Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Γιώργος Χρονάς: Ωδή στη Μαίριλυν Μονρόε



Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου όλους τους

κρατήρες των ηφαιστείων της γης, την ευλογιά των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης
Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τους ευνούχους του νέου αυτοκράτορα, τη φωνή των γερανών του Ίβυκου

Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τη μάνα μου την Έθελ
Έθελ την έλεγαν;
τον τελευταίο εραστή μου που σκοτώθηκε πάνω σε μοτοσυκλέτα στο Σικάγο

Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τη μέθεξη της τζαζ
του ροκ εντ ρολ, του χασίς και των βαρβιτουρικών
Ζωγραφίστε πάνω στο σώμα μου τις ονειρώξεις
των ομοφυλοφίλων του Κίνσεϋ και των ιερόδουλων της Νέας Υόρκης

Χαράξτε πάνω στο σώμα μου εκείνη την κυρία
στην τηλεόραση να λέει: τα μανιτάρια του Θιβέτ προτιμώνται για το γεύμα της Τετάρτης
Χαράξτε πάνω στο σώμα μου τη φωνή μου σε δίσκο 78 στροφών να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο των Ηνωμένων Πολιτειών

Έπειτα κυκλοφορήστε νύχτα τη μορφή μου σε σεντς
σε χαρτιά τουαλέτας
σε σχολικά τετράδια
και σε φτηνά εσώρουχα.


Ιάκωβος Πολυλάς: Ερασιτέχνης



Όταν στα βάθη της νυκτός με περιζώνει
άκρα θαλάσσης, ουρανού και γης ειρήνη,
το πνεύμα, οπού στην ταραχήν του κόσμου σβήνει,
σιγά την μυστικήν ζωήν του ανανεώνει·

των πόθων όλων και παθών αγάλι' οι πόνοι
παύουν, καθώς στον νουν απλώνετ' ευφροσύνη,
ο αιθέρας, οπού αρχήθεν η ψυχή μου κλίνει,
ήσυχη ορμή προς κόσμον άλλον με φτερώνει.
Και όσα πνεύματα εδώ στα πλάσματά τους είδα,
ακαθρέφτιστα εκεί θεωρεί τα η φαντασία,

όπου αντηχεί ψηλάθε απέραντη αρμονία,
θαμπή στιγμή την ιλαρή μού παίρνει ελπίδα,
με ουράνιο λάλημα να ειπώ τραγούδια θεία.

«Ίσως θα πρέπει να γίνετε λιγότερο Έλληνες και περισσότερο φιλέλληνες...»



Το 1993 ο Βασίλης Βασιλικός εξέδωσε μια ανθολογία ποίησης απ' το Ρήγα έως τότε. Στο επίμετρο του ογκωδέστατου τόμου (αριθμεί παραπάνω από 1000 σελίδες!), ο συγγραφέας "συναντιέται" και παίρνει "συνέντευξη" από μερικούς απ' τους σημαντικότερους νεοέλληνες λογοτέχνες (Ρήγας Βελεστινλής, Α.Κάλβος, Γ.Βιζυηνός, Κ.Παλαμάς, κ.α.). Ακολουθεί απόσπασμα απ' τη "συνέντευξη" Καβάφη.


[...]

- Για την Ελλάδα μας τι έχετε να πείτε;
- Η Ελλάδα, αυτό ήταν πάντοτε το πρόβλημα, είναι μικρότερη του ελληνισμού της. Το βάρος της παράδοσης την καταπιέζει όπως την παγκόσμια σημασία του εβραϊσμού δεν μπορεί να την αντέξει το κρατίδιο του Ισραήλ. Είναι δύο κράτη καταδικασμένα. Ωστόσο η γεωγραφική συρρίκνωση του Μείζονος Ελληνισμού με τρομάζει. Προσβλέπω σε μια αναβίωση του ένδοξού μας βυζαντινισμού. Ίσως θα πρέπει να γίνετε λιγότερο Έλληνες και περισσότερο φιλέλληνες.

[...]


Βασίλης Βασιλικός: Λύρα Ελληνική - Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα, εκδ. Ντουντούμη, 1993


Στράτης Μυριβήλης: Τροία



Κάψαμε την Τροία με τον πυρσό της Αγάπης!
Πάνω στα τείχη χόρεψαν οι φλόγες της Ελένης.
Φώτισαν τριανταφυλλιά τα νερά στο καραβοστάσι,
έλαμψε κόκκινα ο χαλκός στις περικεφαλαίες!

Τώρα τα πλοία θαλασσοδέρνουνται ξυλάρμενα
ανάμεσ' από τρόμους και λαχτάρες.
Με θείαν οργή του πόντου ο Κύριος μας παιδεύει
κ' η θάλασσα μ' όλα τα θεριακά της.

Γυρίζει ο κύκλος των καιρών.
Οι Ανέμοι κυνηγούν τα κύματα,
κ' εμείς γυρεύουμε στα πέλαα την Ιθάκη
και μιαν άσπρη κλωνιά καπνό απ' το παραγώνι.

Θα βρούμε, δε θα βρούμε την Ιθάκη;
Θεός βοηθός! Όμως για πάντα
στα ταραγμένα πέλαα θα μας φέγγουν,
χορεύοντας πάνω από τις φουρτούνες,
και μες στα νεκρά μάτια των συντρόφων,
οι φλόγες οι μεγάλες από την Τροία,
οι ρόδινες οι φλόγες της Ελένης.


Πηγή

Ναπολέων Λαπαθιώτης: Νυχτερινό



Μονάχη η φλόγα του κεριού μου,
κι απέναντί μου στο τραπέζι
θαρρείς το τέλος της προσμένει∙
λίγες στιγμές έχει να ζήσει
και μες στη νύχτα τρεμοπαίζει,
σαν μια ψυχούλα φοβισμένη...

Απόξω έν’ άγρυπνο φεγγάρι
με κόπο χάνεται στα χάη
μιας ατελεύτητης ερήμου...
Σα να μη θέλει να πεθάνει,
μ’ αναλαμπές ψυχομαχάει
το ετοιμοθάνατο κερί μου...

Και το βαρύθυμο φεγγάρι,
που χρόνια τώρα έχει σωπάσει,
και το κερί μου που πεθαίνει,
και, μέσα, η σκοτεινή ψυχή μου,
χωρίς αιτία κι οι τρεις στην πλάση
είμαστε τόσο λυπημένοι...



Λορέντζος Μαβίλης: Στην Πατρίδα



Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ', οι λαγκαδιές
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ' η λίμνη,
χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
σ' άπειρ' αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
τ' αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.
Κι αυτός σηκώνει τ' αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,
κι η κάθε στάλ' από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ' ο ουρανός.
Κι οι νύχτες σου με τ' άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
με τ' αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ' άστρα,
με το φεγγάρι που περνά, σαν τ' όνειρο ευτυχίας
στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.
Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ' ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ' ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μεσ' απ' αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι ανάμεσα στα χρώματ' από χίλια ουράνια τόξα,
προβαίνει πάλ' ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.
Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.


