
 And, over each quivering form,
The curtain, a funeral pall,
 Comes down with the rush of a storm,
And the angels, all pallid, and wan,
 Uprising, unveiling, affirm
That the play is the tragedy, "Man,"
 And its hero the Conqueror Worm.


***


Ιδέστε! Είναι νύχτα γιορτής
στα τελευταία τα μοναχικά τα χρόνια!
Αγγέλοι πολλοί, μες φτερά τους, χρυσοστόλιστοι,
τυλιγμένοι σε πέπλα, πνιγμένοι στα δάκρυα,
κάθονται στο θέατρο, να ιδούνε
μια παράσταση ελπίδας και φόβου,
με την ορχήστρα να πνέει άτσαλα
τη μουσική των σφαιρών

Μίμοι στη μορφή του Θεού, στ' αψηλά,
ψιθυρίζουν, μουρμουράνε με τη φωνή χαμηλά,
εδώ κι εκεί πετάγονται -
απλές μαριονέτες εκείνοι, που έρχονται και πάνε
στα κελεύσματα πελώριων άμορφων πραμάτων,
που αλλάζουνε τα σκηνικά εμπρός και πίσωθε,
στο φτεροκόπι με τα του κόνδορα φτερά τους,
αόρατη συμφορά

Κείνη η παρδαλή τραγωδία -ω να 'στε σίγουροι, γι' αυτό-
δεν θε να ξεχαστεί!
Με το φάντασμά της για πάντα κυνηγημένο
από έναν εσμό που να τ' αρπάξει δεν μπορεί,
μες από έναν κύκλο φαύλο που πάντα ολοκληρώνεται,
πάντα, στο ίδιο σημείο...
Πολλή τρέλα, περισσότερη αμαρτία
και τρόμος, η ψυχή της πλοκής του

Αλλά ιδέστε! Πάνω στων μίμων τη φυγή,
μια σιλουέτα έρπουσα παρεισφρύει!
Ένα στο χρώμα του αίματος, κοκκινωπό, πράμα, που σπαρταράει
στης σκηνής την ερημιά!
Σπαρταράει! Σπαρταράει! - με θανάσιμες σουβλιές
οι μίμοι γίνονται το φαΐ του
κι απλώνονται των αγγέλων οι λυγμοί στην όψη των κοφτερών δοντιών
του παρασίτου τούτου βαμμένων, ποτισμένων από ανθρώπινο αίμα

Σβήσαν, σβήσανε τα φώτα, σβήσαν όλα!
Και πάνω από κάθε μια μορφή που σιγοτρέμει
η κουρτίνα της αυλαίας, του ξοδιού το σάβανο,
κατεβαίνει και απλώνεται με τη σπουδή της καταιγίδας
Και οι αγγέλοι, όλοι τους κάτωχροι, χλωμιασμένοι,
σηκώνονται, ξεσκεπάζουν και βεβαιώνονται
πως ο τίτλος της τραγωδίας τούτης είναι «Άνθρωπος»
κι ο ήρωας της, το καταχτητικό σκουλήκι


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Μηνάς Δημάκης: Ζωή



Τα χρόνια που διάβηκαν ήσκιοι
Στιγμές της απεραντωσύνης του Τίποτα
Προσπαθείς να θυμηθείς
Θυμάσαι με κόπο
Όλα χαμένα...

Γεγονότα συνομιλίες
Ψίθυροι της χαράς και της πίκρας
Φωνές μακρυνές
Αγάπες λευκά περιστέρια
Ή μαύρα της ερήμου κοράκια
Μια θέση υψωμένη στους πόθους σου
Και μόνον η αίσθηση να θυμάται μπορεί
Καθώς σιγοψιχαλίζει με αναμνήσεις
Στην πόλη την αρχαία με τα φαντάσματα
Στους δρόμους να συνωστίζονται
Ζωγραφιές αχνές που μορφάζουν
Υψώνοντας για λίγες στιγμές κάστρα και πύργους
Ανάμεσα σ' ένα λαό μαρμαρωμένο
Μιας εποχής που σβήνει
Σαν απαλή μουσική ξεχασμένη
Σαν όνειρο
Που βυθίζεται στη θάλασσα της λησμονιάς


