Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης: Τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών

 


Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987

είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987

ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!

σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…

Α! ναι είναι πάρα πολλά.

Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Διονύσιος Σολωμός

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Νίκος Εγγονόπουλος

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε

ο Μπουζιάνης

πόσα ο Σκλάβος

πόσα ο Καρυωτάκης

πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα

πέρασε ο Σκαλκώτας

πόσα

πόσα

Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.



ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ  (1990)


Μίλτος Σαχτούρης: Χριστούγεννα 1948



Σημαία

ακόμη

τα δόκανα στημένα στους δρόμους

τα μαγικά σύρματα

τα σταυρωτά

και τα σπίρτα καμένα

και πέφτει η οβίδα στη φάτνη

του μικρού Χριστού

το αίμα το αίμα το αίμα

εφιαλτικές γυναίκες

με τρυφερά κέρινα

χέρια

απεγνωσμένα

χαϊδεύουν

βόσκουν

στην παγωνιά

καταραμένα πρόβατα

με το σταυρό

στα χέρια

και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς

το τόπι

ο σιδερόδρομος της λησμονιάς

το τόπι του θανάτου



ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)


Μίλτος Σαχτούρης: Χριστούγεννα 1943

 


Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες

γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε

κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του

τρεις πεθαμένους κύκνους

και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό

οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο

ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης

ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες

ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της



Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945)


Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης: Η βιολέτα




Τακ τακ
βήμα νεανικό
ντουκ ντουκ
βήμα γεροντικό

στο καφενείο μπαίνει
ο κύριος Ερμής
με τα δέκα μπαστούνια του

και παραγγέλνει:

—Έντεκα καφέδες

έναν για τον εαυτό του
έναν για κάθε μπαστούνι του

κοντή βιολέτα
που είναι η ζωή…

κι εγώ που ’χα σκοπό
να γύριζα να γύριζα
ολόκληρη  Π α ρ ά δ ε ι σ ο !


ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

Μίλτος Σαχτούρης: Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής




Ο φίλος μου Γιώργος Μακρής άνοιξε ένα
μικρό κατάστημα με ψιλικά
πελάτες του είναι όλοι όσοι σ’ αυτό τον κόσμο
τον βασάνισαν
πελάτες του  δ ε ν  ε ί ν α ι  όσοι  α υ τ ό ς  βασάνισε·
δικάστηκε
κι έχει αθωωθεί.


ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

Μίλτος Σαχτούρης: Franz Kafka




Ο Φραντς Κάφκα ζούσε σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο
στρωμένο μ’ ένα βρόμικο παλιό χαλί.
Πού και πού διάτρεχε το χαλί ένας μεγάλος
γκρίζος ποντικός.
Ο πόντικας αυτός, έλεγε συχνά ο Φραντς,
ο πόντικας αυτός, είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.


ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης: Τα ποιήματά μου




Τα ποιήματά μου θ' άρεσαν πολύ
στους πεθαμένους

γιατί αυτοί είναι για μένα οι  ζ ω ν τ α ν ο ί

γελάτε;

φάτε λοιπόν το ψωμί σας
βρεγμένο στο πετρέλαιο!


[Μανδραγόρας, τεύχος 60,
Άνοιξη-Καλοκαίρι 2019]

Μίλτος Σαχτούρης: Ο συλλέκτης




Μαζεύω πέτρες γραμματόσημα
πώματα από φάρμακα σπασμένα γυαλικά
πτώματα από τον ουρανό
λουλούδια
κι ό,τι το καλό
σ’ αυτό τον άγριο κόσμο
κινδυνεύει

ψηλά κοιτάζω σα χαρταετός
ο Σταυραϊτός να φεύγει

αγγίζω δίχως φόβο ηλεκτροφόρα σύρματα
αυτά δε με αγγίζουν

ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας

μονάχα η ψυχή στ’ αφτί μου
ψιθυρίζει λέγοντας:
σκοτείνιασε σκοτείνιασες
γιατί;
δεν είσαι τρομαγμένος;


ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

Μίλτος Σαχτούρης: Ησυχάστε




Πρωί πρωί καθώς έβγαινα από το σπίτι μου,
είδα το αγγελτήριο του θανάτου μου.
«Τον αγαπημένο μας φίλο…» έγραφε.
Ώστε λοιπόν δεν είχα συγγενείς.
Πήρα γρήγορα ένα ταξί κι ανέβηκα στην Κηφισιά.
Σ’ όλο τον δρόμο υπήρχαν τεράστια πανό που
γράφαν:
«ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ», «ΠΕΣΑΝ ΤΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ».
Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
—Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
—Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
—Ησυχάστε
—Ησυχάστε
—Ησυχάστε.


ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

Λάκης Παπαστάθης: Η εικόνα του ποιητή




Ο ήλιος μαζεύει τις ημέρες μου
γελώντας
Μίλτος Σαχτούρης


Θυμάμαι τον αξέχαστο εκδότη Φίλιππο Βλάχο τη μέρα που πέθανε ο Βάρναλης, στα τέλη του 1974. Είχε βγει στους δρόμους με ντουντούκα και παρότρυνε τον κόσμο να μπει στα βιβλιοπωλεία και να αγοράσει τα βιβλία του ποιητή. Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Εξάρχεια, Κολωνάκι. Μόνος του ο Φίλιππος καλούσε το κοινό να παραστεί στην κηδεία! Ο Ασημάκης Πανσέληνος, λίγο πριν το θάνατό του, μου μίλησε μπροστά στο φακό του Παρασκήνιου για την κηδεία του Κωστή Παλαμά, που έγινε μέσα στη γερμανική κατοχή. «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είχε απαγγείλει ο Άγγελος Σικελιανός, και η πάντα αθυρόστομη Μαρίκα Κοτοπούλη, όταν ο Γερμανός αξιωματικός κατέθεσε στεφάνι στον τάφο του ποιητή, αυτή ούρλιαξε το μεγαλειώδες, «σκατά»! Τότε ο θάνατος ενός ποιητή μπορούσε ν’ αποτελέσει μείζον αντιστασιακό γεγονός. Χιλιάδες Αθηναίοι πριν και μετά την κηδεία διαδήλωσαν για την ελευθερία. «Οι σημαίες οι περήφανες της λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα». Ο Σεφέρης πέθανε μέσα στη Χούντα. Και ο δικός του θάνατος ήταν ένα γεγονός που συνήγειρε τους Έλληνες. Η δήλωσή του εναντίον των συνταγματαρχών τον έκανε σύμβολο του δημοκρατικού κόσμου. Ο κάθε πολίτης ένιωθε πως η παρουσία του στην κηδεία ήταν μια αντιστασιακή πράξη. Ο Μίλτος Σαχτούρης πέθανε στους δικούς μας καιρούς. Όταν χθες αναγγέλθηκε ο θάνατός του σε τίποτα δεν άλλαξε η τηλεοπτική μας ευδαιμονία. Ένας ποιητής που είναι μόνον ποιητής δεν μπορεί να γίνει σήμερα σύμβολο για τις μάζες. Τα ιερά και τα όσια είναι εξορισμένα. Κι όμως εδώ και είκοσι χρόνια ο σκηνοθέτης Λευτέρης Ξανθόπουλος κατέγραφε σε φιλμ το Μίλτο Σαχτούρη με πάθος, γνώση, αγάπη και συστηματική επιμονή. Αυτή η καταγραφή σε κινούμενη εικόνα μοιάζει με υλικό κρυφού σχολείου, σαν πράξη αντίστασης, σαν μυστική αποστολή. Το ότι υπάρχει στο ντοκιμαντέρ η μορφή του Σαχτούρη και ο τόνος της φωνής του καθώς απαγγέλει, σίγουρα θα δώσει τα κλειδιά στους μελλοντικούς μελετητές ν’ ανοίξουν τις πόρτες της ποιήσεώς του. Ο Ξανθόπουλος έκλεψε τον ποιητή, ζωντανό, απ’ το χάρο. Θυμάμαι την εικόνα του Σαχτούρη όταν απαγγέλει.

Στην Κηφισιά είχα ραντεβού με τον Διάβολο.
Καθόταν σ’ ένα καφενείο και με μια μαύρη βούρτσα
βούρτσιζε τα ρούχα του.
—Εντάξει, μου είπε, είναι όλα κανονισμένα.
—Σας εξασφαλίσαμε ακόμα και νερό.
—Ησυχάστε
—Ησυχάστε
—Ησυχάστε.


Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Μίλτος Σαχτούρης: Πέτρος




Πάλι τι καννιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
πουλιά τους φάγαν τα εντόστια τα γεράκια
το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία

Δεν έχει άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
θα φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα΄χω το σπίτι μου πάνω σ΄ένα σύννεφο
θ΄ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο

Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους τενεκέδες στο νερό μεσ΄στο λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο


ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Μίλτος Σαχτούρης: Στιγμές




ο εραστής
άρρωστο ψάρι
όπου να ’ναι
θα πέσει
στον ουρανό

*

κόλαση
με τόσο φως
δεν το περίμενα
στρίβοντας στη γωνιά
ν’ αντικρίσω
το μαύρο κόκκινο

*

τη νύχτα
κλεισμένος
σε κλουβιά βροχής
σιγά σιγά
με θανατώνουν
τα πουλιά

*

και το πρωί
αν τα πουλιά που μου στέλνει
ο Θεός
είναι πάλι μαύρα
τα βάφω
πράσινα
κίτρινα
κόκκινα

*

όμως μια μέρα
θά ’ρθει μια συννεφιά
παντοτινή

*

κυπαρίσσι
κόκκινο
δέρμα
της ψυχής

*

ένα γλυκό χέρι
σπασμένο
πεταγμένο
στις πέτρες
στο δρόμο
στο χάος

*

καληνύχτα


ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

Μίλτος Σαχτούρης: Επεισόδιο




Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι


ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Mίλτος Σαχτούρης: Ἡ Μαρία




Ἡ Μαρία σκεφτικὴ ἔβγαζε τὶς κάλτσες της
Ἀπὸ τὸ σῶμα της ἔβγαιναν
φωνὲς ἄλλων ἀνθρώπων
ἑνὸς στρατιώτη ποὺ μιλοῦσε σὰν ἕνα πουλὶ
ἑνὸς ἀρρώστου ποὺ εἶχε πεθάνει ἀπὸ πόνους προβάτων
καὶ τὸ κλάμα τῆς μικρῆς ἀνεψιᾶς τῆς Μαρίας
ποὺ αὐτὲς τὶς μέρες εἶχε γεννηθεῖ

Ἡ Μαρία ἔκλαιγε ἔκλαιγε
τώρα ἡ Μαρία γελοῦσε
ἅπλωνε τὰ χέρια της τὸ βράδυ
ἔμενε μὲ τὰ πόδια ἀνοιχτὰ
Ὕστερα σκοτείνιαζαν τὰ μάτια της
μαῦρα μαῦρα θολὰ σκοτείνιαζαν
Τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
Ἡ Μαρία ἔκλαιγε
τὸ ραδιόφωνο ἔπαιζε

Τότε ἡ Μαρία
σιγὰ-σιγὰ ἄνοιγε τὰ χέρια της
ἄρχιζε νὰ πετάει
γύρω-γύρω στὸ δωμάτιο


ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ (1958)

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

Μίλτος Σαχτούρης: Ο Σωτήρας




Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τελείωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σ ά ρ κ ι ν α χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους


Μίλτος Σαχτούρης: Ο Ελεγκτής




Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
                   είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Μίλτος Σαχτούρης: Κύριε




—Κύριε, είναι μεσημέρι κι ακόμα
δεν ξυπνήσατε
—Κύριε, δεν πήρατε το πρωινό σας
—Κύριε, ήπιατε πολλούς καφέδες
—Κύριε, ο ήλιος λάμπει, αστράφτει
βρέχει και χιονίζει
—Κύριε, ένα κόκκινο πουλί έχει κολλήσει
στο παράθυρο σας
—Κύριε, μια μαύρη πεταλούδα φάνηκε
πάνω στο στήθος σας
—Κύριε, πώς τρέχετε με το ποδήλατο!
—Κύριε, είστε παγωμένος
—Κύριε, έχετε πυρετό

—Κύριε, είσαστε νεκρός;

Mίλτος Σαχτούρης: Ο Ανδρέας Εμπειρίκος στον Πόρο




Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
― Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
― Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Μίλτος Σαχτούρης: Για τον Νίκο Καρούζο




Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.




Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

Mίλτος Σαχτούρης: Δεν είναι ο Oιδίποδας




Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς