Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2020

Γιώργος Χρονάς: Ημερολόγιο Ντίνου Χριστιανόπουλου

 


Ιούλιος 1973:  Συναντώ τον ποιητή στο ιστορικό του γραφείο της «Διαγωνίου».  Είναι μαζί του ο Ξενοφών Κοκκόλης.  Η ελευθερία των ποιημάτων του, νομίζω, πως μου επιτρέπει να μιλώ όπως του μιλώ.  Με διακόπτει αυστηρά.

Χειμώνας 1973:  Γίνομαι συνδρομητής στο περιοδικό.  Και αγοράζω μια σειρά από βιβλία των εκδόσεων.  Είναι πολύ νωρίς για να καταλάβω το μυστικό του.  Μωρό μου - προσφιλής του φράση - έχω πολλή δουλειά.  Κάποτε τα λέμε.  Πηγαίνετε…

Και πράγματι έχει.  Περιοδικό, εκδόσεις, γκαλερί, τα γραπτά του, οι μελέτες του, επιμελητής εκδόσεων - από αυτό βιοπορίζεται και κάνει αυτασφάλιση στο ΙΚΑ… 550 σύνταξη.

Ο καιρός περνάει, τον συναντώ σε ιστορικά εστιατόρια της πόλης - που δεν υπάρχουν πια - και ανταλλάσσουμε χαιρετισμούς από διαφορετικά τραπέζια.

Νομίζω, όταν κατέβηκε στην Έκθεση Βιβλίου, τον Μάιο τότε, τον Ιούνιο μετά, στην παραλία του Λευκού Πύργου, γινόμαστε φίλοι εν όπλοις.  Ο καθένας με τα βιβλία του, τα περιοδικά του.  Όμως, όταν τελειώνει το βράδυ η έκθεση, συναντιόμαστε σε κάποιο μαγειρειό ανοικτό.  Το πιάτο του λιτό.  Η σαλάτα του επίσης.  Σε ένα τέτοιο μαγειρειό κλάψαμε τη Μαλβίνα Κάραλη.

Μου λέει τρώω ψωμί τριών ή τεσσάρων ημερών.  Ποτέ φρέσκο.  Γιατί, όπως είναι ωραίο, μπορώ να το φάω όλο.  Τον ρωτώ για το βάρος του.  Είναι σταθερό, πολλά χρόνια, λέει. 

Η φιγούρα του ήταν έξω από τον ειδικό κινηματογράφο. Ποτέ μέσα.  Παρατηρεί τους πελάτες του σινεμά.  Ντυμένος αυστηρά πάντα. Νομίζω, αν δεν με απατά η μνήμη, φέρει το όνομα - Ίλιον.

Τρώμε για χρόνια, όποτε ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη, στο «Χρυσό Παγώνι».  Κύριο πιάτο και σαλάτα.  Στο κρασί λέει όχι.  Ίσα που το βάζει στα χείλη του.  Μιλάει αραιά και πού.  Έως να τελειώσει το πιάτο του.  Μετά εξηγεί όλα τα ιστορικά που υπάρχουν στην περιοχή.  Άκου να κατέβει από το Άγιον Όρος και να έρθει να τον σφάξουν οι Τούρκοι και ν’ αγιάσει… Δεν με αφήνει να πληρώσω.  Έρχεται το κέρασμα του εστιατορίου.  Κάποιο γλυκό.  Η ζάχαρη χωνεύει, αλλά και παχαίνει.

Όποτε τον συναντώ του φιλώ το χέρι.  Το παίρνει βιαστικά.  Σύνελθε, μου ψέλλει. 

Τον συνοδεύω μέχρι τη στάση του λεωφορείου στην οδό Αγγελάκη.  Αρνείται να πάρουμε ταξί.  Μένει στην Άνω Πόλη.  Κοντά στη στάση που κατεβαίνει.  Μόνο λίγη ανηφόρα.  Στο σπίτι του περιμένουν οι γάτες κι ο Καβάφης, ο Τσιτσάνης.  Φωτογραφίες τους στον τοίχο.

Όπως φεύγουμε από το εστιατόριο, οι καφετέριες γεμάτες κόσμο.  Στην προοπτική που βαδίζουμε βλέπουμε κλειστό το διάδρομο από γόνατα.  Τον ακούω να λέει:  Η νεολέρα θα μας αφήσει να περάσουμε;  Μας αφήνει.  Μας επιτρέπει.  Έχει τη νεότητα που περιέγραψε.

