Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Κώστας Βίρβος: Ο λόγος (παραμύθι)



Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
1η εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Θεσσαλικός κύλος (1974)




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας δράκος απού είχε χίλια δόντια σουβλερά.
Αυτός ο δράκος παιδιά μου είχε ρημάξει τον τόπο.
Του άρεσε να τρώει σάρκες από παλληκάρια κι από λυγερόκορμες παρθένες.
Τον βάραγαν τα παλληκάρια κατάσαρκα, αλλά τίποτες.
Αντίς να σκοτώνεται ο δράκος, έσπαγαν τα σπαθιά των παλικαριών.
Και πέρναγαν τα χρόνια κι ο δράκος ρήμαζε τον τόπο και πρήζονταν η κοιλιά του.
Σ' ένα χωριό όμως γεννήθηκε ένας λεβέντης, ένα ρηγόπουλο που δεν μπόραγε να βλέπει
τον τόπο του να τον ρημάζουν και τον δράκο να τρώει τις σάρκες των παιδιών.
Σκέφτηκε λοιπόν χίλιες νύχτες και βρήκε ένα φάρμακο που το λέγαν λόγο.
Αυτό, είπε θα το σπείρω και όταν θα καρπίσει θα έχει τέτοιο δηλητήριο
που όταν θα το τρώει ο δράκος θα του πέφτουν ένα ένα τα δόντια. Κι έτσι έγινε.
Ύστερις από πολλά χρόνια κάρπισε το δέντρο που έβγανε το φάρμακο που το λέγανε λόγο.
Πήραν τα παλληκάρια απ’ το λόγο και πασάλειψαν τα κορμιά τους κι όταν ο δράκος
πάγαινε να τα κατασπαράξει του έπεφταν τα δόντια ώσπου δεν του έμεινε κανένα δόντι.
Τότες τον έπιασαν, τον έσυραν δεμένο στην πλατεία του χωριού κι εκεί ο πιο λεβέντης
του 'δωσε μια σπαθιά και το σκότωσε. Έτσι ησύχασε ο τόπος απ’ τον δράκο
και τα παλληκάρια και οι λυγερές αντίς να πασχίζουν πώς να εξοντώσουν τον δράκο,
έσπερναν, θέριζαν και τραγούδαγαν.
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Κώστας Βίρβος: Η προξενήτρα



Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
1η εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Θεσσαλικός κύλος (1974)





Που λες Αντώνη μ' , το Ρηνάκι
σού πάει για ταίρι μια χαρά
κι ας είν' αλλήθωρο λιγάκι
κι ας βαριακούει μια σταλιά

Αν πάρεις άλλη να 'χει χούι,
ό,τι της λένε να τ’ ακούει,
και να τα βλέπει όλα γύρω,
σε βλέπω Αντώνη μ' ζωντοχήρο.

Στο λέω εγώ η Λεϊμονιά,
που 'κανα χίλια, αχ, προξενιά.

Έχει και τον Κυριάκο μπάρμπα,
που 'χει γυναίκα τη μαμή
και θα την ξεγεννάει τζάμπα,
παιδιά να κάνετε γραμμή

Αν πάρεις άλλη να 'χει χούι,
ό,τι της λένε να τ’ ακούει,
και να τα βλέπει όλα γύρω,
σε βλέπω Αντώνη μ' ζωντοχήρο.

Στο λέω εγώ η Λεϊμονιά,
που 'κανα χίλια, αχ, προξενιά.

Δημήτρης Πικιώνης: Ζωγράφος




Ζωγράφος Ι

ΑΧ, ΠΡΕΠΕΙ να σε κάνω όπως σ΄αιστάνομαι, ω Φύση. Αλλιώς τά χέρια μου να σας αγγίζουν δεν πρέπει, θεία χρώματα του Ουρανού, αχτίδες χρυσές, και σένα των Μορφών Αρμονία... Μα το χέρι είναι, αχ, βαρύ για την τόση ελαφρότητα, για την τόση πάναγνη καθαρότητα, το μάτι ανάξιο, και γήινα τα χρώματά μου.

Όμως ο πόθος με καίει της Αγάπης σας να λάμπετε, η ελπίδα μου λάμπει πιο δυνατά. Πιο δυνατά όταν λέω: «Δε θα ζωγραφίσω ποτές πια».


Ζωγράφος ΙΙ

Σώπα, σώπα, η Ευγλωττία σου είναι η σιωπή σου. Πάρε τα χρώματά σου. Τα δέντρα ιδές που αγαπά η ψυχή σου. Το σύννεφο που αψηλά εις τον αιθέρα λάμνει, τα μακρινά βουνά. Τη θεία αρμονία, που τα ενώνει όλα, τη νιώθεις βαθιά στα σωθικά.

Κάνε εδώ κρυψώνες π' αγαπούν σκιές, ιδές εκεί με τι τρελή χαρά παίζει το Φως. Ω Μούσα, σίμωσε, κατέβα, και δώσε, ω θεά, τ' ασύλληπτο, το φευγαλέο να βάλω στην εικόνα. Το μυστήριο αυτό της ώρας του τόπου του ιερού που μια φοράν αγάπησαν οι θεοί ... Αχ, δώσε και σημάδι αγνό να τη χαρίσω την εικόνα σ' εκείνη π' αγαπώ.


