Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Διονύσης Σαββόπουλος: Ωδή στο Γεώργιο Καραϊσκάκη



Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
1η εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος
Δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969)



Η οθόνη βουλιάζει σαλεύει το πλήθος
εικόνες ξεχύνονται με μιας
πού πας παλληκάρι ωραίο σαν μύθος
κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς

Και όλες οι αντένες μιας γης χτυπημένης
μεγάφωνα και ασύρματοι από παντού
γλυκά σε νανουρίζουν κι εσύ ανεβαίνεις
ψηλά στους βασιλιάδες τ’ ουρανού

Ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ

Πού πας παλληκάρι πομπές ξεκινούνε
κι οι σκλάβες σου ουρλιάζουν στο βωμό
ουρλιάζουν τα πλήθη καμπάνες ηχούνε
κι ο ύμνος σου τραντάζει το ναό

Ποιος στ’ αλήθεια είμαι εγώ και πού πάω
με χίλιες δυο εικόνες στο μυαλό
οι προβολείς με στραβώνουν και πάω
και γονατίζω και το αίμα σου φιλώ

Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Ο Οδυσσέας Ελύτης απαγγέλλει: «ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» (Η Γένεσις)








Για το κείμενο μεταφερθείτε εδώ.


Νικηφόρος Βρεττάκος: Πικραμένος ἀναχωρητής



Θὰ φύγω σὲ ψηλὸ βουνό, σὲ ριζιμιὸ λιθάρι
νὰ στήσω τὸ κρεβάτι μου κοντὰ στὴ νερομάνα
τοῦ κόσμου ποὺ βροντοχτυποῦν οἱ χοντρὲς φλέβες τοῦ ἥλιου,
ν᾿ ἁπλώσω ἐκεῖ τὴν πίκρα μου, νὰ λυώσει ὅπως τὸ χιόνι.
Μὴν πιάνεσαι ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου καὶ στριφογυρίζεις
ἄνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αὐγερινέ μου!
Φέξε τὸ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ ἀνηφορήσω!
Φέρνω ζαλιὰ στὶς πλάτες μου τὰ χέρια τῶν νεκρῶν!
Στὴ μιὰ μεριὰ ἔχω τὰ ὄνειρα, στὴν ἄλλη τὶς ἐλπίδες!
Κι ἀνάμεσα στὶς δυὸ ζαλιὲς τὸ ματωμένο στέφανο!
Μὴ μὲ ρωτᾷς καλέ μου ἀϊτέ, μὴ μὲ ξετάζεις ἥλιέ μου!
Ρίχτε στὸ δρόμο συνεφιὰ νὰ μὴ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μὲς στὸ νερό, ἔκατσα καὶ λογάριασα,
ζύγιασα τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ τοῦ κόσμου. Κι ἀποφάσισα,
νὰ γίνω τὸ μικρότερο ἀδερφάκι τῶν πουλιῶν!


Πηγή

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ἂν δὲν μοῦ ῾δινες ποίηση, Κύριε



Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.



Κώστας Βάρναλης: Η Λευτεριά του Σολωμού



Πώς του σπαθιού σου στόμωσεν η κόψη
και πώς μετράς τη γης με ανύπαρχτη όψη;
Κλεισμένη στων Ελλήνων τα ιερά
τα κόκαλά μας, σκούζε, Λευτεριά.

Αιώνες σε κρατάνε φυλακή
οι αφεντάδες σου ξένοι και δικοί.
Και σ’ αμολάνε λίγο, αν είναι χρεία
να πνίξεις αλλωνών ελευθερία!


28. 11. 1973

Κώστας Βάρναλης: Επίγραμμα 16 - Ελλάς Τούρκων, Αμερικανών



—Αν στην Κύπρο την ακραία
συμμορφώσεις τα Μεμέτια
κι αν των ΗΠΑ τα μπερκέτια
τα ξηλώσεις στον Περαία…
—Πότε; πότε οι θείες γιορτές;
—Και ρωτάς; Του Αγίου Ποτές!
Σένα διώξαν απ’ τη γη σου,
ΗΠΑ, Τούρκοι, στρατηγοί σου!