Πίσω στο νοσοκομείο  Από το «Παπαγεωργίου» φεύγει για τον «Άγιο Λουκά».  Φορά πυζάμες με καμηλό αφή.  Θα κάνει εγχείρηση καρδιάς.  Δεν έχει καμιά αγωνία.  Λέει το βάρος μου σωστό, δεν καπνίζω…  Αργότερα βλέπω συνέντευξη του καρδιολόγου που τον εγχείρισε στα «Νέα» και στον Θανάση Νιάρχο.  Αυτή η καρδιά, του λέω την επόμενη χρονιά που πάω σπίτι του, κουράστηκε από τα όχι σας.  Γελάει.  Όμως το σκέφτεται.

Δεν με έχει δει.  Πηγαίνουμε να ανοίξουμε το περίπτερο στην Έκθεση Βιβλίου.  Είμαστε οι μόνοι διαβάτες.  Κάποιο πούλμαν έχει σκοτώσει ένα περιστέρι.  Είναι ακόμη το πάρκινγκ τους.  Έχει σκύψει από πάνω του και το κλαίει.  Το παίρνει για να το θάψει.  Δεν με έχει δει.  Δεν έχει δει κανέναν.  Δεν υπάρχει ακόμα κανείς στην πολύβουη παραλία.  Δεν τόκανε για τα τηλεοπτικά τοπία, για κανέναν… Μόνο για τον ίδιο.

Μέσα Ιανουαρίου για χρόνια έρχεται στην Αθήνα για το μνημόσυνο του Τσιτσάνη.  Πάω κι εγώ.  Τον βλέπω στην πόλη μου, εγώ ο Πειραιώτης.  Με σεμνότητα στον διάσημο νεκρό, ανάμεσα στα παιδιά του και φίλους της οικογένειας.  Μια μέρα πριν κοιμάται σπίτι μου.  Για πρωινό μού ζητάει τσάι και παξιμάδι.  Τίποτα άλλο.  Ο Τσίζεκ, λέει καθώς πίνει το τσάι του, μου λέει να δοκιμάσω και μέλι σε ψωμί.  Αλλά πέρα βρέχει εγώ…

Ο Χατζιδάκις μας πάντρεψε στο κύκνειο άσμα του «Τα τραγούδια της αμαρτίας», μια και κανείς μας - από τους τρεις - δεν πιστεύει στην αμαρτία - του έρωτα - γιατί περί αυτού πρόκειται.  Εγώ με ένα πλατωνικό ίνδαλμα που όλοι το ζητούν και η Αφροδίτη πρώτη.  Και ας είναι γιος του μπακάλη.  Όλα τα υπόλοιπα τραγούδια - τα λόγια του Χριστιανόπουλου.  Το έργο αυτό έκανε ο Παπαϊωάννου σε μια φαραωνική παραγωγή, στην ερειπωμένη ΔΕΗ του Μοσχάτου, με το ποίημα του αγαπημένου μου Δημήτρη Καπετανάκη στο πρώτο μέρος.  «Τα τραγούδια της αμαρτίας» τότε ακούγονταν για πρώτη φορά, το CD κυκλοφόρησε μετά.  Η σκηνοθεσία της χορογραφίας του θύμιζε πίνακα Αναγέννησης.  Θρίαμβος ζωής.  Εξάλλου, το ποίημα του Καπετανάκη ήταν ο θρίαμβος του θανάτου επί της ζωής.  Με μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη.  Γενικός τίτλος: «Ενός λεπτού σιγή».  Προφανώς από το στίχο του Χριστιανόπουλου. 

Εγώ, κάποτε, απόλαυσα τον ποιητή να μιλάει τέσσερις ώρες για τον Πεντζίκη, χωρίς να πιει μια γουλιά νερό.  Δεν το χρειάστηκε η άρθρωσή του.

Το ντεκόρ των ποιημάτων του είναι ότι πιο φτηνό, περιφρονητέο, αυτό που προσπερνούν για να μη θυμηθούν από πού ξεκίνησαν όλοι.  Ίσως για να θυμηθώ μια φράση που μου είπε η ρεμπέτισσα χασικλού Σεβάς Χανούμ:  «Όσο πιο χαμηλά, τόσο πιο ψηλά…». Θα έλεγα μετα-μπωντλαιρικό όραμα τέχνης και πάθους.

Πάντα είχε ένα bic orange και υπέγραφε στις αφιερώσεις.  Όταν του λέγανε μόνο το μικρό όνομά τους, τους έλεγε: Δεν έχετε επώνυμο;

Νομίζω η Θεσσαλονίκη του έδωσε το όραμα και την τέχνη του.  Η πόλη αίνιγμα, όπως του έλεγα, και του άρεσε.

Είμαι βέβαιος πως τη νύχτα στα μουσεία τα αγάλματα ανταλλάσσουν στίχους του μεταξύ τους στο σκοτάδι.


(Τα Νέα, 22 Αυγούστου 2020)


Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020

e.e. cummings: [as freedom is a breakfastfood]




as freedom is a breakfastfood
or truth can live with right and wrong
or molehills are from mountains made
—long enough and just so long
will being pay the rent of seem
and genius please the talentgang
and water most encourage flame

as hatracks into peachtrees grow
or hopes dance best on bald men’s hair
and every finger is a toe
and any courage is a fear
—long enough and just so long
will the impure think all things pure
and hornets wail by children stung

or as the seeing are the blind
and robins never welcome spring
nor flatfolk prove their world is round
nor dingsters die at break of dong
and common’s rare and millstones float
—long enough and just so long
tomorrow will not be too late

worms are the words but joy’s the voice
down shall go which and up come who
breasts will be breasts thighs will be thighs
deeds cannot dream what dreams can do
—time is a tree(this life one leaf)
but love is the sky and i am for you
just so long and long enough

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

Κωστής Παλαμάς: Τραγούδι των Εφτά Νησιών




Από την Κέρκυρα, όνειρο μες στη χαρά του Μάη,
ώς τον Καβομαλιά,
σκιάχτρο κοντά στα Κύθηρα, κάθε κορφή γελάει
και κάθε ακρογιαλιά.

Λάμπεις, Ιόνιο πέλαγο, σα να ’σαι από διαμάντια.
Μια ορμή πάντα οδηγεί,
σε χάιδια, απ’ την Ελλάδα σου τα κύματά σου, αγνάντια,
ώς του Ιταλού τη γη.

Και μέσ’ από το πέλαγο τα Εφτάνησα χαράζουν
πλασμέν’ απ’ τον αφρό,
και υψώνονται και πλέκονται σεμνά κι αναγαλλιάζουν,
και στήσανε χορό·

Κι η εφτάδιπλη ομορφάδα τους εφτάφωτη είναι πούλια·
γύρω υποταχτικούς
έχουν τους χρυσοδέλφινες και τα θαλασσοπούλια·
κι ένα τραγούδι ακούς:

«Σαράντα χρόνια πέρασαν. Ω μάνα μας, η αγκάλη
του ξένου είναι βραχνάς·
αίμα για σένα χύσαμε και γίνηκε κοράλλι
για σένα· μην ξεχνάς.

»Του κάκου ο ξένος με λογής δολώματα και βρόχια
και μάγια μάς τραβά.
Από της γης τους θησαυρούς, μάνα, η δική σου φτώχεια
στοιχίζει πιο ακριβά.

»Παρά του ξένου φόρεμα κι αρχοντικό στεφάνι
με λάμψη περισσή,
κάλλιο, ω μητέρα, να είμαστε σαν τα χορτάρια, φτάνει
να μας πατάς Εσύ.

»Εμείς το πίνουμε το φως απ’ τα δικά σου μάτια
που είν’ ήλιος της αυγής.
Και του κορμιού σου τ’ άχραντου τ’ αχώριστα κομμάτια,
μητέρα, είμαστ’ εμείς».

Ζάκυθο, χαίρε, ολόανθη, Κεφαλονιά δουλεύτρα,
ω Κύθηρα, ω Παξοί,
κι εσύ του νου και της καρδιάς, ω Κέρκυρα, μαγεύτρα,
και Ιθάκη εσύ ακουστή.

Χαίρε κι εσύ, της Ρούμελης γειτόνισσα, ω Λευκάδα,
του αρματολού φωλιά!
Ακόμη την ηρωική σού σπέρνει ανατριχάδα
του ψάλτη σου η λαλιά.

Τ’ άνθια της πάντα η λεϊμονιά, και πάντα να σας έχει
καρπούς η ελιά, νησιά,
και πάντα η Αφροδίτη σας απάνου σας να βρέχει
τ’ Απρίλη τη δροσιά!

