Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

Edgar Allan Poe: Tell Tale Heart (Η Μαρτυριάρα καρδιά)























Απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Πανδής


Είν' αλήθεια! Νευρικός, πολύ, πάρα πολύ, φριχτά νευρικός ήμουνα κι εξακολουθώ να είμαι... Αλλά γιατί να λέτε πως είμαι τρελός; Η αρρώστια έχει τις αισθήσεις μου οξύνει - δεν τις κατέστρεψε, δεν τις έκαμε ν' ατονήσουν. Πρώτη απ' όλες και οξύτερη, η ακοή. Άκουγα ό,τι υπάρχει μες στον ουρανό, πάνω στη Γη, άκουσα και πολλά μες στην κόλαση. Πώς, λοιπόν, να 'μαι τρελός; Ακούστ' εδώ! Για προσέχτε πώς υγιέστατα, πόσο ήρεμα θα σας πω την ιστορία ολάκερη.

Είν' αδύνατον να καταφέρω να σας πω πώς μου κατέβηκεν αυτή η ιδέα, αλλά, σίγουρα, σαν τη συνέλαβα, μέρα και νύχτα δεν μ' άφηνε σε ησυχία. Δεν υπήρχε σκοπός. Δεν υπήρχε πάθος. Τον αγαπούσα το γέρο. Δεν μ' είχε πειράξει ποτέ. Δεν μ' είχε βρίσει ποτέ. Δεν είχα καμιά επιθυμία για ό,τι πλούτη είχε. Νομίζω πως ήταν το μάτι, το μάτι του! Ω ναι, αυτό ήταν! Το ένα του μάτι ήταν ίδιο με αρπαχτικού - ένα θολό γαλάζιο μάτι με κάποιο λεπτό κάλυμμα ομπρός του. Όποτε έπεφτε πάνω μου, το αίμα πάγωνε στις φλέβες μου κι έτσι, σιγά σιγά, πραγματικά βήμα βήμα, αποφάσισα να πάρω τη ζωή του γέρου και τοιουτοτρόπως να ξεφορτωθώ επιτέλους το μάτι εκείνο μια για πάντα.

Emily Dickinson: I heard a Fly buzz (Άκουσα μια μύγα να βουίζει)



I heard a Fly buzz – when I died –
The Stillness in the Room
Was like the Stillness in the Air –
Between the Heaves of Storm –

The Eyes around – had wrung them dry –
And Breaths were gathering firm
For that last Onset – when the King
Be witnessed – in the Room –

I willed my Keepsakes – Signed away
What portions of me be
Assignable – and then it was
There interposed a Fly –

With Blue – uncertain stumbling Buzz –
Between the light – and me –
And then the Windows failed – and then
I could not see to see –


***


Άκουσα μια μύγα να βουίζει, όταν πέθανα
Η γαλήνη του δωματίου
ήταν σαν τη γαλήνη του αέρα
μες στο μάτι του κυκλώνα

Τα στυμμένα μάτια τριγύρω σκορπισμένα
κι οι πνοές σφίγγονται
για τούτην την τελευταία επιδρομή, όταν ο βασιλιάς
θα ειδωθεί μες στο δωμάτιο

Θέλησα τα θυμητάρια μου τα παρατημένα,
υπολόγιζα τι μερτικά δικά μου
θ' αξίζουν να δοθούνε, και τότε
εκεί πέρα παρεισέφρυσε μια μύγα,

με μπλε αβέβαιο σκουντούφλικο το βουητό
ανάμεσα στο φως κι εμένα
και τα παράθυρα επέσαν
και δεν μπορούσα πια να βλέπω, για να δω


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Τούλα Μπαρνασά: [Έτρεμε η σκέψη/ στη ρωγμή του κόσμου...]



Εκεί που στοίχειωσε
η κραυγή του παρελθόντος
ρίξε Ποιητή το βέλος.
Πάντα εκεί,
στου ήχου το στόχο,
ένα άγριο φως
που έκρυβε ψαλίδια
στην ουρά του,
σε έκοβε απ΄το λώρο
του παρόντος.
Ξεγελούσες χρόνο
σκέλεθρο της μνήμης
τυφλέ Τειρεσία.
Με ανοιγμένα χέρια
και καρπούς δεμένους
-νύχτα παρά νύχτα -
τρυπώνες στο μέλλον.
Έτρεμε η σκέψη
στη ρωγμή του κόσμου,
κι έδινες τη γλώσσα
σε έναν αητό αχόρταγο.
Έτσι μάτωναν ανέκαθεν
οι λέξεις και έσταζε το ποίημα
στης σιγής τα μάρμαρα


Τίτος Πατρίκιος: Ανάμνηση από την Αθήνα



Ταράτσες μὲ ραγισμένες μαλτεζόπλακες
ρουφώντας τὴ βροχὴ πλυσταριὰ χαμηλοτάβανα
γοῦρνες μὲ παλιὲς καπελιέρες καὶ στοῖβες περιοδικὰ
μπρούντζινες βρύσες λιωμένο σαπούνι τῆς μπουγάδας
σκάλες ξύλινες πλυμένες μὲ ποτάσα καὶ σκάλες
σιδερένιες ἐξωτερικὲς σὰν ὄρθια κοχύλια γυμνωμένα.
Κι ὅπως τὶς ἀνεβαῖναν τρέχοντας
ἡ Θέκλα ἡ Θεοδώρα ἡ Θεώνη
σὲ κάθε σκαλὶ φανέρωναν μιὰ γωνιὰ τῆς σάρκας τους.
Ἡ Θέκλα ἡ Θεοδώρα ἡ Θεώνη
μὲ τὰ κινούμενα θήτα τῆς ἱδρωμένης τους μασχάλης
τ’ ἀνάποδα δέλτα κάτω ἀπὸ τὴ φούστα
καὶ τὰ κυματιστὰ ὠμέγα
στεφανωμένα μὲ τὸν φιόγκο τῆς ποδιᾶς.

