Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Νίικηφόρος Βρεττάκος: Το φως




Έγινε σήμερα τόσο
φως
που οι τυφλοί
καθισμένοι στις πέτρες
τ' ακούν σαν κελάηδημα


Sam Shepard: [Έστω και ένα φως είναι καλύτερο από το σκοτάδι.]




Είναι μια νύχτα ιδανική για έγκλημα. Οι μπασκίνες έχουν βγει για κυνήγι. Το φεγγάρι—μια παγωμένη πανσέληνος. Όσοι κοιμούνται βλέπουν όνειρα-σφαίρες. Σειρήνες ξεχύνονται μέσα από χιλιάδες δρόμους.
Μέσα σε μια κουζίνα πέρα μακριά μια γυναίκα έχει μπλέξει άσχημα μ' έναν άντρα. Νιώθει φόβο αλλά η έκφραση της δείχνει θυμό. Εκείνος μεθυσμένος φέρεται βάναυσα. Ήδη έχει ανοίξει μια τρύπα σαν μπάλα κανονιού πάνω στην εξώπορτα. Κουρελιασμένη ταπετσαρία κυματίζει. Η νύχτα απ' έξω χυμάει κατά πάνω τους. Δεν ακούγεται η στριγκλιά γιατί δεν υπάρχει κανείς να την ακούσει. Δεν υπάρχει τηλέφωνο. Ούτε αυτοκίνητο τα κλειδιά τα έχει εκείνος. Τον βλέπει να τρέμει από την οργή. Μια δική του οργή άγνωστης προέλευσης. Τον βλέπει πάλι να παιδεύεται με τα πράσινα πλαστικά φυσίγγια της καραμπίνας. Ορμάει προς την τρύπα της πόρτας. Εκείνος σκοντάφτει και πέφτει με τα μούτρα. Εκείνη έχει ξεφύγει στη μάντρα με τα ζώα ξυπόλυτη. Βουλιάζει μέχρι τα γόνατα στις κοπριές. Ακούει ένα πυροβολισμό από τη βεράντα. Περιμένει να τον νιώσει. Τίποτα. Ξεκολλάει τα πόδια της τραβώντας και με τα δυο χέρια. Κατευθύνεται προς το φως πάνω στο ύψωμα. Δεν μπορεί να θυμηθεί τίνος είναι το φως. Δεν μπορεί να θυμηθεί αν μένουν άνθρωποι ή είναι κανένας στάβλος. Ένα φως έστω είναι καλύτερο απ' το να μην υπάρχει καθόλου φως, σκέφτεται. Ένα οποιοδήποτε φως είναι προτιμότερο από το τίποτα. Σκοντάφτει μέσα σε βαθειά οργωμένα αυλάκια. Ανηφορίζει με νύχια και με δόντια. Έστω και ένα φως είναι καλύτερο από το σκοτάδι.


SAM SHEPARD: ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΩΝ ΜΟΤΕΛ

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Δημήτρης Κοσμόπουλος: Του νεκρού αδελφού




ΟΛΑ ΟΣΑ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΚΗΠΟΥΣ

Ὁ κόσμος αὐτὸς θὰ περάσει.
Ψηλά,  τοῦ  Γαλαξία πυρώματα
καὶ μέσα μου ἀναμμένα δάση.
Βήχω πέτρες καὶ χρώματα  –

Χώματα φλογερά.  Ζωή μου  στὸ φτερὸ
Αὐτὸς ὁ κόσμος ἔχει ραγίσει.
Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριὸ
στὴν ἅλω τοῦ θανάτου σου ἔχω ζήσει.
Στοῦ  Γαλαξία τ’ ἀσημένια δάση
σκορπίζει, ἄγνωστη, ἡ ψυχή μου γύρη.
Ἀπὸ τὴν γέννα,  στὸ βασίλεμα εἶχα γείρει.
Στὸν ὦμο μου τὸ κόκκινο πουλὶ θὰ ξαποστάσει.

