Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έκτωρ Κακναβάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έκτωρ Κακναβάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Έκτωρ Κακναβάτος: Από το φάκελο μιας αστροφεγγιάς (απόσπασμα)


                … έρμη σκλάβα

                πικρή ρωμιοσύνη

                  Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ


… κι αν δεν είναι έτσι;

κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα;

βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα νά ’ρχεσαι

έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά,

μπροστά μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων

και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…

μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία,

να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών

ν’ αλλάζουν σημαία

τους απεργούς θερμαστές στην προκυμαία

να σουλατσάρουν πεισματάρηδες

με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα

στις φούχτες

να ψάχνουν για μπορντέλα

να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο

με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη

για την ανάσταση του γένους…

εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός :

ορκίστηκαν όλοι,

άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα

άλλος στ’ όνομα της κορούλας του

άλλος στον άγνωστο στρατιώτη

άλλος… πού να θυμάμαι τώρα,

μα ο τελευταίος

αχ θεέ μου, τί στιγμή ήταν εκείνη…

…………………………………….


Χωρίς ραδιουργίες,

έτσι όπως απόγεμα μεγάλο σάββατο

μου βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό

απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα,

φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια,

ανάμεσα σε δυο θάλασσες

από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο

και στη μέση το σημάδι

το ματωμένο.


Πού να βρω πια ησυχία; την άλλη μέρα

ήρθε το μήνυμα σκληρό: το πτώμα σου

τσαλακωμένο όπως το τραίνο που 'πεσε στη χαράδρα

το βρήκανε στη βαϊκάλη μογγόλοι ψαράδες

να πλέει δίπλα σε μια ψάθα'

τότε πια πάει κ' η αγιά σοφιά

πάει και το μεσολόγγι

πάει κι ο νότης μπότσαρης

οι αργοναύτες παντεύτηκαν στη βραζιλία,

σκόρπισαν τα μαλλιά του αγαμέμνονα

στους πέντε ανέμους

κάψανε τα πλοία

και δεν ξαναμίλησαν για τη μονεμβασιά.


Το βράδυ..., τι λέω;

κάθε βράδυ

όλα τα βράδια

αστροφεγγιά βάρβαρη

αστροφεγγιά των λογγοβάρδων

αστροφεγγιά σαν ξερό χταπόδι

κατάντικρυ σ' έναν ήλιο μασσώνο

βυρσοδέψη

…………………………………….


[...]



ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ (1972)

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος: [Το χάος είναι από άρτο της προθέσεως]

 


του κ. Ιάσονα Δεπούντη


Το χάος είναι από άρτο της προθέσεως

                Αριθμοί παραπληγικοί από ορθοπληξία

                                                   ακροάζονται την αλαλία του

                                βυθοσκοπούν τις ενοχές τους

                η αμαρτία τους είναι που συνεχίζουνε ενάρετοι

                                                                              και επηρμένοι

Ίσως η άλλη ράτσα αριθμών της άλλης γλώσσας

          ίσως οι σεληνιακοί αγγίσουν τα σφυρά της αταξίας

και ξεχυθεί ορίζοντας αλλότροπος

                                         από τ' ανατιναγμένο ρόδι


ΧΑΟΤΙΚΑ Ι (1997)


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος: Από το φάκελο μιας αστροφεγγιάς




                … έρμη σκλάβα
                πικρή ρωμιοσύνη
                  Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ


… κι αν δεν είναι έτσι;
κι αν ήταν αλλιώς τα πράγματα;
βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που σ’ είδα νά ’ρχεσαι
έτσι όμορφη, έτσι φανατικιά,
μπροστά μπροστά στη φάλαγγα των λογγοβάρδων
και να βουίζει το πλήθος: χαίρε αυγούστα…
μα εσύ έβλεπες κατά τη βραζιλία,
να παροπλίζονται τα πλοία των αχαιών
ν’ αλλάζουν σημαία
τους απεργούς θερμαστές στην προκυμαία
να σουλατσάρουν πεισματάρηδες
με ξεφτίδια απ’ τα μαλλιά του αγαμέμνονα
στις φούχτες
να ψάχνουν για μπορντέλα
να συζητούνε καθισμένοι στο μουράγιο
με το νέστορα, τον άγιο γεράσιμο, το νότη μπότσαρη
για την ανάσταση του γένους…
εκείνη τη νύχτα έγινε ο χαλασμός :
ορκίστηκαν όλοι,
άλλος στη μάνα του την κλυταιμνήστρα
άλλος στ’ όνομα της κορούλας του
άλλος στον άγνωστο στρατιώτη
άλλος… πού να θυμάμαι τώρα,
μα ο τελευταίος
αχ θεέ μου, τί στιγμή ήταν εκείνη…
…………………………………….