Charles Bukowski: Beer (Μπίρα)



I don't know how many bottles of beer
I have consumed while waiting for things
to get better
I dont know how much wine and whisky
and beer
mostly beer
I have consumed after
splits with women-
waiting for the phone to ring
waiting for the sound of footsteps,
and the phone to ring
waiting for the sounds of footsteps,
and the phone never rings
until much later
and the footsteps never arrive
until much later
when my stomach is coming up
out of my mouth
they arrive as fresh as spring flowers:
"what the hell have you done to yourself?
it will be 3 days before you can fuck me!"

the female is durable
she lives seven and one half years longer
than the male, and she drinks very little beer
because she knows its bad for the figure.

while we are going mad
they are out
dancing and laughing
with horny cowboys.

well, there's beer
sacks and sacks of empty beer bottles
and when you pick one up
the bottle fall through the wet bottom
of the paper sack
rolling
clanking
spilling gray wet ash
and stale beer,
or the sacks fall over at 4 a.m.
in the morning
making the only sound in your life.

beer
rivers and seas of beer
the radio singing love songs
as the phone remains silent
and the walls stand
straight up and down
and beer is all there is.


***


Δεν ξέρω πόσα και πόσα μπουκάλια μπίρα
έχω πιεί, καθώς περιμένω τα πράγματα
να καλυτερέψουν
Δεν ξέρω πόσο κρασί και ουίσκυ
και μπίρα
-κυρίως μπίρα-
έχω πιεί μετά
από χωρισμούς με γυναίκες
περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει·
περιμένοντας τον ήχο των βημάτων
και το τηλέφωνο να χτυπήσει·
περιμένοντας τον ήχο των βημάτων
και το τηλέφωνο ποτέ δε χτυπά,
ως πολύ αργότερα·
και τα βήματα ποτέ δεν ακούγονται,
ως πολύ αργότερα
Όταν το στομάχι μου είν' έτοιμο
να βγει απ' το στόμα,
φτάνουν φρέσκιες όσο τα λουλούδια της άνοιξης
"Τι διάολο έκανες στον εαυτό σου;
Πάνε 3 μέρες που 'χεις να με πηδήξεις!"

Το θηλυκό είναι ντούρο
Ζει εφτάμισυ χρόνια παραπάνω
απ' το αρσενικό και πίνει πολύ λίγη μπίρα,
γιατί ξέρει ότι στη μόστρα κάνει κακό

Καθώς τρελαινόμαστε,
αυτές είναι έξω
χορεύοντας και γελώντας
με καυλωμένους καουμπόηδες

Λοιπόν, υπάρχει μπίρα
Σάκοι και σάκοι από άδεια μπίρομπούκαλα
Κι όταν σηκώνεις ένα,
το μπουκάλι πέφτει απ' τον υγρό πάτο
της χαρτοσακούλας
γυρίζοντας,
ηχώντας,
χύνοντας γκρι υγρή στάχτη
και ληγμένη μπίρα
Ή οι σάκοι πέφτουν στις 4
το πρωί
προκαλώντας το μοναδικό ήχο της ζωής σου

Μπίρα
Ποτάμια και θάλασσες μπίρας
Το ράδιο τραγουδά τραγούδια ερωτικά,
καθ' όσον το τηλέφωνο παραμένει σιωπηλό,
κι οι τοίχοι παραμένουν
όρθιοι πάνω κάτω
κι η μπίρα είναι το μόνο που υπάρχει


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδῆς

Μίλτος Σαχτούρης: Το ψωμί



Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φρατζόλα
                                                   ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μα-
                                                   χαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγε-
                                             λος κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο  ο υ ρ α ν ό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν
                                              στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε
                                           ο υ ρ α ν ό
Ας μη το κρύβουμε
διψάμε για ουρανό!


ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ (1958)

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Διονύσιος Σολωμός: Δε μ' αγαπάς



Όσα λούλουδα είν' το Μάη
μαδημένα ερωτηθήκαν
κι όλα αυτά μ' αποκριθήκαν
πως εσύ δε μ' αγαπάς.

Ερωτικά επιγράμματα Νοσσίδος, Ασκληπιάδου και Φιλοδήμου


Η μούσα της ερωτικής ποιήσεως Ερατώ και ο Έρως

ΝΟΣΣΙΣ
178. – ἅδιον οὐδὲν ἔρωτος

ἅδιον οὐδὲν ἔρωτος· ἃ δ᾽ ὄλβια, δεύτερα πάντα
ἐστίν· ἀπὸ στόματος δ᾽ ἔπτυσα καὶ τὸ μέλι.
τοῦτο λέγει Νοσσίς· τίνα δ᾽ ἁ Κύπρις οὐκ ἐφίλασεν,
οὐκ οἶδεν τήνα γ᾽, ἄνθεα ποῖα ῥόδα.
ΠΑ 5, 170

***

Τίποτε πιο γλυκό απ᾽ τον έρωτα· δεύτερη θέση δίνω
σε όλα τα ωραία· και το μέλι από το στόμα φτύνω.
Αυτά λέγει η Νοσσίς. Κι όποιαν η Κύπρη δεν έχει ευλογήσει,
μες στ᾽ άνθη αυτή τα ρόδα αδυνατεί να ξεχωρίσει.


---


ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ
181. – οὐκ εἴμ᾽ οὐδ᾽ ἐτέων δύο κεἴκοσι

οὐκ εἴμ᾽ οὐδ᾽ ἐτέων δύο κεἴκοσι καὶ κοπιῶ ζῶν·
ὤρωτες, τί κακὸν τοῦτο; τί με φλέγετε;
ἢν γὰρ ἐγώ τι πάθω τί ποιήσετε; δῆλον, Ἔρωτες,
ὡς τὸ πάρος παίξεσθ᾽ ἄφρονες ἀστραγάλοις.
ΠΑ 12, 46

***

Δεν είμαι ακόμα εικοσιδύο χρονών και κουράστηκα να ζω.
Αχ, Έρωτες, τι κακό είναι τούτο; Γιατί με φλέγετε;
Αν εγώ πάθω κάτι, τι θα κάνετε; Ξέρω, Έρωτες,
όπως και πρώτα, θα παίζετε αμέριμνοι αστραγάλους.1


---


ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ
182. – οἶνος ἔρωτος ἔλεγχος (ΠΑ 12, 135)

οἶνος ἔρωτος ἔλεγχος· ἐρᾶν ἀρνεύμενον ἡμῖν
ἤτασαν αἱ πολλαὶ Νικαγόρην προπόσεις·
καὶ γὰρ ἐδάκρυσεν καὶ ἐνύστασε καί τι κατηφὲς
ἔβλεπε, χὠ σφιγχθεὶς οὐκ ἔμενε στέφανος.
ΠΑ 12, 135

***

«Οἶνος ἔρωτος ἔλεγχος».1 Τον έρωτά του μας αρνιόταν
ο Νικαγόρας, μα από το κρασί προδόθηκε, όταν
δάκρυσε κι έσκυψε το πρόσωπο - και θλίψη ήταν γεμάτος
και το στεφάνι απ᾽ το κεφάλι του γλίστρησε κάτω.


---


ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ
192. – ψαλμὸς καὶ λαλιή

ψαλμὸς καὶ λαλιὴ καὶ κωτίλον ὄμμα καὶ ᾠδή
Ξανθίππης καὶ πῦρ ἄρτι καταρχόμενον,
ὦ ψυχή, φλέξει σε· τὸ δ᾽ ἐκ τίνος ἢ πότε καὶ πῶς
οὐκ οἶδα· γνώσῃ, δύσμορε, τυφομένη.
ΠΑ 5, 131

***

Το εύγλωττο βλέμμα της Ξανθίππης, της φωνής η μελωδία,
το άγγιγμα της κιθάρας κι η ύπουλη μικρή φωτιά της,
ψυχή μου, θα σε κάψει· μη ρωτάς πώς, πότε ή ποια η αιτία·
θα μάθεις τότε, όταν θα γίνεις παρανάλωμά της.


