Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Δημήτρης Λάγιος: Να ονειρεύομαι




Στίχοι: Δημήτρης Λάγιος
Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Ερωτική πρόβα (1991)




Να ονειρεύομαι, απ’ το παράθυρο να ταξιδεύω,
να μπαίνω μέσα σου, να καταστρέφομαι και να πεθαίνω

Η σωτηρία μου είναι ο θάνατος και το κορμί σου
Να μπαίνω μέσα σου, να καταστρέφομαι και να πεθαίνω

Να ονειρεύομαι, απ’ το παράθυρο να ταξιδεύω
σ’ έναν πλατύ γιαλό, στην εγκατάλειψη λευκού χειμώνα

Ν’ αγγίζω το βυθό και να ξοδεύομαι, γιατί το θέλω,
σ’ ένα πλατύ γιαλό, στην εγκατάλειψη λευκού χειμώνα

Να ονειρεύομαι, απ’ το παράθυρο να ταξιδεύω

Η γύμνια λάμπει με του λευκού τη λάμψη,
μαγεύει το θάνατο με το λευκό
Απουσία κι όλα τίποτα, δαπάνη, γύμνια

Να ονειρεύομαι, απ’ το παράθυρο να ταξιδεύω,
με τον έρωτα γύρω και το θάνατο κάτω απ’ τα μάτια

Ξόδεμα συνέχεια
Δεν υπάρχουν μάσκες
Τ’ όνειρο είναι που μαγεύει

Ανοίγω
Ξημερώνει

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Βασίλης Πανδής: Αστρακερή


[Φωτογραφία εξωφύλλου: Bernadette Mergaerts]

Αστρακερή,
γυναίκα ερημόχαρη
που δεν εγγίζει ο χρόνος,

Αστρακερή,
όλο ευγένεια και πικροσύνη
στη θριαμβική ταπεινοσύνη,

Αστρακερή,
μες στα ρηχά σου τα νερά
αργοπεθαίνει
ο λαβωτής,
το καλοκαίρι


ΧΑΣΜΑ ΒΑΘΥ (2018)

Κωστής Παλαμάς: [Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου]




Εκεί που ακόμα ζουν οι Φαίακες του Ομήρου
και σμιγ’ η Ανατολή μ’ ένα φιλί τη Δύση,
κι ανθεί παντού με την ελιά το κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολή στο γαλανό του Απείρου,

εκεί η ψυχή μου ωρέχτηκε να γλυκοζήσει
στο μεγαλόπετρο όραμα της γης του Πύρρου,
εκεί που χύνονται σαν ομορφιές ονείρου
η μάννα της αυγής, της αρμονίας η βρύση.

Τ’ αθάνατου Τυφλού με νέα φωνή ελληνίδα
σοφά εκεί πέρ’ αντιλαλούν οι ραψωδίες,
εκεί αναπνέει από τα ρόδα ευωδίες

του Σολωμού η σκιά σε Ηλύσια, και τεχνίτης
εκεί της λύρας ξαναζεί και την πατρίδα
και τη δόξα ο Δημόδοκος υμνεί της Κρήτης.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Γιώτα Τεμπρίδου: Η μαμά φοβάται πολύ


Στην Άνω Πόλη, κοντά στην οδό Ανδοκίδου

*Αστικά διηγήματα με αφορμή τα συνθήματα σε τοίχους της πόλης: Νέοι συγγραφείς της Θεσσαλονίκης γράφουν στην Parallaxi ιστορίες βγαλμένες από εμπνεύσεις γραμμένες σε δρόμους και σοκάκια, από μια ατάκα της στιγμής που μπορεί να κουβαλά μέσα της αγάπη, πόνο, δάκρυα, ελπίδα, διαψεύσεις ή και τίποτα από όσα προαναφέρθηκαν.

Η Γιώτα Τεμπρίδου γράφει με αφορμή το εικονιζόμενο σύνθημα:


O μπαμπάς ενοχλήθηκε απ’ το σύνθημα, γιατί περιείχε άσχημες λέξεις. Ο μεγάλος χαζογέλασε· του άρεσε κάπως, αλλά δεν του έριξε δεύτερη ματιά. Η μικρή κόλλησε τη μύτη στο παράθυρο και το κοιτούσε λεπτά ολόκληρα, σαν να της ασκούσαν μια γοητεία οι μαζεμένες άγνωστες λέξεις. Η μαμά τις καταλάβαινε μια χαρά, της φαίνονταν όμως αταίριαστες, άσχετες, ήταν σίγουρη πως δεν είχαν καμιά θέση στη ζωή τους.
Ο μπαμπάς, που έμοιαζε για λίγο βυθισμένος στις σκέψεις του, ξαφνικά φώναξε «μάθατε τώρα όλες με την πατριαρχία». Πήγε στο δωμάτιο της μικρής και τα έκανε όλα άνω κάτω, μέχρι που βρήκε σ’ ένα τετράδιο «την ίδια αηδία». Έγινε τότε αρκούδα και, αντί για λόγια, απ’ το στόμα του βγαίναν σάλια και άναρθρες κραυγές. Μάλλον τον ενοχλούσε η περίπτωση να είχε βρει η μικρή κάτι απ’ τον εαυτό της στις άσχημες λέξεις. Πρέπει όμως να τον εξόργιζε και η πιθανότητα να ήταν αυτή που τις έγραψε με κεφαλαία στον απέναντι τοίχο. Ο μεγάλος ήξερε πως δεν μπορεί να τα βάλει με αρκούδα.
Κάθισε στο πάτωμα και σκεφτόταν αν λεσ-βία υπάρχει καμιά περίπτωση να σημαίνει λιγότερη βία. «Μεγάλος» σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι παρά ο ηλικιακά μεγαλύτερος απ’ τη μικρή. Η απούσα μαμά και παρούσα να ήταν θα έκανε τη στενοχωρημένη, γιατί δεν την αντέχει τη βία, και μετά, για τον ίδιο λόγο, θα παρίστανε την ειρηνευτική δύναμη, αποδίδοντας στον Καίσαρα τα πάντα, εκτός φυσικά απ’ την ευθύνη. Η μικρή δεν αναγνώριζε Καίσαρες, δεν πίστευε σε αρκούδες, δεν είχε ιδέα ποιος πήγε κι έγραψε το σύνθημα στον τοίχο, δεν ήξερε καν τι πήγαινε να πει. Ήθελε όμως όλο και περισσότερο να μάθει. «Μικρή» σ’ αυτή την περίπτωση σημαίνει απλώς μικρότερη σε ηλικία απ’ τον μεγάλο.
Η μαμά αργότερα είπε: «Φοβάμαι πως η μικρή θα γίνει λεσβία» και δάκρυσε εύκολα, σαν ηθοποιός. Ο μεγάλος, που δεν καταλάβαινε τη χρήση κανενός από τα δύο ρήματα, αναρωτήθηκε πού είναι το πρόβλημα. Ο μπαμπάς, που είχε ξαναπάρει στο μεταξύ όψη ανθρώπου, ένιωσε αηδία και μέσα σε δευτερόλεπτα ρώτησε «δηλαδή τι;» και μετά «πότε;». Έτσι έγινε και επέτρεψαν σ’ έναν τοίχο που ζούσε έξω απ’ το σπίτι τους να μπει ξαφνικά στη ζωή τους. Ο μπαμπάς πετάχτηκε πάνω, έτρεξε έξω και του ρίχτηκε με ορμή, λες και πίστευε πως αποτελούσε πέρασμα για πιο χρηστά μέρη ή σαν να του ζητούσε τα ρέστα για την ξαφνική κακοδαιμονία. Η μαμά κοίταζε και δεν έβλεπε, κρυμμένη πίσω απ’ την κουρτίνα της κουζίνας. Η μαμά φοβάται πολύ, είπε σιγανά απ’ το δωμάτιό του ο γιος. Εγώ όχι, είπε δυνατά από μακριά η κόρη.


*Η Γιώτα Τεμπρίδου γεννήθηκε στην Ορεστιάδα το 1984. Σπούδασε φιλοσοφία στο Α.Π.Θ., όπου εκπόνησε και τη διδακτορική διατριβή της με θέμα τη σχέση του Οδυσσέα Ελύτη με τη φιλοσοφία. Τελευταίως γράφει μικρο-διηγήματα. Από τις εκδόσεις Ένεκεν κυκλοφορεί το βιβλίο της Η ωδή που δεν έγραψα και άλλες ιστορίες (2017). Ζει στη Θεσσαλονίκη.


Πρώτη δημοσίευση: parallaximag.gr

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Γιάννης Ρίτσος: Κουβέντα μ' ένα λουλούδι




Κυκλαδινό κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσχο και σαλεύεις

Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα στάλα
Μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα


***




Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας
Δίσκος: Τα 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974)


Dorianne Laux: Blossom




What is a wound but a flower
dying on its descent to the earth,
bag of scent filled with war, forest,
torches, some trouble that befell
now over and done. A wound is a fire
sinking into itself. The tinder serves
only so long, the log holds on
and still it gives up, collapses
into its bed of ashes and sand. I burned
my hand cooking over a low flame,
that flame now alive under my skin,
the smell not unpleasant, the wound
beautiful as a full-blown peony.
Say goodbye to disaster. Shake hands
with the unknown, what becomes
of us once we’ve been torn apart
and returned to our future, naked
and small, sewn back together
scar by scar.