Γιώργος Θέμελης: De Rerum Natura



Είναι σαν ένας άλλος ήλιος
ο ήλιος μες στην ψυχή μου,
είναι ένας άλλος ουρανός
δε σβήνει και δεν αμαυρώνεται.
Αδιάκοπος ουρανός αδειάζει το φως,
αδειάζει η θάλασσα, ξαναγεμίζει.
Όλα είναι μες στην ψυχή μου,
το σπίτι μας, ο θαμπωμένος δρόμος,
ο ψυχρός αγέρας, πέτρες και ξύλα.
Δέντρα, βουνά μες στην απόσταση
που τα ‘δαμε, κοιταγμένα για πάντα.
Βραδυάζει, ξημερώνει, κάποιοι συνομιλούν,
ως να ‘μαστ’ εμείς μες στα παλιά μας φορέματα.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Ο Καβάφης, ο Μπόρχες και ο Πεσσόα


O Ν. Βαγενάς συγκρίνει τη διεθνή απήχηση του αλεξανδρινού ποιητή με εκείνη των δύο άλλων, πολυ-συζητούμενων σήμερα συγγραφέων

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  31/10/1999 00:00


γράφει ο Νάσος Βαγενάς 

Ο Καβάφης είναι μαζί με τον Αργεντινό Μπόρχες και τον Πορτογάλο Πεσσόα ένας από τους τρεις ποιητές της λογοτεχνικής περιφέρειας που, παρότι δεν βρίσκονται εν ζωή, αποτελούν σήμερα σημεία αναφοράς παγκοσμίως. Η φήμη βέβαια του Μπόρχες απορρέει λιγότερο από τα ποιήματά του και περισσότερο από την πεζογραφία του, η οποία όμως είναι πεζογραφία ποιητικής φύσεως: και ο Μπόρχες, όπως ο Καβάφης, κάνει ποίηση με τα μέσα της πρόζας, μιας πρόζας που φορά ένα επιπλέον προσωπείο, εκείνο του δοκιμιοφανούς λόγου. Οι όροι για τη σύγκριση της διεθνούς απήχησης του Καβάφη με εκείνη του Μπόρχες προσφέρονται βέβαια μόνο για αναλογικές μετρήσεις. Και τούτο γιατί ο Καβάφης είναι ποιητής μιας ασθενούς γλώσσας, ασθενούς όχι μόνο με την έννοια ότι η ελληνική μιλιέται από λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά και επειδή, όπως λέγεται ­ και λέγεται σωστά ­ είναι γλώσσα ανάδελφη, ενώ ο Μπόρχες γράφει στη δεύτερη περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα του δυτικού ημισφαιρίου, σε μια γλώσσα που ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των λατινογενών γλωσσών (γι' αυτό και τον χαρακτηρισμό του ως συγγραφέα της περιφέρειας τον χρησιμοποιώ ως έναν βαθμό καταχρηστικώς). Η λογοτεχνία που γράφεται στην ισπανική γλώσσα έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες μετάφρασης και απήχησης απ' ό,τι η γραφόμενη στην ελληνική, αφού η μελέτη της στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία αποτελούν έναν σημαντικότατο δίαυλο διάδοσης της λογοτεχνίας μιας ξένης χώρας, γίνεται περισσότερο εκτεταμένα απ' ό,τι η μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και αφού η κατά πολύ ευρύτερη διάδοση της ισπανομάθειας την κάνει να έχει ευκολότερη πρόσβαση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Κ.Χ. Μύρης: Γεννήθηκα



Στίχοι: Κ.Χ. Μύρης
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
1η εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Δίσκος: Ιθαγένεια (1972)



Γεννήθηκα στο βλέφαρο του κεραυνού
Σβήνω κυλώντας στα νερά
Ανέβηκα στην κορυφή της συννεφιάς,
σαλτάροντας με τις τριχιές του λιβανιού,
πήρα το δρόμο της σποράς

Κοιμήθηκα στο προσκεφάλι
του σπαθιού,
είχα τον ύπνο του λαγού.
Αγνάντευα την πυρκαγιά της θεμωνιάς
Αμίλητος την ώρα της συγκομιδής,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς

Αντάμωσα τον χάρο της ξερολιθιάς,
το άλογο στ' αλώνι να ψυχομαχεί,
πήρα ταγάρι ζητιανιάς

Bentley Little: The Washingtonians






Μηνάς Δημάκης: Άσε με ήσυχο



(επιστολή - όπως γράφουμε σήμερα)

Τώρα σε λογαριάζω στα φαντάσματα
Γιομίζουν τις ώρες μου
Έρχονται κάτω απ' το παράθυρό μου
Ουρλιάζουν
Ζητούν εμένα ή τα χαμένα όνειρα
Ανακαλούν την πρώτη-πρώτη νιότη
Με τις αστραπές
Όσα δεν ξαναγυρίζουν

Να μην ξαναγυρίζουν ποτέ!
Τουλάχιστον δεκαπέντε φορές ερωτεύθηκα
Ως το θάνατο
Για έξι μήνες για ένα χρόνο
Με maximum τα τρία χρόνια
Και δεν υπολογίζω τις χιλιάδες περιπέτειες
Κράταγαν μια νύχτα ως μια βδομάδα
Σε κρεβάτια σε πάρκα σε αμμουδιές
Έτσι μέτρησα τη ζωή μου
Και δε βαρέθηκα ακόμη

Είσαι ο δέκατος έκτος μεγάλος μου έρωτας
Ο έσχατος
Για σκέψου αν σκέπτεσαι
Αλλ' ας σκεφθούμε
Τώρα ν' αυτοκτονήσεις ή ν' αυτοκτονήσω
Θάταν λίγο αστείο
Βέβαια ξενύχτησα μπροστά στην πόρτα σου τελευταία
Περισσότερο από νευρικότητα
Αλλά πάλι να με κυνηγάς ενώ σε κυνηγούνε!
Με κείνα τα περίφημα εικοσιδυό σου χρόνια
Τα μάτια σου που θυμίζουν θάλασσες
Κι άλλοτε βαθιές καταχνιές
Το στόμα σου
Λες δεν υπάρxει πιο όμορφο στόμα;
Το σώμα σου
Αυτό που φθείρεται ανεπανόρθωτα
Τρέξε λοιπόν να προλάβεις