Πηγή

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το μοιρολόγι της φώκιας




Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν, δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Οδυσσέας Ελύτης: Επτά νυχτερινά Επτάστιχα



Ι

Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.


II

Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ' τη σιωπή μια μελωδία παρείσαχτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Και η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του - εκεί.


III

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
Έξω από τ' ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σαν θωριά λοξοδρομάει προς τ' άστρα!


IV

Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ' τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου.


V

Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες
Τ' ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή.


VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
Πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός
Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται.


VII

Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της δράσης
Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μες στην ιδέα που αχρηστεύεται απ' το μελαγχολικό
Σιωπητήριο.


Πηγή

Κώστας Οὐράνης: Περαστικές



Γυναῖκες ποὺ σᾶς εἶδα σ᾿ ἕνα τραῖνο
τὴ στιγμὴ ποὺ κινοῦσε γι᾿ ἄλλα μέρη·
γυναῖκες ποὺ σᾶς εἶδα σ᾿ ἄλλου χέρι
μὲ γέλιο νὰ περνᾶτε εὐτυχισμένο·
γυναῖκες, σὲ μπαλκόνια νὰ κοιτᾶτε
στὸ κενὸ μ᾿ ἕνα βλέμμα ξεχασμένο,
ἢ ἀπὸ ἕνα πλοῖο σαλπαρισμένο
μ᾿ ἕνα μαντήλι ἀργὰ νὰ χαιρετᾶτε:
νὰ ξέρατε μὲ πόση νοσταλγία,
στὰ δειλινὰ τὰ βροχερὰ καὶ κρύα,
σᾶς ξαναφέρνω στὴν ἀναμνησή μου,
γυναῖκες, ποὺ περάσατε μίαν ὥρα
ἀπ᾿ τη ζωή μου μέσα -καὶ ποὺ τώρα
κρατᾶτε μου στὰ ξένα τὴν ψυχή μου!


Πηγή

Μαρία Πολυδούρη: Ω χαμηλώστε αυτό το φως



Ω χαμηλώστε αυτό το φως
στη νύχτα τι οφελάει;
Πέρασ' η μέρα, φτάνει πια
ποιος ξέρει ο ύπνος μου κρυφός
αν κάπου εδώ φυλάει

Πάρ'τε το φως είναι καιρός
να μείνω πια μονάχη
Φτάνει η απάτη μιας ζωής
κάθε προσπάθεια ένας εχθρός
για την στερνή μου μάχη

Ας παύσουν πλέον οι σπαραγμοί
ας μ'απομείνει κάτι
για να πλανέψω τη νυχτιά
να σκύψει κάπως πιο θερμή
στ' ανήσυχό μου μάτι

Πάρ'τε το φως είναι η στιγμή
την θέλω όλη δική μου
είναι η στιγμή να κοιμηθώ
πάρ'τε το φως με τυραννά
μ' αρνιέται την ψυχή μου


Σιμωνίδης: Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι



Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι
χρυσοφόρων Μήδων ἐστόρεσαν δύναμιν


***


Υπέρ των Ελλήνων οι Αθηναίοι μαχόμενοι στον Μαραθώνα
συνέτριψαν τη δύναμη των χρυσοφόρων Μήδων


Νεοελληνική απόδοση:
Θ. Κ. Στεφανόπουλος


Πηγή

Οδυσσέας Ελύτης: Μικρή Πράσινη Θάλασσα



Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Πού θά 'θελα νά σέ υἱοθετήσω
Νά σέ στείλω σχολεῖο στήν Ἰωνία
Νά μάθεις μανταρίνι καί ἄψινθο
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Στό πυργάκι τοῦ φάρου τό καταμεσήμερο
Νά γυρίσεις τόν ἥλιο καί ν' ἀκούσεις
Πῶς ἡ μοίρα ξεγίνεται καί πῶς
Ἀπό λόφο σέ λόφο συνεννοοῦνται
Ἀκόμα οἱ μακρινοί μας συγγενεῖς
Πού κρατοῦν τόν ἀέρα σάν ἀγάλματα
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Μέ τόν ἄσπρο γιακά καί τήν κορδέλα
Νά μπεῖς ἀπ' τό παράθυρο στή Σμύρνη
Νά μοῦ ἀντιγράψεις τίς ἀντιφεγγιές στήν ὀροφή
Ἀπό τά Κυριελέησον καί τά Δόξα Σοι
Καί μέ λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
Κύμα το κύμα νά γυρίσεις πίσω
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Γιά νά σέ κοιμηθῶ παράνομα
Καί νά βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τά λόγια τῶν Θεῶν
Κομμάτια πέτρες τ' ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου.


ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (1971)

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Γιώργος Κεντρωτής: «Εμπειρίκος και Εγγονόπουλος: εναντίον του γλωσσικού θετικισμού»



Πολύπτυχη έκπληξη νιώθει ακόμα και στις μέρες μας ο αναγνώστης που πρωτοέρχεται σε επαφή με το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου. Μία πτυχή της, ίσως δε η ισχυρότερη, που είναι επίσης πολύπτυχη, αφορά τη γλωσσική δομή των ποιημάτων τους, τόσο στο μορφολογικό όσο και στο σημασιακό επίπεδο. Οι λέξεις και οι συνάψεις των λέξεων λειτουργούν μέσα στα ποιήματά τους τόσο «περίεργα», τόσο «παράδοξα» και με τρόπο τόσο «θαυμαστό» και τόσο «αντικειμενικά τυχαίο» (1), αλλά και με τόση ποσότητα σημασιακού πλεονάσματος –γι’ αυτό, άλλωστε, και η μόνιμη και ολοένα δεινότερη έκπληξη–, ώστε φθάνουν στο σημείο, όπου οι διατασσόμενες στον ποιητικό τους λόγο γλωσσικές μονάδες, όσο μάλιστα εξαπλώνονται στο εύρος του πλέγματος των συνυφαινομένων, σημειώνουν στον μεν συνταγματικό άξονα σχέσεις εν απουσία, στον δε παραδειγματικό άξονα σχέσεις εν παρουσία. Κατάσταση άνω ποταμών, με άλλα λόγια! Κατάσταση, θα λέγαμε, αληθώς υπερρεαλιστική για τους εις το διηνεκές αφοσιωμένους οπαδούς του υπερρεαλιστικού κινήματος· κατάσταση αυτόχρημα «σουρεαλιστική» για τους ανεπιγνώστως μοχθούντες πολεμίους του που επιμένουν να θεωρούν τον υπερρεαλισμό και σήμερα ακόμα «μπουρδολογία» (2).