Audre Lorde: A Woman Speaks




Moon marked and touched by sun 
my magic is unwritten
but when the sea turns back
it will leave my shape behind. 
I seek no favor
untouched by blood
unrelenting as the curse of love 
permanent as my errors
or my pride
I do not mix
love with pity
nor hate with scorn
and if you would know me
look into the entrails of Uranus 
where the restless oceans pound.

I do not dwell
within my birth nor my divinities 
who am ageless and half-grown 
and still seeking
my sisters
witches in Dahomey
wear me inside their coiled cloths 
as our mother did
mourning.

I have been woman
for a long time
beware my smile
I am treacherous with old magic 
and the noon's new fury
with all your wide futures 
promised
I am
woman
and not white.

Allan Peterson: Moon Missing



I was so worried the hickory I recognized
had died from salt burn in the last hurricane
I may have passed by vervain and apple haw
like they didn’t matter, but this spring
it put out seven shoots from its base.
Still, the oldest trick is the moon missing,
then the “new” moon appears,
though we know it’s the old one, and we pretend
to be taken in like the mother or baby
behind the bath towel.
Really it’s the moon winking,
being the stone that holds stones and now footprints.
And when I tell Frances, I see she is a moon
motionless in the doorway, skin reflecting
a lamp, a face that awakens on paper.

Emily Berry: Freud’s Beautiful Things



I have some sad news for you
I am but a symbol, a shadow cast on paper
If only you knew how things look within me at the moment
Trees covered in white blossom
The remains of my physical self
Do you really find my appearance so attractive?
Darling, I have been telling an awful lot of lies lately
If only I knew what you are doing now?
Standing in the garden and gazing out into the deserted street?
Not a mermaid, but a lovely human being
The whole thing reminds me of the man trying to rescue a birdcage from the burning house
(I feel compelled to express myself poetically)
I am not normally a hunter of relics, but ...
It was this childhood scene ...
(My mother ... )
All the while I kept thinking: her face has such a wild look
... as though she had never existed
The fact is I have not yet seen her in daylight
Distance must remain distance
A few proud buildings; your lovely photograph
I find this loss very hard to bear
The bells are ringing, I don’t quite know why
What makes all autobiographies worthless is, after all, their mendacity
Yesterday and today have been bad days
This oceanic feeling, continuous inner monologues
I said, “All the beautiful things I still have to say will have to remain unsaid,” and the writing table flooded

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Rudyard Kipling translates Dionysios Solomos: Hymn to Liberty























Hymn to Liberty


We knew thee of old,
     Oh, divinely restored,
By the light of thine eyes
     And the light of thy Sword.

From the graves of our slain
     Shall thy valour prevail
As we greet thee again —
     Hail, Liberty! Hail!

Long time didst thou dwell
     Mid the peoples that mourn,
Awaiting some voice
     That should bid thee return.

Ah, slow broke that day
     And no man dared call,
For the shadow of tyranny
     Lay over all:

And we saw thee sad-eyed,
     The tears on thy cheeks
While thy raiment was dyed
     In the blood of the Greeks.

Yet, behold now thy sons
     With impetuous breath
Go forth to the fight
     Seeking Freedom or Death.

From the graves of our slain
     Shall thy valour prevail
As we greet thee again —
     Hail, Liberty! Hail!


Translation by Rudyard Kipling (1918)

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

William Blake: The Sick Rose




O Rose thou art sick.
The invisible worm,
That flies in the night
In the howling storm:

Has found out thy bed
Of crimson joy:
And his dark secret love
Does thy life destroy.

Edgar Allan Poe: A Tale of the Ragged Mountains




During the fall of the year 1827, while residing near Charlottesville, Virginia, I casually made the acquaintance of Mr. Augustus Bedloe. This young gentleman was remarkable in every respect, and excited in me a profound interest and curiosity. I found it impossible to comprehend him either in his moral or his physical relations. Of his family I could obtain no satisfactory account. Whence he came, I never ascertained. Even about his age—although I call him a young gentleman—there was something which perplexed me in no little degree. He certainly seemed young—and he made a point of speaking about his youth—yet there were moments when I should have had little trouble in imagining him a hundred years of age. But in no regard was he more peculiar than in his personal appearance. He was singularly tall and thin. He stooped much. His limbs were exceedingly long and emaciated. His forehead was broad and low. His complexion was absolutely bloodless. His mouth was large and flexible, and his teeth were more widely uneven, although sound, than I had ever before seen teeth in a human head. The expression of his smile, however, was by no means unpleasing, as might be supposed; but it had no variation whatever. It was one of profound melancholy—of a phaseless and unceasing gloom. His eyes were abnormally large, and round like those of a cat. The pupils, too, upon any accession or dimunition of light, underwent contraction or dilation, just such as is observed in the feline tribe. In moments of excitement the orbs grew bright to a degree almost inconceivable; seeming to emit luminous rays, not of a reflected, but of an intrinsic lustre, as does a candle or the sun; yet their ordinary condition was so totally vapid, filmy, and dull, as to convey the idea of the eyes of a long-interred corpse.