Πηγή

Μηνάς Δημάκης: Η Απελπισία



Η απελπισία
Δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Ή
Εμμονής
Κανείς δεν εμμένει σε τέτοια φτώχεια
Που δεν είναι μόνο φτώχεια ή ερήμωση
Είναι αφανισμός
Μπορεί να γδυθείς βέβαια στο παγωμένο δάσος
Και συχνά βρέθηκες γυμνός
Και τα ρούχα χάθηκαν
Κι άλλα δεν είχες
Αλλ' εάν δε ζητήσεις
Κάποια κουρέλια να σε προφυλάξουν
Το δάσος δεν υπάρχει πια για σένα
Μήτ' εσύ για το δάσος

Όμως εδώ βρίσκεσαι
Προσμένοντας τα δέντρα να ξανανθίσουν
Δε σε διακρίνω καλά
Μες στο χιόνι που πέφτει
Αλλά θα βρήκες και πάλι
Κουρέλια για να φορέσεις
Και θα ονειρεύεσαι πάλι
Μια καινούργια στολή

Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
Αφού υπάρχω
Και υπάρχεις
Η απελπισία τελειώνει σύντομα
Έτσι
Ή
Αλλιώς


Πηγή

Γιώργος Θέμελης: Ερημία



Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ' όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ' τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ' τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

Γ.Θ. Βαφόπουλος: Το καλεντάρι



Ιδού, επέστη το πλήρωμα
του τρίτου έτους
της ουρανίας σου
μεταστάσεως.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ' ευλάβειαν ανοίγω.

Αγιότητος άρωμα,
του μαρτυρίου σου μόσχος,
στο κελλί της μονώσεώς μου
διαχέει την θείαν ουσία του.

Ταπεινών ενθυμίων αντίκρυσμα.
Ευλαβής δακρύων σπονδή.

Ιδού, ανασύρω το λεπτό σου θερμόμετρο,
σε υποθερμίας βαθμό
σταματημένο.
Ιδού, εγγίζω
με τρέμοντα δάκτυλα
το φτωχό σου χτενάκι,
των μαλλιών σου χαλινάρι γλυκό.

Αλλά το δακρύρρυτο βλέμμα μου,
σ' ευλαβείας αχλύν τυλιγμένο,
σταματά στο μικρό καλεντάρι,
όπου το βλέφαρο
της τελευταίας σου εγκοσμίας ημέρας
εκοιμήθη βαρύ.
«Δεκαέξη του μηνός Απριλίου.
Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».
Του μαρτυρίου σου το τελείωμα,
το ξανάνθισμα του δικού μου.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ' ευλάβεια σφραγίζω.
Των πτωχών σου ενθυμίων ο πλούτος,
με των πλουσίων μου δακρύων
την πτωχεία συγκερνάται.

«Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».

Εν Αγάπη μένε.
Εν Ειρήνη αναπαύου.
Λευκοτέρα χιόνος.


Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ (1948)


Πηγή

Γ.Θ. Βαφόπουλος: Η Νύχτα



Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κ’ οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κ’ έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.


Πηγή

Γ.Θ. Βαφόπουλος: Ο σκαντζόχοιρος



Σ' είχα ξεχάσει, μικρό περίφοβο πλάσμα,
όταν μέσα στη μόνωση και στη σιωπή μου,
του σκύλου την αδελφοσύνη επικαλούμουν
κ' ενέδιδα στην παρουσία της Έλεν Κέλλερ.

Η αγάπη κι ο φόβος γεννήθηκαν την ίδιαν ώρα.
Κ' ενώ τούτη εντός σου ολόκληρο σε περιτρέχει,
καθώς ποτάμι, σε κανάλια που μοιράζεται,
εκείνος, το καταφύγιό της ασφαλίζοντας,
έκτισε πάνω σου κάστρο: Πλήθος λογχοφόροι
αγρυπνούνε στις βίγλες και παραμονεύουν.

Στο φράχτη αυτόν ακουμπισμένος, σε χαϊδεύω,
μικρό, ανυποψίαστο σκεύος της αγάπης.
Όμως δε μ' αισθάνεσαι. Με νοείς μονάχα.
Ή, μάλλον, την ασφάλειά σου νοείς. Για τούτο
οι λογχοφόροι σου κοιμήθηκαν στις βίγλες τους.