Πάντα, καθώς απ’ τον καιρό του θείου Ομήρου, ώς τώρα
που ανθίζει ο Σολωμός,
καμάρι σας να τα ’χετε του τραγουδιού τα δώρα,
και η γνώμη σας, ρυθμός.

Σα να είστε Ηλύσια, σ’ εσάς αρχαία στοιχειά και νέα,
μακάρια, δοξαστά,
του Καποδίστρια η ψυχή κι ο ίσκιος του Οδυσσέα
φιλιούνται ταιριαστά.

Άμποτε από το ταίριασμα κι από το φίλημά τους
κάποιος να γεννηθεί,
πλάστης, απάνου απ’ τους γκρεμούς κι απάνου απ’ τους θανάτους,
με λόγο, ή με σπαθί!


1905


Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ (1912)

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2020

Ευριπίδης Κλεόπας: Της γης




Θα ενδίδω πάντα στο κίτρινο της Κύπρου
στης Αττικής το λιτό θυμάρι
και το πεύκο
στο σταχτοπράσινο της Κέρκυρας
και των νησιών του Ιονίου.
Θα ενδίδω πάντα
στης θάλασσας
το απέραντο γαλάζιο.


ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
εκδ. Μελάνι (υπό έκδοση)

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2020

Νίκος Καρούζος: Το άφθαρτο ξύλο




Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες.
Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια
σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία
καθώς διασχίζει τη γη.
Κι ο Χριστός είναι φιλικά εσταυρωμένος.


Νίκος Καρούζος: Μεγάλη Πέμπτη στα νέφη




Μαρία θυμάσαι στις ράγιες του τραμ εκείνο το πένθος
είχαμε βγει απ’ το μικρό εστιατόριο της Λαχαναγοράς
όταν ο ήλιος έκρουε τα χαράματα.
Ξάφνου τη λάμψη πήρες άλλου άνθους ενώ μοναξιασμένη
Ακούγεται κοντά μας η καμπάνα της Μεγάλης Πέμπτης
Κι ο Γιάννης κοιτάζει ακτήμων.
Είπα εντός του τρόμου δεν άκουσε κανείς
ο άγγελος απ’ τα φωσφορικά ουράνια
στο γκρεμισμένο χρόνο αδειάζει το κακό
κι ο πιο μικρός μας θόρυβος θα κρυσταλλώσει απάνω, εκεί, μακριά.
Τότε μας φώναξε για τους αρχαίους νεκρούς ο Γιάννης
και πηδήσαμε το σιδερένιο φράχτη του Κεραμεικού
(Άξιε ταύρε- καλώντας το Διόνυσο έβγαλε φωνή).
Χαρά ηλιακή μας περιβάλλει κ’ η Μαρία βλέπει χορούς εκστατική
στα συμπλέγματα των λουλουδιών-
εγώ τον Άγιο Φραγκίσκο έβλεπα με τους φίλους του ανέμους
τον πρώτο πετεινό απ’ τα μεσάνυχτα
της αττικής ημέρας κήρυκα ώσπου τα νέφη τη σήκωσαν ψηλά
με τις γριές που είχαν μεταλάβει, με τον ιερέα
ώσπου τα νέφη την πήραν ψηλά τη μέρα
και τη μισοχτισμένη εκκλησιά
τη Λαχαναγορά
και τα μικρά καρότσια με τα γαϊδουράκια.
Και ιδού ο Γιάννης τρέχει προς το μέρος μας
ωσάν ασώματος Τι βαθύ που είναι το λουλούδι, λέει,
και μας έδειξε κοντά μας ένα
ωστόσον άλλο λουλούδι είχε δει μακριά με τους νεκρούς.
Μα τα λουλούδια είναι τόσο αδελφωμένα
κάθε στιγμή κερδίζεις το νόημα του λουλουδιού κοιτάζοντας
κάθε στιγμή το χάνεις…
Εκεί λοιπόν ηχούσε η καμπάνα
της ορθοδοξίας μοναχή
πιο πέρα του σώματος η ιαχή και η Μαρία
ο Γιάννης
ο ταπεινός εγώ και φιλαμαρτήμων.