Πηγή

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ω (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ω-


-Ω-λῦτο δ᾽ ἀγών, λαοὶ δὲ θοὰς ἐπὶ νῆας ἕκαστοι
ἐσκίδναντ᾽ ἰέναι. τοὶ μὲν δόρποιο μέδοντο
ὕπνου τε γλυκεροῦ ταρπήμεναι· αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς
κλαῖε φίλου ἑτάρου μεμνημένος, οὐδέ μιν ὕπνος
Λύθηκε η σύναξη· στα γρήγορα καράβια του τ᾿ ασκέρι
πίσω γυρνάει σκορπώντας, κι όλοι τους το δείπνο να χαρούνε
και το γλυκό τον ύπνο εγνοιάζουνταν. Μόνο ο Αχιλλέας θρηνούσε
το σύντροφο του αναθυμάμενος, κι ουδέ καθόλου ο γύπνος
ο παντοδαμαστής τον έπιανε, μον᾿ γύρναε δώθε κείθε,
αναθιβάνοντας του Πάτροκλου την αντριγιά, τη νιότη,
τα όσα κι οι δυο μαζί αντραγάθησαν, τα όσα μαζί ετραβήξαν
μέσα σε τόσα αντροπαλέματα και κύματα αγριεμένα.
Τούτα στο νου του εκλωθογύριζε κι αστέρευτα θρηνούσε,
5ᾕρει πανδαμάτωρ, ἀλλ᾽ ἐστρέφετ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα
Πατρόκλου ποθέων ἀνδροτῆτά τε καὶ μένος ἠΰ,
ἠδ᾽ ὁπόσα τολύπευσε σὺν αὐτῷ καὶ πάθεν ἄλγεα
ἀνδρῶν τε πτολέμους ἀλεγεινά τε κύματα πείρων·
τῶν μιμνησκόμενος θαλερὸν κατὰ δάκρυον εἶβεν,

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ψ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ψ-


-Ψ-ὣς οἳ μὲν στενάχοντο κατὰ πτόλιν· αὐτὰρ Ἀχαιοὶ
ἐπεὶ δὴ νῆάς τε καὶ Ἑλλήσποντον ἵκοντο,
οἳ μὲν ἄρ᾽ ἐσκίδναντο ἑὴν ἐπὶ νῆα ἕκαστος,
Μυρμιδόνας δ᾽ οὐκ εἴα ἀποσκίδνασθαι Ἀχιλλεύς,
Έτσι στο κάστρο ετούτοι εμύρουνταν κι από την άλλη οι Αργίτες,
σύντας πια φτάσαν στον Ελλήσποντο και στα καράβια γύρω,
οι άλλοι σκόρπισαν στα καράβια τους· οι Μυρμιδόνες μόνο
δεν ήθελε ο Αχιλλέας ο αντρόκαρδος να σκορπιστούν ακόμα,
κι έτσι μιλάει στους πολεμόχαρους συντρόφους του γυρνώντας:
« Γοργαλογάδες Μυρμιδόνες μου, σύντροφοι μπιστεμένοι,
κάτω απ᾿ τ᾿ αμάξια τα μονόνυχα να μην ξεζέψουμε άτια,
μόνο ας θρηνήσουμε τον Πάτροκλο, με αλόγατα κι αμάξια
ζυγώνοντας τον τι όσοι πέθαναν άλλη δε λάχαν χάρη.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Χ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Χ-


-Χ-ὣς οἳ μὲν κατὰ ἄστυ πεφυζότες ἠΰτε νεβροὶ
ἱδρῶ ἀπεψύχοντο πίον τ᾽ ἀκέοντό τε δίψαν
κεκλιμένοι καλῇσιν ἐπάλξεσιν· αὐτὰρ Ἀχαιοὶ
τείχεος ἆσσον ἴσαν σάκε᾽ ὤμοισι κλίναντες.
Έτσι φευγάτοι αυτοί ως λαφόπουλα στο κάστρο μέσα τώρα
τον ίδρο τους στέγνωναν, κι έπιναν νερό να ξεδιψάσουν,
στα ώρια μπροστήθια απάνω γέρνοντας. Κι οι Δαναοί ακουμπώντας
στους ώμους τα σκουτάρια εζύγωναν κοντά στο καστροτείχι.
Όμως τον Έχτορα τον κάρφωσε το μαύρο ριζικό του
να μείνει εκεί, στην Τροία κατάμπροστα, στο Ζερβοπόρτι δίπλα.
Και στου Πηλέα το γιο γυρίζοντας φωνάζει τότε ο Φοίβος:
«Γιε του Πηλέα, γιατί με γρήγορα με κυνηγάς ποδάρια,
θνητός εσύ θεόν αθάνατο; Δεν το 'νιωσες ακόμα
5Ἕκτορα δ᾽ αὐτοῦ μεῖναι ὀλοιὴ μοῖρα πέδησεν
Ἰλίου προπάροιθε πυλάων τε Σκαιάων.
αὐτὰρ Πηλείωνα προσηύδα Φοῖβος Ἀπόλλων·
τίπτέ με Πηλέος υἱὲ ποσὶν ταχέεσσι διώκεις
αὐτὸς θνητὸς ἐὼν θεὸν ἄμβροτον; οὐδέ νύ πώ με
10ἔγνως ὡς θεός εἰμι, σὺ δ᾽ ἀσπερχὲς μενεαίνεις.
ἦ νύ τοι οὔ τι μέλει Τρώων πόνος, οὓς ἐφόβησας,
οἳ δή τοι εἰς ἄστυ ἄλεν, σὺ δὲ δεῦρο λιάσθης.
οὐ μέν με κτενέεις, ἐπεὶ οὔ τοι μόρσιμός εἰμι.
τὸν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·
πως είμαι εγώ θεός, μον᾿ άπαυτα ξοπίσω μου φρενιάζεις;
Τους Τρώες να πολεμάς δε γνοιάζεσαι, που ως τώρα κυνηγούσες
και πια τρυπώξαν μες στο κάστρο τους, μον᾿ ξεστρατίζεις δώθε;
Να με σκοτώσεις δεν το δύνεσαι, τι εγώ θνητός δεν είμαι!»
Τότε ο Αχιλλέας ο φτεροπόδαρος του κάνει μανιασμένος:

Ὁμήρου Ἰλιάς: Φ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Φ-


-Φ-ἀλλ᾽ ὅτε δὴ πόρον ἷξον ἐϋρρεῖος ποταμοῖο
Ξάνθου δινήεντος, ὃν ἀθάνατος τέκετο Ζεύς,
ἔνθα διατμήξας τοὺς μὲν πεδίον δὲ δίωκε
πρὸς πόλιν, ᾗ περ Ἀχαιοὶ ἀτυζόμενοι φοβέοντο
Μα σύντας φτάσαν στου ωριορέματου του ποταμού το διάβα,
στου Σκάμαντρου του πολυστρόβιλου, που είχεν ο Δίας γεννήσει,
στα δυο τους κόβει, κι άλλους έριχνε στον κάμπο, κυνηγώντας
κατά το κάστρο, εκεί που τρέμοντας οι Αργίτες χτες ακόμα
τρέχαν να φύγουν μπρος στον Έχτορα τον άψεγο που ελύσσα'
εκεί τρεχάτοι τώρα εχύνουνταν᾿ κι η Ήρα αντισκόβοντάς τους
πυκνή καταχνιά ομπρός τους άπλωνε᾿ κι οι άλλοι μισοί τους πάλε
στο ασημοστρόβιλο στριμώχνουνταν βαθιόρεμο ποτάμι.
Κει μέσα ρίχτηκαν με πάταχο, και βούιξε το άγριο ρέμα,

Ὁμήρου Ἰλιάς: Υ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Υ-


-Υ-ὣς οἳ μὲν παρὰ νηυσὶ κορωνίσι θωρήσσοντο
ἀμφὶ σὲ Πηλέος υἱὲ μάχης ἀκόρητον Ἀχαιοί,
Τρῶες δ᾽ αὖθ᾽ ἑτέρωθεν ἐπὶ θρωσμῷ πεδίοιο·
Ζεὺς δὲ Θέμιστα κέλευσε θεοὺς ἀγορὴν δὲ καλέσσαι
Έτσι οι Αχαιοί στα δρεπανόγυρτα καράβια ολόγυρα σου,
γιε του Πηλέα, για μάχη αχόρταγοι, με βιάση αρματώνονταν,
κι από την άλλη οι Τρώες αντίκρα τους, στο στήθωμα του κάμπου.
Κι απ᾿ την κορφή του πολυφάραγγου του Ολύμπου ο Δίας προστάζει
τη Θέμη, τους θεούς σε σύναξη να κράξει ευτύς· κι εκείνη
τρέχει παντού, στου Δία προστάζοντας να δράμουν το παλάτι.
Κανένας ποταμός δεν έλειψε (μον᾿ ο Ωκεανός δεν ήρθε),
καμιά νεράιδα, απ᾿ όσες χαίρουνται τα δάση τα πανώρια,
των ποταμών τα κεφαλόβρυσα και τα χλωρά λιβάδια.
5κρατὸς ἀπ᾽ Οὐλύμποιο πολυπτύχου· ἣ δ᾽ ἄρα πάντῃ
φοιτήσασα κέλευσε Διὸς πρὸς δῶμα νέεσθαι.
οὔτέ τις οὖν ποταμῶν ἀπέην νόσφ᾽ Ὠκεανοῖο,
οὔτ᾽ ἄρα νυμφάων αἵ τ᾽ ἄλσεα καλὰ νέμονται
καὶ πηγὰς ποταμῶν καὶ πίσεα ποιήεντα.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Τ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Τ-


-Τ-Ἠὼς μὲν κροκόπεπλος ἀπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥοάων
ὄρνυθ᾽, ἵν᾽ ἀθανάτοισι φόως φέροι ἠδὲ βροτοῖσιν·
ἣ δ᾽ ἐς νῆας ἵκανε θεοῦ πάρα δῶρα φέρουσα.
εὗρε δὲ Πατρόκλῳ περικείμενον ὃν φίλον υἱὸν
Η Αυγή η κροκοψιαντούσα επρόβαινε μεσ᾿ απ᾿ το μέγα ρέμα
του Ωκεανού, το φως σε αθάνατους και σε θνητούς να φέρει·
κι έφτανε εκείνη στα πλεούμενα με του θεού τα δώρα.
Κι ήβρε πεσμένο απά στον Πάτροκλο τον ακριβό το γιο της
να κλαίει πικρά, και πλήθος σύντροφοι τρογύρα μαζεμένοι
θρηνούσαν κι η Θεά η τρισεύγενη πήγε, κοντά του έστάθη,
το χέρι του 'σφίξε, τον έκραξε κι αυτά του λέει τα λόγια:
« Παιδί μου, αυτόν ας τον αφήσουμε, κι ας καίγεται η καρδιά μας,
να κοίτεται, έτσι αφού το θέλησαν οι αθάνατοι να πέσει.
5κλαίοντα λιγέως· πολέες δ᾽ ἀμφ᾽ αὐτὸν ἑταῖροι
μύρονθ᾽· ἣ δ᾽ ἐν τοῖσι παρίστατο δῖα θεάων,
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
τέκνον ἐμὸν τοῦτον μὲν ἐάσομεν ἀχνύμενοί περ
κεῖσθαι, ἐπεὶ δὴ πρῶτα θεῶν ἰότητι δαμάσθη·

Ὁμήρου Ἰλιάς: Σ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Σ-


-Σ-ὣς οἳ μὲν μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο,
Ἀντίλοχος δ᾽ Ἀχιλῆϊ πόδας ταχὺς ἄγγελος ἦλθε.
τὸν δ᾽ εὗρε προπάροιθε νεῶν ὀρθοκραιράων
τὰ φρονέοντ᾽ ἀνὰ θυμὸν ἃ δὴ τετελεσμένα ἦεν·
Έτσι εκεί πέρα ετούτοι επάλευαν σα φλόγα λαμπαδούσα'
κι έφτασε ο Αντίλοχος μαντάτορας στον Αχιλλέα τρεχάτος,
και τόνε βρήκε στα ορθοκέρατα καράβια ομπρός να στέκει
και ν᾿ αναδεύει μες στα φρένα του τα που 'χαν γίνει κιόλα'
κι έτσι βαριόθυμος μουρμούριζε στην πέρφανη καρδιά του:
« Αλί μου εμένα, οι μακρομάλληδες τι τώρα πάλε Αργίτες
δειλιάζουν, κι απ᾿ τον κάμπο φεύγοντας δρομούν προς τα καράβια;
Όσα οι θεοί κακά μου εγράφανε μη βγουν αλήθεια τώρα,
ως κάποτε μου εξήγα η μάνα μου και μου 'πε, θα 'ρθει μέρα,
5ὀχθήσας δ᾽ ἄρα εἶπε πρὸς ὃν μεγαλήτορα θυμόν·
ὤ μοι ἐγώ, τί τ᾽ ἄρ᾽ αὖτε κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ
νηυσὶν ἔπι κλονέονται ἀτυζόμενοι πεδίοιο;
μὴ δή μοι τελέσωσι θεοὶ κακὰ κήδεα θυμῷ,
ὥς ποτέ μοι μήτηρ διεπέφραδε καί μοι ἔειπε