Νάμπω μέσα σου η μόνωση με βοηθεί,
δίχως να το αισθανθείς, για να δεχθώ του φόβου
το μέγα δίδαγμα: Να σώσω την αγάπη μου.

Αδελφέ μου, πόσες φορές μου δάνεισες
την πανοπλία σου τούτη∙ πόσες φορές
οι λόγχες σου στο πετσί μου πάνω φύτρωσαν,
όταν ο φόβος πια μέσα μου τρομαγμένος
την προστασία ζητούσε της αγάπης.


Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ (1959)

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Γιώργος Γεραλής: Ο Ορφέας και η λύρα του



Πάντα γλυκό ήταν το τραγούδι του Ορφέα και πάντα η λύρα του μάγευε. Μα όταν εγύρισε κάποτε από ένα ταξίδι απίστευτο, τότε τραγούδησε με μιαν αλλιώτικη ομορφιά.
          Ζούσε στη Θράκη, τη βορινή ελληνική χώρα με τους ειρηνικούς κάμπους και τα ψηλά, αγέρωχα βουνά. Κι ήταν παιδί του βασιλιά της χώρας. Τ’ όνομα του πατέρα του ―κι ας είναι γραμμένο κάπου στα πανάρχαια βιβλία― λησμονήθηκε, όπως τόσα και τόσα ονόματα βασιλιάδων.
          Για ν’ απομείνεις στην ανάμνηση των ανθρώπων, δε φτάνει μια κορόνα χρυσή κι η πλανερή λάμψη της. Η σκόνη των καιρών σκεπάζει τους εφήμερους θρόνους. Μα η δόξα της λύρας είναι αιώνια.
          Οι άνθρωποι είπαν μόνο, κι αυτό μπορείς να το θυμάσαι κι εσύ: «Ο Ορφέας ήταν παιδί των Μουσών».
          Κι ήταν ένα αληθινά ευτυχισμένο παιδί. Γιατί χαιρότανε την ποίηση, που σε ταξιδεύει με τα δυνατά φτερά της στους αφάνταστους κόσμους· και τη μουσική, που κάνει τον κόσμο ένα όνειρο. Αγαπούσε τη μελέτη ή την ήσυχη συνομιλία με φίλους στοχαστικούς. Κι ακόμα πιο πολύ, αγαπούσε τη μοναχική περιπλάνηση μέσα στη γλυκιά φύση.
          Και του κάμπου τα πουλιά και του δάσους τ’ αγρίμια τον τριγυρίζανε χαρωπά, καθώς έπαιζε τη λύρα και τραγουδούσε.
          Τραγουδούσε πόσο είναι όμορφο ν’ ανασαίνεις το δροσερό αέρα της νύχτας και της μέρας το ξανθό φως. Πόσο κοντά σε κάθε πλάσμα βρίσκεται η χαρά. Φτάνει να θες να τη νιώσεις.
          Έπειτα υμνούσε τα ευγενικά αισθήματα, το σέβας στους θεούς και την αγνότητα της ψυχής, και τέλειωνε ―γιατί ήταν είκοσι χρονώ― με τη χαρά της αγάπης.
          Τότε οι νύμφες των δασών, οι χαριτωμένες Δρυάδες, που τα μάτια τους είναι σκοτεινά σαν το βαθύ βράδυ και τα μαλλιά τους δροσοβολούν από πάχνη και νιότη, σταματούσαν τα παιχνίδια και τα τρεχαλητά και, φέρνοντας το δάχτυλο στα χείλη, γνέφανε η μια στην άλλη: «Σιγά, ν’ ακούσουμε».

Γ.Θ. Βαφόπουλος: Δύση στο Θερμαϊκό



Τον ήλιο δες, Λυδία, πώς γέρνει ανάμεσα
στων καταρτιών το δάσος, που αργοτρέμοντας,
τις άπειρες κορφές σαλεύει μ’ έκσταση
στο θαύμα μπρος, που φλέγεται, της δύσης.