Ὁ Ρήγας μὲ  τὸν  Μαῦρο του,  ἔμαθα  θὰ  περάσει.
Τὸ σφὐριξε στὸν ὕπνο μου τὸ ἱερὸ πουλί.
Ὁ κόσμος  ἕνα  ράγισμα καὶ χύθηκα πολύ.
Μὰ τῆς γενηᾶς μου οἱ φωνὲς ἀνάβουν, δάση

Μιὰ ἀγάπη νὰ μὲ πάρει· δίχως νὰ δικάσει.



*Aπό την ενότητα "EΓKOIMHΣIΣ HΛIA ΠANAPITH ΣTP (ΠB)" στην ποιητική συλλογή "Tου Nεκρού Aδελφού" (Kέδρος) Aθήνα 2003, 2005.

Δημήτρης Κοσμόπουλος: Εκάτη




Φεγγάρι σαν ημέρα,
είπε ο πατέρας μου
και γυάλισε το χρυσό του δόντι.

Έξω
Πλατάγιζαν της νύχτας τα φτερά.


*Aπό την ενότητα «MAL DI LUNA» στην ποιητική συλλογή "Λατομείο" (Kέδρος) Aθήνα 2002, 2003.

Δημήτρης Κοσμόπουλος: Sit Jus...




        σπασμένη προσευχή για τον Ηλία Λάγιο

Πάρε κοντά σου τον Ηλία
Την βότκα της κραυγής, το "δεν" του Ονείρου
και στου φωτός σου τα βιβλία
τα μαύρο σμάλτο του άγριου λήρου

και το μηδέν του πυρετού του,-
Γράψε τα. Απ' την τρεμούλα του Σταυρού του
σύναξε θρόμβους των αιμάτων.
Τις φλόγες, τ' άνθη των τραυμάτων.

Sit jus liteaque perire poetis.
Με τα επιθέματα, τις γάζες, τους σωλήνες
ποιό άνοιξε παράθυρο, ποιός πέφτει

Το "όχι, να!" των χρόνων με τους μήνες
κούφιους, σαρακοφαγωμένους, πίσω αφήνει-
Άγγελος ραγισμένος. Την ψυχή του σου αποθέτει.


5 Οκτωβρίου 2005


www.poeticanet.gr

Βύρων Λεοντάρης






Ορέστης Αλεξάκης: [Ψυχή μου]




Ψυχή μου
που αναθρώσκεις
στο αχανές

σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Ορέστης Αλεξάκης: [Πάλι χαράζει εντός μου]




Πάλι χαράζει εντός μου
παρελθόν

πάλι χιονίζει εμπρός μου
πεπρωμένο


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Ορέστης Αλεξάκης: [Τι σκοτεινός ωκεανός]




Τι σκοτεινός ωκεανός
το φως

τι φωτεινό βασίλειο
το σκοτάδι


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Γιώργος Ζήκας: Στις άκρες απ' τα μάτια σου



Στίχοι: Γιώργος Ζήκας
Μουσική: Γιώργος Ζήκας
Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη
Δίσκος: Με τα φεγγάρια χάνομαι (1985)





Αχ, στις άκρες απ’ τα μάτια σου
τον έρωτα εστείλανε
και μου ’στησε καρτέρι
και μου ’στησε καρτέρι

Αχ, στις άκρες απ’ τα χείλη σου
τα δίχτυα τους ερίξανε
και πιάσαν την καρδιά μου
και πιάσαν την καρδιά μου

Και σαν ψαράκι σπαρταρώ
στ’ αγκίστρι καρφωμένο
κι όταν ακούω να τραγουδάς
χίλιες φορές πεθαίνω

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Διονύσιος Σολωμός: Επίγραμμα στην Alice Ward




Τα τριαντάφυλλ’ αυτά, Καλή μου, αχ! συ με ήθος
ιδές τα γαληνό στα πόδια σου πεσμένα,
αλλ’ ως με των ανθιών της τ’ άλλο πλούσιο στήθος
της πατρίδας μου η γη τ’ ανάδωσε για σένα,
όμοια για την υγειά σου ολόχαρη στο στήθος
την ελπίδα αναδίνει και η καρδιά μου εμένα·
και σ’ εσέ βλέπ’ ο Απρίλης νάρχεται μ’ εκείνη
κ’ ευωδιαστό φιλί στη θύρα σου ν’ αφίνει.



Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος.
Από το βιβλίο: «Δ. Σολωμού: Τα ιταλικά ποιήματα», πρόλογος και μετάφρασις Γεωργίου Καλοσγούρου, Αθήναι 1921, σελ. 60.


Πηγή

Νίκος Καρούζος: Δονήσεις




Μακάριος εκείνος όταν
τον κατάκλυσε ο θάνατος
γκρεμίζοντας τη λαλιά του
σα να μπουκώθηκε με χιόνι
και μούδιασε η φτερούγα του κόσμου·
μακάριος ο ταραγμένος απ' το αίνιγμα του δυόσμου.

Μακάριος ο Θεόφιλος που άγιασε με περικεφαλαία.
Μακάριος ο Διονύσιος κόμης Σολωμός
άγων φάος αγνόν απ' το αλωνάκι, μακάριος
όταν έπαυε να γράφει
κ' έγραφε μέσα-μέσα στην ψυχή του πίνοντας.

Γι' αυτό η ποίηση βγαίνει με τα πρόβατα
Θωπεύει τις αγιάτρευτες σκυλίτσες.

Νάνος Βαλαωρίτης: Εις μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμού (Άσμα για δυό φωνές)




Δεν άφησε στο διάβα του παράθυρα ο καιρός
Δεν άφησαν τριαντάφυλλα τα χέρια του στη γη
Περνούσαν τα καράβια του στ’ αρχοντικό του εμπρός.

Ο τελευταίος ανάπηρος στη χώρα μας εσύ
Ένας μεγάλος πόλεμος μάς πήρε την ψυχή σου
Τώρα στην αμασχάλη σου κοιμούνται οι κεραυνοί.

Πέντε χιλιάδες άγγελοι πλάγιασαν μαζί σου
Δεν είναι πια σαν άλλοτες ο κόσμος σταθερός
Οι στίχοι σου τους φόρεσαν εμβλήματα οι εχτροί σου.

Στο μέτωπό σου έλαμπε σαν άστρο ο στοχασμός
Δεν μπόρεσε όταν έπεσες η γης να σε δεχτεί
Κι ανάμεσά μας έγειρε την πόρτα του ο καιρός.

Σωτήρης Σαράκης: Εξάπαντος μαζί




Στον Θεοδόση Πυλαρινό


Τρίτη και τέταρτη φορά του εξηγώ
καταλεπτώς, του δίνω την παραγγελία
να φτιάξει και μια δεύτερη κορνίζα
ολόιδια μ' αυτήν που εντός της
θα βάλει την εικόνα, με κοιτούσε
καχύποπτος κι επαναλάμβανε
πόσο γερές είν' οι κορνίζες του (φαντάστηκε
την ήθελα ρεζέρβα), πρέπει
εξάπαντος μαζί μονολογούσα, τέλος
έκαμε αυτό που του ζητούσα, κι έτσι
τους έχω τώρα εδώ
στον τοίχο μου, πλάι-πλάι, όπως
της Ιστορίας η δίνη τους όρισε διδύμους

ο Διονύσιος Σολωμός, το χέρι
στη καρδιά, το βλέμμα στις Μεγάλες
Ουσίες
και μια απ' τις πιο Μεγάλες
Απουσίες, η άγνωστη
μορφή του Ανδρέα Κάλβου

όπως της Ιστορίας η δίνη
τους όρισε, κι ας έμεινε ο καλός
τεχνίτης με την απορία
τι να την ήθελα την αδειανή κορνίζα.