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ρ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ρ-


-Ρ-οὐδ᾽ ἔλαθ᾽ Ἀτρέος υἱὸν ἀρηΐφιλον Μενέλαον
Πάτροκλος Τρώεσσι δαμεὶς ἐν δηϊοτῆτι.
βῆ δὲ διὰ προμάχων κεκορυθμένος αἴθοπι χαλκῷ,
ἀμφὶ δ᾽ ἄρ᾽ αὐτῷ βαῖν᾽ ὥς τις περὶ πόρτακι μήτηρ
Ωστόσο τη ματιά δεν ξέφυγε του γαύρου γιου του Ατρέα
Μενέλαου, πως οι Τρώες τον Πάτροκλο στον πόλεμο σκότωσαν.
Γοργά περνάει μεσ᾿ απ᾿ τους πρόμαχους με αστραποβόλο κράνος,
κι εστάθη πλάι του, στο μοσκάρι της πρωτόγεννη όπως μάνα
στέκεται δίπλα μουκανίζοντας, πριν άμαθη από γέννα'
όμοια ο ξανθός Μενέλαος στάθηκε στον Πάτροκλο αποδίπλα'
μπροστά τ᾿ ολόκυκλο σκουτάρι του και το κοντάρι εκράτα,
λύσσα γεμάτος, όποιον θα 'βγαινε μπροστά του να σκοτώσει.
Μα ουδέ κι ο κονταράς παράτησε του Πάνθου υγιός να φύγει

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Γιώργος Μυλωνογιάννης: Λαχτάρα



Ανοίχτε τα παράθυρα στο φως!
Οι κάμαρες φαντάζουνε σαν τάφοι,
του ήλιου λαχταράω το χρυσάφι
μέσα στο μαύρο χάος ναυαγός.

Του ήλιου εραστής και νοσταλγός,
ποια μοίρα και ποια μπόρα μου το γράφει
γύρω, τριγύρω να με κλειούνε τάφοι
και με τα χέρια σταυρωτά, κι αργός

Κι ανήμπορος ν’ αφήνουμαι στη θλίψη,
τη θλίψη που ποτέ δε θα μου λείψει,
θαρρώντας πως δε χάνεται ο καιρός,

Κι αφήνοντας τη φλόγα να με γλύψει.
Δώστε φτερά για ν’ απλωθώ στα ύψη
κι ανοίχτε τα παράθυρα στο φως!


Πηγή

Ο Γιάννης Ρίτσος απαγγέλλει: Όταν έρχεται ο ξένος






Ἐμμανουὴλ Ῥοΐδης: Ψυχολογία Συριανοῦ συζύγου



Ἐντρέπομαι νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ἐπέρασαν ὀκτὼ μῆνες ἀφ᾿ ὅτου ὑπανδρεύθην καὶ εἶμαι ἀκόμη ἐρωτευμένος μὲ τὴν γυναῖκα μου, ἐνῷ ὁ κυριώτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἐπῆρα ἦτο, ὅτι δὲν μοῦ ἤρεσκε διόλου ἡ κατάστασις ἐρωτευμένου. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἄλλη ἀῤῥώστια τόσον βασανιστική. Οὔτε ὄρεξιν εἶχα, οὔτε ὕπνον, οὔτε διάθεσιν νὰ ἐργασθῶ ἢ νὰ διασκεδάσω. Ἐκτὸς τῆς Χριστίνας, ὅλα τὰ ἄλλα τὰ εὕρισκα ἄνοστα, ἀνάλατα, ἀνούσια καὶ πληκτικά. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μίαν ἡμέραν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον ἔκαμα ὅλον τὸν κόσμον νὰ γελάσῃ παραπονεθεὶς ὅτι ἦτο ἀνάλατη καὶ ἡ λακέρδα. Οἱ συγγενεῖς μου δὲν ἤθελαν αὐτὸν τὸν γάμον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐκείνη δὲν εἶχε τίποτε καὶ οὔτ᾿ ἐγὼ πολλά: τὴν πατρικήν μου οἰκίαν, τρεῖς χιλιάδας δραχμὰς εἰσόδημα ἀπὸ δυὸ ἀποθήκας καὶ μίαν θέσιν ἑκατὸν ἑξήντα δραχμῶν. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ζήσωμεν μὲ αὐτὰ ἀφοῦ ἡ νέα, ἂν καὶ χωρὶς προῖκα, ἦτο μοναχοκόρη καλομαθημένη καὶ ἀγαποῦσε τὸν καλὸν κόσμον, τὰς διασκεδάσεις, τὰ στολίδια καὶ τοὺς χoρoύς;