Α, πόσο είναι μεθυστικό το λίκνισμα
των καραβιών που απλώνουνε στη θάλασσα
το ρίγος των μακρών σκιών, που πάλλονται
σαν κόμη εξαίσια, οι αύρες που ανεμίζουν.

Τον κύκλο δες, Λυδία, που αστράφτει πύρινος,
στων καταρτιών μπλεγμένος το κυμάτισμα,
σαν πορφυρή καρδιά πελώριου γίγαντος,
που ένας μεγάλος πόθος τη φλογίζει.

O Vincent Price διαβάζει Edgar Allan Poe: Imp of the Perverse







In the consideration of the faculties and impulses—of the prima mobilia of the human soul, the phrenologists have failed to make room for a propensity which, although obviously existing as a radical, primitive, irreducible sentiment, has been equally overlooked by all the moralists who have preceded them. In the pure arrogance of the reason, we have all overlooked it. We have suffered its existence to escape our senses, solely through want of belief—of faith;—whether it be faith in Revelation, or faith in the Kabbala. The idea of it has never occurred to us, simply because of its supererogation. We saw no need of the impulse—for the propensity. We could not perceive its necessity. We could not understand, that is to say, we could not have understood, had the notion of this primum mobile ever obtruded itself;—we could not have understood in what manner it might be made to further the objects of humanity, either temporal or eternal. It cannot be denied that phrenology and, in great measure, all metaphysicianism have been concocted a priori. The intellectual or logical man, rather than the understanding or observant man, set himself to imagine DESIGNS—to dictate purposes to God. Having thus fathomed, to his satisfaction, the intentions of Jehovah, out of these intentions he built his innumerable systems of mind. In the matter of phrenology, for example, we first determined, naturally enough, that it was the design of the Deity that man should eat. We then assigned to man an organ of alimentiveness, and this organ is the scourge with which the Deity compels man, will-I nill-I, into eating. Secondly, having settled it to be God's will that man should continue his species, we discovered an organ of amativeness, forthwith. And so with combativeness, with ideality, with causality, with constructiveness,—so, in short, with every organ, whether representing a propensity, a moral sentiment, or a faculty of the pure intellect. And in these arrangements of the Principia of human action, the Spurzheimites, whether right or wrong, in part, or upon the whole, have but followed, in principle, the footsteps of their predecessors: deducing and establishing every thing from the preconceived destiny of man, and upon the ground of the objects of his Creator.

It would have been wiser, it would have been safer, to classify (if classify we must) upon the basis of what man usually or occasionally did, and was always occasionally doing, rather than upon the basis of what we took it for granted the Deity intended him to do. If we cannot comprehend God in his visible works, how then in his inconceivable thoughts, that call the works into being? If we cannot understand him in his objective creatures, how then in his substantive moods and phases of creation?

O Vincent Price διαβάζει Edgar Allan Poe: Μορέλλα







Ο Vincent Price διαβάζει Edgar Allan Poe: Berenice







James Joyce: Η Καλυψώ



Κάπου στην ανατολή. Νωρίς το πρωί. Να παίρνεις δρόμο τα χαράματα, να ταξιδεύεις συνέχεια μπροστά από τον ήλιο, να του ξεκλέβεις μιας μέρας περπάτημα. ΑΝ βαστήξεις για πάντα έτσι, από τεχνική άποψη, μιλώντας, δε θα γεράσεις ποτέ. Περπάτημα σε μιαν ακρογιαλιά, σε άγνωστη χώρα, άφιξη στην πύλη μιας πολιτείας, σ' έναν φρουρό, γέρο στρατιώτη κι αυτόν, με τα μουστάκια του γέρο Τουήντυ, ακουμπισμένον σε μια μακριά λόγχη. Να περιπλανιέσαι σε δρομάκια σκεπασμένα με τέντες. Να περνάνε δίπλα σου μορφές με τουρμπάνια. Σκοτεινές σπηλιές χαλιών μαγαζιά, άντρας ψηλός, ο Τούρκος ο τρομερός, καθισμένος σταυροπόδι καπνίζοντας το ναργιλέ του. Κραυγές πωλητών στους δρόμους. Να πίνεις νερό αρωματισμένο με μάραθο, σερμπέτι. Να περιπλανιέσαι όλη μέρα. Θα μπορούσες να συναντούσες και κάνα δυο ληστές. Ε, και λοιπόν; Ας τους συναντούσες. Πλησιάζοντας το απόβραδο. Σκιές των τζαμιών κατά μήκος των κιόνων. Ο ιμάμης με την περγαμηνή, τυλιγμένη ρολό. Μια ανατριχίλα πάνω στα δέντρα, σύνθημα, ο εσπερινός άνεμος. Προχωρώ. Χρυσωμένος ουρανός, ξεθωριασμένος. Μια μητέρα κοιτάζει από την πόρτα της. Καλεί στη σκοτεινή τους γλώσσα τα παιδιά της να μπούνε στο σπίτι. Ψηλός τοίχος, πίσω του έτριξαν χορδές. Φεγγάρι νυχτερινού ουρανού, μωβ, στο ίδιο χρώμα με τις ζαρτιέρες της Μόλλυ. Έγχορδα. Άκου. Ένα κορίτσι παίζει κάποιο απ' αυτά τα όργανα. Πώς το λένε; Σαντούρι. Προχωρώ.