Αφού, έστω και εκ περισσού (και με τη θρησκευτική έννοια του όρου), ομολογήσουμε ότι ανήκουμε παιδιόθεν στους πρώτους, διατελούμε δε οσημέραι αμετανόητοι και ολονέν φανατικότεροι θιασώτες του κινήματος, θα προσθέσουμε πως συνυπονοείται, βέβαια, ότι στο γλωσσικό παίγνιο, που δια βραχυτάτων σημειώσαμε και που καθορίζεται από την αντιστροφή των γλωσσολογικών όρων, επιστρατεύονται για να συμμετάσχουν, και μάλιστα με αναπτυγμένη τη δύναμη και την αλκή τους, όλα τα σχήματα λόγου και διανοίας, και δη, αφού κατ’ ανάγκην αρθρωθούν στο εγγενές ρητορικό τους επίπεδο, να επιδιώξουν να αναχθούν συνειρμικώς και εντελώς από του αυτομάτου στον φαντασιακό ορίζοντα της προσδοκίας του αναγνώστη, όπου και θα πρέπει να λειτουργήσουν αμέσως ποιητικά. Για να κατορθωθεί, επομένως, η ποιητική υποστύλωση του γλωσσικού υλικού των ποιημάτων του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, συνεργάζεται η γλωσσολογία με τη ρητορική, και μάλιστα σε τόσο εντατικά εναλλασσόμενους ρυθμούς, που πολλές φορές δεν ξέρεις όχι μόνο ποιά υπερτερεί ποιάς, αλλά και εν τέλει πόση «γλωσσολογία» απομένει μέσα στη «γλωσσολογία» και πόση «ρητορική» μέσα στη «ρητορική», ύστερα από την υπερρεαλιστική ώσμωσή τους σε ποιήματα όπως, φέρ’ ειπείν, Τα σπιρούνια των κοριτσιών και η ταχύτης των υδάτων του Εμπειρίκου (3) και Το σκυροκονίαμα των ηρωικών παρθένων του Εγγονόπουλου (4).

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Ezra Pound: Salutation (Χαιρετισμός)



O generation of the thoroughly smug
      and thoroughly uncomfortable,
I have seen fishermen picnicking in the sun,
I have seen them with untidy families,
I have seen their smiles full of teeth
      and heard ungainly laughter.
And I am happier than you are,
And they were happier than I am;
And the fish swim in the lake
      and do not even own clothing.


***


Ω, γενιά της παντελούς αυταρέσκειας
      και της παντελούς αμηχανίας!
Έχω ιδεί ψαράδες να τρώνε κάτω απ' τον ήλιο,
τους έχω ιδεί με τις απεριποίητες οικογένειες,
έχω ιδεί τα φοβερά χαμόγελά τους
      κι έχω ακούσει το άχαρο γέλιο
Και είμαι πιο χαρούμενος απ' ότι εσείς
κι αυτοί ήταν πιο χαρούμενοι απ' ότι εγώ·
Και τα ψάρια κολυμπάν' στη λίμνη
      κι ούτε καν έχουνε ρούχα


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Γεώργιος Βιζυηνός: Τὸ Ὄνειρον



Ἐψὲς εἶδα στὸν ὕπνο μου
ἕνα βαθὺ ποτάμι
–Θεός νὰ μὴν τὸ κάμῃ
νὰ γίνῃ ἀληθινό!
Στὴν ὄχθη του στεκόντανε
γνωστό μου παλικάρι,
χλωμὸ σὰν τὸ φεγγάρι,
σὰν νύχτα σιγανό.

Ἀγέρας τὸ παράσπρωχνε
μὲ δύναμη μεγάλη,
σὰν νἄθε᾿ νὰ τὸ βγάλῃ
ἀπ᾿ τῆς ζωῆς τὴν μέση.
Καὶ τὸ νερό, π᾿ ἀχόρταγα
τὰ πόδια του φιλοῦσε,
θαρρεῖς τὸ προσκαλοῦσε
στ᾿ ἀγκάλια του νὰ πέσῃ.

–Δεν εἶν᾿ ἀγέρας, σκέφθηκα,
καὶ σένα ποὺ σὲ δέρνει.
Ἡ ἀπελπισιὰ σὲ παίρνει
κι ἡ ἀπονιὰ τοῦ κόσμου!
Κι ἐχύθηκ᾿ ἀπ᾿ τὸν θάνατο
τὸν δύστυχο ν᾿ ἁρπάξω…
Ὠιμέ! Πρὶν ἢ προφθάξω
ἐχάθηκ᾿ ἀπ᾿ ἐμπρός μου!

Στὰ ρέματα παράσκυψα,
νὰ τὸν εὑρὼ γυρεύω.
Στὰ ρέματ᾿ ἀγναντεύω–
Τὸ λείψανο μ᾿ ἀχνό!…

Ἐψὲς εἶδα στὸν ὕπνο μου
ἕνα βαθὺ ποτάμι
–Θεός νὰ μὴν τὸ κάμῃ
νὰ γίν᾿ ἀληθινό!


Πηγή

Άκης Πάνου: Τα όνειρα που χτίζονται



Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
1η εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης
Δίσκος: Η ζωή μου όλη (1974)



Τα όνειρα που μένουνε
μονάχα μες στη σκέψη
κανείς μην τα πιστέψει -
τα σβήνει η ζωή.
Τα όνειρα που χτίζονται
κι αντέχουνε στο χρόνο,
υφαίνονται με πόνο,
χωρίς αναπνοή.

Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας,
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή,
όταν ζεις διαρκώς
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να 'χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς,
μα δεν είσαι νεκρός.

Τα όνειρα που παίρνουνε
για λίγο το μυαλό μου
μερώνουν τον καημό μου
μια τόση δα στιγμή.
Στα όνειρα που χτίζονται
το είναι μου κι αν δώσω,
αξίζει να ’ναι τόσο
βαριά η πληρωμή.

Είναι τόσο σκληρός ο αγώνας,
μα τόσο γλυκός,
είναι τόσο μεγάλη η ζωή,
όταν ζεις διαρκώς
κι έτσι φτάνεις στο τέρμα
χωρίς να 'χεις νιώσει μικρός
και παλεύεις, πεθαίνεις, περνάς,
μα δεν είσαι νεκρός.


«Τα ποιήματα είναι εύκολα. Η ποίηση είναι δύσκολη.»



Το 1993 ο Βασίλης Βασιλικός εξέδωσε μια ανθολογία ποίησης απ' το Ρήγα έως τότε. Στο επίμετρο του ογκωδέστατου τόμου (αριθμεί παραπάνω από 1000 σελίδες!), ο συγγραφέας "συναντιέται" και παίρνει "συνέντευξη" από μερικούς απ' τους σημαντικότερους νεοέλληνες λογοτέχνες (Ρήγας Βελεστινλής, Α.Κάλβος, Γ.Βιζυηνός, Κ.Π. Καβάφης, κ.α.). Ακολουθεί απόσπασμα απ' τη "συνέντευξη" Παλαμά.