Ὁμήρου Ἰλιάς: Π (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Π-


-Π-ὣς οἳ μὲν περὶ νηὸς ἐϋσσέλμοιο μάχοντο·
Πάτροκλος δ᾽ Ἀχιλῆϊ παρίστατο ποιμένι λαῶν
δάκρυα θερμὰ χέων ὥς τε κρήνη μελάνυδρος,
ἥ τε κατ᾽ αἰγίλιπος πέτρης δνοφερὸν χέει ὕδωρ.
Έτσι χτυπιούνταν στ᾿ ωριοκούβερτο καράβι γύρα ετούτοι,
κι ωστόσο ο Πάτροκλος εσίμωσε τον Αχιλλέα κι εστάθη,
δάκρυα ζεστά απ᾿ τα μάτια χύνοντας, σα μαύρη νερομάνα,
που απ᾿ αψηλό γκρεμό ξεχύνουνται τα σκοτεινά νερά της.
Κι όπως τον είδε, ο φτεροπόδαρος τον πόνεσε Αχιλλέας,
και κράζοντας τον με ανεμάρπαστα του συντυχαίνει λόγια:
« Γιατί είσαι δακρυσμένος, Πάτροκλε, σαν άπλερη παιδούλα,
που τρέχει δίπλα από τη μάνα της και της γυρεύει αγκάλη,
και πίσω την τραβάει, κι ας βιάζεται, κρατώντας τη απ᾿ το ρούχο,

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ο (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ο-


-Ο-αὐτὰρ ἐπεὶ διά τε σκόλοπας καὶ τάφρον ἔβησαν
φεύγοντες, πολλοὶ δὲ δάμεν Δαναῶν ὑπὸ χερσίν,
οἳ μὲν δὴ παρ᾽ ὄχεσφιν ἐρητύοντο μένοντες
χλωροὶ ὑπαὶ δείους πεφοβημένοι· ἔγρετο δὲ Ζεὺς
Μα τα παλούκια πια σα διάβηκαν και το χαντάκι πέρα
μες στο φευγιό τους—κι απ᾿ τ᾿ Αργίτικα τα χέρια πλήθιοι έπεφταν—
κει που 'χαν στήσει πρίν τ᾿ αμάξια τους στάθηκαν και πρόσμεναν
χλωμοί απ᾿ το φόβο εκείνοι τρέμοντας. Κι ο Δίας ξυπνάει στην ώρα
δίπλα στην Ήρα τη χρυσόθρονη, πα στην κορφή της Ίδας.
Πετάχτη ορθός ευτύς κι αντίκρισε τους Τρώες και τους Αργίτες,
εκείνοι να τσακίζουν τρέμοντας, κι οι Δαναοί ξοπίσω
να τους χτυπούν, κι ο ρήγας δίπλα τους να στέκει Ποσειδώνας.
Κι είδε τον Έχτορα που εκοίτουνταν στον κάμπο, απ᾿ τους συντρόφους
5Ἴδης ἐν κορυφῇσι παρὰ χρυσοθρόνου Ἥρης,
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἀναΐξας, ἴδε δὲ Τρῶας καὶ Ἀχαιοὺς
τοὺς μὲν ὀρινομένους, τοὺς δὲ κλονέοντας ὄπισθεν
Ἀργείους, μετὰ δέ σφι Ποσειδάωνα ἄνακτα·
Ἕκτορα δ᾽ ἐν πεδίῳ ἴδε κείμενον, ἀμφὶ δ᾽ ἑταῖροι

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ξ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ξ-


-Ξ-Νέστορα δ᾽ οὐκ ἔλαθεν ἰαχὴ πίνοντά περ ἔμπης,
ἀλλ᾽ Ἀσκληπιάδην ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
φράζεο δῖε Μαχᾶον ὅπως ἔσται τάδε ἔργα·
μείζων δὴ παρὰ νηυσὶ βοὴ θαλερῶν αἰζηῶν.
Ωστόσο ο Νέστορας, κι ας έπινε, γρικάει τα χουγιαχτά τους,
και στου Ασκληπιού το γιο ανεμάρπαστα γυρνάει και κρένει λόγια:
«Αρχοντικέ Μαχάονα, λόγιασε πού θα μας βγάλουν τούτα!
Δίπλα στα πλοία των αντρειωμένων μας ο τάραχος πληθαίνει'
μα κάθου εσύ εδώ πέρα κι ήσυχος κρασί φλογάτο πίνε,
ως η Εκαμήδη η καλοπλέξουδη νερό να σου ζεστάνει,
για να σε λούσει από τα γαίματα, κι εγώ σε κάποιο ωστόσο
θ᾿ ανέβω ξάγναντο, και γρήγορα τι γίνεται θα μάθω.»
Είπε, και πήρε το καλόφτιαστο σκουτάρι, που κοιτόταν
5ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν πῖνε καθήμενος αἴθοπα οἶνον
εἰς ὅ κε θερμὰ λοετρὰ ἐϋπλόκαμος Ἑκαμήδη
θερμήνῃ καὶ λούσῃ ἄπο βρότον αἱματόεντα·
αὐτὰρ ἐγὼν ἐλθὼν τάχα εἴσομαι ἐς περιωπήν.
ὣς εἰπὼν σάκος εἷλε τετυγμένον υἷος ἑοῖο

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ν (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ν-


-Ν-Ζεὺς δ᾽ ἐπεὶ οὖν Τρῶάς τε καὶ Ἕκτορα νηυσὶ πέλασσε,
τοὺς μὲν ἔα παρὰ τῇσι πόνον τ᾽ ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν
νωλεμέως, αὐτὸς δὲ πάλιν τρέπεν ὄσσε φαεινὼ
νόσφιν ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν καθορώμενος αἶαν
Τους Τρώες ωστόσο και τον Έχτορα σα σίμωσε στα πλοία
πια ο Δίας, εκεί τους απαράτησε, να 'χουν καημούς και μόχτους
δίχως σωμό, κι αυτός τα μάτια του τ᾿ αστραφτερά γυρίζει
πέρα μακριά, στις χώρες που έμεναν οι αλογοθρόφοι Θράκες
κι οι Φοραδαρμεχτάδες, οι άψεγοι γαλατοφάγοι, κι οι Άβιοι,
που απ᾿ όλους πιο το δίκιο αγάπησαν, κι οι ατρόμητοι Μυσιώτες.
Στην Τροία καθόλου πια δε γύριζε τ᾿ αστραφτερά του μάτια,
τι δε φαντάζουνταν, αθάνατος κανείς ν᾿ αποκοτήσει
να 'ρθει και στους Αργίτες βόηθηση για και στους Τρώες να δώσει.
5Μυσῶν τ᾽ ἀγχεμάχων καὶ ἀγαυῶν ἱππημολγῶν
γλακτοφάγων Ἀβίων τε δικαιοτάτων ἀνθρώπων.
ἐς Τροίην δ᾽ οὐ πάμπαν ἔτι τρέπεν ὄσσε φαεινώ·
οὐ γὰρ ὅ γ᾽ ἀθανάτων τινα ἔλπετο ὃν κατὰ θυμὸν
ἐλθόντ᾽ ἢ Τρώεσσιν ἀρηξέμεν ἢ Δαναοῖσιν.