Η μια ανάμνηση
Πλάι στην ανάμνηση
Την άλλη ανάμνηση
Κάνουν μια
Το ένα πρόσωπο στα χίλια πρόσωπα
Κάνουν ένα
Δεν ξέρω πότε υπέφερα πιο πολύ
Πιο λίγο
Άσε με ήσυχο


Πηγή

Τάκης Βαρβιτσιώτης: Χωρίς μουσική



Στα μαραμένα φύλλα
Αιωρείται η εποχή

Ο κήπος είναι γεμάτος κομμένα χέρια

Κλείστε μου την καρδιά
Κλείστε μου τα μάτια

Έχω απαυδήσει να συλλέγω θανάτους

Αλίμονο
Οι παπαρούνες μονάχα
Ξαναβρίσκουν
Το αίμα τους στη χλόη

Οι άνθρωποι πια δεν γνωρίζουν μουσική
Τα δέντρα εξαφανίστηκαν

Έμεινε μόνο ο ουρανός


ΦΥΛΛΑ ΥΠΝΟΥ (1949)



Καβαφισμός και άλλες επιδημίες από την Αίγυπτο




γράφει ο Νίκος Σαραντάκος

Το σημερινό κυριακάτικο, άρα φιλολογικό μας άρθρο αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια ενός παλιότερου φιλολογικού άρθρου. Βέβαια, το παλιότερο εκείνο άρθρο δεν δημοσιεύτηκε την περασμένη ή την προπερασμένη Κυριακή αλλά πριν από τριάμισι χρόνια -τι τα θέλετε όμως, ΑΝ ο βίος είναι βραχύς, η τέχνη είναι μακρά.

Στο άρθρο που είχα γράψει το 2012 για την τερατώδη γκάφα του (οΘντκ) φιλόλογου κ. Σ. Καργάκου να βγάλει φασίστα τον Καβάφη επειδή σε κάποια παλιά εφημερίδα βρήκε μια πλαστή επιστολή υπέρ του φασιστικού κόμματος που την υπέγραφε ο Καβάφης και άλλοι επιφανείς αλεξαντριανοί, αγνοώντας ότι υπήρξε διάψευση και μη μπορώντας να δει ότι ο Καβάφης με τον Λαγουδάκη δεν θα υπέγραφαν μαζί ούτε έγγραφο διαμαρτυρίας για τα τσουχτερά κοινόχρηστα της οκέλας τους (της πολυκατοικίας δηλαδή), έγραφα και τα εξής: Οι φίλοι του Καβάφη συγκέντρωσαν υπογραφές κάτω από ένα κείμενο διαμαρτυρίας, το οποίο δημοσιεύτηκε ευρέως και στην Αλεξάνδρεια αλλά και στην Αθήνα. Ο Δρ Λάιγξ κατατροπώθηκε, αλλά η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου οι φίλοι του Παλαμά αισθάνθηκαν να απειλείται το είδωλό τους από τον αλεξανδρινό ποιητή. Όχι με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσαμε να πούμε ότι εξαιτίας του επεισοδίου Λαγουδάκη βγήκε το ειδικό καβαφικό τεύχος του περιοδικού Νέα Τέχνη, μορφοποιήθηκε ο πυρήνας των φίλων του Καβάφη στην Αθήνα (Λαπαθιώτης, Βαϊάνος κτλ.) και εδραιώθηκε ο Καβάφης ως το αντίπαλον δέος στον Παλαμά. Όμως το κεφάλαιο αυτό θα μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα, διότι ήδη έχω γράψει πάρα πολλά.

Βρισκόμαστε στα 1924 και στην ελληνική ποίηση, όπως τουλάχιστον αυτή είναι αντιληπτή στην Αθήνα, κυριαρχεί ο Παλαμάς, αν και ο Καβάφης έχει αρχίσει να ακούγεται. Με αφορμή το επεισόδιο Λαγουδάκη λοιπόν, ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, ο εκδότης του ιστορικού Νουμά, της ναυαρχίδας των δημοτικιστών, έγραψε στην εφημερίδα Έθνος, όπου είχε καθημερινή φιλολογική στήλη αλλά και χρονογράφημα, το άρθρο που θα διαβάσετε, με τίτλο «Καβαφισμός». Στο αρνητικότατο για τον Καβάφη άρθρο, που παρομοίαζε με επιδημία τον καβαφισμό, απάντησε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τους πρώτους και πιο πιστούς φίλους του Καβάφη στην Αθήνα, με μια μάλλον σύντομη επιστολή του, που την παρουσιάζω επίσης. Οι δυο επιστολές είναι γνωστές στους παροικούντες τη φιλολογικήν Ιερουσαλήμ, αλλά αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

Ο Ταγκόπουλος είχε λόγους να επιτεθεί στον Καβάφη, μια και ήταν φίλος και θαυμαστής του Παλαμά, και η παλαμική κυριαρχία αισθανόταν την απειλή των καινών δαιμονίων από την Αλεξάνδρεια. Υπήρχαν και γλωσσικοί λόγοι, αφού οι ακραιφνείς δημοτικιστές δεν δέχονταν την ουσιαστικά δημοτική αλλά μικτή γλώσσα του Καβάφη (Καραγκιόζη της δημοτικής, τον είχε αποκαλέσει ο Ψυχάρης). Ο Λαπαθιώτης, βέβαια, ήταν κι αυτός δημοτικιστής αλλά έριχνε με μεγαλύτερη προθυμία νερό στο κρασί του.