- Κύριε Παλαμά, δεν ξέρω, ειλικρινά δεν ξέρω, από πού να αρχίσω. Είσαστε τόσο μεγάλος, ζήσατε τόσο πολύ, ογδόντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια, γράψατε τόσα πολλά, ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, θέατρο, επιστολές, άρθρα, ώστε νιώθω την πλημμύρα του λόγου σας να έχει κατακλύσει και την πατρίδα μας κι εμένα.
- Ήρθατε να με δείτε σε σχέση με τους εορτασμούς της πεντηκονταετίας από το θάνατό μου;
- Όχι. Ήρθα να σας δω εξαιτίας της ανθολογίας μου που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες με τίτλο Λύρα Ελληνική. Όπου φυσικά οι προτιμήσεις μου σηματοδοτούνται από το "παλαμικό στίγμα".
- Τι εννοείτε;
- Θέλω να πω ότι υπάρχουν για μένα δυο μεγάλες ποιητικές σχολές. Η σχολή: "Κάθε ποίημα κι ένα επιτύμβιο, και η άλλη.
- Ποια άλλη; Η Μεγάλη του Γένους Σχολή;
- Όχι. Η σχολή της ποίησης-ποταμός. Η ποίηση χείμαρρος. Σε αυτήν ανήκετε και με βάση αυτή τη σχολή έχω προχωρήσει στις επιλογές μου.
- Δεν σας καταλαβαίνω. Μήπως πρόκειται για καμιά καινούργια φιλολογική διαίρεση που την αγνοώ;
- Όχι. Πρόκειται για μια εκτίμηση προσωπική. Από την πρώτη σχολή, της συμπυκνωμένης έκφρασης, θυμόμαστε ευκολότερα ορισμένα ποιήματα και λιγότερο τον ποιητή. Από τη δεύτερη ο Ποιητής μένει στη μνήμη των ανθρώπων ερήμην των συγκεκριμένων ποιημάτων του. Από σας, λογουχάρη, ξέρουμε καλύτερα την ποίησή σας και λιγότερο συγκεκριμένα ποιήματά σας.
- Θέλετε να πείτε ότι η σχολή του "Κάθε ποίημα κι ένας τάφος" πρεσβεύει το ουκ εν τω πολλώ το ευ.
- Κάπως έτσι.
- Ακούστε με. Τα ποιήματα είναι εύκολα. Η ποίηση είναι δύσκολη. [...]

[...]


Βασίλης Βασιλικός: Λύρα Ελληνική - Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη από τον Ρήγα έως σήμερα, εκδ. Ντουντούμη, 1993

Ντῖνος Χριστιανόπουλος: Βρόχος



Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.


Πηγή

Ντῖνος Χριστιανόπουλος: Ἡ θάλασσα



Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.


Πηγή

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

«Σα χρυσή λάσπη»







Ηλίας Βενέζης: Γαλήνη, 2011

Τάσος Λειβαδίτης: Ο αιώνιος διάλογος



Κι ο άντρας είπε: πεινώ. Κι η γυναίκα τούβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι όταν ο άντρας απόφαγε. Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δε σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη, κι όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους
Κι η γυναίκα ανέβηκε σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή το μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του. Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Και ο άντρας είπε: θάθελα να ‘μαι θεός. Και η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε. Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούρια ξημέρωσε.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958-1964

Μάρκος Βαμβακάρης: Αγγελοκαμωμένη μου



Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης
Μουσική:  Μάρκος Βαμβακάρης
1η εκτέλεση:  Μάρκος Βαμβακάρης & Καίτη Γκρέυ
Δίσκος: [δίσκος 45 στροφών] (1960)



Αγγελοκαμωμένη μου
και λαμπαδόχυτή μου,
ομορφονιά της μάνας σου
και συντροφιά δική μου,

θα σ’ αγαπώ, θα σ’ αγαπώ·
διόλου δε θα πάψω·
Ή κατά βάθος θα χαθώ
ή θα σε απολαύσω

Σ’ αφήνω την καληνυχτιά,
μηλιά μου με τους κλώνους
Πάω κι εγώ να κοιμηθώ
με βάσανα και πόνους

Ζαχαροζυμωμένη μου,
πέσε γλυκά κοιμήσου
και στ’ όνειρό σου να με δεις
σκλάβο και δουλευτή σου

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

1965: Ο Έζρα Πάουντ στην Αθήνα



Από την "Καθημερινή", 9/11/14

Διονύσιος Σολωμός: Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν (απόσπασμα)


"Καθημερινή", 26/10/14
[...]

Σοῦ 'λθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ' ἕνα σταυρό,
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὀποῦ ἀνεῖ τὸν οὐρανό,

«σ' αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὀλόρθη, Ἐλευθεριά!».
Καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.

Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω τῆς πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.

Ἀγρικάει τὴν ψαλμωδία
ὀποῦ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς Ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.

Ποιοὶ εἴν' αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι άρματ', ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες ἐσύ!

Ἅ, τὸ φῶς ποὺ σὲ στολίζει,
σὰν ἡλίου φεγγοβολῆ,
καὶ μακρίθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ.

Λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.

Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
κι εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς.

[...]


Πηγή

«Άμα δω την Κύπρο θα πεθάνω!»



Διαβάσατε κανέναν ποιητή τελευταία που να σας άρεσαν τα ποιήματά του;
Πως! Μερικοί είναι καλοί. Και μάλιστα δεν έχω καμία αντίρρηση να τους παραδεχτώ, όταν είναι αρκετά καλοί. Λόγου χάρη, θαυμάζω πολύ έναν Κύπριο ποιητή, τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη. Πρόκειται για μεγάλο ποιητή! Από τους εδώ που ζουν στην Ελλάδα, δεν είμαι και πολύ ευχαριστημένος, αλλά δεν είναι και για τα σκουπίδια. Κάτι σώζεται κι' από αυτουνούς.

[...]

Αφού δεν έχετε ταξιδέψει ποτέ, πως φαντάζεστε ότι είναι η Κύπρος;
Πάντως την αποφεύγω. Φοβάμαι ότι άμα δω την Κύπρο θα πεθάνω!

Γιατί το λέτε αυτό;
Διότι οι Τούρκοι έχουν μία σημαία τεράστια στον Πενταδάχτυλο και εγώ είμαι πάρα πολύ ευαίσθητος για πατριωτικά θέματα. Ενδέχεται, μόλις δω τη σημαία τους στον Πενταδάχτυλο, να κλατάρω και να πεθάνω εκείνη τη στιγμή. Και το λέω σοβαρότατα. Δεν το λέω σε κανέναν βέβαια αυτό, απλούστατα επικαλούμαι μία πιο εύκολη δικαιολογία, ότι δεν μπορώ να ταξιδέψω με αέρα και με θάλασσα.

Γιατί σας πληγώνει αυτό το θέμα;
Αστειεύεσαι; Το ίδιο έκανα και με την μάνα μου. Είχα μία μάνα, η οποία ήταν απ' την Κωνσταντινούπολη-μετά ήρθαν με τον μπαμπά μου εδώ, ως πρόσφυγες. Η μάνα μου, λίγο πριν πεθάνει, όταν διαισθάνθηκε ότι τελείωσαν οι μέρες της, με παρακάλεσε και μου είπε: «παιδί μου, σε παρακαλώ πολύ, πάνε με στην Κωνσταντινούπολη, να την δω τελευταία φορά». Και της είπα: «μάνα, ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, εκτός από αυτό. Δεν μπορώ. Γιατί, άμα δω την ημισέληνο, επάνω στην Αγιά Σοφιά, φοβούμαι ότι θα πεθάνω εκείνη τη στιγμή». Και η μάνα μου, η οποία καταλάβαινε πολύ καλά τις ευαισθησίες μου, το παραδέχτηκε και δεν δέχτηκε να πάμε. Και τελικά πέθανε, χωρίς να δούμε την Κωνσταντινούπολη.