JAMES JOYCE: ΟΔΥΣΣΕΑΣ


Πηγή

Θα' ναι τρανός ή μήπως μισερός;



… Και να,
τεράστιος
στο παραθύρι σκύβω
το τζάμι με το κούτελο ακουμπώ
Θα έρθει ο έρωτας ή όχι;
Θα' ναι τρανός
ή μήπως μισερός;
Μα σε τέτοιο κορμί μπορεί μεγάλος να' ναι:
μικρός θα πρέπει να' ναι,
ένας ερωτάκος ταπεινός
Με των αυτοκινήτων τις κόρνες να τρομάζει
μα των αλόγων τα σήμαντρα ν' αγαπά …


VLADIMIR MAYAKOVSKI: ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ


Πηγή


Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ζωηρή φαντασία...



“Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ζωηρή φαντασία. Ό,τι δεν τους αγγίζει άμεσα, ό,τι δεν επιμένει να διαπερνά έντονα τις αισθήσεις τους σαν σφήνα αιχμηρή δεν είναι σε θέση να τους προκαλέσει την παραμικρή έξαψη· αν όμως, κάποια φορά, ακριβώς μπροστά στα μάτια τους, σε άμεση απτική εγγύτητα με το συναίσθημα συμβεί ακόμα και κάτι ασήμαντο, προκαλεί αμέσως μέσα τους υπερβολικό πάθος. Κι έπειτα αντικαθιστούν κατά κάποιον τρόπο το σπανίως εκφραζόμενο ενδιαφέρον τους με μια ανάρμοστη και υπερβολική σφοδρότητα”.


STEFAN ZWEIG: Ο ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΤΣΒΑΙΧ


Πηγή

Άρχισα τη ζωή μου όπως θα την τελειώσω: ανάμεσα στα βιβλία ...



Άρχισα τη ζωή μου όπως θα την τελειώσω: ανάμεσα στα βιβλία. Στο γραφείο του παππού μου υπήρχαν παντού βιβλία, το ξεσκόνισμά τους απαγορευόταν, εκτός από μια φορά το χρόνο, τον Οκτώβριο πριν ανοίξουν τα σχολεία. Δεν ήξερα ακόμη να διαβάζω και σεβόμουν ήδη αυτές τις όρθιες πέτρες, κάθετες ή κεκλιμένες, στριμωγμένες σαν τούβλα στα ράφια της βιβλιοθήκης ή μεγαλοπρεπώς και απλόχερα τοποθετημένες, σαν αλέες από μενίρ, ένιωθα ότι η ευημερία της οικογένειάς μας εξαρτιόταν από αυτές. [...] Ξεφάντωνα σε ένα μικροσκοπικό τέμενος, περιτριγυρισμένο από ογκώδη, αρχαία μνημεία που με είχαν δει να γεννιέμαι, που θα με έβλεπαν να πεθαίνω και των οποίων η σταθερότητα μού εγγυώνταν ότι το μέλλον θα ήταν τόσο ήρεμο όσο και το παρελθόν. [...] Τα βιβλία μου ήταν τα πουλιά και οι φωλιές μου, τα κατοικίδια ζώα μου, ο στάβλος και η εξοχή μου, η βιβλιοθήκη ήταν το σύμπαν παγιδευμένο σ' έναν καθρέφτη, είχε τον ατελείωτο πλούτο, την ποικιλία, το απρόβλεπτο.