These peculiarities of person appeared to cause him much annoyance, and he was continually alluding to them in a sort of half explanatory, half apologetic strain, which, when I first heard it, impressed me very painfully. I soon, however, grew accustomed to it, and my uneasiness wore off. It seemed to be his design rather to insinuate, than directly to assert that, physically, he had not always been what he was—that a long series of neuralgic attacks had reduced him from a condition of more than usual personal beauty, to that which I saw. For many years past he had been attended by a physician, named Templeton—an old gentleman, perhaps seventy years of age—whom he had first encountered at Saratoga, and from whose attention, while there, he either received, or fancied that he received, great benefit. The result was that Bedloe, who was wealthy, had made an arrangement with Doctor Templeton, by which the latter, in consideration of a liberal annual allowance, had consented to devote his time and medical experience exclusively to the care of the invalid.

Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

Walter Benjamin: Ο καταστροφικός χαρακτήρας




Θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιον, κοιτάζοντας την πορεία της ζωής του, να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι όλες οι βαθύτερες δεσμεύσεις που τον κατέβαλλαν προέρχονταν από ανθρώπους που ο «καταστροφικός χαρακτήρας» τους ήταν αναγνωρίσιμος από όλους. Κάποια μέρα, πιθανόν κατά τύχη, το γεγονός αυτό θα γινόταν εξόφθαλμο – και όσο μεγαλύτερο το σοκ που τον συντάραζε τόσο μεγαλύτερες και οι πιθανότητες να εκθέσει το τι εστί καταστροφικός χαρακτήρας.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας ξέρει μόνο ένα σύνθημα: άνοιγμα χώρου· μόνο μια δραστηριότητα: τη φυγή. Η ανάγκη του για καθαρό αέρα και ελεύθερο χώρο είναι πιο ισχυρή από κάθε μίσος.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας είναι νέος και εύθυμος. Διότι η καταστροφή ανανεώνει, καθώς διώχνει από πάνω μας τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος· και χαροποιεί, καθώς η φυγή τού καταστροφέα σημαίνει την πλήρη ελαχιστοποίηση, αν όχι την εκμηδένιση της ίδιας του της κατάστασης. Σε τέτοιες απολλώνιες εικόνες καταστροφής οδηγεί προπάντων η συνειδητοποίηση της φοβερής απλότητας που αποκτά ο κόσμος όταν αποδεικνύει πως αξίζει να καταστραφεί. Αυτή είναι η μακριά δέσμη που αγκαλιάζει αρμονικά κάθε υπάρχον. Είναι ένα βλέμμα που χαρίζει στον καταστροφικό χαρακτήρα σκηνές βαθύτατης αρμονίας.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας είναι πάντοτε φρέσκος στην εργασία. Η φύση είναι εκείνη που δίνει το ρυθμό, έστω και έμμεσα: γιατί πρέπει να την προφταίνει. Ειδάλλως θα αναλάβει η ίδια το έργο της καταστροφής.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας δεν έχει κάποιο πρότυπο. Οι ανάγκες του είναι λίγες, αλλά λιγότερο από όλα έχει ανάγκη να ξέρει τι θα αντικαταστήσει ό,τι καταστράφηκε. Αρκεί, έστω και για μια στιγμή, ο κενός χώρος, ο τόπος όπου βρισκόταν το πράγμα ή ζούσε το θύμα. Θα βρει κάποιον που θα του χρησιμεύσει, αλλά χωρίς να τον καταλάβει.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Guy Debord: La Société du spectacle






Κώστας Τριπολίτης: Μοναξιά... χιλιάδες φύλλα





Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Νταλάρας 
Δίσκος: Συγγνώμη για την άμυνα (1992)




Τον περισσότερο καιρό σωπαίνεις,
στο τζάμι το θαμπό της οικουμένης
Κοιτάς αυτά που δεν καταλαβαίνεις
κι ούτε που ξέρεις τι και πώς

Βλέπεις θεάματα, πληρώνεις φόρους,
επιθυμώντας μ’ όλους τους πόρους,
να ζεις μονάχα με δικούς σου όρους
και να ’σαι ο ίδιος σου πομπός