Νεοελληνική απόδοση:
Νίκος Χ. Χουρμουζιάδης

[Δημοτικό] Ο Θάνατος του Οδυσσέως Ανδρούτσου



Ποιος θε ν' ακούση κλάυματα, δάκρυα και μοιρολόγια
Διαβάτ' από την Λειβαδιά, και σύρτε ς' τη Βελίτσα
Κ' εκεί ν' ακούστε κλάυματα, δάκρυα και μοιριολόγια.
Ν' ακούστε την Ανδρούτζενα, την μάνα του Δυσσέα,
Πώς σκούζει, πώς μοιριολογά, και 'σαν τρυγόνι κλαίει!
'Σαν περδικούλα θλίβεται, κι' ωσάν παππί μαδιέται,
'Σαν του κοράκου τα φτερά μαυρίζει η φορεσιά της!
- «Δν 'ς το είπα 'γω, Δυσσέα μου, δεν σ' το είπα 'γω, παιδί μου,
Με τη Βουλή μην πιάνεσαι, με τους Καλαμαράδες·
Κάνουν τον Γούρα Κεχαγιά και το Νικόλα πρώτο;»


Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος, εκδοθέντα υπό Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, Κέρκυρα, 1852 (ανατύπωση: εκδ. Κουλτούρα, Αθήνα, 2008), σελ.58


*: Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτοτύπου. Μικρές παρεμβάσεις έγιναν μόνον στη στίξη, ώστε το κείμενο να είναι πιο κατανοητό στο μέσο σύγχρονο αναγνώστη.

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα



Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.


Πηγή

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ὁ ἄνθρωπος, ὁ κόσμος καὶ ἡ ποίηση



Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,
μὲς ἀπὸ σένα - πλησιάζουν τὰ πράγματα,
γίνονται εὐδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορῶ
ν᾿ ἀρθρώσω τὴν τάξη του σ᾿ ἕνα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θὰ βάλω
σ᾿ εὐθεῖες τὸ φῶς.


Πηγή

Κώστας Βάρναλης: Επίγραμμα 8



Αρνήθηκα ν’ αρέσω στα σκυλάκια
του καναπέ. Λιοντάρια κουρεμένα,
τα βγάζουνε περίπατο να ουρήσουν.
Απόκοντα ακλουθάω τα χερομάχα
τα πλήθη και πληγώνομαι μαζί τους.

Κώστας Βάρναλης: Ο Οδηγητής



Δεν είμ’ εγώ σπορά της Τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής
Εγώ είμαι τέκνο της Ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της Οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δεν μ’ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόρια
για σένα, σκλάβε, που πονείς.

Ουράνιες δύναμες, αγγέλοι,
κρίνα, πουλιά και ψαλμουδές -
τίποτα! Εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές.

Εγώ του καραβιού γοργόνα
στ’ ορθόπλωρο καράβι μπρος.
Απάνω μου σπάνε φορτούνες
κι άγριος ενάντιά μου καιρός.

Άκου, πως παίρνουν οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή!
Μέσα στο λόγο το δικό μου
όλ' η ανθρωπότητα πονεί.

Ω! πως τον παίρνουν οι αγέρες
και πως φωνάζουμε μετά
άβυσσοι μάβροι, τάφοι μάβροι
ποτάμια γαίματα πηχτά!

Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Ένας δεν είμαι, μα χιλιάδες!
Όχι μονάχα οι ζωντανοί -
κ' οι πεθαμένοι μ' ακλουθάνε
σε μια αράδα σκοτεινή.

Μα κι όσοι αγέννητοι, χιλιάδες
άπλαστοι ακόμη με βλογούν
κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
απάνω μου και τα λυγούν.