Αισθάνεστε τύψεις γι' αυτό;
Εν μέρει λίγο αισθανόμουνα. Τώρα, λίγο το ξεπέρασα. Καλώς ή κακώς έχω κάποιες υπερευαισθησίες, που οι περισσότεροι κατά κανόνα δεν τις έχουν και δεν μπορούν καν να καταλάβουν γιατί τις έχω. Έτσι που λες. Είτε για την Κύπρο, είτε για την Κωνσταντινούπολη, η αιτία είναι η ίδια. Η μάνα μου μου έλεγε: «ξέρεις τι όμορφη που είναι η Κωνσταντινούπολη;». Και επειδή είναι όμορφη η Κωνσταντινούπολη, πρέπει εγώ να χεστώ;



Ἀνδρέας Κάλβος: Εἰς Ψαρά



[...]

ιγ´.
Ἀλλ᾿ ἡ ζωὴ καὶ τότε
δὲν εἶναι διὰ τὸν βλέποντα
ἄνθρωπον τοὺς ἀστέρας
ἄλλο παρὰ προοίμιον
ἀθανασίας. 65

ιδ´.
Ἰδοὺ τὰ πολυτάραχα
κύματα τῆς θαλάσσης·
ἰδού, ἰδοὺ τῶν ἀμώμων
Ψαρῶν δικαιοτάτων
ἡ τραχεῖαι πέτραι. 70

ιε´.
Αὐτοῦ καμμία κιθάρα
φθοροποιός, ὄχι ὄργια,
ὄχι κρότος Μαινάδων,
οὔτ᾿ Ἔρωτος παιγνίδια
τὸν νοῦν συγχίζουν. 75

ις´.
Ἀλλ᾿ ὡς, κατὰ τὸ βράδυ
τὸ θερινόν, ἀνάπτονται
ταχεῖαι, συχναὶ ἡ ὀλύμπιαι
ἀστραπαὶ καὶ θαμβόνουσι
τοὺς ὀδοιπόρους· 80

ιζ´.
Οὕτως τὰ μὲν θηκάρια
σορηδὸν ἐρριμμένα
κρύπτουν τὴν γῆν, τοὺς βράχους·
ὁ δὲ σιδηροχάρμης
ἄφοβος Ἄρης, [85]

ιη´.
Κινεῖ τὴν νῆσον. Χίλια
πολέμου χάλκεα ὄργανα
βροντούν· εἰς τὸν ἀέρα
τῶν ξίφων μύριαι γλῶσσαι
λάμπουν, κλονοῦνται. 90

ιθ´.
Μία βοὴ σηκόνεται,
μία μόνη ἐπιθυμία,
καὶ ὡσὰν ἀκτίνα οὐράνιος,
ὡς φλόγα εἰς δάση εὐάνεμα
καίει τὰς καρδίας. 95

κ´.
«Ὑπὲρ γονέων καὶ τέκνων,
»ὑπὲρ τῶν γυναικῶν,
»ὑπὲρ πατρίδος πρόκειται
»καὶ πάσης της Ἑλλάδος
»ὅσιος ἀγῶνας. 100

κα´.
»Θαλπτήριον τῆς ἡμέρας
»φῶς, διὰ πάντοτε χαῖρε·
»καὶ σεῖς ὁποὺ εὐφραίνετε
»μὲ᾿ φωνὴν ἠδυόνειρον
»τῆς γῆς τὰ τέκνα, 105

κβ´.
»Χαίρετ᾿ ἐλπίδες. - Ἦλθε
»τῆς Ἄγαρ τὸ ὑπερήφανον
»σπέρμα· ἐπάνω εἰς τὰς ὄχθας
»τῶν Ψαρῶν, ἀλαλάζον
»σφόδρα, κατέβη. 110

κγ´.
»Ὦ πατρίς, τὴν ἑκούσιον
»δέξου θυσίαν»... -Αστράπτει.-
Σεισμὸς πολέμου ἀκούεται.
Ὑπὸ τύμβον ὑψήνορα
ἥρωες κοιμῶνται. 115

κδ´.
Ἐπὶ τὸ μέγα ἐρείπιον
ἡ Ἐλευθερία ὁλόρθη
προσφέρει δυὸ στεφάνους·
ἕν᾿ ἀπὸ γήινα φύλλα,
κ᾿ ἄλλον ἀπ᾿ ἄστρα. 120


ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ


Πηγή

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

«Ω! Πώς γίνεται να πεθάνουν;»





Ηλίας Βενέζης: Γαλήνη, 2011

«Μήπως είναι λίγο ρετρό πια οι ποιητές;»



Μήπως είναι λίγο ρετρό πια οι ποιητές σήμερα στον κόσμο μας, κύριε Χριστιανόπουλε;
Αυτά είναι δύσκολα ερωτήματα. Και εγώ, που δεν πρόκειται να σώσω την ποίηση, τα παραμελώ, τα παρακάμπτω. Και έτσι ζήσανε αυτοί καβλά κι' εμείς καβλύτερα.



Ντῖνος Χριστιανόπουλος: Ὁ Φωτογράφος



Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μερὴ
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.


Πηγή

Τάσος Λειβαδίτης: Σε παλιό στυλ



Οι εραστές είναι ακριβά κύπελλα, όπου ο ένας πίνει τον άλλο.
Το πρωί πηγαίνουν σε ολοπόρφυρους, βασιλικούς δρόμους
και το βράδυ πλαγιάζουν σε κρεβάτια κι από θρύλους πιο βαθιά.
Κι αν καμιά φορά τους δεις να παραπατάνε
ή να παίρνουν μονοπάτια άγνωστα και μυθικά- μην ξαφνιαστείς,
γιατί οι εραστές είναι τυφλοί, με τα ωχρά τους βλέφαρα κλειστά
ο ένας από τη λάμψη του άλλου. Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρόγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια,
τα πάντα έκπληκτα, μάτια του Θεού


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958-196


Πηγή

Νίκος Εγγονόπουλος: Η ζωή και ο θάνατος των ποιητών



Σινώπη
είναι το όνομα
- το επίσημο -
της «Πόλεως-Σύννεφο»
της και «Πόλεως των Πυρκαϊών» λεγομένης
που
βρίσκεται κάπου κατά
την
Νότιον Αμερική

η υδάτινη
και μάλλον ελληνιστικού πολιτισμού
αυτή πόλις
αιωρείται στους ουρανούς
σαν σκυτάλη
και τοποθετείται ασφαλώς
από τους ειδικούς
άλλοτε μεν στη μέση ακριβώς
μιας ευθείας γραμμής
χαραγμένης ανάμεσα στο Μαρακαΐμπο
και στο Βαλπαραίζο
της Χιλής
άλλοτε δε
ανάμεσα πάλε στο Μαρακαΐμπο και
στο
Ελμπασάν