Το άρθρο του Ταγκόπουλου δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου 1924 στην πρώτη σελίδα του Έθνους (που εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε δισέλιδο νομίζω, αλλά επειδή κάθε σελίδα είχε επιφάνεια μερικά στρέμματα χώραγε πολλήν ύλη -λάθος, έβγαινε σε τετρασέλιδο!), με επίτιτλο Η πνευματική ζωή (εκσυχρονίζω την ορθογραφία, με πλάγιους χαρακτήρες αποδίδω τα αραιογραμμένα στο πρωτότυπο)

ΚΑΒΑΦΙΣΜΟΣ

Τη γη των Φαραώ την κατασυγκινεί ένα σπουδαιότατο ζήτημα σήμερα, ο Καβαφισμός. Ημπορεί κι αυτό να χαρακτηρισθεί ως ένα είδος φιλολογικού Φαραωνισμού —για να είναι έτσι πιο μοντέρνος, αφού όλα σήμερα η μό­δα τα ’χει μεταβάλει σε Φαραώ. Δε σημαίνει ό­μως τίποτα. Κι όταν περάσει ακόμα η Φαραωμανία, η ετικέτα του θα μένει πάντα, κι ο Καβαφισμός θα ζει και θα βασιλεύει στη χώρα των Φαραώ.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Ο Vincent Price απαγγέλλει Edgar Allan Poe: Το Κοράκι




















Ο Vincent Price διαβάζει Edgar Allan Poe: Λιγεία




Milan Rúfus: Περί ποιήσεως



Βάζεις το ψωμί στο τραπέζι
ή το νερό. Ή ανάμεσα στα δάχτυλά σου
μια τσιμπιά αλάτι.
Αυτό είναι ποίηση.

Μη σηκώνεσαι στις φτέρνες.
Κι ακόμα λιγότερο στα νύχια σου.
Να έχεις χρόνο.
Να τραβάς από τα βάθη τον κουβά, και στο πηγάδι
ούτε ναούς να χτίζεις ούτε να μπήγεις αντίσκηνα.

Όταν ανεβαίνουνε τον Ιορδάνη οι πέστροφες,
μην αγοράζεις δόλωμα· ο ποταμός
έχε υπόψη σου
δεν είναι μόνο ψάρια.

Είναι κάτι περισσότερο, όπως
και η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από λέξεις.

Όχι η πέτρα.
Αλλ’ ένα άγαλμα. Η γυναίκα του Λωτ.
Αυτό είναι ποίηση.


Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.


Πηγή

Καρλ-Ούβε Κνάουσγκορντ: Πώς το μπανάλ γίνεται λογοτεχνία


Αστραπέλλου Μαριλένα


Λογοτεχνικό αλλά και κοινωνικό φαινόμενο, το μυθιστόρημα 3.600 σελίδων, σε έξι τόμους, του νορβηγού συγγραφέα με τον προκλητικό τίτλο «Ο αγώνας μου» αρχίζει να μεταφράζεται και στα ελληνικά. Ο πρώτος τόμος κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες





ΚΑΡΛ-ΟΥΒΕ ΚΝΑΟΥΣΓΚΟΡΝΤ
Ενας θάνατος στην οικογένεια

Πρώτος τόμος της εξαλογίας «Ο αγώνας μου»
Μετάφραση από τα νορβηγικά Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 543
Σε ένα βιβλιοπωλείο του Λονδίνου πλήρως ενημερωμένο για τις λίστες των εφημερίδων πλησίασα πέρυσι τον πωλητή και τον ρώτησα: Μπορείτε να μου δώσετε το βιβλίο του νορβηγού συγγραφέα που τον αποκαλούν «ο νέος Προυστ»; Γνώριζα βεβαίως το όνομά του, το ψέλλισα κιόλας με εντελώς λανθασμένη προφορά, αλλά ήμουν σίγουρη ότι ο ενημερωμένος υπάλληλος θα καταλάβαινε αμέσως για ποιον του μιλούσα. Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, όπως έμαθα αργότερα ότι μπορείς να τον αποκαλέσεις, μονοπωλούσε από καιρό τα πρωτοσέλιδα στα ένθετα των βιβλίων αλλά και στα περιοδικά των εφημερίδων. Ηταν το μεγάλο εκδοτικό φαινόμενο στη χώρα του, τη Νορβηγία, όπου ο ένας στους δέκα κατοίκους της αδημονούσε να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να διαβάσει το επόμενο απόσπασμα από κάποιο από τα έξι βιβλία του. Λίγες σελίδες από τις 3.600 στις οποίες απλώνεται το πόνημά του με τον γενικό τίτλο «Ο αγώνας μου». Σίγουρα είναι πολύ δύσκολο να αντισταθείς στη γοητεία της κλειδαρότρυπας σε ένα βιβλίο όπου η κατηγορία «αυτοβιογραφία» ή «ημερολόγιο» αποδεικνύεται πολύ στενή για να περιγράψει τι ακριβώς είχε αποτολμήσει ο 47χρονος σήμερα Σκανδιναβός. Την περιγραφή μιας ζωής, της δικής του, με όλο το ιδιοσυγκρασιακό δράμα της αλλά και με κάθε εξαντλητική λεπτομέρεια της οικουμενικής banalité της.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Τίτος Πατρίκιος: Ρόδα αειθαλή



Ἡ ὀμορφιὰ τῶν γυναικῶν ποὺ ἄλλαξαν τὴ ζωή μας
βαθύτερα κι ἀπὸ ἑκατὸ ἐπαναστάσεις
δὲν χάνεται, δὲν σβήνει μὲ τὰ χρόνια
ὅσο κι ἂν φθείρονται οἱ φυσιογνωμίες
ὅσο κι ἂν ἀλλοιώνονται τὰ σώματα.
Μένει στὶς ἐπιθυμίες ποὺ κάποτε προκάλεσαν
στὰ λόγια ποὺ ἔφτασαν ἔστω ἀργὰ
στὴν ἐξερεύνηση δίχως ἀσφάλεια τῆς σάρκας
στὰ δράματα ποὺ δὲν ἔγιναν δημόσια
στὰ καθρεφτίσματα χωρισμῶν, στὶς ὁλικὲς ταυτίσεις.
Ἡ ὀμορφιὰ τῶν γυναικῶν ποὺ ἀλλάζουν τὴ ζωὴ
μένει στὰ ποιήματα ποὺ γράφτηκαν γι’ αὐτὲς
ρόδα ἀειθαλῆ ἀναδίδοντας τὸ ἴδιο ἄρωμά τους
ρόδα ἀειθαλῆ, ὅπως αἰῶνες τώρα λένε οἱ ποιητές.
Μόλυβος, Αὔγουστος 2000

Γιώργος Θέμελης: Ερημία



Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ' όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ' τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ' τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.