Δεν δίνω λέξεις παρηγόρια
δίνω μαχαίρι σ' ολουνούς·
καθώς το μπήγω μες το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.

Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ’ ένα στηλώνει κι ανασταίνει
τό να βασίλειο της Δουλειάς,
(Ειρήνη! Ειρήνη!) το βασίλειο
της Πανανθρώπινης Φιλιάς.

Ὀδυσσέας Ἐλύτης: Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης



Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης
Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ - τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες - Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.


ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ (1940)


Πηγή

Κώστας Καρυωτάκης: Φθορά



Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.


ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ (1927)

Μανόλης Ἀναγνωστάκης: Φοβᾶμαι...



Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.

Νοέμβρης 1983


Πηγή

Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Πλόκαμος της Aλταμίρας (18)



18
Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου.


ΕΝΔΟΧΩΡΑ (1945)

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Το επιτύμβιο επίγραμμα του Αισχύλου



ΑΙΣΧΥΛΟΣ

167. – Αἰσχύλον Εὐφορίωνος
Το επιτύμβιο του Αισχύλου

Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ᾽ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι
καὶ βαρυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.
Ἀθήναιος 14, 6


***


Τον Αισχύλο, τον γιο του Ευφορίωνα, τον Αθηναίο,
που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα, σκεπάζει τούτο το μνήμα·
για την πολυθρύλητη ανδρεία του ας μιλήσει το δάσος του Μαραθώνα
και ο βαθυχαιτήεις Μήδος που τη γνώρισε.


Νεοελληνική απόδοση:
Θ. Κ. Στεφανόπουλος



Ἄγγελος Σικελιανός: Ἱερὰ Ὁδός



Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα
ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
βουλιάζει.

Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.

Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.

Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν
ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.

Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.

Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.

Ἡ μία,
(ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
ξόανο Μεγάλης Θεᾶς, τῆς αἰώνιας Μάνας,
αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!

Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
ζωηρά.

K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.

Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου
τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.

Τί ἐτούτη ἀκόμα
ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.

Καὶ σκυμμένο
τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.

Μὰ ὡς, τέλος,
ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,
θὰ γιορτάσουν μαζί;»

Κι ὡς προχωροῦσα,
καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
ἕνα μούρμουρο,
κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:

«Θὰ ῾ρτει.»


(1935)


ΛΥΡΙΚΟΣ ΒΙΟΣ, Ε' (1968)

Ingmar Bergman: Η Έβδομη Σφραγίδα






Κώστας Καρυωτάκης: Στη Γάμπα



Χρόνια κάθομουν στ’ αβγά μου, δεν επρόβαλλα στη μέση,
και περνούσα τη ζωή μου πάντοτε συλλογισμένος·
πότε έβαζα καπέλο, πότε σκούφο, πότε φέσι,
πότε έβγαινα στη φόρα, πότε ήμουνα κρυμμένος.

Τίποτε δεν συγκινούσε την μεγάλην μου ανίαν —
και αυτό πώς μου συνέβη; όσοι να το μάθουν θένε
ας γνωρίσουν πως μεγάλην πάντα είχα την μανίαν
να εκδώσουν ένα φύλλο και Γαμπίτσα να το λένε.

Ήμουνα απελπισμένος, ότε έξαφνα μνια μέρα
συννεφώδη, ομιχλώδη και με μπόρες και αντάρα,
μια φωνή μικρού Χαμίνι με προσβάλλει από πέρα,
μια φωνή που διαλαλάει: «Και Η Γάμπα μ[ν]ια δεκάρα!»

Δεν επίστευσα τ’ αυτιά μου, και σηκώνομαι επάνω
να φωνάξω, μα εκείνο πρόβαλε απ’ το καντούνι·
τί πουλάει το αγρίμι να ρωτήσω δεν προφθάνω,
«Δώσ’ μου» λέγει «μνια δεκάρα, πάρε Γάμπα με τακούνι!»