εκεί
καθώς τα σπίτια είναι όλα καμωμένα από πυρκαϊές
οι κάτοικοι ζουν μέσα στις φλόγες
καίγονται συνεχώς
και ξαναγεννιούνται συνεχώς
από την τέφρα τους
απαράλλαχτα όπως
το πουλί
φοίνιξ

εκεί ακριβώς
εγεννήθη - ως γνωστόν -
και ο μέγας έλλην ποιητής της
αρχαιότητος
Αλέκτωρ

κατά την διάρκειαν ανασκαφών
ανευρέθη κάποτες αναμεσίς των ερειπίων
κι' ένα παράξενο ποίημα
- εκείνης της εποχής -
γραμμένο επί χάρτου κοινού
με σιδηρούς
και χαλκούς αρμούς εναλλάξ
και μελάνην δακρύων

το ποίημα δε ήταν το εξής:

«ελάτε στου Λατίου τα ελάτια
να δήτε του δύτου την δίνην»

λόγω της παρουσίας της λέξεως
«δύτης»
το ποίημα απεδόθη
- αρχικώς -
στον μέγαν
Ισίδωρον Ducasse*
όπου έτυχε να κατάγεται από
κείνα
τα μέρη

κατόπιν - όμως - ωρίμου σκέψεως
απεδόθη οριστικά
- και αμετακλήτως
πλέον -
σε κάποια κυρία λεγομένη
Ωραία Κυρία
γνωστοτέραν μάλλον υπό
το ξενικόν αυτής
όνομα
Bella Donna

* comte de Lautréamont


Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ (1939)

Κ.Π. Καβάφης: Κρυμμένα



Aπ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να  πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα —
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Aλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι — στην τελειοτέρα κοινωνία —
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.


Πηγή

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης: Ὁ βράχος καὶ τὸ κύμα



«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.

Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!

Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.

Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.

Σκύψε νὰ ἰδῆς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη,
τὰ θέμελά σου τά ῾φαγα, σ᾿ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ! Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι
θὰ σὲ πατήση στὸ λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι!»

Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στην καταχνιὰ κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, ποὖταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε
τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.

Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν ἀθέρα
ν᾿ ἀντιβοᾶ τρομαχτικὰ χωρὶς κὰν νὰ ξυπνήσει,
καὶ σήμερα ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.
«Κῦμα, τὶ θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τὶ μὲ φοβερίζεις;
Ποιὸς εἶσαι σὺ κι ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,
ἀντὶ μὲ τὸ τραγούδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις,
καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾿ ἀφροὺς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἂν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δὲν πεθαίνω!»

«Βράχε, μὲ λένε Ἐκδίκηση. Μ᾿ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολὴ καὶ καταφρόνεση. Μ᾿ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορὰ καὶ τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδῶ μέσα στὰ σπλάγχνα μου, βλέπεις, δὲν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ ἄδη μου τ᾿ ἀχνάρια...
Μ᾿ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... Μὲ φόρτωσες κουφάρια...
Σὲ ξένους μ᾿ ἔριξες γιαλούς... Τὸ ψυχομάχημά μου
τὸ περιγέλασαν πολλοὶ καὶ τὰ πατήματά μου
τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!»

Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.
Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει
στὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,
ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.


Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Ἀνδρέας Κάλβος: Εἰς τὸν Ἱερὸν Λόχον



στροφὴ α´.
Ἂς μὴ βρέξῃ ποτὲ
τὸ σύννεφον, καὶ ὁ ἄνεμος
σκληρὸς ἂς μὴ σκορπίσῃ
τὸ χῶμα τὸ μακάριον
῾ποὺ σᾶς σκεπάζει. 5

β´.
Ἂς τὸ δροσίσῃ πάντοτε
μὲ᾿ τ᾿ ἀργυρά της δάκρυα
ἡ ροδόπεπλος κόρη·
καὶ αὐτοῦ ἂς ξεφυτρώνουν
αἰώνια τ᾿ ἄνθη. 10

γ´.
Ὦ γνήσια τῆς Ἑλλάδος
τέκνα· ψυχαὶ ῾ποὺ ἐπέσατε
εἰς τὸν ἀγῶνα ἀνδρείως,
τάγμα ἐκλεκτῶν Ἡρώων,
καύχημα νέον· 15

δ´.
Σᾶς ἅρπαξεν ἡ τύχη
τὴν νικητήριον δάφνην,
καὶ ἀπὸ μυρτιάν σας ἔπλεξε
καὶ πένθιμον κυπάρισσον
στέφανον ἄλλον. 20

ε´.
Ἀλλ᾿ ἄν τις ἀπεθάνῃ
διὰ τὴν πατρίδα, ἡ μύρτος
εἶναι φύλλον ἀτίμητον,
καὶ καλὰ τὰ κλαδιὰ
τῆς κυπαρίσσου. 25

[...]


Η ΛΥΡΑ


Πηγή

Μιχάλης Κακογιάννης: Ευριπίδου Τρωάδες





Λευτέρης Παπαδόπουλος: Το χατίρι



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Φωνητικά: Χάρις Αλεξίου
Δίσκος: Τα πικροσάββατα (1984)



Ψυχές μαραγκιασμένες σαν σφουγγάρια
ρουφάνε λίγον ήλιο απ’ το κρασί
κι αζήτητες σ’ απόμερα πατάρια
διψάνε για μια στάλα θαλασσί.

Στους τοίχους της ταβέρνας τα καράβια
που χάραξε ένα χέρι απλοϊκό.
Γιατί να καταντήσουμε ρημάδια;
Δε μάθαμε ποτέ το μυστικό.

Τα δάχτυλα να σφίγγουν το ποτήρι,
παινέματα και λόγια λιγοστά.
Χριστέ μου, κάνε απόψε ένα χατίρι
κι οι τελευταίοι νά ’ρθουν πιο μπροστά.

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Η βροχή



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα πικροσάββατα (1984)



Έλιωσε απόψε το φεγγάρι
κι έγινε ασημιά βροχή
και στις σκοπιές κάποιοι φαντάροι
λεν' το τραγούδι απ' την αρχή.

Για την Ελένη, την Ελέ-
σαπίζω στο Γεντί Κουλέ.

Οι στάλες πέτρωσαν στο χώμα,
ασήμι γέμισε η γη.
Μα οι φαντάροι κλαιν' ακόμα
για τη βαθιά τους την πληγή.

Για την Ελένη, την Ελέ-
σαπίζω στο Γεντί Κουλέ.

Τάσος Λειβαδίτης: Μια γυναίκα (απόσπασμα)



[...]

4.
Πέρασαν μήνες. Κι είναι στιγμές που ξεχνάω ακόμα και το πρόσωπό της,
πασχίζω να θυμηθώ - τίποτα. Μονάχα αυτό το βάρος στην καρδιά, που είναι κάτι περισσότερο
κι απ' την ίδια την ανάμνησή της. Που είναι, αυτή, ολόκληρη, μέσα μου.

