Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Κοτζιούλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Κοτζιούλας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Γιώργος Κοτζιούλας: Vates




Αχ μεθυσμένος όπως είμαι οίστρο και νιότη,
με τα φτερά του πιο γοργά δε γυρνά ο μύλος.
Αν και μου λείπει μαρτυριά από χρησμοδότη,
θα μείνω στην πατρίδα, λέω, εξαίσιος θρύλος.

Θα μολογάνε πώς, μια μέρα του εικοσιέξι,
για την πρωτεύουσα ξεκίνησα απ' τα γίδια
και καρτερώντας πότε η Μοίρα θα μου στρέξει
να παίζω με το στίχο βάλθηκα πιτήδεια.

Σε δάφνες μοναχά ζητούσα ν' απογείρω
(πολλά μού γύρευαν, δεν έβλεπα άλλο χρέος).
Το πρόσωπό μου δεν ξεχώριζε απ' των γύρω,
αλλά όταν θα 'μαι αλαργινός θα 'μαι κι ωραίος.

Θα ζήσω πάλι σε μια νέα μακάρια πλάση,
σαν άστρο του βραδιού πίσω απ' ανάλαφρη άχνα,
δείχνοντας πού, καμιά φορά, μπορεί να φτάσει
παιδί βγαλμένο απ' τα δικά σου, λαέ, τα σπλάχνα.


Ο ΓΡΙΦΟΣ (1938)

Γιώργος Κοτζιούλας: Οδός Βίκτ. Ουγκώ, δίχως αριθμό




Το περασμένο ξάμηνο καθόμουν σε μια γριά,
κάποια κυρά Δημήτραινα, πλύστρ’ από το Μωριά.
Μαζί μ’ αυτήν επέρασα τον τελευταίο χειμώνα,
μες σε φωτογραφίες παλιές και μια ασημένια εικόνα.
Σαν έβρεχε, πλημμύριζαν οι λάκκοι στην αυλή
και μύριζαν οι κάμαρες· καθόντανε πολλοί
Μες στη δική μας η γριά, στην ψύχρα τη μεγάλη,
έφερνε και τ’ αδέρφι της, έναν παλιό χαμάλη.
Έγερνε αυτός ολάκερος απάνου απ’ τη φωτιά
κι οι τέσσεροι άλλοι παίζανε στην αγκωνή χαρτιά.
Κάποτε μάς ερχότανε κι η Τούλα η μαυρομάτα
-την έρμη! που με φίλευε καμιά βραστή πατάτα.
Μέγαρα αντίκρια υψώνονταν αριστοκρατικά
και στα παράθυρα έβγαιναν δυο δυο τα θηλυκά·
κρυφογελούσανε κι αυτές με τη μανία που’ χα
να κάνω εκτάσεις και λοιπά μες στ’ απλωμένα ρούχα.
Κει μέσα μού χαθήκανε (φύλλα μικρά χαρτί)
και κάμποσα χειρόγραφα που τα ’χα πως και τι.
Θα τα ’ριξε η Δημήτραινα κι αυτά μες στα σκουπίδια,
τα πέταξε σα να ’τανε φλούδες από κρεμμύδια.


ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ (1938)

Γιώργος Κοτζιούλας: Στροφές για τον ασύγκριτο




Ο Αλέξαντρος Παπαδιαμάντης, η μεγάλη
ψυχή, δεν είχε, λεν όσοι είδαν, να φορέσει
λουρί, γι’ αυτό κι εκείνος έδενε τη μέση
μ’ ένα σκοινί, σα διακονιάρης. Όταν πάλι
του’διναν τσάι ευρωπαϊκό σε σπίτι ξένο,
δεν το’παιρνε, γιατί δεν το’χε μαθημένο.

Φεύγοντας ύστερη φορά για τ’ ακρογιάλι
(πενήντα περασμένα κι είχε καταπέσει)
τον πήρε το παράπονο, έκλαιε, πώς να μη μπορέσει
τ’ αγόρι τ’ αδερφού του κάπου να το βάλει.
«Αχ, όπως ήρθα στην πατρίδα μου πηγαίνω»
κρυφοτρεμούλιαζε τ’ αχείλι πικραμένο.