Κώστας Ριζάκης: Η προδοσία




Κι ο Ιησούς μονάχος Του στον κήπο προσευχήθη

μπαμπάκια μες στο στόμα μου μητέρα
στα σταυρωμένα μπράτσα μου καρφιά
δεν τη μπορώ άλλο πια μια τέτοι' άδικη μοίρα
αλλόφρων άγγελος με τη λαλιά ν' αλλάσσω
το σίγουρο σταμνί κάθε σιωπής
μα ο Ιησούς στον κήπο Του αγρυπνάει
σε νυσταγμένα βλέφαρα τρεμίζει ένας Θεός

κι έρχονται να με πάρουνε μητέρα
κάψαν τα γράμματα μαντατοφόροι μοχθηροί
τι ριγηλός σπασμός στην κρύα μέσα νύχτα
τι τερατώδες όνειρο η ζωή
                   και ιδού

οι μαθητές εγκλωβισμένοι στο καθήκον


- στην παρειά μου αστράφτει το φιλί!


Παρασκευή, 10 Απριλίου 2020

Μάνος Ελευθερίου: [Οι λέξεις]




Παλεύει με τις λέξεις όπως οι άρρωστοι
με τα σεντόνια τους
και τις μαζεύει από τους δρόμους αποτσίγαρα.


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)

Μάνος Ελευθερίου: Λόγια πικρίας ενός υπέργηρου ποιητή στα 1986




Δεν έχω έχθρα γι' αυτούς που με κυνήγησαν.

Πίνω κολόνιες τα βράδια και ξεχνάω.

Τα σήματά μου φωτιές του φαροφύλακα.

Το πρόσωπό μου από την πίσω μεριά του καθρέφτη.

Κι όμως ξυπνώ καμιά φορά μες στην Κωνσταντινούπολη.


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)

Μάνος Ελευθερίου: Τρίτη πράξη




Φαρδιά καμπαρντίνα, στενό καπέλο, περασμένες μόδες.
Μια ωραία κοπέλα ρίχνει τη στάχτη του τσιγάρου της από παράθυρο του τρίτου ορόφου.
Ο γιός μεγάλου εμπόρου πέρασε σαν καράβι τους δρόμους των σφαγείων.
Άσπρο μεταξωτό φουλάρι κι η ζωντανή χρυσόμυγα καρφωμένη στο πέτο.

Κάποιος κατουράει πίσω απ' τα δέντρα και φυσάει ξυράφια.

Ένας άλλος χέζει τριαντάφυλλα.

Η Ελλάδα το μήλο που σφηνώθηκε στην πλάτη ενός ζώου και σάπισε.
Όπως ακριβώς στο διήγημα του Κάφκα.

Τελικά το θέμα είναι η καμπαρντίνα και το καπέλο;


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)

Μάνος Ελευθερίου: Ο ασθενής των αναμνήσεων




Παλιού ουρανού χαλάσματα
Ε.Π.


Προσέχοντας να μη βουλιάζει στους γκρεμούς
των ερώτων
άκουσε να χτυπούν πολλές αγάπες μαζί.
Δεν πρόλαβε να υπολογίσει την ώρα.
Μέσα του άνοιξε μια τρύπα με οινόπνευμα-
παλιές ανάγκες της ψυχής του ήταν
παλιού ουρανού χαλάσματα.

Ως το πρωί αιμορραγούσε αναμνήσεις.
Έφτυνε δόντια και χρυσάφι.
Κρυμμένα πάθη του ξερνούσε και αμαρτίες.


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)

Μάνος Ελευθερίου: Ίχνη από στρυχνίνη




Ίχνη από ματωμένα δόντια σε άσπρα γάντια
ίσως να ήτανε φιλιά.

Χιόνι στα σεντόνια και τις πολυθρόνες.

Και τα φτερά του τραβηγμένα με μανία υστερική.

Βρέθηκαν ίχνη από στρυχνίνη.
Αποτυπώματα μιας Άνοιξης επάνω στα κοστούμια του.
Σε μιαν ατζέντα πολλοί αριθμοί ανεξακρίβωτοι:
ίσως αριθμοί τηλεφώνων, ίσως λογαριασμοί,
σήματα παράξενα, σαν τους συνδυασμούς ενός άτυχου
χαρτοπαίκτη.
Κι α, ναι, το κυριότερο: Ένα κομμάτι από σκισμένη
φωτογραφία. Δέντρα και θάλασσα. Το πρόσωπο,
απ' τη σκιά στην άμμο, συμπεραίνεται πως ήταν άντρας.
Στον αέρα όμως μια μυρωδιά γυναίκας και το άγγιγμά της·
τα νύχια της να φτερουγίζουν αόρατα και σαν αρρώστια κολλητική.

Με αυτά ίσως μπορέσεις ποιητικά και να βιογραφήσεις το θύμα.


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ (1987)

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2020

William Shakespeare: Sonnet 30




When to the sessions of sweet silent thought
I summon up remembrance of things past,
I sigh the lack of many a thing I sought,
And with old woes new wail my dear time's waste:
Then can I drown an eye, unus'd to flow,
For precious friends hid in death's dateless night,
And weep afresh love's long since cancell'd woe,
And moan th' expense of many a vanish'd sight;
Then can I grieve at grievances foregone,
And heavily from woe to woe tell o'er
The sad account of fore-bemoaned moan,
Which I new pay as if not paid before.
But if the while I think on thee, dear friend,
All losses are restor'd, and sorrows end.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

William Wordsworth: Lines Composed a Few Miles above Tintern Abbey, On Revisiting the Banks of the Wye during a Tour. July 13, 1798




Five years have past; five summers, with the length
Of five long winters! and again I hear
These waters, rolling from their mountain-springs
With a soft inland murmur.—Once again
Do I behold these steep and lofty cliffs,
That on a wild secluded scene impress
Thoughts of more deep seclusion; and connect
The landscape with the quiet of the sky.
The day is come when I again repose
Here, under this dark sycamore, and view
These plots of cottage-ground, these orchard-tufts,
Which at this season, with their unripe fruits,
Are clad in one green hue, and lose themselves
'Mid groves and copses. Once again I see
These hedge-rows, hardly hedge-rows, little lines
Of sportive wood run wild: these pastoral farms,
Green to the very door; and wreaths of smoke
Sent up, in silence, from among the trees!
With some uncertain notice, as might seem
Of vagrant dwellers in the houseless woods,
Or of some Hermit's cave, where by his fire
The Hermit sits alone.

                                              These beauteous forms,
Through a long absence, have not been to me
As is a landscape to a blind man's eye:
But oft, in lonely rooms, and 'mid the din
Of towns and cities, I have owed to them,
In hours of weariness, sensations sweet,
Felt in the blood, and felt along the heart;
And passing even into my purer mind
With tranquil restoration:—feelings too
Of unremembered pleasure: such, perhaps,
As have no slight or trivial influence
On that best portion of a good man's life,
His little, nameless, unremembered, acts
Of kindness and of love. Nor less, I trust,
To them I may have owed another gift,
Of aspect more sublime; that blessed mood,
In which the burthen of the mystery,
In which the heavy and the weary weight
Of all this unintelligible world,
Is lightened:—that serene and blessed mood,
In which the affections gently lead us on,—
Until, the breath of this corporeal frame
And even the motion of our human blood
Almost suspended, we are laid asleep
In body, and become a living soul:
While with an eye made quiet by the power
Of harmony, and the deep power of joy,
We see into the life of things.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Κατίνα Βλάχου: Το μέλλον μας προβλέπει ασφυξία




Λιγόστεψε ο αέρας που αναπνέουμε
Δίκαια ας τον μοιράσουμε
Όλοι να πάρουν
Δεν είναι ώρα τώρα
το «εγώ» να κλέβει την αναπνοή
του διπλανού του
Ας  βρούμε τρόπο
αυτά που αιώνες τώρα λάθος κάναμε
στην άκρη να τα βάλουμε επιτέλους
Και ένα «τώρα» ξαφνιασμένο από το φόβο
ώριμη σοφία ας εκπνεύσει

Ας ανασάνουμε μαζί όσο μπορούμε
Αλλιώς το μέλλον μας προβλέπει ασφυξία


6/4/20

Κυριακή, 5 Απριλίου 2020

Δημήτρης Ι. Σουρβίνος: Μονογενής




Ολομόναχος
ολονύχτιος
στο επάνω
χαλασμένο δωμάτιο
με τα φιλέρημα
πολυκάνδηλα των άστρων
εγώ
ο του Φόβου
και του Ύπνου ανώτερος
ασκεπής και αστέγαστος
αχτένιστος
νηστευτής
στο κίτρινο σανίδι
σκυφτός
στα χαρτιά μου βυθίζομαι
ωσάν στρατιώτης
χτυπημένος στο στήθος
- άλλοτες γόης
παρηγορητής
εξηγητής
των ονείρων αρμόδιος -
τώρα πλέον
απλώς
των νεκρών το παράπονο
ακούω
και τα γυμνά των πέλματα
στης Νυχτός
τον ωχρότατο αυλόγυρο
εγώ
ο ανυπεράσπιστος των πουλιών
ο πρόθυμος
και ο έτοιμος της Έγνοιας
ο Μονογενής της Σελήνης
της Αγάπης ο έρμαιος