Pauletta Hansel: Husbands (Οι σύζυγοι)



My mother likes a man who works. She likes
my husband’s muddy knees, grass stains on the cuffs.
She loved my father, though when weekends came
he’d sleep till nine and would not lift
his eyes up from the page to move the feet
she’d vacuum under. On Saturdays my husband
digs the holes for her new roses,
softening the clay with peat and compost.
He changes bulbs she can no longer reach
and understands the inside of her toaster.
My father’s feet would carry him from chair
to bookshelf, back again till Monday came.
My mother likes to tell my husband
sit down in this chair and put your feet up.


***


Στη μάνα μου αρέσουν οι εργατικοί άντρες
Της αρέσουνε τα λερωμένα γόνατα του άντρα μου και οι λεκέδες στους αγκώνες του
Αγαπούσε τον πατέρα μου, αν κι όταν τα σαββατοκύριακα έρχονταν,
εκείνος θα κοιμότανε ως τις εννιά και δεν θα σήκωνε
τα μάτια του απ' τη σελίδα ούτε για να κουνήσει τα πόδια του,
να μπορούσε κι εκείνη να σκουπίσει
Τα Σαββάτα ο άντρας μου σκάβει λάκκους για τα νέα τριαντάφυλλα,
συμμαζεύοντας και τη λάσπη με την τύρφη και την κοπριά·
αλλάζει τις λάμπες που κείνη δεν μπορεί πια να φτάσει
και ξέρει καλά τι τρέχει με την τοστιέρα της
Τα πόδια του πατέρα τον κουβαλούσαν απ' την πολυθρόνα
ως τη βιβλιοθήκη και τανάπαλιν, ώσπου να 'ρθεί η Δευτέρα
Στη μάνα μου αρέσει να λέει στον άντρα μου:
"Κάτσε σ' ετούτη την πολυθρόνα, χριστιανέ μου, και βάλε και τα πόδια σου τ' αψήλου επιτέλους!"


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Βαρβάρα Τσιμπούλη: Σαν λυγαριά σε φύτεψα




Στίχοι: Βαρβάρα Τσιμπούλη
Μουσική: Δήμος Μούτσης
1η εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Συνοικισμός Α' (1972)





Σαν λυγαριά σε φύτεψα
στην πόρτα της καρδιάς μου
Σε πότισα, σ' ανάστησα,
να δεις τον ουρανό

Δως μου απ' τα χέρια σου νερό,
να πιω, να ξεδιψάσω
και στρώσε μου στον ίσκιο σου,
να γείρω, να πλαγιάσω.

Στον ήλιο σε σεργιάνισα,
σου 'δειξα το φεγγάρι
και στο λαιμό σου κρέμασα
της Παναγιάς σταυρό

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Ὁμήρου Ἰλιάς: Μ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Μ-


-Μ-ὣς ὃ μὲν ἐν κλισίῃσι Μενοιτίου ἄλκιμος υἱὸς
ἰᾶτ᾽ Εὐρύπυλον βεβλημένον· οἳ δὲ μάχοντο
Ἀργεῖοι καὶ Τρῶες ὁμιλαδόν· οὐδ᾽ ἄρ᾽ ἔμελλε
τάφρος ἔτι σχήσειν Δαναῶν καὶ τεῖχος ὕπερθεν
Το λαβωμένον έτσι Ευρύπυλο γιατροκομούσε τότε
μες στο καλύβι του ο αντροδύναμος γιος του Μενοίτιου᾿ ωστόσο
Τρώες κι Αχαιοί σωρός εμάχουνταν, κι ελπίδα πια δεν ήταν
να κρατηθεί πολύ το Αργίτικο χαντάκι κι από πάνω
το μέγα καστροτείχι πού 'χτισαν για τα καράβια, γύρω
χαντάκι ανοίγοντας᾿ τι ξέχασαν τρανές θυσίες να σφάξουν,
για να φυλάξουν τα καράβια τους και τα πολλά τους κούρσα,
που έκλεινε κείνο εντός του. Το 'χτισαν, μα δίχως να συγκλίνουν
οι αθάνατοι, γι᾿ αυτό κι αγκρέμιστο καιρό πολύ δε στάθη.
5εὐρύ, τὸ ποιήσαντο νεῶν ὕπερ, ἀμφὶ δὲ τάφρον
ἤλασαν· οὐδὲ θεοῖσι δόσαν κλειτὰς ἑκατόμβας·
ὄφρά σφιν νῆάς τε θοὰς καὶ ληΐδα πολλὴν
ἐντὸς ἔχον ῥύοιτο· θεῶν δ᾽ ἀέκητι τέτυκτο
ἀθανάτων· τὸ καὶ οὔ τι πολὺν χρόνον ἔμπεδον ἦεν.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Λ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Λ-


-Λ-ἠὼς δ᾽ ἐκ λεχέων παρ᾽ ἀγαυοῦ Τιθωνοῖο
ὄρνυθ᾽, ἵν᾽ ἀθανάτοισι φόως φέροι ἠδὲ βροτοῖσι·
Ζεὺς δ᾽ Ἔριδα προΐαλλε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν
ἀργαλέην, πολέμοιο τέρας μετὰ χερσὶν ἔχουσαν.
Κι ασκώθη τότε απ᾿ του τρισεύγενου του Τιθωνού την κλίνη
η Αυγή, το φως και στους αθάνατους και στους θνητούς να φέρει'
και την Αμάχη ο Δίας στ᾿ Αργίτικα γοργά καράβια στέλνει,
την άγρια, να κρατάει στα χέρια της φριχτό πολέμου σκιάχτρο.
Πα στου Οδυσσέα το μαύρο, απλόχωρο καράβι πάει και στέκει,
που ήταν στη μέση, για ν᾿ ακούγεται ζερβά δεξιά η φωνή της,
και δώθε, ως τα καλύβια του Αίαντα, του γιου του Τελαμώνα,
και κείθε, ως του Αχιλλέα᾿ τι τ᾿ άρμενα τα 'χαν στις δυο τις άκρες
σερμένα ετούτοι, χεροδύναμοι και παλικάρια ως ήταν.

Ὁμήρου Ἰλιάς: Κ (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Κ-


-Κ-ἄλλοι μὲν παρὰ νηυσὶν ἀριστῆες Παναχαιῶν
εὗδον παννύχιοι μαλακῷ δεδμημένοι ὕπνῳ·
ἀλλ᾽ οὐκ Ἀτρεΐδην Ἀγαμέμνονα ποιμένα λαῶν
ὕπνος ἔχε γλυκερὸς πολλὰ φρεσὶν ὁρμαίνοντα.
Των Αχαιών οι επίλοιποι άρχοντες στα πλοία τους πλάι κοιμόνταν
ολονυχτίς, στου γύπνου τις γλυκές παραδομένοι αγκάλες·
το γιο του Ατρέα τον Αγαμέμνονα τον πρωταφέντη ωστόσο
ύπνος γλυκός στιγμή δεν έπιανε, τι έγνοιες πολλές τον δέρναν.
Της Ήρας πώς της ωριοπλέξουδης το ταίρι ξάφνου αστράφτει,
τρανή νεροποντή συντάζοντας να ρίξει για χαλάζι
για και χιονιά, σαν κουκουλώνουνται με χιόνι τα χωράφια,
για και φριχτό μηνώντας πόλεμο, που τρώει και δε χορταίνει'
όμοια στα στήθια του ο Αγαμέμνονας συχνά πυκνά εβογγούσε
5ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἂν ἀστράπτῃ πόσις Ἥρης ἠϋκόμοιο
τεύχων ἢ πολὺν ὄμβρον ἀθέσφατον ἠὲ χάλαζαν
ἢ νιφετόν, ὅτε πέρ τε χιὼν ἐπάλυνεν ἀρούρας,
ἠέ ποθι πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο,
ὣς πυκίν᾽ ἐν στήθεσσιν ἀνεστενάχιζ᾽ Ἀγαμέμνων

Ὁμήρου Ἰλιάς: Ι (Ἀπόδοση Ν. Καζαντζάκη - Ἰ.Θ. Κακριδῆ)


ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΣ -Ι-


-Ι-ὣς οἱ μὲν Τρῶες φυλακὰς ἔχον· αὐτὰρ Ἀχαιοὺς
θεσπεσίη ἔχε φύζα φόβου κρυόεντος ἑταίρη,
πένθεϊ δ᾽ ἀτλήτῳ βεβολήατο πάντες ἄριστοι.
ὡς δ᾽ ἄνεμοι δύο πόντον ὀρίνετον ἰχθυόεντα
Έτσι τη νύχτα οι Τρώες εφύλαγαν μα τους Αργίτες τρόμος
κρατούσε ανείπωτος, ο σύντροφος της παγερής φευγάλας,
κι αβάσταχτος καημός εβάραινε τους πολεμάρχους όλους.
Μαζί δυο άνεμοι πώς ξεσήκωσαν φυσώντας απ᾿ τη Θράκη,
πονέντες και βοριάς, το πέλαγο το ψαροθρόφο, ξάφνου
χιμώντας πάνω του, και γρήγορα μαυρίζοντας το κύμα
πυργώθη, και σωρός στοιβάχτηκαν στο ακρόγιαλο τα φύκια'
παρόμοια κι η καρδιά σπαράζουνταν στων Αχαιών τα στήθη.
Κι ωστόσο ο γιος του Ατρέα με ολόβαρη καρδιά απ᾿ την πλήθια πίκρα