Άκου, κοινό!
Λάθος προφίλ! Του ανθρώπου ο νους
δεν αντέχει κόσμους αληθινούς
Κόλαση υπάρχει μονάχα για τους ζωντανούς

Τα μανιφέστα του καιρού σου μίλα,
κίτρινα λόγια με σινιέ ξεφτίλα
Πουλάει η μοναξιά χιλιάδες φύλλα,
όταν ποζάρει στο φακό

Γλυκιά, ακίνητη, θολή νιρβάνα
Δεν έχεις έρωτες, μα έχεις πλάνα
Έχεις οθόνη, μα δεν έχεις μάνα
ούτε ένα χέρι φιλικό

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Witter Bynner: Undressing You




Fiercely I remove from you
All the little vestiges—
Garments that confine you,
Things that touch the flesh,
The wool and the silk
And the linen that entwine you,
Tear them all away from you,
Bare you from the mesh.
And now I have you as you are,
Nothing to encumber you—
But now I see, caressing you,
Colder hands than mine.
They take away your flesh and bone,
And, utterly undressing you,
They tear you from your beauty
And they leave no sign.

Witter Bynner: At the Touch of You



 
At the touch of you,
As if you were an archer with your swift hand at the bow,
The arrows of delight shot through my body.

You were spring,
And I the edge of a cliff,
And a shining waterfall rushed over me.

George Santayana: There may be chaos still around the world




 There may be chaos still around the world,
This little world that in my thinking lies;
For mine own bosom is the paradise
Where all my life’s fair visions are unfurled.
Within my nature’s shell I slumber curled,
Unmindful of the changing outer skies,
Where now, perchance, some new-born Eros flies,
Or some old Cronos from his throne is hurled.
I heed them not; or if the subtle night
Haunt me with deities I never saw,
I soon mine eyelid’s drowsy curtain draw
To hide their myriad faces from my sight.
They threat in vain; the whirlwind cannot awe
A happy snow-flake dancing in the flaw.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Νίκος Καρούζος






Νίκος Καρούζος: Διάλογος πρώτος




― Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

― Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2018

Διονύσης Καρατζάς: [Αιώνες τώρα]




ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ζητάω του Θεού να μου δώσει δικαίωμα φωτός, να μπορώ δηλαδή άφοβα να πηγαινοέρχομαι στις ηλικίες των ανθέων. Έχει λόγους να με κρατάει σε αβεβαιότητα, λέει. Και επιμένει ότι χρειάζομαι ακόμη να λογαριάζω τις ομορφιές με ενοχές, για να ελευθερωθώ κάποτε από την ιδέα της αθανασίας και να πιστέψω στη δύναμη της προσωρινότητάς μου.
Γυρίζω λοιπόν τον κόσμο κι όπου βρω δάκρυ, εκεί ραγίζω για να περάσει μέσα μου η ευωδία του πάθους. Έχω ήδη πειστεί για την αξία του ελάχιστου. Άλλωστε, το ελάχιστο - σπόρος, σπέρμα, σταγόνα, λέξη - παράγει το μέγιστο, ζωή και θάνατο.


Πηγή

Γιώργης Γιατρομανωλάκης: Γεράνια στον «Μικρό Παράδεισο»




Με τη Μαρία χωρίσαμε παραμονή Πρωτομαγιάς του 2011. Ο χωρισμός έγινε σε ένα μικρό φυτώριο. Λεγόταν «Μικρός Παράδεισος». Σε παράδρομο του Χαλανδρίου Αττικής.

Με τη Μαρία με συνέδεαν τότε πολλά. Πολιτικά κλίναμε την εποχή εκείνη προς την Αριστερά. Ημασταν και οι δυο συνειδητοί και ευαίσθητοι οικολόγοι, φιλανθείς, φυσιολάτρες και φιλαναγνώστες. Η Μαρία είχε μεγάλο έρωτα με τον Παπαδιαμάντη. Γνώριζε απ' έξω πολλά και μεγάλα αποσπάσματα από τα έργα του και δεν έχανε ευκαιρία να μου τα απαγγέλλει. Με την ωραία, οφείλω να το δηλώσω, και καθαρή φωνή της. Περισσότερο όμως την έθελγαν όσα κείμενα του μεγάλου συγγραφέα είχαν θέμα κορίτσια και λουλούδια. Τα είχε αποστηθίσει και μου τα απάγγελνε συχνά. Από αυτές τις απαγγελίες γνώρισα τα κορίτσια, τα λουλούδια και τα φυτά του Σκιαθίτη.

Εμένα την εποχή εκείνη τα αγαπημένα μου λουλούδια ήταν τα γεράνια. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ετσι κι αλλιώς ούτε μπορώ ούτε και θέλω να εξηγώ τις προτιμήσεις μου. Οπως όλοι, πιστεύω, έχω και εγώ τις δικές μου, τις προσωπικές και ανεξήγητες προτιμήσεις. Με τα γεράνια, λοιπόν, είχα τότε περίεργες και έμμονες ιδέες. Είχα μάθει για την αφρικανική καταγωγή τους. Για την προσαρμογή τους στην ελληνική φύση. Ποια ήταν άγρια, ποια ήμερα. Γνώριζα τα χρώματα, τις ποικιλίες, τις συνήθειές τους.

Τα ονόματά τους. Πότε πρέπει να ποτίζονται, πότε όχι. Πώς να πολλαπλασιάζονται. Ηξερα τα σπάνια γεράνια, ακόμη και εκείνα τα διπλά που δύσκολα τα βρίσκει κανείς και ακόμη δυσκολότερα αναπαράγονται και διατηρούνται. Με την ευκαιρία, λοιπόν, της Πρωτομαγιάς του 2011, περιδιαβαίναμε σε διάφορα συνοικιακά φυτώρια μήπως και ξαναβρώ ένα διπλό γεράνι που αγαπούσα πολύ. Το είχα μεγαλώσει δύσκολα και ξαφνικά, για λόγους ανεξήγητους, μου ξεράθηκε. Μου χάθηκε. Είχε το χρώμα του σκοτωμένου αίματος.

«Κοίτα» μου είπε ολωσδιόλου ξαφνικά η Μαρία εκεί που ερευνούσα γλάστρες και παρτέρια στο μικρό φυτώριο. «Τα περισσότερα κορίτσια του Παπαδιαμάντη είναι δεμένα με τη φύση. Το 'ξερες; Φύση και κορίτσια πάνε μαζί σε αυτόν τον συγγραφέα. Συχνά, μάλιστα, οι περιγραφές των κοριτσιών του είναι σαν περιγραφές λουλουδιών. Θυμάσαι τη Ματή; Αχ, αυτή η Ματή σε εκείνο το ειδύλλιο της Πρωτομαγιάς, "Θέρος - Ερος", τη θυμάσαι; Αυτή πια…». Είπα πως τη θυμάμαι. Αλλά πολύ αμυδρά. «Αμυδρά;» ρώτησε σχεδόν επιτιμητικά. «Αμυδρά; Δεν θυμάσαι τη Ματή; Να σου τη θυμίσω, λοιπόν. Να τη μάθεις και να μην την ξεχνάς».

Στάθηκε πάνω από ένα παρτέρι με μικρούς βασιλικούς φυτεμένους σε νάιλον σακουλάκια και άρχισε να μου απαγγέλλει, ωσάν να είχε μπροστά της το ίδιο το κείμενο: «Μόλις εξήλθον της πολίχνης, και η κόρη έβγαλε την πόλκαν της, ειπούσα ότι αισθάνεται ζέστην, κι έμεινεν μόνον με το μεσοφούστανον, με το ολοβρόχινον υποκάμισον και με την λευκήν βαμβακερήν φανέλαν. Τότε ανεδείχθη εξαισιώτερον το ραδινόν της μέσης, η χάρις του αναστήματος και το γλαφυρόν των κόλπων της.

Υπό την λεπτήν φανέλαν, όπου εφαίνοντο ανατέλλουσαι αι σάρκες της, θα έλεγέ τις ότι είχε αποταμιευμένα νεοδρεπή, δροσερά ωχρόλευκα κρίνα, με βλεφιζούσας αποχρώσεις λευκού ρόδου…».
Είχε αναψοκοκκινίσει από την ένταση. Την είδα να είναι ωραιότερη παρά ποτέ. Ενιωσα το άρωμά της να σμίγει με τις μυρωδιές των τριαντάφυλλων που είχαν ανοίξει ξαφνικά μέσα στη ζέστη του φυτωρίου. Η Μαρία είχε γίνει μια άλλη Μαρία. Ηταν η Ματή, η Ματούλα όρθια μπροστά μου με τη λεπτή φανελίτσα και τις ανατέλλουσες σάρκες της στο φως του μεσημεριού. Το συνοικιακό φυτώριο ένας κήπος εδεμικός.

Γεμάτος λουλούδια ηδυπαθή και ευώδη. Ομως τα αγαπημένα μου γεράνια πουθενά. «Δεν υπάρχουν γεράνια στον Παπαδιαμάντη» μου είπε η Μαρία ωσάν να κατάλαβε τι έψαχνα. «Δεν είναι που δεν τα ξέρει τα γεράνια. Και τότε υπήρχαν. Οχι μόνο στις αυλές της Αθήνας αλλά και στη Σκιάθο, υποθέτω. Δεν τα περιλαμβάνει στα άνθη του επειδή ίσως δεν του άρεσαν. Ποιος ξέρει; Ισως δεν του ταίριαζαν. Και ένα γεράνιο νήμα που αναφέρει στο αγαπημένο μου "Θέρος - Ερος" δεν είναι λουλούδι. Ετσι λέγεται το νήμα που είναι βαμένο σε χρώμα βαθύ γαλάζιο...».