ολομόναχος

ιδού ακούω
γράφω και κλαίω


ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΣ (1990)

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Δημήτρης Κονιδάρης: Τα ρούχα των παιδιών




Τα ρούχα των παιδιών
να είναι απλά

Τα ρούχα των παιδιών
να είναι καθαρά

Τα παιδιά που έχουν καλά ρούχα
έχουν χάρη

Τα παιδιά να έχουν
πολλά ρούχα

Να έχουν δικά τους
αγοραστά ρούχα

Τα παιδιά να έχουν
ρούχα πλατειά

Να ντυθούν
να χωρούν τα παιδιά.


ΑΝΤΑΥΓΕΙΑ ΧΡΟΝΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2020)

Δημήτρης Κονιδάρης: Βοδάμαξα




Ταξιδεύω
προς τον περίγυρο του γέλιου σου
πάνω σε βοδάμαξα.
Πάνω σε βοδάμαξα λέω
κι εσύ γίνεσαι αέρας
και μπαίνεις στον αέρα.


ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΤΕΣ (1995)

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Θεοτόκης Ζερβός: Ένα παράθυρο στο στήθος




Να σμίγει τα δόντια του μέσα στη σάρκα μου
ο ήλιος
ο επίμονος του ύπνου
να μ' αφορμίζει κάθε νύχτα ένα παράθυρο στο στήθος
για τις στιγμές που ξυπνάω και με ξαφνιάζεις δίπλα μου.
Χωρίς λαβωματιά στο σώμα
χωρίς λεκέ στην πουκαμίσα
πάντα με πόθο φανερό που σε μετατοπίζει
απ' το χλωρό του χόρτου στο τρυφερό καρτέρι
για να δεχτείς ψιμμύθια σε λυπημένα χρώματα.

Όπως το θαύμα μέσα μου πιασμένο στην ομίχλη
χωρίς λαβωματιά
χωρίς ανάγκη ν' αποκριθείς στην ταραχή μου.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1978)

Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου: Το τρίτο παράθυρο




Με κυνηγάει πάντα στον ύπνο μου το τρίτο παράθυρο
ένα μάτι ανελέητο κι εμείς
κόκκινα κι άσπρα πιόνια στη λέσχη των τραπεζικών·
είναι το ίδιο φωτάκι που καίει στην πολύβουη Αθήνα
για μια νύχτα μονάχα, την άνοιξη, «φθερεί αυτόν ο Θεός»
αυτός ο αμαρτωλός Θεός που με σαρκάζει στο κάτασπρο γέλιο σου
κάτω από μια λάμπα ασετιλίνης τα βράδια στον κήπο
δε μ’ αφήνουν ποτέ μοναχό και το τρίτο παράθυρο
ένα κόκκινο μάτι – ανάβει τη φλέβα της νύχτας, πυκνώνει τη μοναξιά
θαμπώνει τα όνειρά μου


Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ (1954)

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Αλεξία Αθανασίου: Νησί του Βίδο (Μνήμες 1916 - '18)





                          "Ο Θάνατος, κύμ' απαλό
                          ψυχές νανούριζε και τα όνειρά τους."


Μια μινιατούρα Παραδείσου
      το Νησί• κι όλα σ' αρέσουν.
Μα όταν, αντίκρυ, από το Σέρβικο
περάσεις Κενοτάφιο
στάσου για ένα λεπτό...
με σεβασμό να στοχαστείς με τρυφερότητα
τις δύστυχες ψυχές (τόσες χιλιάδες!)
που μες στο Βίδο και την Κέρκυρα
από το κρύο πέθαναν τις κακουχίες
τα τραύματα απ' τον πόλεμο.
Εδώ, που βλέπεις, τα οστά
φυλάσσονται αρκετών• - κι άλλων κακότυχων
κουρνιάζουν αιωνίως
      στους θαλάσσιους βυθούς.
(Εκεί τους πόντισαν καθώς
γίναν αμέτρητα τα μνήματα
κι ούτε δυο μέτρα γης γι' αυτούς δεν περισσεύαν.)_
Ειρηνικά τα κύματα στο Βίδο•
με λέξεις πράσινες μιλούν μ' ήρεμους φλοίσβους
γαλήνη τους ενώνοντας μ' εκείνη των νεκρών.