Τίποτε δεν τους λείπει αυτών που γράφουν τώρα·
κι όμως τη χάρη ποιος την έφτασε εκεινού;
Κανένας άλλος, όση και να πάρει φόρα,
δε σώνει το χαλκά να πιάσει τ’ ουρανού.


ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ (1938)

Γιώργος Κοτζιούλας: Ένας φοιτητής βλέπει Σαρλώ




Της φίλης που το ξέρει.

Καθώς εζήταε μια διασκέδαση φτηνή,
με κάποιο τάλληρο που βρέθηκε στην τσέπη,
μπήκε στον κινηματογράφο, εδώ, και βλέπει
τον δοξασμένο Τσάρλυ Τσάπλιν στη σκηνή.

Τον είχε δει κι άλλες φορές, μα, σήμερα,
μπορεί να πει, καταλαβαίνει στην εντέλεια
την τέχνη ετούτη που σκορπίζει τόσα γέλια
στον άμαθο κοσμάκη τον απλό.

Αχ, αχ, αυτός ο στραβοπόδης ο Σαρλώ,
που ξεκαρδίζονται μ΄ αυτόν τα παιδαρέλια,
με την αιώνια αμηχανία του κι αφέλεια,
τι χρυσάφι έχει βγάλει από τα εφήμερα!

Κι ο νέος που γυρίζει μεσοχείμωνα
σε δρόμους κεντρικούς με πανταλόνια τρύπια,
φέρνει ολοένα στο μυαλό του τα τερτίπια
που συχναλλάζει ο κωμικός ο θαυμαστός.

Αχ, ας μπορούσε, Θεέ μου, κάποτε κι αυτός,
με στίχο ή με πεζό – λουλούδια από τα ερείπια –
να βγάλει δάκρυα, να κινήσει καρδιοχτύπια.
Λαμπρές ιδέες γυρνούν στο νου του επίμονα.

Με το σακκάκι γυρισμένο στο λαιμό,
με τέτοια σχέδια περπατώντας και παρόμοια
δεν νοιώθει πια την υγρασία στα πεζοδρόμια,
κι έχει μιαν ώρα ίσαμε το συνοικισμό.


ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ (1938)

Γιώργος Κοτζιούλας: Στον Αριστομένη Προβελέγγιο




Η μοίρα που οδηγάει τον ερμοσπίτη
μ' έριξε, Προβελέγγιε, στο νησί σου.
Σε ηύρα λευκόν, ενάρετο πρεσβύτη,
καθώς σε μια γωνιά του Παραδείσου.

Δίνεσαι, πλούσιος ως και σε μια σκήτη,
στη φύση και στον άνθρωπον εξίσου,
κι ενώ είχα φτάσει με αστασία αλήτη,
θέλω να μείνω πλάι σου, σαν παιδί σου.

Μοιάζεις μ' ένα σοφόν άρχοντα πράο
όπ' αγναντεύει πέρα απ' το πρεβάζι
κι ειρηνικά τη χώρα εξουσιάζει.

Στην πολιτεία της σκόνης ξαναπάω,
αλλά με παίρνει αλλιώτικον το πλοίο:
με κάτι απ' το δικό σου μεγαλείο.


ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ (1938)

Γιώργος Κοτζιούλας: Θέλω να γράψω




Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά το κέφι,
που είναι απαραίτητο, δεν έρχεται ποτές.
Η κακοπέραση κατόπι επιστρέφει
κάτι στιγμές που τις θαρρώ ξεχωριστές.

Θα σας μιλούσα εκεί για τη βασανισμένη
ζωή μου, για τα χρόνια τα φοιτητικά·
θα σε φανέρωνα και σένα τότε, Ελένη
με όσα δεν είπα σε κανέναν μυστικά.

Οι νέοι που γράφουν δεν διαβάζονται και τόσο,
πρέπει να φτάσεις τα πενήντα ν' ακουστείς.
Μα εγώ ως τα τότε πώς αλλιώς θα ξαλαφρώσω,
που δε μου αρέσει πια να λέγομαι ποιητής;

Δεν υποφέρονται άλλο οι στίχοι οι κουδουνάτοι,
αυτά σου τα μαθαίνουν κι οι στιχουργικές.
Είμαστε σύμφωνοι, αναγνώστη ανοιχτομάτη,
πρέπει να λείψουν οι συνήθειες οι κακές.


ΣΙΓΑΝΗ ΦΩΤΙΑ (1938)



Γιώργος Κοτζιούλας: Μαρία Πολυδούρη




Πολύ ακριβά πληρώσατε, Μαρία
τη φήμη –πολυτέλεια περιττή–
που σ’ ανθοδέσμες ήρθε προσφερτή
στην πιο βαριά γυναίκεια καρτερία.

Η αριστοκρατική παρηγορία,
που στάθηκε στην κλίνη σας κλαφτή,
δεν ήταν συγκατάβαση αρκετή
για τρίτη θέση μες τη «Σωτηρία»;

Ω, αν πέρασε η ζωή σας τραγωδία
κι έπρεπε να φανεί η μοιραία στιγμή
για να προφτάσει η επίσημη τιμή,

θα φύγετε όμως με τη συνοδεία
της τυμπανοκρουσίας των θαυμαστών
Ελλήνων κριτικών και ποιητών.


ΕΦΗΜΕΡΑ (1932)

Γιώργος Κοτζιούλας: Ελεγείο στον Καρυωτάκη




Και συλλογιέμαι, Καρυωτάκη, τώρα
που η νύχτα πια του ερέβους σε κρατεί
για πάντα στης ανυπαρξίας τη χώρα,
συλλογιέμαι τη μοίρα του ποιητή.

Μια νύχτα, είχες βρεθεί χωρίς κανένα
σύντροφο στ' ακρογιάλι ναυαγός
και πέρα κάπου εγύρναες ολοένα
τα βλέμματά σου, αιώνιος νοσταλγός.

Ήσουν, αλήθεια, τόσο απαυδημένος
απ' τον αγώνα τον καθημερνό:
ένας μεγάλος εγκαταλειμμένος
από την γη και τον ουρανό

Και μες στην ώς θανάτου απόγνωσή σου
ξάφνου σε μια πικρότατη στιγμή
ερίχτηκες στα βάθη της αβύσσου
όπου τελειώνουν όλ' οι σπαραγμοί

Τι να σου πω και πώς να σε θρηνήσω,
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω
και μόλις τώρα σ' ένιωσα, νεκρό.

Μα κι αν εχάθης, ακριβέ, μού μένει
σ' αυτόν τον ασυμβίβαστο καιρό,
μου μένει σαν υπόμνηση η ειμαρμένη,
και ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ.


ΕΦΗΜΕΡΑ (1932)

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργος Κοτζιούλας: Στου Δάλλα το ξεκίνημα




Ένα μικρό κλεφτόπουλο που ζήλεψε αντρειοσύνη
τα χειμαδιά δεν το κρατούν, το Λούρο τον αφήνει
και μ' άργανα λυπητερά, με σείσματα όλο ζόρκα
νεκροστολίζει ο μπράτιμος το Φεδερίκο Λόρκα.

1948


ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ (1953)

Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Μια ώρα με τον κ.Κώστα Βάρναλη (συνέντευξη του 1932 στον Γ.Κοτζιούλα)



Διαβάστε τα εισαγωγικά σχόλια του Ν.Σαραντάκου εδώ.

Μετά τον κ. Κωστή Παλαμά, το γενάρχη και το σχολάρχη, όπως τον ονόμασαν, των ποιη­τών μας, έρχεται σήμερα η σειρά του κ. Κώστα Βάρναλη, ποιητή όχι της τελευταίας ώρας (αυτοί συνηθίζουν να σβύνουνται με την ίδια ευκολία που επιβάλλονται), αλλά της πρωτοπορίας. Ο παραπάνω τίτλος, τόσο ζηλευτός και τιμητικός για την ανήσυχη κι αεικίνητη εποχή μας, αξίζει ολωσδιόλου δίκαια να του δοθεί, γιατί ο Βάρναλης δεν αντιπροσωπεύει και δεν πραγματοποιεί μονάχα μια απλή ποιη­τική αναζήτηση, από τις πολύ φυσικές και συ­νηθισμένες στην ιστορία της τέχνης, αλλά βρίσκεται επικεφαλής —στον τομέα βέβαια της ιδικής του ασχολίας— ενός κινήματος με γενικότερη σημασία και με απροσδιόριστα ακόμη αποτελέσματα. Γι’ αυτό και οι σημερινοί νέοι, οι φυσικοί σημαιοφόροι, και πρόμαχοι κάθε καινούργιας ιδέας, καλλιτεχνικής ή κοινωνικής, που δεν έπιασε ακόμη ρίζες μες στο χώμα, αναγνωρίζουν στον ποιητή του «Καλού πολίτη» τον αποκλειστικό ποιητή τους, μ’ ένα φανατισμό ολότελα νεανικό, φτάνοντας κάποτε ως την αδικία με το να μην παραδέχονται κανέναν άλλον επί γης. Οι «Μοιραίοι» του, που μες στους καπνούς και τις βρισιές της υπόγειας ταβέρνας κλαίνε την τύχη τους κι ανιστοράνε τις κακομοιριές των, έχουν γίνει ένα από τα δημοτικότερα ποιήματα της νέας γενεάς κι έχουν ανυψωθεί σε αληθινό σύμβολο, μολονότι, εδώ που το ’φερε ο λόγος, δεν πρόκειται παρά για ένα ποίημα με μέτρια τεχνική αξία, από τα παλιότερ’ άλλωστε του ποιητή.

Για το Βάρναλη κυκλοφορεί η φήμη πως περνάει τον καιρό του στα κρασο­πουλειά, άμα δε ραχατεύει στον καφενέ της Δεξαμενής παίζοντας τάβλι, και πως σπάνια μπορείς να τον πετύχεις αλλού πουθενά. Όμως η διάδοσις αυτή, όπως κι όλες τους, είναι υπερβολική και μπορώ, νομίζω, να την διαψεύσω. Εγώ τουλάχιστο ομολογώ πως δεν εδυσκολεύτηκα καθόλου να τον ανταμώσω και πως κατόρθωσα να του πάρω τη συνέντευξη από την πρώτη στιγμή που τον είδα και τον εγνώρισα. Τον εβρήκα στο σπίτι του, ένα καθόλου πολυτελές ανώγειο της οδού Ζαλοκώστα, το μεσημέρι την ώρα που είχε στρωμένο το τραπέζι κι έτρωγε…  ντολμάδες. Ομοτράπεζός του ήταν η κυρία του, με το πατρικό ό­νομα Μοάτσου, που υπηρετεί στην Α­θήνα ως καθηγήτρια της γαλλικής και γράφει και η ίδια στίχους —έχει εκδώσει κιόλας μια συλλογή— ολότελα βέ­βαια διαφορετικούς από τους επαναστα­τικούς και υπέροχους του αντρός της.

Η ώρα ήταν ακατάλληλη φυσικά για τη δουλειά που πήγα εγώ —ο άνθρωπος πεινούσε κι ήθελε να φάει— αλλά ο ποιητής πρόθυμος κι ευγενικός, μου ’δωσε την άδεια ν’ αρχίσω. Κι έτσι μαζί με τις μπουκιές του… κατάπινε και τις ερωτήσεις μου.

— Θα σάς ρωτήσω ό,τι θυμηθώ και θα μου απαντήσετε όπως σας αρέσει. Θα σας ακούω και δε θα κρατώ ση­μειώσεις…

— Σύμφωνοι. Λέγετε!