Χωρίς ραδιουργίες,
έτσι όπως απόγεμα μεγάλο σάββατο
μου βάλανε για πρώτη φορά τον αιματοσταυρό
απ’ το σφαγμένο αρνί του πάσχα,
φριχτό σημάδι ανάμεσα στα μάτια,
ανάμεσα σε δυο θάλασσες
από τη μια το αιγαίο από την άλλη το ιόνιο
και στη μέση το σημάδι
το ματωμένο.

[...]


ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ (1972)

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

Έκτωρ Κακναβάτος: Στοχαστική ενατένιση της έσω Μάνης




Πρώην υπερσυντέλικος, οψέ πλατωνιστής
φυσώντας άγριος μπουνέντης
κι ο δείκτης του γαγγραινιασμένος
κι όμως ατάραχος
πέρασε μέσα απ' το ταμπούρλο
σαν οξφορδιανή περούκα
όπως η αιωνιότητα γίνεται περιστέρι
κατά τα ειωθότα.


ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ (1981)

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Έκτωρ Κακναβάτος: Ούριος άνεμος




Είναι που τα μάτια μου
έρπουνε στο μελί κορμί σου
γεμάτο φυσαρμόνικες
κι ανοίγουν στράτες του χαμού και πάω·
χαμένος πάω σε ντερβένια
όπως λιώνει πρωινή μοτοσυκλέτα
θωρώντας την Τριπολιτσά εν στύσει.


ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ (1981)

Έκτωρ Κακναβάτος: In hyperbola





You cannot say or guess
for know only.
T.S. ELIOT, The Wasteland

Έτσι που παγιδεύτηκες στο καταπέτασμα
κι ως μαϊνάρεις με τη γνώση
δεν είναι να μαντέψεις
δεν είναι μαντεύοντας να πεις
είναι μόνο να γνωρίσεις,
μόνο·

δε θα σου δοθεί να δεις
τα σχήματα που είναι ανίδωτα
ν' ακούσεις λέξεις που
εντός τους κλείστηκαν αρχαία τζιτζίκια
και που σωπαίνουν από μόνες τους
μη γίνουν λόγος
και μόνο in hyperbola ηχούν,
δεν είναι

λέω δεν είναι δα του καθενού ν' ακούει
τον ύπνο του νερού, να δει της πέτρας την έπαρση,
ότι βαστά του ραδιοαστέρα,
ή που το φως του φεγγαριού ιερουργεί,
κέρνος από φωνήεντα κι αθώα καλάμια·
είναι της άλλης αίσθησης να είσαι
μέσ' από αιώνες η στιγμή του κεκραγέναι:
χαίρε ως δυνατότητα τερατική η τρέλα
χαίρε ως προβλήτα η αντιλόπη
χαίρε ότι καταδώ λοξοδρομείς
η νυχτοαλκυόνα.


ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ (1981)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (22)




Με κοιτάζεις ένα φτερό που εντός μου λάμνει
ένα σήμα κινδύνου μ' ακούς
σα φράγμα που έσπασε
και τα νερά κατεβαίνουν
σαν είδηση με σκέφτεσαι
που λιώνει τα νεφρά
σαν κοπετός μέσα στο αίμα

όταν το μάρμαρο θερίζει τον ήλιο

μ' άγγιξες μ' ένα λυγμό απ' τον αιγόκερω
όπως ένας όλεθρος από ατρείδες
πώς λοιπόν μπορεί να μην είσαι φως;


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (19)




Τα όσια λείψανα όλα τα εντόσθια σκεύη
αν σου πετάξει άχρηστα
έξω που μαίνεται και μαίνεται
αβάσταχτο το φως μες στα περάσματα
τι θ' απομείνει απ' τον απρόσιτο κρόταφο
όταν απόμαχος
όταν έγχρωμος με οξείδια μετάλλων
θα φωσφορίζει ορθός σαν οίδημα
και θα συρίζουνε με τα μυαλά χυμένα οι δίνες;

η ώρα που θα σημαίνει έξοδο
πέρα από τη νόηση
τα τύμπανα με υλακές απ' τα ηλιοστάσια
ο ήχος που το κάθε σχήμα θα 'ναι
που θ' αντιφωνεί
τι θ' απομείνει πες μου
παρά επίμονος ο λίθος να γεωμετρεί
αδιάλλαχτο το τραύμα να ματώνει


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (18)




Αν αυτό που από το κάθε σχήμα είναι
ήχος κι από τον ήχο ρώτημα
αν αυτό το ρώτημα που μες στα ηλιοστάσια
αυτόχθονο υλακτεί σαν τύμπανο νυκτόβιο
με ώχρες βαμμένο και όπια κίτρινο
μαβί άσπρο και πονεί
πονεί ατέλειωτα μες στα λιθόστρωτα του λόγου
αν αυτό που ακόμη ανθίσταται
ανυποχώρητο
αυτό το στερνό λέγω από πανάρχαιη καστανιά
κι από σχιστόλιθο ανθρωπολύτη κατακόρυφο
προεκταθεί ως την αγέρωχη σιωπή
αν μείνει κατάμονο
σ' αυτή την ερημιά της γνώσης
έτσι που να 'χει μέτρο
που να 'χει όγκο το μηδέν
αν πιεί τον ίσκιο του από έξαρση
ή στον αγέρα αφανιστεί από αυτάρκεια
κι αν το ικρίωμα που έστηνες σου ανατρέψει


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (8)




Στη νέα μεθόριο πρωτόζωο λαβώνεσαι
απ' τη νέα αυθυπαρξία κι απ' το σέλας
να βυθομετράς το θάνατο
στο γνεύσιο

η σάρκα σου
γυαλί απέραστο κατά εξάδες
δάσος τα πετρένια οστά
σχίζουν σε βέργες τον άνεμο
μα η ρίζα έγκυα οδοιπορεί σα θειάφι


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (7)




Περάσαμε λοιπόν οι άνθρωποι απ' εδώ;
καπνοί αρχαίοι ξέμειναν
στη μνήμη
στους φεγγίτες
κάρβουνα οι παντοκράτορες
κ' οι θολοί μελαψοί

πηχτός
απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο
άλλη τροφή από το πέτρωμα δεν έμεινε
πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα;


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (5)




Άλλο από το παραλήρημα δεν σου 'μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας
ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (4)




Πώς να ξεχάσω τη φραγκοσυκιά σου
τη μόνη που έμεινε
να περιμένει τον υετό
να περιμένει
μέσα σε δεκατέσσερις χιλιάδες ήλιους δυσμενείς
όταν το καθημερινό μου χέρι
δίνεται μουσκεμένη ψίχα
σε οισοφάγους στην κάθε πέψη;

ύστερα πελώρια ρωγμή ως κάτω
το στρόντιο δεσπόζει φρέσκο
απάνω που περίμενες έναν υετό μεσσία


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Έκτωρ Κακναβάτος: Η κλίμακα του λίθου (3)




Αρχή αρχή το δέρμα σου
αξία πρώτη ένα στρώμα μέταλλο
κόβεις νομίσματα για τους λαβδακίδες
ένα μίλι πάθος για τον αρχαίο ιησού
για τα χερουβικά σφήνες στις αρθρώσεις
για όλα το δέρμα σου για όλα

ώσπου το υπέρμαχο τείχος σχίζεται
ύστερα παιδιά πρησμένα από το φως
ψάχνουν για ένα κομμάτι έλασμα
να κόβει


Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ (1964)

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

Έκτωρ Κακναβάτος: Το ενδέκατο καλοκαίρι ενός αντι-κλασικού




Σκούντρησε πάνω σε αντισυνάρτηση.
Τότες τους ήρθε πρώτος αυτός ένας ενδέκατος
να πει για τη φωνή του
που αφού τόσες φορές εχάθη θα 'βγαινε πια κατάσπρη
και πως η πάθηση του των νεφρών
λέω η λύπη του, στο κάτω κάτω μόνο λουλακί,
θα 'δινε απέναντι όπως το κάθε χελιδόνι
ή κάτι πιο πλαγιογώνιο.
Πήραν να τον γαυγίζουνε τα πυραμιδοειδή
οι καύτρες κι άλλα ξυλάρμενα,
η πέρα στεριά κάθε που τον έβλεπε
έκοβε τις πρυμάτσες, έφευγε,
κ' η θάλασσα ο Αναξιμένης ο Πετρόμπεης
οι αριστεροί ετεοκρήτες κι άλλες λοφοσειρές
του Σεπτεμβρίου
βαλθήκανε με κεκραγάρια και στουρναρόπετρες
ν' ανοίγουνε τη φλέβα του,
ακούστηκε χτύπος έναστρος των πλατανιών
η αντισυνάρτηση έγινε κομμάτια.

Ανήμερα των συντελείων βγάλανε απ' τα νερά
την ισότροπη ευθεία τόσο κάθετη στον εαυτό της
που του λιμενάρχη η γυναίκα, μια παλούκω,
του χώθηκε στον θυρεοειδή.
Τότες ο αδελγής επήδησε τον θυρωρό του
ως τα χτες ηλικιωμένον άνθρωπο
που μια στιγμής εφάνταξε στην εφηβεία ολάσπρος
από τον ξαφνικόν ηδονισμό
κ' ύστερα στο βυθό ευθυτενής καρφώθηκε
ανάμεσα στις σμέρνες.

Δεν έμενε πάρεξ ένας γαρμπής να πάρει
αυτά τα φρόκαλα, γράφτηκε βλέπεις του παρακεντέ
να μας εσώσει
λες και χαθήκανε οι δοξαστικοί ανέμοι
και να πώς μας έσωσεν ετούτος:
σκάβοντας με τα πισινά του όπως σκυλί
ξέχωσε μια προελλαδική μασέλα στις Σπέτζιες
το μόνο από τα λυκαυγή πτηνά εφέτος,
αυτόν είταν όλο.

Διάβηκε λοιπόν κι αυτό το καλοκαίρι.
Οι άλλοι κλασικοί πήγανε βέβαια του χαμού
σκοτεινιασμένοι.


ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ (1978)

Έκτωρ Κακναβάτος: Σκυρόδεμα




Ποδήρης Λανσελότος ντυμένος σίδερο
απέναντι ζεστό λιθάρι σημάδι του κάρβουνου
κι ανάμεσό τους όλος λέπια ο μύθος.

Ακούγοντας τον Γαλαξία μάντευες σχήματα·
μπήκαμε τότες στην ερώτηση: ίνα τι οι μπετονιέρες
επληθύνθησαν και κατακυριέψανε τη γης;

Μες στην απελπισιά του ο πλαστικός φαλλός
γύρευε να περιτμηθεί·
το ηλεκτρικό αλλελούια παράδερνε
όπως στην αιχμαλωσία του ο γορίλας.
Α η παραφορά του που τον βιάζανε απανωτά
δίνοντας όλα του τα καλλίγραμμα ο γύψος.

Ένα κουρέλι απ' το χαρτένιο Σάββατο
ματαίωνε όλα τα τοπία μέσα μου
από το πρόσωπό σου,

ο χρόνος άσχετος
γάβγιζε τα πρωτοτόκια του.


ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ (1978)

Έκτωρ Κακναβάτος: Οι ώχρες




«Φέρτε τον μπροστά μου που γελά
εκείνον δεξιά τον δεύτερο.
Στήσε τον να με κοιτά στα μάτια
όταν μιλάω».
Αυτός,
ιδού κατάπτυστος τάχαμ πιλότος
ή λίγδης μες στ' Ανάπλιν.
Παρότι με ληθαργικά κατράμια ο Τάμεσις
εξόρκισε την ιλαρά του,
μ' όλο που κάτω από μουσαμπάδες
σε κήτη των μαούνων μυηθείς,
νυν ξέμπαρκος αν και Φληβάς
δεν νογά καταπού πέφτει η θάλασσα
κι ακόμα μη αντέχοντας όγδοος και εγελιανός
έγινε ουρλιαχτό της Γκιώνας, έφυγε.
Ξοπίσω του το χακί μυαλό μου έριχνε
όπως εξάσφαιρο.

Τέλος πήρε να φυσά πράσινος άνεμος
η τοιχογραφία σκοτείνιασε
ξάφνου, οι ώχρες, φώναξα, οι ώχρες
ιδού ιδεατόν σημείον αδελφοί, η μόνη εμβασία
ελκομένη στη χόβολη.


ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ (1978)

Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Έκτωρ Κακναβάτος: Ένας ηώκαινος όπως το σύννεφο




Ακολουθώντας την παράδοση θα σήκωναν
από την άσφαλτο τα σκοτωμένα νουκλεόνια
με τις κινήσεις και τους τρόπους του πέμπτου
Τερτυλλιανού όταν εθέσπιζε την τελευτή του.
Οι Κορδιλλιέρες κλείνανε και τα ντερβένια,
η μιγαδική μου ονείρωξη έχανε το έκτο πόδι της
εν μέσω αγίων Κλήμεντος και Μάμα των ανατριχιασμένων
από τους ελάσσονες.
Ωχρός αιώνας άπλωνε χέρι κατά τη σκιά μου
ζητούσε το σπέρμα του
ύστερα ξερνούσε τα νεφρά του κατεπάνω μου
που ο ηώκαινος πήρα να τριγυρνώ μες στ' αλατούχα
όπως το σύννεφο
να χαλώ το παρασκεύασμα in vivo θάλασσας και ανέμου
μόλις έπαιρνε να κάνει μήκος να γίνει φλοίσβος
κ' έβαζα χέρι στην κατάληξη ήτα- ή ος
φλοίσβη, φλοίσβος σάμπως σε φλάουτο
να 'νοιγα τρύπες για τους μυστικούς.

Τώρα το διηνεκές είναι μια έννοια κομματώδης
όπως ο Τειρεσίας ή ο τυφεκιοφόρος του
κ' εγώ η επινόηση του συμπαγούς αρ μέσα σε σύρτεις.
Γεμάτος σημασίες κι άλλες τέτοιες σιωπές
μαθαίνω γαύγισμα.


ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ (1978)

Έκτωρ Κακναβάτος: Κνωσαίος πρίγκιπας




Πάει καιρός που η θύελλα το καλάμι τα φίδια
είναι θηλαστικά
το πάτωμα είτανε ξαρχής τώρα κιτρινίζει
η άνωση σέρνει φωνές τ' ακρογιάλι ανάσκελα
στις Γουρνιές χαλίκια οι μικροί μίνωες
τ' αρχαία κίτρα τα σταφύλια οι κρόκοι.
Το σπίτι πια είναι θειάφι, όταν ψηλά
περνάει σύννεφο εξ απορρήτων
γίνεται χταπόδι, κάνει έρωτα μ' ένα τελώνιο,
επί πολύ το ουρλιαχτό της ηδονής αιωρείται ως ρόμβος
μετά ιονίζεται
και τότες με φωνήεντα ή με άλλους αστερίες
ιωδίζει πέρα ως ανοιχτοσύνη.
Εντός οι τοίχοι γονατίσανε το αλφάδι επάρθη.
Οι κατρέφτες μακρινοί, ότι μέσα τους εκάηκε το βάθος,
πιο πέρα απ' τον καπνό στήθηκαν ιππότες.
Τα τρωκτικά στο ύψος της περίστασης όπως Λατίνοι
αρπάζουνε απ' τη μόνη σάρκα μες στο μέλαθρο
απ' τα βήματά σου που λιγοστεύουν,
η γαλαρία βουβή κ' η φλέβα σαν θεόστεγνη
μέσα της άταφος ο νεροτζίτζικας
το μύχιο του καιρού κι ο ταύρος,
μόνο η μνήμη είναι λάδι κι ο πηλός
που δυναστεύει ως το ταβάνι ντυμένος ιερέας
στ' άσπρα, ω τι έξαψη να πεις μηδέν,
όλα τούτα πρασινίζουνε λες και συνεχίζεται χαλκός
λουλάκι σοροκάδα σίγμα,
η άλλη πόρτα ορθάνοιχτη με τα σανίδια
καρτεράει το άρρητο το άλλο σχήμα
που λέει να 'ρθει κάθε μέρα
κάθε.


ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ (1978)

Έκτωρ Κακναβάτος: Διαδρομή νατρίου




Θυμήθηκα του Αύγουστου
του νου που χάθηκε θυμήθηκα με όπια
τις κνήμες σου τη στίλβη τους όπως νησί
ουρανί, τον ήλιο παραλοϊσμένο
την όψη σου εκείνη κ' ένα πέλαγο
στα δυο σχισμένη του ανέμου
ν' ανηφορίζει την πλαγιά του αλατιού
αφροί και θάνατος να χυμούν τα χέρια σου
ως τα φασκόμηλα
να οσμίζονται το χάος που εγινόμουν

τα όπια θυμήθηκα το νου
που εχάθη.


ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ (1978)