Αλεξία Αθανασίου: 00:33




στον Αλέξανδρο Αηδώνη

''ω θεσπεσία ποίησις, με κάποιο αιθέριο ντύμα
τύλιξε την καρδιά μου"
(O TOI QUI SUR MES JOURS...)
Jean Moreas
μτφρ. Κ.Γ. Καρυωτάκης 


Της Κάλλας ο ποιητής, της Ειρήνης
ακούει ραδιόφωνο
(Μουσική Κλασσική Τρίτο Πρόγραμμα)
διαβάζοντας γαλλικά βιβλία.
Σε λίγο θα νυστάξει,
νωχελικά θα γείρει στο ντιβάνι
και θα ονειρευτεί... (ποιός ξέρει;)
ίσως τον πύργο του 'Αϊφελ
...κι αργότερα
(σε άλλ' ονειρικό πλάνο)
θα περιηγηθεί στα Μουσεία του Λούβρου.
Ευγνώμων,
''Merci'' θα ψιθυρίσει
(ευγενικός, ακόμη, και στο ίδιο του τ' Όνειρο.)


Αλεξία Αθανασίου: Οι Ταξιδιώτες (Γλυπτά του Μπρούνο Καταλάνο)




Ελλείψεις τους να βλέπεις δεν χορταίνεις
σκέψεις να κάνεις συναισθήματα να νιώθεις
το πώς ν' αναρωτιέσαι το γιατί... το πότε.

Θάλασσες ίσως και Στεριές να διέσχισαν στ' Απέραντο
του Κόσμου• Πάγους ν' αντιμετώπισαν, ή
Λάβες• Χαρές συχνά να γεύτηκαν ανείπωτες τις Λύπες
                                                    κι Αλώβητοι ή Αδιάσπαστοι Άρτιοι
να μείνουν δεν μπορέσαν• τμήματα του Εαυτού τους
έχασαν (μνήμες-ύλη) θυσίασαν χαρίσαν
μ' αποφασιστικά (βαλίτσα τους στο χέρι πάντοτε
κρατώντας) αέναο το βήμα συνεχίζουν
(στο φώς  κ α τ α κ ε ρ μ α τ ι σ μ έ ν ο ι  στη ματιά μας)
στον Άγνωστο επιμένοντας να φτάσουν Προορισμό.

...Και ίσως στο τέλος μια βαλίτσα ν' απομείνει απ'
τον Καθένα, τον Κάτοχό της να προσμένει,
Ακέραιον• ή, έναν καινούριο Ταξιδιώτη.


                            3/3/2017


Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (2019)

Απόστολος Μελαχρινός: [Ερωτεμένος με την απουσία του έρωτα]




Στη λίμνη αργοσαλεύουν κύκνοι μεγαλόπρεπα.
Στορίζουν κύκλους μαγικούς με άφθαρτα κρόσσα.
Κάτασπροι, της σιωπής αναθιβάλλουν τους σκοπούς.
Τ' άνθια το νόημα δίνουνε με τη συμβολική τους γλώσσα.

Ερωτεμένος με την απουσία του έρωτα,
χιμαιριασμένος απ' του απόλυτου το πάθος,
σβήνω τα χνάρια τα περίτεχνα ενός ονείρου,
στου νου και στης ψυχής το βάθος.

Ίσκιος λαλιάς η γλώσσα των ανθών. Το κυκνολάλημα
θέμα ονείρου. Κ' η αγάπη μου; Άφανος κλώθει ο καημός της.
Κι απουσιαστής, φθείρω ένα ποίημά μου: Έκφραση σιωπής.
Πληθαντιλάλητος σαν ερημία, - ο μόνος του αναγνώστης.


ΦΙΛΤΡΑ ΕΠΩΔΩΝ (1935)

Απόστολος Μελαχρινός: [Μιλάν οι άφαντες;]




Μιλάν οι άφαντες; Λες και λαλεί κρήνη σε κρήνη:
- Τέτοια μέθη του νου να δίνει τόση λίγη
χάρη στο λόγο;
                             - Η Φύση δεν αφήνει
την ξωτική της ομορφιά να της ξεφύγει.


ΦΙΛΤΡΑ ΕΠΩΔΩΝ (1935)