Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μπλάνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μπλάνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Γιώργος Μπλάνας: Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη




Στον Σπύρο Ασδραχά

|Dans la vertu l'audace se ranime,
Et la faiblesse est compagne du crime|.
Louis Antoine Leon de Saint-Just.


1.
Στο ποίημα αυτό προτίθεμαι να τραγουδήσω τον αρχιστράτηγο του μένους των Ελλήνων, Γεώργιο Καραϊσκάκη.
Όχι επειδή επιθυμώ τίποτε αναίμακτα βραβεία, κι ίσως ίσως τη στρίγγλα εκείνη συντριβή του εθνικού ποιητή στη χάμω γλώσσα,
αλλ' επειδή -τουλάχιστον εγώ- ταράζομαι τα βράδια, όταν είναι το φεγγάρι κάποιο είδος τροχαλίας, που ανασύρει απ' το πηγάδι της σιωπής τα όνειρα της πέτρας.
Τότ' επιστρέφει ο νεκρός παλικαράς της γης μου και πελεκάει τεχνικά των ζωντανών τη γλώσσα.
Τότ' επιστρέφει ο φωτεινός και με ξυπνάει, κι είναι απ' ώρα ποτάμια οι φλέβες μου ανοιχτές,
καίγονται οι αρθρώσεις μου σαν τα χωριά, τα πόδια μου τυφλά παραπατάνε τα κόκαλά τους με τριγμούς βαθείς, πέτρα την πέτρα,
κατ' όπου κάποτε δροσιά των λιβαδιών και πόδια παιδιών που χόρταιναν ανατριχίλες,
κι ένα κορίτσι δούλευε των αγοριών τον κήπο μες στα νεράντζια των πλησίστιων στεναγμών του.
Τινάζομαι άξαφνα και λέω: "Τι θέλεις μες στη νύχτα, παλικαρά; Τα σπλάχνα μου απαιτείς;
Δεν πρέπει να 'χει σίδερο καρδιά για να σ' αντέξει αυτός που τρέχει στους γκρεμούς γυρεύοντας τα κρίνα;"
Κι αυτός: "Δεν πρέπει να 'χει τη γλώσσα του ο ποιητής, τρέλα καλά γαλβανισμένη;"
Και χάνεται, με παρατάει μες στη βαθιάν αλήθεια.

2.
Βαθαίν' η αλήθεια κάποτε, και βρίσκεσαι αίφνης ναυαγός στην ίδια σου πατρίδα.
Κι είναι κοράκι η λεμονιά και σκύλος το θυμάρι, το πεύκο τρώει τον άνεμο και το πανί τον γλάρο,
κι ο ναυαγός που δέρνεται δεν έχει πια καθόλου μνήμη: μια φλύαρη Ολλανδή κυρία η πνιγμένη,
των σκοταδιών περίγελος ο γέρος, των βράχων καταπίστευμα ο νέος, δυο φίδια χόρτο ο άνεμος και μια βελάδα λάσπη βασίλισσα στις λεμονιές.
Ναι! Όλ' αυτά ενόσω η θάλασσα καραδοκεί βαθιά σαν την αλήθεια, να κατεβούμε κάποτε στο κύμα του θεού, τα ζώα να φορτώσουμε στο πλοίο, κι εμάς ξοπίσω.
Ναι! Όλ' αυτά ενόσω καν δεν ξέρουμε αν σώζεται ακόμα Ιθάκη.
*
Βαθαίν' η αλήθεια κάποτε, και λες θα πάω στα βουνά, ψηλά~ θα πάω να βρω μια χαρακιά του ήλιου ανάμεσα στα πεύκα,
να στήσω εκεί μια δυο φορές τον ίσκιο μου σκιά, σαν άνθρωπος να ζήσω την εσχατιά του Ανθρώπου.
Μα έρχεται αποβραδίς το ποίημα δριμύ και στέκεται κι ακούει τα κήτη να γυρίζουνε στης πόλης τον βυθό•
"Εγώ, εγώ!" ολολύζουνε, κι η νύχτα, των αστέρων ο ποθοπλάνταχτος πλοηγός, μια σκοτεινή μαρμαρυγή γεμάτη δένδρων και κλαριών και φύλων και καρπών αποκαϊδια.
Έρχεται, λέω, το ποίημα -ο άστεγος των λέξεων- και αγρυπνάει παράφορα ολόκληρη την πρώτη αρχή, σ' έναν και μόνο πόθο~
ναι, αγρυπνάει και λέει βραχνά: "Για κοίτα θέσε ριζικά όλο αυτό το μορφικό συναίσθημα εν γένει,
που συγκροτεί του δέοντος τον ειδικό τον χαρακτήρα~ κι ας έχει ήδη αναστραφεί του Εγέλου η κολυμπήθρα".
*
Γι' αυτό, λοιπόν, θα υλοποιήσω την πρόθεσή μου αμέσως.
Τουλάχιστον εγώ δεν θα στερήσω τη Μούσα απ' τους παροξυσμούς που δικαιούται.
Κι όποιος ακούσει άκουσε, κι όποιος στραφεί και φύγει, κακό του κεφαλιού του.
Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής γνωρίζεται απ' τα δόντια, που χώνουν τα κοπρόσκυλα των λέξεων στο θρασύ χέρι της εξουσίας.
Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής τεκμαίρεται απ' τα όνειρα, που γρούζουν τα κοπρόσκυλα των στίχων στο ηλιόλουστο πλατύ της Ιστορίας.
Χώρια ή μαζί, κοπρόσκυλο• εδώ ή εκεί, ο ξένος! Τι έχω να χάσω απ' τη φωνή, του Λόγου ο μετανάστης;

[...]

5.
Ωστόσο, συναθροίστηκαν οι σκοτεινοί στον τόπο των δύστυχων βατράχων: ένας με το παλιό το στήθος και την καρδιά τραυλή,
κι άλλος που έσερνε μια χαλασμένη συνείδηση από τα σκουπίδια, τρεις νύχτες ευρωπαϊκές, κι ήταν καθόλου εργατικό επάνω το φεγγάρι.
Κι έλεγαν άνθρωπο το πρόστυχο απέξω, κι έλεγαν μέσα τον πρόστυχο άνθρωπο. Αυτά~
κι ένας που δεν γνώριζε τη γλώσσα, κατάλαβε τα λόγια τους, ώσπου αρρώστησε βαρύτατα σαν ποίημα,
και νήστεψε η γη τον πληθυσμό της, ορμητικά μπροστά στην πόρτα του αετού, και στου φιδιού την τρύπα, εκεί που είχε πλέον τη θάλασσά της η πνιγμένη.
Κι αυτός που γνώριζε τη γλώσσα σου καλά, κι είχε σβηστεί μες στο λιοπύρι των κολάρων, φώναξε: "Τα μάτια μου δεν είδαν τόπο θρασύτερο από τούτο τ' αλωνάκι!"
Έτσι το φώναξε: στεγνά και χάθηκε μες στα βιβλία, που ανοίγουν για να κλείσουν πολύ βαθιά, πολύ βαθιά (και σκοτεινά) τους ποιητές.
Κι ο άλλος, που δεν ήξερε τη γλώσσα, είδε στον πυρετό του ηφαίστεια μεσοπέλαγα, σαν νεκρικές πυρές:
ελπίδες, φόβους, αγωνίες και πάθη (τα υψηλά), τον πόνο μας, που γίνεται περιουσία με τον καιρό,
του έρωτα τη δύναμη• τραγούδησε: "Μόν' άλυσες, δεσμά! Αμ' τι, αμ' τι, για φάγωμ' είμαστ' όλοι!" Και πέθανε να πάει κατ' όπου τα χωριά των αθανάτων.
Απ' τ' ανωτέρω, άνοιξε ο δρόμος για την ανάστροφη γιορτή του πνεύματος, και τα στοιχειά της γης, και του νερού και του αέρα, όλη νύχτα θορυβούσαν στα μεταλλεία της Ιστορίας,
και οι τραχείς σιδηρουργοί των ιδεών δεν χόρταιναν να ρίχνουν στη φωτιά τις αντιφάσεις,
με τις οποίες χόρταινε σάρκα η μορφή ως χρήμα, ως ένα σύνολο αξιών, με την αυτόνομη μορφή της ανταλλακτικής αξίας, με τη χρηματική του έκφραση.
Ω, ναι! Με τη χρηματική του έκφραση, ο αγώνας για επικράτηση, που ήταν λοιπόν ένας αγώνας για κέρδος ή ζημία,
έγινε ξαφνικά ένας αγώνας ανάμεσα στα ερπετά και τη φτέρνα της ζωής: ο εχθρός ο κάτω, μια επιπλέον επιθυμία εδάφους, μια τρυφερή επανάσταση παιδιών και ποιητών. Παιδίων τε Ποιητών!
Ζωή με σχήμα του θανάτου, δηλαδή, ή κι αντιστρόφως.

[...]


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ (2010)

Τρίτη 24 Μαρτίου 2020

Lawrence Ferlinghetti: Το Άλφα Και Το Ωμέγα Του Παντός




Η πρώτη ανθρώπινη κραυγή στο πρώτο φως
Η πρώτη πυγολαμπίδα να τρεμοσβήνει μέσα στη νύχτα
Το πρώτο ερωτικό τραγούδι και σαράντα λυγμοί απελπισίας
Το πρώτο τραγούδι των Βίκινγκς δυτικά
Το πρώτο «Γη Μπροστά!» ψηλά απ’ το κατάρτι μιας Ισπανικής Γαλέρας
Το πρώτο Χλωμό Πρόσωπο που αντίκρισε ιθαγενείς
Το πρώτο Ολλανδικό εμπορικό στο Μαναχάτα
Ο πρώτος άποικος στην πρώτη μεθόριο
Το πρώτο «Σπιτάκι μου καλό κι αγαπημένο…»
Το πρώτο τραίνο για τη δύση
Ο Λιούις και ο Κλαρκ πρώτη φορά μπρος στον Ειρηνικό
Το πρώτο «Δυο οργιές βάθος!» στον Μισισιπή
Η πρώτη άρση φυλετικών διαχωρισμών από τον Χακ και τον Τζιμ με μια σχεδία μέσα στη νύχτα
Το πρώτο πενηνταράκι με Βίσονα και ο τελευταίος Βίσονας
Το πρώτο συρματόπλεγμα και η τελευταία ελεύθερη γη
Ο τελευταίος καουμπόι στην τελευταία μεθόριο
Ο πρώτος ουρανοξύστης στην Αμερική
Η πρώτη πάσα στο Στάδιο Γιάνκι
Το πρώτο χατ ντογκ με μουστάρδα στην κερκίδα
Ο τελευταίος Πόλεμος που θα δώσει τέλος στους Πολέμους
Το τελευταίο μέλος της Διεθνούς και ο τελευταίος Χριστιανο-αναρχικός
Ο τελευταίος επιζών της Ταξιαρχίας Αβραάμ Λίνκολν
Ο τελευταίος μποέμ με μπερέ
Ο τελευταίος «χειροποίητος» πολιτικός και οι πρώτες νοθευμένες εκλογές
Το πρώτο αεροπορικό χτύπημα στον πρώτο Δίδυμο Πύργο
Ο τοκετός μιας απέραντης εθνικής παράνοιας
Ο πρώτος Πρόεδρος ο πρώτος πλανητικός εγκληματίας που έκανε την Αμερική ένα Κράτος-Τρομοκράτη
Η πρώτη αυγή του συμμετοχικού φασισμού
Η προτελευταία ελεύθερη ραδιοφωνική εκπομπή
Το προτελευταίο ξεμπρόστιασμα από ανεξάρτητη εφημερίδα
Το προτελευταίο ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο με δική του τρέλα
Η προτελευταία αριστερή ματιά Ομπάμα-Νιρβάνα
Η πρώτη υπέροχη μέρα για το Κίνημα Κατάληψης της Γουόλ Στρητ προκειμένου να οικοδομήσουμε καταπάνω σ’ αυτήν την ήπειρο ένα Νέο Έθνος!

-ΤΕΛΟΣ-



Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Γιώργος Μπλάνας: Ο μοντερνιστής Ρίτσος



















Ας αφήσουμε στην άκρη επιτέλους τον κοινωνικό αγωνιστή Γιάννη Ρίτσο. Ας μην σκιάσουμε την εικόνα της ποίησής του με το καλοπροαίρετο αίτημα για έναν ακόμα εθνικό ποιητή, όπως κάποτε σκιάστηκε από την κακόβουλη αναγκαιότητα ενός αντεθνικού ποιητή. Αυτά τα πράγματα έχουν κριθεί, για όσους διαθέτουν κρίση. Ας θεωρήσουμε τις προκαταλήψεις, που συνεχίζουν να τριγυρίζουν το έργο του, ως αυτό που είναι: αστειότητες. Έγραφε πολύ, το έργο του είναι άνισο, έβαλε την πολιτική στην ποίηση, αφηνόταν εύκολα σε συναισθηματισμούς, δεν καταδίκασε τον σταλινισμό, άργησε να ωριμάσει ποιητικά, και ποιος ξέρει τι άλλο, κατά τη διάθεση και το έργο των απολογητών τής -επί του παρόντος λιγότερο επιζήμιας για τα συμφέροντά τους- ιστορικής στιγμής. Και αυτά τα πράγματα έχουν κριθεί, για όσους διαθέτουν κρίση.
Ας ασχοληθούμε επιτέλους με αυτό που κατ’ ουσίαν υπήρξε: ένας καταιγιστικός ποιητής, ο οποίος αφομοίωσε την ενέργεια της θύελλας του μοντερνισμού και την διοχέτευσε στην ελληνική γλώσσα, με φιλόδοξες προθέσεις και εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Ο Γιάννης Ρίτσος εμφανίστηκε επίσημα στα γράμματα το 1934 με τη συλλογή Τρακτέρ, που περιείχε ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1930 και την χρονιά της έκδοσης. Ο τίτλος του βιβλίου ήταν για τα ποιητικά δεδομένα της εποχής μια καινοτομία σκανδαλιστική. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τον πρώτο μοντερνιστικό τίτλο βιβλίου, μετά το Θείο Τραγί του Γιάννη Σκαρίμπα, ενός πρωτοπόρου συγγραφέα με τον οποίον είχε από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στενή σχέση ο Ρίτσος. Προφανώς, ο τίτλος Τρακτέρ είναι φουτουριστικός. Γνωρίζουμε πως το ιταλικό καλλιτεχνικό κίνημα του φουτουρισμού απέρριπτε οτιδήποτε παλιό, το ίδιο το παρελθόν με την αφόρητη στασιμότητά του. Οι φουτουριστές λάτρευαν την αναπτυσσόμενη τεχνολογία, ως αντιστάθμισμα στη συναισθηματική φυσιογραφία των συμβολιστών. Γι’ αυτό τα καλλιτεχνήματά τους έσφυζαν από στρεβλά γεωμετρικά σχήματα, που διαπλέκονταν, δημιουργώντας ρευστές μορφές. Η ρευστότητα, ιδίως, και η λατρεία της τεχνολογίας, συνέδεσαν τον ιταλικό φουτουρισμό με τον ρωσικό. Οι Ρώσοι καλλιτέχνες υπήρξαν ακόμα πιο προκλητικοί απέναντι στο παρελθόν και ακόμα πιο τολμηροί στις γραμμές τους. Ωστόσο, τα έργα τους είχαν ένα στοιχείο δραστικά ανθρωπιστικό, σε αντίθεση με το υποκρυπτόμενο στη λατρεία του ήρωα θεολογικό στοιχείο του ιταλικού φουτουρισμού. Για τους Ρώσους πρωτοπόρους, η τεχνολογία είχε χαρακτήρα εργασιακό, χωρίς ωστόσο να μπορούν ν’ αποφασίσουν αν η Ιστορία δρομολογείται από το δημιουργικό υποκείμενο ή από την οργανωτική επιβολή του εργοταξίου.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Γιώργος Μπλάνας: Στασιωτικό εκατοστό δέκατο πέμπτο




«Ό,τι ξεχάσεις κέρδος είναι,
ασύστατοι, σ’ αυτό το σαραβαλιασμένο
τετράγωνο που παριστάνει τον κύκλο», είπα.
«Τι νόημα έχει να θυμάσαι
μια μόνο νύχτα νύφη απάνω στολισμένη
τ’ άστρα τα προαιώνια
κι έναν γαμπρό να λούζεται
σ’ ένα ποτάμι άλλος, σαν το ποτάμι;
Θάνατος σαν τον θάνατο η μνήμη,
αν δεν μπορείς να βλέπεις κάθε νύχτα
αυτό που θ’ άξιζε ίσα-ίσα να θυμάσαι.
Κι εγώ, πρίγκιπά μου,
σου έβλεπα τα κάλλη της,
σου άκουγα την υγρή σιωπή
των ηδονών, που δεν θυμόταν
να χάρηκε το χώμα
των σπλάχνων της ποτέ. Δες τώρα,
η πριγκίπισσα μια πέτρα
μεσοπέλαγα, ζητιάνα των απάνω
βυθών και των κάτω πνιγμένων
έναστρων προσδοκιών
και αφέντρα και κυρά των ποταμών
και των βουνών και των ακτών,
μια [
] γουρουνομούρα <εκ>πρόσωπο<ς>
του έθ<νου>ς [
] και [
] να πώς <:>
] <η> αρχόντισσα ενοχλήθηκε [
«Πάρε το γουρουνάκι σου και χάσου από μπρος μου»,
] στην ζητιάνα [
«Θα φύγω», είπε εκείνη, «αλλά πρώτα
θα σε καταραστώ. Δέκα φορές γουρούνι
να είναι το πρώτο σου παιδί [
] ιδού η γουρουνομούρα: διδάκτωρ [
με κοιτάζει †συμβολαιογραφικά† <:>
«Πριν από τον 19ο αιώνα,
δεν υπήρχες. Σου είπαν,
τον 19ο αιώνα, πως είσαι κι εσύ
το δέχτηκες για να πουλήσεις
το παραμύθι του αρχαίου. Η αρχαιότητά σου
αποδεικνύει την αναξιότητά σου».
Σέρνει τα πορδαλέα καπούλια της·
σταματά κάθε τόσο -αν κινήθηκε ποτέ-
κοιτάζει στο<χαστι>κά [;] τον [
Μολ<ώχ,> βουτηγμένο στο αίμα, στο δάκρυ,
τις κραυγές των παιδιών στον βωμό του, καθώς
τα τύμπανα χτυπάνε σαν τρελά
και οι φωτιές ορθώνονται να κάψουν τα ουράνια
(Paradise lost. A Poem in Ten Books. The Author John
Milton). Ένας χάλκινος άντρας
με κεφάλι ταύρου –ο Μολ<ώχ>
και στέμμα ολόχρυσο απάνω στο κεφάλι
και φωνή [
] Τεύτων [
τρὶς ἐν τῷ βίῳ λούονται μόνον,
ὅταν γεννῶνται καὶ ἐπὶ γάμοις
καὶ τελευτῶντες (NICOLAI
DEMASCENI, ΠΑΡΑΔΟΞΩΝ
ΕΘΩΝ ΣΥΝΑΓΩΓΗΣ, Ex Ioannis
Stobaei florilegio, IX): «Μάλλον
οι περαιτέρω έρευνες και όχι
η αύξηση των †publicae† δαπανών
είναι εγγύηση βιώσιμων †coloniam† [
..............................................................
] σύστημα ανεκτό σε πρωτόγονες κοινωνίες
και πρωτόγονες σχέσεις. Π.χ.
να μην κρεμούν βρεγμένα ρούχα στους τοίχους για στέγνωμα
να μην απομακρύνονται χωρίς την άδεια του επιστάτη,
να τρώνε μαζί με τα ζώα τους [
..............................................................
σε μια καλύβα να του τραβούν δυο χαρακιές με το ξυράφι
να του ρουφούν το αίμα μ’ ένα κέρατο βοδιού
να του βάζουν στην πληγή κοπριά [
] και στην γλώσσα σκόρδο –
να μην τρέχει για νερό κι αφήνει την δουλειά
στην μέση του μεσημεριού
........................................................................
...................................................................
Κι εσύ, πρίγκιπα να προσπαθείς
να φυτέψεις λίγο μέλλον
σε σπλάχνα πέτρινα
κι η πέτρα να θρηνεί την ερημιά της:
«Λίγο αγκάθι, πρίγκιπα·
λίγο αγκάθι έστω – όμως δικό μου,
κάτω απ’ αυτόν τον ουρανό
που δεν θυμάται πια πως τον θυμάμαι».