Σωτήρης Σαράκης: Κραυσίδωνας Ι




Πες μου αν ακούς τη δυνατή βουή
αν φτάνει ως εκεί ο ήχος των νερών
τρέχουν χαρούμενα στη θάλασσα
κάτω απ’ τα φρέσκα φύλλα πλατανιών της άνοιξης
 
πες μου αν ακούς τον ήχο των νερών
είχαμε φέτος τις πολλές βροχές Μάρτη κι Απρίλη
τώρα ένα πρόσχαρο φεγγάρι σημαδεύει
διαδρομές στον ουρανό, περάσματα της νύχτας

και τρέχουν τα βαθιά νερά στην κοίτη τους
να βρουν τη θάλασσα, τον κόσμο που τους έλειψε καιρό
γοργά περνούν τις δίνες και τους καταρράχτες
βουίζουν την αρχαία τους περιπέτεια

σκεπάζουν τις απεγνωσμένες φωνές των αηδονιών
σκεπάζουν όποιον ήχο συναντήσουν
σκεπάζουν τη φωνή μου, όμως
την παίρνουνε, την κουβαλούν μαζί τους

κι είναι η φωνή μου γάργαρα νερά
τρέχει χαρούμενη στη θάλασσα.


ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΑ (2000)

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Γιώργος Κοροπούλης: De Silentio




Δύο η ώρα της νυχτός κοιμάσαι
και με κοιτάζουν τα κλειστά σου μάτια.
Τα χείλη σου παράξενα σαλεύουν -
ίσως για να φυσήξουν ένα σπίρτο.

Τι θέλεις να μου πεις; Σκύβω κοντά σου
κι ακούω να δυναμώνει το σκοτάδι.
Ακούω τον αέρα και το χιόνι
πιο άδειο να υφαίνουνε τον κόσμο.

Το χάδι το απαλό στα βλέφαρά σου
να σπαταλούσες στα μαλλιά μου απόψε !
Δύο η ώρα της νυχτός κοιμήθης.

Κι ενώ τριγύρω σιωπηλοί αγρυπνούμε,
αρχίζει η παγωνιά να σχεδιάζει
τα λόγια που δεν πρόφερες, στο τζάμι.

Γιώργος Κοροπούλης: Εν τέλει




Στήθος βαθύ περιστεριού
άλλοτε χάραζεν ο τόπος·
είχα την όψη αγοριού
κι ήταν δικός σου όλος ο κόπος

Μετά σκοτείνιασε ο καιρός
κι έπρεπε εγώ να ξαγρυπνήσω
κι όπως την κάφτρα ο φρουρός
μες στις παλάμες να σε κρύψω.

Μα ήταν σα να περπατώ
κι όλο να βρίσκεσαι πιο πέρα –
κι όπως ο πάγος στο ποτό
όλο να λιώνεις στον αέρα…

Τώρα δεν ξέρω να σου πω
αν είναι χάραμα ή βράδυ·
κεντάς ένα παλιό σκοπό
πάνω σ’ αλλιώτικο σκοτάδι

και να σ’ ακούω δεν μπορώ
και το σκοτάδι μ’ αγκυλώνει·
και μόνο μες στο νου σου ζω –
όπως στη ηλιαχτίδα η σκόνη.

Γιάννης Βαρβέρης: Το σώμα σου κι εγώ




Έχουμε πολύ ταξιδέψει
το σώμα σου κι εγώ
έχουμε φανταστεί
όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
μπορούν να φανταστούν.
Το σώμα μου κι εγώ
έχουμε ονειρευτεί
το σώμα σου σε στάσεις
που ποτέ σου δεν φαντάστηκες.
Δεν έχεις θέση τώρα
τι ζητάς
αναμεσα σ' εμένα
και στο σώμα σου.

Ορέστης Αλεξάκης: [Τόσοι τυφλοί]




Τόσοι τυφλοί στο βλέμμα μου αγρυπνούν

τόσοι νεκροί στο στήθος μου ανασαίνουν


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Ορέστης Αλεξάκης: [Όχι τον ήχο]




Όχι τον ήχο την
ηχώ ν' ακούς

όχι το σώμα τη
σκιά να βλέπεις


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Ορέστης Αλεξάκης: [Ώρα]




Ώρα να ηχήσουν οι
βαθιές
σιωπές

να τελεσθούν
οι ακραίες προσεγγίσεις


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Ορέστης Αλεξάκης: [Ω μνήμη]




Ω μνήμη
σπίτι που
με κατοικεί

μητέρα
που το στήθος μου θηλάζει


ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Ερρίκος Μπελιές




Γιώργος Μαρκόπουλος