Μιλούσε με πάθος. Με πάθος θερμό. Φωτεινό, θα το έλεγα. Την είχε συνεπάρει η ίδια η απαγγελία της. Και ξαφνικά, εκεί που μιλούσε με τόσο πάθος, κατάλαβε πως εγώ δεν την άκουγα προσεκτικά. Δεν την πρόσεχα όπως θα έπρεπε να την προσέχω. Είχα βρει ανάμεσα σε δυο μεγάλες πλαστικές γλάστρες μια πήλινη γλαστρούλα με ένα γεράνι. Ωσάν αυτό που μου είχε ξεραθεί. Διπλό. Στο χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Σχεδόν ξεραμένο, με λίγα κιτρινισμένα φύλλα.

Τη Μαρία την ξαναείδα τυχαία στην πλατεία Συντάγματος τέλος Μαΐου της ίδιας χρονιάς. 2011. Σε μια από τις συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων». Περιφερόμουν μόνος στην κάτω πλατεία και αποφάσισα να ανέβω στην επάνω. Να δω τον πολύ τον κόσμο από κοντά. Να ακούσω καλύτερα. Ανέβηκα. Παντού ανέμιζαν πανό. Ακούγονταν δυνατά μουσικές και συνθήματα. Φωνές και τραγούδια. Φορούσε ένα φουστάνι στο χρώμα του σκοτωμένου αίματος. Την κρατούσε από το χέρι κάποιος που έβλεπα πρώτη φορά. Του μιλούσε με πάθος, ωσάν να απάγγελνε αγαπημένα της κείμενα. Σαν να του έλεγε κάτι πολύ σημαντικό. Εκείνος άκουγε σιωπηλός.

Δεν μπόρεσα να ακούσω τι έλεγε η Μαρία σ' εκείνον. Μόνο που την έβλεπα να χάνεται ανάμεσα στο πλήθος και να μιλά με το ίδιο πάθος, με την ίδια ένταση όπως κάποτε μιλούσε και σε μένα. Δίπλα της εκείνος αμίλητος. Να της κρατά το χέρι. Την άκουγε αμίλητος και κινούσε συνεχώς το κεφάλι του. Γνέφοντας καταφατικά.


Πηγή

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Διονύσιος Σολωμός: Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση ευρισκόμενον εις την Αγγλία





Του πατέρα σου, όταν έλθης,
δε θα ιδής παρά τον τάφο·
είμαι ομπρός του και σου γράφω
μέρα πρώτη του Μαγιού.

Θα σκορπίσουμε το Μάη
πάνου στ’ άκακα τα στήθη,
γιατί απόψε αποκοιμήθη
εις τον ύπνο του Χριστού.

Ήταν ήσυχος κι ακίνητος
ώς την ύστερη την ώρα,
καθώς φαίνεται και τώρα
που τον άφησε η ψυχή.

Μόνον, μία στιγμή πριν φύγη
τ’ ουρανού κατά τα μέρη,
αργοκίνησε το χέρι,
ίσως για να σ’ ευχηθή.

Νίκος Γκάτσος: Νυν και αεί




Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Νυν και αεί (1974)




Πρωτομαγιά,
με το σουγιά
χαράξαν το φεγγίτη
και μια βραδιά
σαν τα θεριά
σε πήραν απ’ το σπίτι

Κι ένα πρωί, σε μια γωνιά στην Κοκκινιά,
είδα το μπόγια να περνά και το φονιά
Γύρευα χρόνια μες στον κόσμο να τον βρω,
μα περπατούσε με το χάρο στο πλευρό

Νυν και αεί
μες στη ζωή
σε είχα αραξοβόλι,
μα μιαν αυγή
στη μαύρη γη
σε σώριασε το βόλι

Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Θέρος - Έρος




EIΔYΛΛION THΣ ΠPΩTOMAΓIAΣ

Περί την χαραυγήν, η γραία Φωτεινή εξύπνισε τα παιδία, και αφού τα ένιψε και τα εκτένισε επιμελώς τους έδωσε παξιμαδάκια να μασήσουν, "για να μην τα μπουκώσ' ο γάδαρος". Eίτα έλαβε το κομψόν, εύπλεκτον καλάθιόν της, έθεσε εντός την ρόκαν, την μανδήλαν της και ολίγα τρόφιμα δια πρωινόν πρόγευμα, και εξήλθε μετά της συνοδίας της.
      Δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην η γραία Φωτεινή εξύπνα τόσον πρωί. H μόνη διαφορά ήτο ότι σήμερον, ένεκα του εξαιρετικού της ημέρας, ωδήγει μαζί της τα μικρά παιδία, και όχι μόνον αυτά. Aλλ' η καλή γραία ήτο πάντοτε αγροδίαιτος, και αν διενυκτέρευε συνήθως εις την πόλιν, ποτέ, ούτε μίαν ημέραν δεν έλειπεν από την εξοχήν. Eίχε την αμνάδα της, την οποίαν έτρεφε φιλοστόργως και αι αγαθαί γειτόνισσαι διηγούντο ότι εκοιμάτο μετ' αυτής αγκαλιαστά, δια να ζεσταίνεται. Aλλά και αν δεν εκοιμάτο με την αμνάδα, εκοιμάτο όμως εις το αυτό υπόστεγον, όπου και η αμνάς, μικρόν υπόστεγον μη διαφέρον ορνιθώνος εις τον μυχόν της αυλής. Kαι την ημέραν η μεν αμνάς είχε τα αρνία της, η δε Φωτεινή τα παιδία της, τα τέκνα της κυρίας της και της αδελφής αυτής, ημίσειαν δωδεκάδα μικρών διαβόλων, οίτινες εκρεμώντο από τα φουστάνια της, προσεκολλώντο εις τα σπηλαιώδη στέρνα της και επήδων εις τους κυρτούς ώμους της. Tην δε νύκτα η μεν αμνάς είχε τα μηρυκάσματά της, δι' ων εκράτει έξυπνον την σύνοικον, η δε γραία είχε τα όνειρά της, άλλα μηρυκάσματα της φαντασίας και αυτά, υφ' ων εστέναζεν ενίοτε εν τω μέσω της νυκτός, εξυπνούσα την προβατίναν, ήτις δια μικρού βελασμού απήντα συμπαθώς εις τους στεναγμούς της.
      Σήμερον όμως, επειδή ήτο ελληνική εορτή, η εορτή της Aνθούς, η πομπή συνωδεύετο και από την μεγάλην κόρην της κυρίας της, την περικαλλή Mατήν. Tούτου ένεκα, η γραία ανέλαβεν ενώπιον ταύτης την ημιαληθή εκείνην σοβαρότητα, την οποίαν όλαι αι γραίαι υπηρέτριαι οπλίζονται ενώπιον των νεαρών θυγατέρων των δεσποινών των. Δεν επέτρεπε πλέον εις τα παιδία να πιάνωνται από τα φουστάνια της να τα τραβούν, αδιακόπως τα εμάλωνε, κ' εκείνα έτρεχαν άλλα εμπρός, άλλα εις τα πλάγια, χωρίς να δίδωσι προσοχήν εις τας φωνάς της.
      H Mατή εβάδιζε δεξιόθεν παρά το πλευρόν της γραίας, υψηλή, ευσταλής, καλλίζωνος. Eίχε ξενικά διευθετημένην την κόμην της, έμενε πάντοτε ασκεπής οίκοι. Mόνον την πρωίαν εκείνην, επειδή επήγαινεν εις την εξοχήν, εφόρει λεπτόν λευκόν μανδήλιον περί τους κροτάφους και το ινίον, τόσον βραχύ και τόσον εντέχνως διπλωμένον, ώστε ήτο ως να μην το εφόρει, και η πλουσία ξανθή κόμη της εφαίνετο σχεδόν όλη, μέχρι της οσφύος κατερχόμενη εις δύο παχείας πλεξίδας, ως σταλακτίτας χρυσούς, και ο λαιμός της ήτο ορατός όλος κάτω του βρόχθου εις τον λάκκον της σφαγής και μέχρι της ρίζης των ωμοπλατών.
      Eφόρει μικράν πόλκαν κανελόχρουν και λευκόν μεσοφούστανον πολύ κοντόν δια το ανάστημά της. Aλλά φαίνεται ότι η μήτηρ υπελόγισε πολύ κακώς δια την μέλλουσαν ανάπτυξιν της κόρης, και όσον εκείνη της έκαμνε κοντά φορέματα, τόσον η νέα ηύξανε και επέτα ανάστημα αποτόμως. Ήτο ήδη δεκαεπταέτις, κ' εφαίνετο να είναι είκοσι ετών, εν υπερακμή ρώμης και καλλονής, ομοία με την Πρωτομαγιάν, το κορύφωμα τούτο της ανοίξεως, την ετοίμην να παραδώση τα σκήπτρα εις το αδυσώπητον και δρεπανοφόρον θέρος - έρος.