Πηγή

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Σοφοκλής: Φιλοκτήτης




ΣΟΦΟΚΛΗΣ

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Αὐτή λοιπόν, Νεοπτόλεμε, εἶναι ἡ Λῆμνος· [1]
μιά πέτρα γῆ ἀκατοίκητη στή μέση τοῦ νεροῦ.
Ὅταν ἐσύ μεγάλωνες στήν ἱσχυρή Ἑλλάδα τοῦ Ἀχιλλέα,
ἐμένα μέ ὑποχρέωναν Ἕλληνες ἰσχυροί,[2]
νά ἐγκαταλείψω ἐδῶ τόν Μηλιά τοῦ Ποίαντα· [3]
μόνο, μέ μόνο σύντροφο τή φρίκη μιᾶς πληγῆς [4]
πού χόρταινε τό αἷμα καί τή σάρκα τοῦ ποδιοῦ του.
Ἐκτελοῦσα ἐντολές. Ὅμως κι ἐκεῖνος...
δέν ἄφηνε στιγμή σέ ἡσυχία τό στρατό.
Ἀναστέναζε, βογκοῦσε, καταριόταν!

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Γιώργος Μπλάνας: [Θυμάσαι, ανάθεμά σε;]



Πήρε τα μάτια του από τη γη,
κοίταξε γύρω του και είδε τον ουρανό
να αιμορραγεί σκοτάδι στα δόντια της πόλης.
"Αυτήν τη σιωπή μου ζητάς
να μιλήσω καρδιά μου; Πού ήσουν
πριν σε φωνάξω ακτή, στον βυθό
των πόθων μου; Πού ήσουν πριν ριχτώ
απ' την ακτή σου στον γκρεμό μου;

Την αλήθεια σου πεθαίνω, αρπακτικό
κι εσύ τρέφεις το ψέμα σου με τον αφανισμό μου''
είπε και δάκρυσε κάτι αιφνίδια φωτεινό.

Κάτι αιφνίδια φωτεινό δάκρυσε∙ όμως
δεν ήταν θλίψη ούτε απόγνωση βαθιά
που σηκώνει τον γιακά της ερημιάς
και συνεχίζει σκοτεινά.
Ηταν οργή. Σηκώθηκε, έβαλε εκείνα τα λινά παπούτσια
κι είπε στην πέτρα: ''Εδώ καρδιά μου
θα τριγυρίζω, ώσπου να μάθεις να πετάς:
πουλί αμετανόητο, ελάφι φωτεινό και φίδι μόσχος
στον αφαλό του ελαφιού.
Θυμάσαι, ανάθεμά σε;

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Γιώργος Μπλάνας: [Μια στιγμή να εμπιστευτείς το φως/ και πιάνει ο θάνατος δουλειά...]



Μια στιγμή να εμπιστευτείς το φως
και πιάνει ο θάνατος δουλειά.

Στα σπλάχνα ωρύεται ο αρχαίος λύκος
του παραδείσου. Στα αίματα γυρεύουν
κλαδιά και φύλλα και καρπούς
οι ρίζες των ονείρων.
Μερικά χρόνια λαλίστατης ευεξίας,
άλλα τόσα έγγραφου πόνου,
κι έπειτα το μεθυσμένο καράβι σαπίζει
στη Μασσαλία από καρκίνο του μυελού των ιστών.