Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Κόρφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τάσος Κόρφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Τάσος Κόρφης: Σπουδή σώματος




Άφησέ με να σου γνωρίσω το σώμα σου
Ξεκινώντας από τα πιο βασικά
Όπως τα γράμματα του αλφάβητου στη γλώσσα,
Για να πάψεις να υπομένεις τα πολύχρωμα ενδύματα,
Προπάντων τα μαύρα, που πολύ αγαπάς,
Γιατί επιτρέπουν στη θερμότητα να σ' ερεθίζει.

Χέρι πάνω στο χέρι, άσε με να σε οδηγήσω
Στις εξάρσεις και τις χαράδρες του κορμιού σου
Εκεί που οι θύελλες μαίνονται κι οι λίμνες
Καθρεφτίζουν τους ιμέρους σου -ψηλοί, αιχμηροί βράχοι
Που ακούραστοι παλινδρομούν
Εντός σου.

Έχω τόσο καιρό ιχνηλατήσει -από επικίνδυνους φεγγίτες-
Τις ομορφιές του αμπελώνα σου,
Που μπορώ να σ' αναπλάσω ολόκληρη,
Ωραία σαν σελήνη, φωτεινή σαν αυγή, πολύφυλλη σαν νύχτα,
Με τους αγρούς σου ακόρεστους για γόνιμα ύδατα
και τις θύρες σου ανοιχτές στις νέες αφίξεις.

Έλα, λοιπόν, να σου γνωρίσω -με τις αισθήσεις και
τη φαντασία μου-
Το σώμα σου, πιο βαθύ κι απ' το θάνατο,
Που, περίφοβη, προσπαθείς να κρύψεις.

Δημήτρης Σουρβίνος: Το πανδοχείο στο δάσος




του Τάσου Κόρφη
in memoriam

Κυνηγημένοι της Κακοκαιρίας
ξεσπιτωμένοι
πρόσφυγες
με ανάστατα μαλλιά
υποδήματα σχισμένα
ένα σάπιο παλτουδάκι
ριγμένο όπως-όπως
στους ώμους τους λιπόσαρκους
οι νεκροί
οι νεκροί καταφεύγουν
τρυπώνουν στα ποιήματα
εξαντλημένοι στρατοκόποι
ντροπαλοί
μή ταχα και γλυτώσουν
απ’ τη σκληρή τους
περιπέτεια

Ά το Πανδοχείο
της καλωσυνάτης θαλπωρής
στα έξαφνα
μες στην καρδιά του μαύρου
πηχτού δάσους!

Παίρνουν
μες στα λιγνά τους δάχτυλα
οι νεκροί
μια κούπα
ένα ρόφημα ζεστό
να πιουν
κάπως να στυλωθούν
μια παρηγόρηση
στα παγωμένα στήθη τους
μια ενδυνάμωση

Κυνηγημένοι της Κακοκαιρίας
ξεσπιτωμένοι
έρμαιοι κι απροστάτευτοι
οδεύουν οι νεκροί
πορεύονται
με το σάπιο παλτουδάκι τους
βολεύονται
μες στα ποιήματα
είναι κι αυτά
μια στέγη επιτέλους
να μη τους μαστιγώνει
η βροχή
να μη διαλύονται

Εκεί
μες στα ποιήματα
ευρίσκουν οι νεκροί
εν’ αποκούμπι για να επιζήσουν
γλυκά να φέγγουν
μετά θάνατον


ΑΠΟΗΧΟΙ ΣΕ ΠΛΑΓΙΟ ΦΩΣ (2004)

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

Τάσος Κόρφης: Για νέα λιμάνια


Τάσος Κόρφης, Δημήτρης Ι. Σουρβίνος, Έκτωρ Κακναβάτος
(φωτογραφία του Δημήτρη Κονιδάρη)

Έλεγα να ησυχάσω απ' τη ζωή, να βρω
μιαν άκρη ν' ακουμπήσω την καρένα μου,
να ξεκουράσω τους κουρασμένους μου νομείς,
να κλείσω τα φινιστρίνια μου να μη βλέπω,
να σκουριάσουν οι σειρήνες μου να μη φωνάζω,
τα φύκια να σκεπάσουν τις λαβωματιές μου, να μην αισθάνομαι.

Μα ο βυθός, ο τάφος μου, φουντώνει από χυμούς
με τα κοχύλια, τα λουλούδια, τις διαθλάσεις του φωτός
στα βάθη, τ' ασημένιο, έντρομο
λίκνισμα των ψαριών.

Φλέγομαι, πυρπολούμαι για νέα λιμάνια!

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2018

Τάσος Κόρφης: Η θάλασσα γίνεται κήπος




Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος.
Στερεύουν το φως στις γυμνές αποβάθρες. Μ' ασβέστη
σκεπάζουν τα δάκρια. Σεντόνι λευκό χειρουργείου
σκεπάζει τ' ανήσυχα χέρια.

Μικραίνει ο κόσμος μα εσύ, ματωμένη καρδιά μου, πολύκαρπο ρόδι,
και πάλι μαζί σου με πας ταξιδιώτη για ναυάγιο και πάλι
και πάλι σκιρτά σαν πουλί μες στο χιόνι, σαν ελπίδα αιχμαλώτου.


ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ (1977)

Τάσος Κόρφης: Φυρονεριά




Χρώμα πάνω στο χρώμα, πώς να σωθείς καρδιά;
Στα βίντσια της συνήθειας κρεμάσαν τα παιδιά.
Πνίγηκε η θάλασσα η βαθειά σε μια νεκρή αμμουδιά.
Φυρονεριά.

Πού βρίσκονται; Πού βρίσκομαι; Διπλώνει το πανί.
Για τα φορτία που χάσαμε κανένας δεν πονεί.
Κουφάρια τ' άσπρα κύματα. Του ναυαγού η φωνή
με τυραννεί.

Και να 'ξερες, ω να 'ξερες ποιος το χορό κρατεί.
Ποιος θα φανεί κι αν θα φανεί στην άδεια κουπαστή.
Σ' αγγέλου χέρια θα βρεθείς, σε δάχτυλα ληστή
βασανιστή;


ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ (1977)

Τάσος Κόρφης: Ο κολυμβητής με το walkie-talkie




Και πάλι, χειμερινοί κολυμβητές, αναζητώντας
πολύτιμα όστρακα κοντά στα Κύθηρα, σκοντάψαμε
σε μπρούντζινη, εφηβική ομορφιά, νεκρή στην κάτασπρη άμμο.
Πρόσωπο ανέγγιχτο απ' τη στριδώνα, που έλαμπε
ακόμα και χωρίς μάτια, χέρια: κουπιά σε ορτσάρισμα
ακούραστα για το καινούργιο
και μες στη μέση του -βαρίδι του θανάτου- ένας μικρός πομπός.
Τι να 'θελε να πει ο έφηβος κολυμβητής, ποιο σήμα του να δώσει
στ' ανήσυχα καράβια που ομορφαίνουν
τη θάλασσα;


ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ (1977)

Τάσος Κόρφης: [Νειότη πασίχαρη σ' ένα φθινόπωρο]




Νειότη πασίχαρη σ' ένα φθινόπωρο. Σ' έρημους δρόμους
που πλάνης για πλάνες γυρίζω, άστραψε ο κόσμος.


ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ (1977)

Τάσος Κόρφης: [Πόσο γρήγορα]




Πόσο γρήγορα απλώθηκες μέσα μου
κηλίδα μύρου σε νεκρή θάλασσα.


ΕΡΓΟΧΕΙΡΑ (1977)

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Τάσος Κόρφης: Της μοναξιάς



Και μη θελήσεις να σου προσφέρω τη μοναξιά μου,
Αυτή την ήρεμη ακροθαλασσιά με τους πευκώνες,
Τ’ αρχαία ερείπια, τα φοβισμένα ζώα, τα κρίνα
Των βράχων. Μη θελήσεις να σου προσφέρω τις ώρες μου,
Σπαταλημένες σε πολυσύχναστους σταθμούς,
Ανάμεσα στην πλήμμη των επιστροφών και τη ρηχία των αναχωρήσεων,
Λησμονημένες αποσκευές,
που δεν περιμένουν πια κανένα.

Εσύ,
Όσο κι αν στάθηκες κοντά μου, κι αν με τύλιξες
Με τις βαθύκολπες πτυχές σου σαν ζεστό ύφασμα,
‒Που προστατεύει το χειμώνα τα έρημα αγάλματα‒
Μη θελήσεις να σου προσφέρω την ηρεμία που δοκίμασα,
Τριγυρνώντας σε φτωχογειτονιές ολομόναχος,
Κι ανάβοντας με τη φλόγα της καρδιάς μου
Τους λυχνοστάτες από σπίτι σε σπίτι.


[Aπό τα Εγκώμια (1993), τώρα στα Ποιήματα Β΄, Πρόσπερος, Αθήνα 1997.]

Πηγή