JEAN-PAUL SARTRE : ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ


Πηγή

...Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού...



O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν’ ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...


JOHANN-WOLFGANG VON GOETHE: ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΛΧΕΛΜ ΜΑΙΣΤΕΡ


Πηγή

Λένε ότι ο άνθρωπος θα τρελαινόταν αν δεν μπορούσε να ονειρευτεί τη νύχτα



Αν η φωνή μιας γυναίκας που λέει ιστορίες έχει τη δύναμη να φέρει παιδιά στον κόσμο, αληθεύει επίσης και το ότι ένα παιδί έχει τη δύναμη να ζωντανέψει ιστορίες. Λένε ότι ο άνθρωπος θα τρελαινόταν αν δεν μπορούσε να ονειρευτεί τη νύχτα. Κατά τον ίδιο τρόπο, αν δεν επιτραπεί σε ένα παιδί να μπει στον χώρο του φανταστικού, δεν θα μπορέσει ποτέ να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα. Η ανάγκη ενός παιδιού για ιστορίες είναι τόσο βασική, όσο και η ανάγκη του για φαγητό, και εκδηλώνεται όπως ακριβώς και η πείνα. Πες μου μια ιστορία, λέει το παιδί. Πες μου μια ιστορία. Πες μου μια ιστορία, μπαμπά, σε παρακαλώ. Και τότε ο πατέρας κάθεται και λέει μια ιστορία στον γιο του. Ή αλλιώς ξαπλώνει στο σκοτάδι πλάι του, οι δυο τους στο κρεβάτι του παιδιού, κι αρχίζει να μιλά, σαν να μην είχε απομείνει τίποτα στον κόσμο πέρα από τη φωνή του, λέγοντας μέσα στο σκοτάδι μια ιστορία στον γιο του. Συχνά είναι ένα παραμύθι ή μια περιπετειώδης ιστορία. Συχνά όμως δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απλό άλμα στο φανταστικό. Μια φορά ήταν ένα αγοράκι που το έλεγαν Ντάνιελ, λέει ο Α. στον γιο του που τον λένε Ντάνιελ, και οι ιστορίες στις οποίες το ίδιο το αγόρι είναι ο ήρωας είναι ίσως αυτές που το ευχαριστούν περισσότερο. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Α. συνειδητοποιεί ότι, ενώ κάθεται στο δωμάτιό του γράφοντας το Βιβλίο της Μνήμης, μιλά για τον εαυτό του ως κάποιον άλλον προκειμένου να πει την ιστορία του εαυτού του. Πρέπει να καταστήσει τον εαυτό του απόντα προκειμένου να βρει τον εαυτό του εκεί. Και έτσι λέει ο Α., έστω κι αν θέλει να πει εγώ. Επειδή η ιστορία της μνήμης είναι η ιστορία της όρασης. Και έστω κι αν τα πράγματα που πρέπει να ιδωθούν δεν βρίσκονται πια εκεί, αυτή είναι μια ιστορία της όρασης. Κι έτσι η φωνή συνεχίζει. Και ακόμα κι αν το παιδί κλείσει τα μάτια του και αποκοιμηθεί, η φωνή του πατέρα του συνεχίζει να μιλά μες στο σκοτάδι.


PAUL AUSTER: Η ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Πηγή

Rainer Maria Rilke: Η ανησυχία



Φωνή πουλιού στο μαραμένο δάσος αγροικιέται
που φαίνεται παράλογη σ’αυτό το μαραμένο δάσος.
Κι όμως η στρογγυλή φωνή αυτή γαληνεύει
μέσα στο Διότι αυτό που εκείνη το’χει δημιουργήσει
φαρδύ, σαν ουρανό, πάνω απ’ το μαραμένο δάσος.
Όλα πειθήνια, την κραυγήν αδειάζουν. Σάμπως
ο τόπος όλος, άφωνος ν’ απλώνεται εντός της,
ο μέγας άνεμος μέσα της σα ν’αναδιπλώθη
κι η στιγμή, που ν’ απλωθεί πιο πέρα θέλει,
χλωμή ‘ναι κι ήρεμη σα να’χε πράγματα γνωρίσει
που, γι’αυτά, θα’πρεπε να πεθαίναμε όλοι, -
γιατί έχουν από μέσα μας αναπηδήσει.