Εμμανουήλ Ροΐδης: Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα



Mέρος A΄

«Il y a bien de la difference entre rire de la religion,
 et rire de ceux qui la profanent par leurs opinions extravagantes».
(Pascal, lettre XI).
Aπό του μέσου άρχονται συνήθως οι επικοί ποιηταί· ταυτό ποιούσι και οι μυθιστοριογράφοι, όσοι τας δεκατόμους τύχας των Πόρθων και Αραμίδων παραγγέλουσιν υπομισθίω εφημερίδι να ονομάση, αριστοτελική αδεία1, εποποιίας· έπειτα ο ήρως, όταν εύρη ευκαιρίαν, εντός σπηλαίου ή ανακτόρου, επί ευώδους χλόης ή μαλακής κλίνης διηγείται τα προηγούμενα τη ερωμένη, επεί ευνής και φιλότητος εξ έρον έντο.
Ούτω θέλει ο Λατίνος Οράτιος εν τη Ποιητική· τούτο συνιστώσι και οι βιβλιοπώλαι, οσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ορίζοντες εις τον συγγραφέα το μήκος, το πλάτος και την ύλην αυτού ως του ενδύματος εις τον ράπτην. Τοιαύτη τέλος είναι η κοινή μέθοδος· αλλ’ εγώ προτιμώ ν’ αρχίσω από την αρχήν· ο δε αγαπών την κλασικήν αταξίαν δύναται ν’ αναγνώση πρώτον τας τελευταίας του βιβλίου μου σελίδας και έπειτα τας πρώτας, μετασχηματίζων ούτω εις επικόν μυθιστόρημα την απέριττον και φιλαλήθη διήγησίν μου.
Ο μέγας Βύρων έλαβε την υπομονήν ν’ ακούση τας φλυαρίας των γραιών της Σεβίλλης, ίνα μάθη αν η μήτηρ του ήρωός του Δον Ζουάν έλεγε λατινιστί το Πάτερ ημών, αν ήξευρεν Εβραϊκά και εφόρει λινούν υποκάμισον και γαλανάς κνημίδας. Επιθυμών καγώ να είπω τω αναγνώστη τουλάχιστον πώς ωνομάζετο της ηρωίδος μου ο γεννήτωρ, ανεδίφησα τους εις μέγα φύλλον λήρους των μεσαιωνίων Ηροδότων· αλλ’ ούτος είναι εκεί πολυώνυμος και ποκιλώνυμος, ως ο Ζευς παρά τοις ποιηταίς και ο Διάβολος παρά τοις Ινδοίς. Δαπανών έτη τινά εις παραβολάς χειρογράφων ηδυνάμην ίσως να μάθω, αν ο γεννήσας την Ιωάνναν ωνομάζετο Βιλλιβάλδος ή Βαλλαφρείδος· αλλ’ αμφιβάλλω αν το κοινόν ήθελε με ανταμείψει διά τον τοιούτον κόπον μου. Ακολουθών λοιπόν το παράδειγμα των σημερινών λογίων, οίτινες φοβούνται μήπως, αν έχανον καιρόν αναγινώσκοντες, ήθελον γράψει ολιγώτερα και ούτω ζημιώσει τους τε συγχρόνους και τους μετά ταύτα, εξακολουθώ ή μάλλον άρχομαι της ιστορίας μου.
Ο ανώνυμος λοιπόν πατήρ της ηρωίδος μου ήτο Άγγλος μοναχός· εκ τίνος δε επαρχίας δεν ηδυνήθην να μάθω, μη ούσης ακόμη διηρημένης της Βρεταννίας εις κομιτάτα προς ευκολίαν των εισπρακτόρων. Κατήγετο δε εκ των Ελλήνων εκείνων αποστόλων, οίτινες εφύτευσαν τον πρώτον σταυρόν εις την χλοεράν Ιρλανδίαν, και υπήρξε μαθητής του Εριγενούς Σκώτου, όστις πρώτος εφεύρε τον τρόπον του κατασκευάζειν αρχαία χειρόγραφα, δι’ ων ηπάτησε τους τότε λογίους, ως ο Σιμωνίδης τους Βερολινείους. Ταύτα μόνα διέσωσεν ημίν η ιστορία περί του πατρός της Ιωάννας. Η δε μήτηρ αυτής εκαλείτο Γιούθα, ήτο ξανθή και έβοσκε τας χήνας Σάξωνος βαρόνου. Ούτος καταβάς την παραμονήν συμποσίου, ίνα εκλέξη την παχυτέραν, ωρέχθη και της ποιμενίδος, ην από του ορνιθώνος μετέφερεν εις τον κοιτώνα. Βαρυνθείς αυτήν μετ’ ολίγον την έδωκεν εις τον οινοχόον, ο οινοχόος εις τον μάγειρον και ούτος εις τον χυτροκόρον, όστις ευλαβής ων αντήλλαξε την νεάνιδα μετά του μοναχού, λαβών αντ’ αυτής οδόντα του αγίου Γουτλάκου, του ζήσαντος και οσίως τελευτήσαντος εντός λάκκου τινός της Μερκίας. Ούτω εξέπεσεν η Γιούθα από της κλίνης δεσπότου εις τας αγκάλας καλογήρου, ως και σήμερον εν Αγγλία οι υψηλοί πίλοι από των κροτάφων διπλωμάτου εις την κεφαλήν επαίτου· καθότι εις τον ευνομούμενον εκείνον τόπον πολλοί μεν αποθνήσκουσι της πείνης, πολλοί δε προσβάλλουσι την αιδώ δι’ έλλειψιν υποκαμίσου, αλλά πάντες γερουσιασταί και νεκροθάπται, κόμητες και ψωμοζήται φορούσι πίλον υψηλόν, όστις θεωρείται εκεί ως το παλλάδιον της συνταγματικής ισότητος.
Το συνοικέσιον υπήρξεν ευτυχές. Την μεν ημέραν περιήρχετο ο μοναχός τους πέριξ πύργους, πωλών ευχάς και κομβολόγια, το δε εσπέρας επέστρεφεν εις το κελλίον έχων τας χείρας υγράς από τα φιλήματα των πιστών και την πήραν πλήρη άρτου, κρεάτων, πλακούντων και καρύων· γεώμηλα δε δεν υπήρχον ακόμη εν Αγγλία, αλλ’ εισήχθησαν βραδύτερον μετά του συντάγματος προς χρήσιν του ελευθέρου λαού, ότε επελθούσης της ισότητος, έπαυσαν οι υπηρέται να τρώγωσι καλά κρέατα εις την αυτήν τράπεζαν μετά του αυθέντου.

Γιώργος Χρονάς: 18 χρονών



Στίχοι: Γιώργος Χρονάς
Μουσική: Δημήτρης Λέκκας
1η εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη
Δίσκος: Καλά είναι κι έτσι (1981)




18 χρονών ανάβει τσιγάρο στον καθρέφτη,
ανάβει τα φώτα στο λιμάνι,
και του τα σβήνει η βροχή,
ανάβει τα φώτα στο λιμάνι,
και του τα σβήνει η βροχή.

Αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στο μυαλό του,
αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στ' όνειρό του.

18 χρονών πλαγιάζει μόνος σε ντιβάνι,
ανάβει φωτιές στα σκοτεινά
και του τις σβήνει η σιωπή,
ανάβει φωτιές στα σκοτεινά
και του τις σβήνει η σιωπή.

Αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στο μυαλό του,
αφήστε τον μονάχο του,
κάτι περνάει στ' όνειρό του.