Γιώργος Ιωάννου: Τα εβραίικα μνήματα



Εκείνη την εποχή πάνω στο στήθος μερικών από μας είχε αρχίσει να σχηματίζεται ένας μαύρος σταυρός από χνούδι. Όσοι τον είχαν ξεχώριζαν και από άλλα κοινά σημάδια, λες και ήταν για κάτι ιδιαίτερο προορισμένοι. Τις περισσότερες φορές από μια μόνο κίνηση μάντευα τον προορισμένο. Κατόπι άρχιζα την παρακολούθηση και συνήθως τα επιβεβαίωνα όλα, όταν, αργά η γρήγορα, τύχαινε να μάς πάνε στο λουτρά. Στην αρχή, όταν μπαίναμε, σηκώναμε τον κόσμο απ’ τα γέλια και τις διάφορες τσιρίδες, μόλις όμως βγάζαμε εντελώς τη στολή και άρχιζε να τρέχει το νερό, έπεφτε βαριά βουβαμάρα.. Τα βλέμματα ορισμένων χάναν την ευθύτητα τους. Οι προορισμένοι πάντως μου δίναν την εντύπωση πως έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες να χωθούν μες στο σωρό και να γλιτώσουν. Ήταν και κει, όπως παντού, οι πιο σεμνοί και οι πιο αθόρυβοι. Χαμένος κόπος.

Ύστερα τα ξεχνούσαμε όλα και μετά το βραδινό συσσίτιο έπαιρνα το φίλο μου και τραβούσαμε συνήθως για τη Ραμόνα. Κι αυτός, όπως όλοι οι προορισμένοι, αμέσως παρασύρονταν. Μες στα σοκάκια της Ραμόνας, σε κείνα τα παλιοκαφενεία, στους τεκέδες, πίσω απ’ τις μάντρες με τα παλιοσίδερα, πάντα περίμεναν διάφορες γυναίκες. Όλες τους ήτανε μια και μια· χοντρές και μεγάλες στα χρόνια. Όταν αυτές θα ’ταν πια ξεβγαλμένες, εμείς ήμασταν ακόμα μια σπίθα στα μάτια του πατέρα μας. Δυο πράγματα πρόσεχα κυρίως όσο ήμασταν στριμωγμένοι στο σκοτάδι: τα φιλήματά τους και τη μικρή βυζαντινή εκκλησιά που ξεφύτρωνε ανάμεσα στις παράγκες. Ο άλλος δεν ξέρω τι σκέφτονταν, αλλά ξέρω τι έκανε, γιατί τις περισσότερες φορές είχαμε κοινοπραξία. Ένα βράδυ ξεχώρισα μέσα σε μια από τις μάντρες κάθε λογής κάγκελα, ασφαλώς από γκρεμισμένα σπίτια. Άρχισα να πηγαίνω και προτού νυχτώσει. Καθόμουν με τις ώρες, τα σκάλιζα, έπιασα φιλίες με τ’ αφεντικά, που παραξενεμένα με κοιτούσαν. Στην αρχή είχαν νομίσει πως θ’ αγόραζα, ύστερα πως είμαι της δουλειάς, σιδεράς ή σχεδιαστής. Τους είπα αόριστα πως ενδιαφέρομαι.

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Γεώργιος Βιζυηνός: Προς τον νέον Έλληνα ποιητή - Σονέτο 1



Αν δεν επλάσθης όμοιος προς τον βαθύν ωκεανόν,
όστις συνθραύει τα δεσμά τ’ ωσεί αράχνης νήματα,
κι’ αλέθει μετά βρυχηθμών ηπείρους εις συντρίμματα,
παν όριον βροτόθετον αγέρωχος περιφρονών.

Αν ως ο Γάγγης δεν αντλής την δωρεάν σ’ εξ’ ουρανών,
αποκαθαίρων τας ψυχάς εις τα γλυκά σου κύματα.
Αν δεν κυλάς ως Πακτωλός χρυσού κ’ ηλέκτρου θρύματα,
πηγάζων μυστηριωδώς από κευθμώνων σκοτεινών.

Καν έσο ρύαξ διαυγής την δίψαν μας δροσίζων
παν νέφος επί τ’ ουρανού, παν της ακτής σ’ ανθήλιον
εις τα υγρά σου κρύσταλλα πιστώς εγκατοπτρίζων.

Και δος ημίν της Φύσεως εν προσιτόν ειδύλλιον,
αριστοτέχνης ένθεος, με τόνους εικονίζων
του πένθους τα ψυχράς σκιάς και της χαράς τον ήλιον.


ΑΤΘΙΔΕΣ ΑΥΡΑΙ (1884)


Πηγή

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

Βασίλης Πανδής: Διονύσιος Σολωμός



Δεν έχει πλια περιθώρια άλλα
ο καρτερεμός
ν' αστράφτει,
δεν κρατάει το βαρύ το χέρι
μια ικμάδα πόνο κεντητό,
τον τρομάζουνε
τ' αλάλητα και τ' απρομάντευτα μελλούμενα
που 'ναι σαν πίσσα μαύρα,
δίχως να κουβανούνε κατανόηση καμιά
μες στην κουφή, βαριά σιωπή
του όμορφου και άγριου
που είν' ο ήλιος,
της μελαγχολικής και πικρής
που είν' η σελήνη,
η σελήνη των μυρίων κρατήρων,
όπου κοιμούντ' οι αγγελιαφόροι
της σωτηρίας
που προσμέναν άλλοι κάποτες,
που κι εμείς τώρα δα καρτερούμε,
μες στα μπλε, τα σκοτεινά σεντόνια
ή στις φλόγες που ντύνουν τις καρδιές μας,
στης μιας ζωής το αλαφρό ή το βαρύ ξανάσασμα

Πετρώσανε τα δάκρυα
και γίνανε στον ουρανό μας όλα τους αστέρια,
σαν νύχτωσε εκείν' η μέρα,
εκείν' η μέρα
που μες στ' άγριο πρωινό της
το φάσμα σου σεργιανούσε στα καντούνια,
μπρος στα μάτια μου,
σαν κάποια ονειροφαντασιά
δικιά σου και δικιά μου αντάμα

Αυτή τη νύχτα,
βρέθηκα στο αίθριο
που μας είχανε κάποτες
περιγράψει -
Θυμάσαι

Κι όλ' αυτά,
πριν πέσω απ' τη γέφυρα,
να δροσιστώ στους ποταμούς των χίλιων επιφωνημάτων,
να ποτίσουνε ως και τα κόκαλά μου αβεβαιότητα,
ανοησία και τρέλα

Παραφύλαγε σε μι' άκρη
κι έπειτ' ακολούθαγε
γοργά, πυκνά, με το μάτι μαύρο απ' την ανάγκη,
δίχως να κουνιέται από 'κει βήμα,
στο χαιρετισμό τον δίχως μια λέξη οδηγήτρα,
άχρηστη κι ανέγγιχτη
ως τα τότε,
ευχή και μάνα του καημού
στο κυνήγι του αγγίγματος του Μίδα

Καβάλησ' το αποκούμπι σου
κι οι άγνωστοι θα 'ρθούνε
να σε χτυπήσουν φιλικά στον ώμο
κι εχθρικά στην καρδιά -
ή μάλλον
εκεί
θα 'ν' εξ οικείων τα βέλη
τ' άγρυπνα της καμένης γης και άκλαυτης,
εκεί, όπου τα θεμέλια του κακού ριχτήκαν,
εκεί, όπου εχάθη μια για πάντα
η μανία της απλότητας
κι ήρθε μι' άλλη αλλοφροσύνη

Ω νύχτα,
που κρατάς του Οδυσσέα το βαρύ το τόξο, το κοντάρι,
με μια σου δοξαριά, ρίξ' τ' αφεύγατο βέλος
στις καρδιές του κόσμου,
το πρωί να τον εύρει
με τους τοίχους του μουντζουρωμένους
απ' το πάθος
κι όχι μουντούς καθόλου,
περίκλειστους και άχρηστους πολύ

Στην ακροθαλασσιά σε μάθαμε
κι εκεί σε γυρέψαμε,
για να μας δούμε μέσα σου,
για να σε ιδούμε μέσα μας,
για να χαθούμ' όλοι μαζί
στον πολύτροπο χορό,
με τ' αεράκι
ολάκερο, ακέριο, πολυσήμαντο,
κι ό,τι άλλο μ' αυτό συμμαζωμένο,
να μη μας αγγίζει,
να μην το βολεί,
να μην μπορεί να 'ρθεί κοντά μας, πλάι μας,
να μας αγκαλιάσει, να μας φιλήσει, να μας φτύσει,
να περάσει από τις αψηλές καμάρες μας

Όμως, Ύπνε,
το πρωί
θα κάνει όλες τις αγάπες μας ντροπές,
όλα όσ' αγαπάμε θα τα κάμει σκόνη

Καθυστέρησε λίγο, λοιπόν,
το χάραμα
Κάμε να κρατήσει ετούτ' η νύχτα λίγο παραπάνω, -
ας ήταν και για πάντα,
για πάντα να κρατούσε
μιας και μεσοπέλαγα φτάσαμε
κι εδώ απομείναμε,
έρμοι ναυαγοί,
καραβοτσακισμένοι,
αφού χάσαμε καράβι με τόσες σειρές κουπιά
και μ' άρμενα εκατό -
μας το επήρ' η μάνα θάλασσα,
για να στολίζεται ο πάτος της
με το ιδανικό της απαξίας

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Harold Pinter: Democracy (Δημοκρατία)



There's no escape.
The big pricks are out.
They'll fuck everything in sight.
Watch your back.

Februrary 2003


***


Δεν υπάρχει διαφυγή
Οι μεγάλες ψωλές ξεγυμνωθήκαν
Θα γαμήσουν ό,τι βρουν ομπρός τους
Τα νώτα σου φύλα

Φεβρουάριος 2003


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Samuel Beckett: [je voudrais que mon amour meure / Θα 'θελα να πέθαιν' η αγάπη μου]



je voudrais que mon amour meure
qu’il pleuve sur le cimetière
et les ruelles où je vais
pleurant celle qui crut m’aimer


***


I would like my love to die
and the rain to be falling on the graveyard
and on me walking the streets
mourning the first and last to love me


Απόδοση στα αγγλικά:
Samuel Beckett


***


Θα 'θελα να πέθαιν' η αγάπη μου
κι η βροχή νά 'πεφτε στα μνημούρια
και σ' εμένα που στους δρόμους περπατώ,
θρηνώντας την πρώτη και τελευταία μου αγάπη