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό έξω απ' την πόρτα σου
εσύ θα ξέρεις
πως πέθανε σφαγμένος απ' τα μαχαίρια των φιλιών
που ονειρευότανε για σένα.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1958-1964


Πηγή

Τάσος Λειβαδίτης: Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (απόσπασμα)



ΙΙΙ

Ναι αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δεν μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
ένα κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είτανε γιατί μου λείπανε
τα μάτια σου
κι όταν κτύπαγε η πόρτα μου και άνοιγα
δεν είτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο είταν η
καρδιά σου που χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Και όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά -θυμάσαι;- μου
άπλωσες τα χέρια τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου
αγαπημένη μου.

[...]


ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ (1952)

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Λευτέρης Παπαδόπουλος: Τα πικροσάββατα



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
1η εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα πικροσάββατα (1984)



Όλα τα πικροσάββατα
στο καπηλειό τα πίνανε.
Κανένα δεν κερνούσανε,
μόνο του Χάρου δίνανε.

Και κάποιο πικροσάββατο,
μέσα στην παραζάλη του,
τα κρίματά του σκέφτηκε
κι έσκυψε το κεφάλι του.

Μα τ’ άλλα πικροσάββατα
δεν του το συγχωρήσανε.
Στο Χάρο τον παράδωσαν
κι όλες οι στράτες κλείσανε.

Τάσος Λειβαδίτης: Τα μοναχικά βήματα



[...]

κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου, "μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;"
Ω γενιά μου χαμένη - πήραμε μεγάλους δρόμους, μείναμε στη μέση
η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ' όλα τα ρολόγια.
Φίλοι παιδικοί, που είστε; με ποιους θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο; - Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία,
οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο,
η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της
Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε
μια θλίψη τ' απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία
και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ' όλη τη ζωή -
Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας, Άννα, το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ' ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία,
τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες στ' αλησμόνητα πρωινά -
Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο
Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ' έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες,
α, ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα
Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση
ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ' ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη
και τα καπέλα τους επιπλέανε
ναυαγισμένα στη μουσική.


ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ (1985)

Τάσος Λειβαδίτης: Ποιητές



Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
                        και γίνονται πουλιά


ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ (1985)

Τάσος Λειβαδίτης: Φύλλα ημερολογίου



Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιάς γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-
Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
Της νιότης μου
Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
Ένας τον άλλον –
Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
Ημερολογίου
Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ο,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
Ένα μικρό μη με λησμόνει


ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΝΟΠΩΡΟΥ

Ἀνδρέας Κάλβος: Ὁ Ὠκεανός



στροφὴ α´.
Γῆ τῶν θεῶν φροντίδα,
Ἑλλὰς ἡρῴων μητέρα,
φίλη, γλυκεῖα πατρίδα μου
νύκτα δουλείας σ᾿ ἐσκέπασε,
νύκτα αἰώνων. 5

β´.
Οὕτω εἰς τὸ χάος ἀμέτρητον
τῶν οὐρανίων ἐρήμων,
νυκτερινὸς ἐξάπλωσεν
ἔρεβος τὰ πλατέα
πένθιμα ἐμβόλια. 10

γ´.
Καὶ εἰς τὴν σκοτιὰν βαθεῖαν,
εἰς τὸ ἀπέραντον διάστημα,
τὰ φῶτα σιγαλέα
κινῶνται τῶν ἀστέρων
λελυπημένα. 15

δ´.
Ἐχάθηκαν ἡ πόλεις,
ἐχάθηκαν τὰ δάση,
κ᾿ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
καὶ τὰ βουνά· καὶ ὁ θόρυβος
παύει τῶν ζώντων. 20

ε´.
Εἰς τὰ φρικτὰ βασίλεια
ὁμοιάζει τοῦ θανάτου
ἡ φύσις ὅλη· ἐκεῖθεν
ἦχος ποτὲ δὲν ἔρχεται
ὕμνων ἢ θρήνων. 25

ς´.
Ἀλλὰ τῶν μακαρίων
σταύλων ἰδοὺ τὰ ἠώα
κάγκελλα ἡ Ὥραι ἀνοίγουσιν,
ἰδοὺ τὰ ἀκάμαντα ἄλογα
τοῦ Ἡλίου ἐκβαίνουν. 30

ζ´.
Χρυσά, φλογώδη, καίουσι
τοὺς δρόμους τοῦ ἀέρος
τὰ ἀμιλλητήρια πέταλα·
τοὺς οὐρανοὺς φωτίζουσι
λάμπουσαι ἡ χαίται. 35

η´.
Τώρα ἐξανοίγει τ᾿ ἄνθη
εἰς τὸν δροσώδη κόλπον
τῆς γῆς ἡ αὐγή· καὶ φαίνονται
τώρα τῶν φιλοπόνων
ἀνδρῶν τὰ ἔργα. 40

θ´.
Τὰ μυρισμένα χείλη
τῆς ἡμέρας φιλούσι
τὸ ἀναπαυμένον μέτωπον
τῆς οἰκουμένης· φεύγουσιν
ὄνειρα, σκότος, 45

ι´.
Ὕπνος, σιγῇ· καὶ πάλιν
τὰ χωράφια, τὴν θάλασσαν,
τὸν ἀέρα γεμίζουσι
καὶ τὰς πόλεις μὲ᾿ κρότον,
ποίμνια καὶ λύραι. 50

ια´.
Εἰς τοῦ σπηλαίου τὸ στόμα
ἰδοὺ προβαίνει ὁ μέγας
λέων, τὸν φοβερὸν
λαιμὸν τετριχωμένον
βρέμων τινάζει. 55

ιβ´.
Ὁ ἀετὸς ἀφίνει
τοὺς κρημνοὺς ὑψηλούς·
κτυπάουσιν ἡ πτέρυγες
τὰ νέφη, καὶ τὸν ὄλυμπον
ἡ κλαγγὴ σχίζει. 60

ιγ´.
Ἔθλιψε τὴν Ἑλλάδα
νύκτα πολλῶν αἰώνων,
νύκτα μακρᾶς δουλείας,
αἰσχύνη ἀνδρῶν, ἢ θέλημα
τῶν ἀθανάτων. 65

ιδ´.
Ἡ χώρα τότε ἐφαίνετο
ναὸς ἠριπομένος,
ὅπου οἱ ψαλμοὶ σιγάουσι
καὶ τοῦ κισσοῦ τὰ ἀτρέμητα
φύλλα κοιμῶνται. 70

ιε´.
Ὡσὰν ἐπὶ τὴν ἄπειρον
θάλασσαν τῶν ὀνείρων,
ὀλίγαι, ἀπηλπισμέναι
ψυχαὶ νεκρῶν διαβαίνουσι
μὲ᾿ δίχως βίαν· 75

ις´.
Οὕτως ἀπὸ τοῦ Ἄθωνος
τὰ δένδρα, ἕως τοὺς βράχους
τῆς Κυθήρας, κυλίουσα
τὴν ἅμαξαν βραδεῖαν,
οὐρανοδρόμον· 80

ιζ´.
Ἡ τρίμορφος Ἑκάτη
ἐθεώρει τὰ πλοῖα,
εἰς τοῦ Αἰγαίου τους κόλπους
λάμνοντα ἀδόξως, φεύγοντα
διασκορπισμένα. 85