RAINER-MARIA RILKE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Πηγή

«Δεν είχαν ιδέα, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν το ένιωθαν. Γιατί έτσι λειτουργεί το καλό...»



− Πίστευα ότι μπορούσα να εξασφαλίσω μια ήρεμη και χρήσιμη ζωή μένοντας μακριά από όσα με τάραζαν. Ζώντας μέσα σε μικρόκοσμους. Κατασκευάζοντας, αν θες, μικρόκοσμους κατά παραγγελία. Ζωές μπονσάι. Αυτό ήταν το νόημα της δημιουργίας του φυτώριου. Αυτό ήταν και το νόημα της αγάπης μου για το βουνό. Αν ο καθένας από μας, σκεφτόμουν, επικεντρωθεί σε κάτι καλό, αν ο καθένας από μας κάνει κάτι χρήσιμο και όμορφο σε μικρή κλίμακα, όλη αυτή η θετική ενέργεια προστιθέμενη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ή, έστω, να τον κάνει πιο υποφερτό.
Μιλούσε ήρεμα, αλλά το δεξί του χέρι χτυπούσε νευρικά στο λεβιέ των ταχυτήτων.
− Είχαμε φτιάξει ομάδες με γεωπόνους και φυτεύαμε είδη πρωτόγνωρα για τούτο το δάσος, σε σημεία απάτητα. Γνωρίζαμε ότι θα επιδρούσαν ευεργετικά στο ευρύτερο οικοσύστημα. Αρωματικά φυτά που σε μεγάλους πληθυσμούς μπορούν να εμποδίσουν την ανάπτυξη ασθενειών που πλήττουν τα έλατα ή τις ιτιές. Οι μέλισσες, με κατάλληλη διασπορά, πολλαπλασιάζουν τον πλούτο της ανθοφορίας στο δάσος μέσα σε λίγα χρόνια. Σε δύο δεκαετίες, με τις προσπάθειες πολλών, η Πάρνηθα είχε γίνει ένα τεράστιο βιοχημικό πείραμα, ένα θαυμαστό παράδειγμα του τι θα μπορούσε να δώσει η αγαστή συνεργασία ανθρώπου και φύσης.
Έδειχνε έξω, στη μαυρίλα του καμένου ελατόδασους, λες κι όλα αυτά για τα οποία μιλούσε βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια μας.
− Ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ζούσαν εδώ γύρω περισσότερα ζώα, έντομα και φυτά από οποιοδήποτε άλλο δάσος στην Ευρώπη. Μόνο στην Πάρνηθα υπήρχαν περισσότερα είδη φυτών απ’ όσα σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία. Εκατό από αυτά ήταν ενδημικά, δεν υπήρχαν αλλού στον κόσμο. Τριάντα είδη θηλαστικών, κουνάβια, τσακάλια, σκίουροι, αλεπούδες, αλλά και εκατόν είκοσι διαφορετικά είδη πτηνών. Πάνω από πεντακόσια κόκκινα ελάφια ζούσαν κι αναπαράγονταν λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη – κι οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν είχαν ιδέα.
Στράφηκε και με κοίταξε. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει.
− Δεν είχαν ιδέα, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν το ένιωθαν. Γιατί έτσι λειτουργεί το καλό, Ηλία. Σκορπάει μικρά ανεπαίσθητα κύματα γύρω του, δονήσεις γλυκύτητας και συμπόνιας. Έχεις σταθεί ποτέ κοντά σε ελάφι; Απλώς να σταθείς σιωπηλά κοντά του την ώρα που ο ήλιος δύει πίσω απ’ το βουνό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ: ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΡΕΥΜΑ (Απόσπασμα από το διήγημα ''Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα'')


Πηγή