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής




Κική Δημουλά






Ο Γιάννης Σπανός μελοποιεί Έλληνες ποιητές








Μετά την εκπομπή με τον Ζωρζ Μουστακί και την δική μου επιστροφή στην Αγία Παρασκευή, η Ελένη Μαβίλη, εξαιρετικά δημιουργική και με καθήκοντα προϊσταμένης στην Υποδιεύθυνση Τηλεόρασης πλέον, μού ανέθεσε μια εβδομαδιαία εκπομπή που θα λεγόταν «Μουσική βραδιά». Βρισκόμαστε στο Γενάρη του 1975. 
Είπα να ξεκινήσω τη σειρά με την Δήμητρα Γαλάνη, που τη θαύμαζα πολύ. Σκηνοθέτης ο Σταύρος Ζερβάκης. Στην εκπομπή, συμμετείχαν ως καλεσμένοι, ο συνθέτης Χριστόδουλος Χάλαρης και ο Πόντιος τραγουδιστής Χρύσανθος, με τους οποίους είχε συνεργαστεί η Δήμητρα ενώ σε μια από τις σπάνιες τηλεοπτικές του εμφανίσεις, ο Σταύρος Ξαρχάκος στο τελευταίο δεκάλεπτο της εκπομπής διδάσκει στη Δήμητρα το τραγούδι «Αγάπη, αγάπη» στηριγμένο στην ποίηση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα με απόδοση στα ελληνικά του Παύλου Μάτεσι. Αυτό το τηλεοπτικό στιγμιότυπο έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση και η τηλεκριτικός των «Νέων» Μαρία Παπαδοπούλου, μας έγραψε διθύραμβο.
Δυστυχώς, τίποτα απ’ αυτή την εκπομπή, δεν διασώθηκε. Πάνω στο ίδιο βίντεο, θα έγραψαν υποθέτω κάποιον ποδοσφαιρικό αγώνα ή κάποιον πολιτικό λόγο. Ευτυχώς δεν έγινε το ίδιο με την επόμενη εκπομπή μας που ήταν αφιερωμένη στην «Τρίτη Ανθολογία» του Γιάννη Σπανού που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αυτή, τη γλύτωσε..
Σκηνοθέτης της εκπομπής ήταν ο πρόωρα και άδικα χαμένος Ηλίας Μασούρας που στην αρχή με είχε αντιμετωπίσει ως αντίπαλο αλλά μετά ήρθαμε κάπως πιο κοντά. Εδώ ο κατάλογος των καλεσμένων ήταν πραγματικά εντυπωσιακός. Εκτός από τον Γιάννη Σπανό, την Αρλέτα και τον Κώτσα Καράλη σε πρώτη εμφάνιση είχαμε ακόμα την Ελένη Χατζηαργύρη και τον Γιάννη Φέρτη σε δύο ποιήματα που είχαν εμπνεύσει τον Σπανό κι ακόμα την ποιήτρια Λιλή Ιακωβίδη, τον ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου, τον συνθέτη Νίκο Μαμαγκάκη, την Ελένη Χαλκούση, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και βέβαια τον Γιάννη Σκαρίμπα που και το δικό του «Σπασμένο καράβι» υπήρχε μελοποιημένο στην «Τρίτη Ανθολογία». Χάρη στην ευγενική μεσολάβηση του Οδυσσέα Χατζόπουλου από τις εκδόσεις «Κάκτος», τον συναντήσαμε στο σπίτι του στη Χαλκίδα.

Γιώργος Παπαστεφάνου


***


Πραγματικά, αξίζει να επισκεφθείτε το πλουσιότατο κανάλι του κ.Γιώργου Παπαστεφάνου στο Youtube, που τόσο πλούτισε την πολιτιστική μας κληρονομιά.


Μίκης Θεοδωράκης: Οι μεταμορφώσεις του Διονύσου




Όπερα σε δύο πράξεις σε κείμενο του συνθέτη και στίχους Κώστα Καρυωτάκη και Κώστα Βάρναλη.

Τα Πρόσωπα :

ΔΙΟΝΥΣΟΣ, μπάσος
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ, κοντράλτο
ΠΟΙΗΤΗΣ, βαρύτονος
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ, τενόρος
ΦΑΙΔΡΑ, σοπράνο
ΠΟΥΝΕΝΤΕΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΑΣ, τενόρος
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, σοπράνο
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, βαρύτονος
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ, τενόρος
ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ, ΛΑΟΣ.

ΕΠΟΧΕΣ : 1928 – 1942 – 1850 – 1948 – 1980



ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

Σκηνή 1

ΣΚΗΝΙΚΟ: Παραλία της Πρέβεζας στον Αμβρακικό. Αριστερά, η θάλασσα. Στο κέντρο, η ακτή. Δεξιά, ένας στενός, χωμάτινος, επαρχιακός δρόμος, πλάι στη θάλασσα. Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ένα μικρό καφενείο. Ο «Ουράνιος Κήπος». Στο πεζοδρόμιο μερικά σιδερένια τραπέζια με ψάθινες καρέκλες. Μάντρες με μεγάλες πόρτες κρύβουν μερικά διώροφα σπίτια πίσω από φοίνικες, δέντρα, λουλούδια. Αριστερά από το δρόμο, σε μια μικρή λουρίδα γής, ένα τραπέζι και λίγες καρέκλες. Πάνω στο κύμα. Στο βάθος δεξιά, μόλις διακρίνονται τα σπίτια της πόλης. Η παραλία. Ίσως και κανένα βαπόρι. Στο βάθος της θάλασσας, αριστερά, το ακρωτήρι του Άκτιου και στο κέντρο, η έξοδος προς το Ιόνιο. Ο ουρανός χάλκινος. Ουρανός του Ιουλίου από τις 5 το απόγευμα και μετά. Έχει λίγα σύννεφα λευκά, για να παίξει μαζί τους το φώς του ήλιου. Είκοσι δευτερόλεπτα περίπου, πριν αρχίσει η μουσική, απόλυτο σκοτάδι. Πρέπει οι πρώτες νότες να παιχτούν μέσα σε νεκρική σιωπή. Στο δεύτερο μέτρο, ανοίγει η αυλαία. Το σκηνικό σε ημίφως. Εξωπραγματικό. Και στο μέλλον θα υπάρχει αυτή η εναλλαγή : εξωπραγματικό – ρεαλιστικό. Βγαίνει ο Διόνυσος από τα δεξιά. Είναι ντυμένος με μακριά πορφυρή χλαμύδα. Και τραγουδά απευθυνόμενος προς το κοινό. Η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής έρχονται από το βάθος στο κέντρο της σκηνής. Οι φιγούρες τους πρέπει να συγχέονται με τις σκιές. Η Ρωμιοσύνη φυσιολογική (δηλαδή, δεν είναι έγκυος). Όσο τραγουδούν η Ρωμιοσύνη και ο Ποιητής, ο Διόνυσος υπάρχει και δεν υπάρχει.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Είμαι ο Διόνυσος. Σας χαιρετώ. Στη σκηνή μας αυτή θα
αναπαραστήσουμε για σας το εύθυμο δράμα του τέλους του Ποιητή. Ας περάσει το πρώτο πρόσωπο.
(Μπαίνει η Ρωμιοσύνη)
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Η Ρωμιοσύνη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : να’ χω πεθάνει πριν από καιρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …πληγωμένη πικραμένη…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Σκόνη στη σκόνη εγέμισεν ο τόπος…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …Η Ρωμιοσύνη ορφανή.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …και γράφω με το δάχτυλο σταυρούς.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Ήρθε στον Αμβρακικό να συναντήσει…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Ήταν ευτυχισμένη τότε η ώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …τον Ποιητή…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …ήταν ένα δείλι ζωγραφιστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …που με μια σφαίρα στην καρδιά…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …ήλιους εκτυφλωτικούς…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό.
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …εσκόρπισε μες στα σκοτάδια.
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : Έχω πεθάνει τόσα χρόνια τώρα…
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Το δράμα αυτό…
ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ : …κι έμεινε το παράθυρο κλειστό
ΔΙΟΝΥΣΟΣ : …σε λίγο θα ξετυλιχτεί μπροστά σας.

(Μπαίνει ο Ποιητής.
Ο Ποιητής εμφανίζεται από τα βάθος. Προχωρεί αργά προς το κοινό καθώς τραγουδά. Ντυμένος σε στυλ 1928. Κουστούμι. Γραβάτα. Ψαθάκι. Ο Διόνυσος χάνεται.)

ΠΟΙΗΤΗΣ : Δέντρα μου, δέντρα μου,
δέντρα μου ξέφυλλα στη νύχτα του Δεκέμβρη,
στη σκοτεινή, βαθιά δεντροστοιχία,
μαζί πηγαίνουμε, μαζί και η μέρα θα μας έβρει,
ω ερημικά, θλιμμένα μου στοιχεία.
Δέντρα μου, δέντρα μου, δέντρα.
Αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο,
τα μυστικά σας θέλω να μου πείτε,
μα όταν, αργότερα, φανεί το πρώτο νέο σας φύλλο,
θα πάω μακριά, το φως για να χαρείτε.
Κι αφού ταιριάζει, ω δέντρα μου, να μένω απ’ όλα πίσω
τα θαλερά και τα εύθυμα στην πλάση,
εγώ λιγότερο γι’ αυτό δε θα σας αγαπήσω,
όταν θα μ’ έχετε κι εσείς ακόμη προσπεράσει.

(Εμφανίζεται διακριτικά ο Διόνυσος. Ο Ποιητής κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα, πλάι στην ακτή. Βγάζει το περίστροφο και το ακουμπά προσεκτικά πάνω στο τραπέζι. Μπαίνει ο Δημοσιογράφος από το κέντρο της σκηνής. Είναι ντυμένος σύγχρονα. Καλοκαιρινά. Φορά μαύρα γυαλιά ήλιου και ασχολείται συνεχώς με το κασετόφωνο. Καθώς πλησιάζει με γρήγορα βήματα τον Ποιητή, το φως γίνεται εκτυφλωτικό. Τα πράγματα παίρνουν τη ρεαλιστική τους όψη.)

ΔΙΟΝΥΣΟΣ : Μπαίνει ο Δημοσιογράφος της RET.
(και πάλι εξαφανίζεται)

TO ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (Από τις σημειώσεις του Μίκη Θεοδωράκη για το έργο)



Από τις μέρες που κυκλοφόρησαν σε δίσκους οι δύο εκδόσεις του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ (1960) έως το καλοκαίρι του 1961 πηγαινοερχόμουνα ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι με πυκνές επισκέψεις για επαγγε-λματικούς λόγους στο Λονδίνο. Και ενώ συνέθετα το ένα έργο μετά το άλλο –ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ- καθώς και τη μουσική για την τραγωδία του Σοφοκλή ΑΙΑΣ, που θ΄ανέβαζε ο Μουζενίδης με το Βασιλικό Θέατρο, στην Επίδαυρο τον Ιούλιο του 1961, απ΄την άλλη μεριά συνέβαιναν πολλά και διάφορα με επίκεντρο τα τραγούδια μου και ιδιαίτερα τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ.

Τρείς ήσαν οι βασικές τάσεις: Η αντίδραση της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού, που ήταν κάτω από τον έλεγχο της Δεξιάς, με την απαγόρευση (την πρώτη!) μετάδοσης των τραγουδιών μου απ΄το ΕΙΡ. Η αντίδραση της ηγεσίας της Αριστεράς αλλά και των κορυφαίων διανοούμενων-καλλιτεχνών του ίδιου χώρου, που οργάνωσαν τον Δεκέμβρη του 1960 συγκέντρωση στον Ελληνοκινεζικό με σκοπό να αποδείξουν ότι η μελοποίηση του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ήταν μια σκέτη ιεροσυλία. Ενώ στον Άη Στράτη η τοπική ηγεσία πήρε την απόφαση να εξαφανίσει τους δίσκους μου, με αποτέλεσμα οι νεολαίοι εξόριστοι να καταφεύγουν στις βραχώδεις ακτές για να τραγουδήσουν κρυφά τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ, τη ΜΥΡΤΙΑ και τα άλλα τραγούδια. Και τέλος, η τρίτη στάση, δηλαδή η αντίδραση κυρίως των νέων, που αποδοκίμασαν τους << επισήμους>> της Αριστεράς στον Ελληνοκινεζικό. Οργάνωσαν την παρουσίαση των δύο ΕΠΙΤΑΦΙΩΝ στη Λέσχη Ελ. Βενιζέλου, στη Χρήστου Λαδά, μέσα στο 1960, και τον Μάρτη του 1961 με πρωτοβουλία του Συλλόγου Φοιτητών της Νομικής οργάνωσαν στο ΝΕΟ ΘΕΑΤΡΟ, στην οδό Πατησίων, μια συζήτηση-συναυλία, στην οποία πήραν μέρος ο Δημήτρης Χριστοδούλου και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, και μέσα από τη γενικευμένη συζήτηση έβγαινε η βαθιά αγάπη και πίστη ων φοιτητών στο έργο μου.

Έτσι γινόταν φανερό ότι οι κατεστημένες ηγεσίες της Δεξιάς και της Αριστεράς (η καθεμιά για τους δικούς της λόγους) ενοχλήθηκαν απ΄τη προσπάθειά μου και αποφάσισαν εν ψυχρώ να την εξοντώσουν πάνω στη γένεσή της και ότι από δω και στο εξής το μόνο που θα με έσωζε ήταν ο λαός με πρωτοπορία τη νεολαία.