ιη´.
Σὺ τότε, ὦ λαμπροτάτη
κόρη Διός, τοῦ κόσμου
μόνη παρηγορία,
τὴν γῆν μου σὺ ἐνθυμήθηκες
ὦ Ἐλευθερία. 90

ιθ´.
Ἦλθ᾿ ἡ θεά· κατέβη
εἰς τὰ παραθαλάσσια
κλειτὰ τῆς Χίου· τὰς χεῖρας
ἄπλωσ᾿ ὀρθή, καὶ κλαίουσα
λέγει τοιάδε· 95

κ´.
Ὠκεανέ, πατέρα
τῶν χορῶν ἀθανάτων,
ἄκουσον τὴν φωνήν μου,
καὶ τῆς ψυχῆς μου τέλεσον
τὸν μέγαν πόθον. 100

κα´.
Ἔνδοξον θρόνον εἶχον
εἰς τὴν Ἑλλάδα· τύραννοι
πρὸ πολλοῦ τὸν κρατούσι,
σήμερον σὺ βοήθησον,
δός μου τὸν θρόνον. 105

κβ´.
Ὅταν τοὺς ἀνοήτους
φεύγω θνητούς, μὲ δέχονται
ἡ πατρικαί σου ἀγκάλαι·
ἡ ἐλπίς μου εἰς τὴν ἀγάπην σου
στηρίζεται ὅλη. 110

κγ´.
Εἶπε· κ᾿ εὐθὺς ἐπάνω
εἰς τὰς ροᾶς ἐχύθη
τοῦ Ὠκεανοῦ, φωτίζουσα
τὰ νῶτα ὑγρὰ καὶ θεία,
πρόφαντος λάμψις. 115

κδ´.
Ἀστράπτουσι τὰ κύματα
ὡς οἱ οὐρανοί, καὶ ἀνέφελος,
ξάστερος φέγγει ὁ ἥλιος
καὶ τὰ πολλὰ νησία
δείχνει τοῦ Αἰγαίου. 120

κε´.
Πρόσεχε τώρα· ὡς ἄνεμος
σφοδρὸς μέσα εἰς τὰ δάση,
ὁ ἀλαλαγμὸς σηκώνεται·
ἄκουε τῶν πλεόντων
τὸ ἔια μάλα. 125

κς´.
Σχισμένη ὑπὸ μυρίας
πρῴρας ἀφρίζει ἡ θάλασσα,
τὰ πτερωμένα ἀδράχτια
ἐλεύθερα ἐξαπλώνονται
εἰς τὸν ἀέρα. 130

κζ´.
Ἐπὶ τὴν λίμνην οὕτως
αὐγερινὰ πετάουσι
τὰ πλήθη τῶν μελίσσων
ὅταν γλυκὺ τοῦ ἔαρος
φυσάῃ τὸ πνεῦμα· 135

κη´.
Ἐπὶ τὴν ἄμμον οὕτω
περιπατοῦν οἱ λέοντες
ζητοῦντες τὰ κοπάδια,
τὴν θέρμην τῶν ὀνύχων
ἔαν αἰσθανθώσιν· 140

κθ´.
Οὕτως ἐὰν τὴν δύναμιν
ἀκούσουν τῶν πτερύγων
οἱ ἀετοί, τὸ κτύπημα
τῶν βροντῶν ὑπερήφανοι
καταφρονούσι. 145

λ´.
Πεφιλημένα θρέμματα
Ὠκεανοῦ, γενναία
καὶ τῆς Ἑλλάδος γνήσια
τέκνα, καὶ πρωτοστᾶται
Ἐλευθερίας· 150

λα´.
Χαίρετε σεῖς καυχήματα
τῶν θαυμασίων (Σπετζίας,
Ὕδρας, Ψαρῶν,) σκοπέλων,
ὅπου ποτὲ δὲν ἄραξε
φόβος κινδύνου. 155

λβ´.
Κατευοδοῖτε! - Ὁρμήσατε
τὰ συναγμένα πλοῖα
ὦ ἀνδρεῖοι· σκορπίσατε
τὸν στόλον, κατακαύσατε
στόλον βαρβάρων. 160

λγ´.
Τὰ δειλὰ τῶν ἐχθρῶν σας
πλήθη καταφρονήσατε·
τὴν κόμην πάντα ὁ θρίαμβος
στέφει τῶν ὑπὲρ πάτρης
κινδυνευόντων. 165

λδ´.
Ὦ ἐπουράνιος χεῖρα!
σὲ βλέπω κυβερνοῦσαν
τὰ τρομερὰ πηδάλια,
καὶ τῶν ἡρῴων ἡ πρώραι
ἰδοὺ πετάουν. 170

λε´.
Ἰδοὺ κροτοῦν, συντρίβουσι
τοὺς πύργους θαλασσίους
ἐχθρῶν ἀπείρων· σκάφη,
ναύτας, ἱστία, κατάρτια
ἡ φλόγα τρώγει· 175

λς´.
Καὶ καταπίνει ἡ θάλασσα
τὰ λείψανα· τὴν νίκην
ὕψωσ῾, ὦ λύρα· ἂν ἥρωες
δοξάζονται, τὸ θεῖον
φιλεῖ τοὺς ὕμνους. 180

λζ´.
Ὠθωμανὲ ὑπερήφανε
ποῦ εἶσαι; νέον στόλον
φέρε, ὦ μωρέ, καὶ σύναξε·
νέαν δάφνην οἱ Ἕλληνες
θέλουν ἁρπάξειν. 185


Η ΛΥΡΑ


Πηγή

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Nίκος Εγγονόπουλος: Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη (και του καθενός μας – άλλωστε)



                    ...δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
                          K. KABAΦH H πόλις

νταλγκαδιασμένος και βαρύς
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του

σ' αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ' αυτή θε ν' αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν κρουνηδόν

εδώ τον βασανίσαν
μόνος του
πίστεψε - φορές -
πως τη χαράν ευρήκε σπανίως

κάποτε θέλησε κι' αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι


ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ (1992)

Ανδρέας Κάλβος: Ελπίς Πατρίδος (απόσπασμα)



Ευλαβώς, τρέμων, ρίπτω
πρώτην βολάν τα δάκτυλα
επί την αργυρόχορδον
πάτριον κιθάραν.

Σήμανε συ ουράνιον
ξύλον, συ της ψυχής μου
την τόλμαν, συ παρώρμησον,
Μουσάων δώρον.

Τα λαμπρά, τα φωτίζοντα
πρόσωπα, των αστέρων
της Ελλάδος, αμαύρωνον
βάρβαρα νέφη.

Νυν δε την νύκτα σχίζει
ακτίς ελπίδος· χαίρονται
τα πάντα της πατρίδος
προσφιλή τέκνα.

[...]

Διονύσιος Σολωμός: Ο Κρητικός (απόσπασμα)



[...]

Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.

[...]

Νίκος Εγγονόπουλος: Ένα ταξίδι στο Ελμπασσάν





ΤΑ ΚΛΕΙΔΟΚΥΜΒΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (1939)


Πηγή