Δίνω τότε τη δεκάρα με μεγάλη προθυμία·
τηνε παίρνω, την χαϊδεύω, δε μπορώ να την χορτάσω,
μὄφυγεν ευθύς η λύπη κι η μεγάλη μου ανία,
κι απεφάσισα ωστόσον κάτι τι κι εγώ να γράψω.

Εις την γάμπαν που ’ναι τόσον
σ’ όλους μας προκλητικιά
έναν ύμνο να συνθέσω,
μ’ όλα μου τα γηρατειά.

Καλώς μάς πρόβαλες, λοιπόν,
που ’ρθες με τα σωστά σου,
υπεραρτία, ευτραφής
και μ’ όλα τ’ απαυτά σου·

και μ’ έκαμες στα γηρατειά
και μένα το φαφούτη,
που να μασήσω δεν μπορώ
ούτε ξηρό κουρκούτι,

να θυμηθώ χρόνια παλιά
κι ακόμη τόσα άλλα,
γιατ’ ήμουνα στα νιάτα μου
γαμπομανής τα μάλα.

Και ποιός δε σε αγάπησε,
και ποιός δεν σε θαυμάζει;
Η θέα σου ποιόνε θνητό
δεν έλκει, δεν ταράζει;…

Μ’ ας παύσω τέλος πάντων
τόσον να σε επαινώ,
μη τυχόν στους διαδρόμους
των τμημάτων σεργιανώ·

γιατί έμαθα πως ότι
μνια μερίς της κοινωνίας,
χάριν των χρηστών ηθών μας,
μέσον της αστυνομίας

θα επέμβει να μη λέγουν
τίποτε πλέον για σένα,
όχι γι’ άλλα παρά όσα
είναι στο χαρτί γραμμένα.

Δεν θέλουν να σε βλέπουνε μαυρομουτζουρωμένη
με μαύρη κάλτσα μακριά και στο χαρτί γραμμένη.

Θέλουνε να σε βλέπουνε εις τη σκηνή επάνω
να φαίνεσ’ ώς τα γόνατα κι ακόμα παραπάνω·

και να ’σαι γάμπα αληθινή και όχι με μελάνι,
και κάτωθεν από βραχύ, διαφανές φουστάνι·

με κάλτσα άσπρη τρυπητή να είσαι φασκιωμένη
και όχι πάνω στο χαρτί καταμουτζουρωμένη·

και κάποτε εις το χορό ώς πάνω να πετιέσαι
και εάν είναι δυνατόν στα ύψη να κρατιέσαι.

Ω γελοίοι χρηστοήθεις και κλεινοί ηθικολόγοι
δε γενόσαστε παπάδες, καλογέροι, θεολόγοι;

Σεις το πάθατε ως εκείνον με το βόδι του χωριάτου,
που επρόσεχε μη στάξει στο πηγάδι η ουρά του —

αφού ήτο όλο μέσα, το ’καμε και άνω κάτου,
κι έπλυνε τον πισινό του κι έκανε και τα κακά του.


[ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΗ «ΓΑΜΠΑ», 1919]


Πηγή

Ὀδυσσέας Ἐλύτης: Τὸ Φωτόδεντρο καὶ ἡ δέκατη τέταρτη Ὀμορφιά



Μ᾿ ἕνα τίποτα ἔζησα
Μονάχα οἱ λέξεις δὲ μοῦ ἀρκούσανε
Σ᾿ ἑνὸς περάσματος ἀέρα
ξεγνέθοντας ἀπόκοσμη φωνὴ τ᾿ αὐτιά μου
φχιὰ
φχιοὺ φχιού
ἐσκαρφίστηκα τὰ μύρια ὅσα
Τί γυαλόπετρες φοῦχτες
τί καλάθια φρέσκες μέλισσες καὶ σταμνιὰ φουσκωτὰ ὅπου
ἄκουγες βββ νὰ σοῦ βροντάει ὁ αἰχμάλωτος ἀέρας.

Κάτι
Κάτι δαιμονικὸ μὰ ποὺ νὰ πιάνεται σὰν σὲ δίχτυ στὸ σχῆμα τοῦ Ἀρχαγγέλου
Παραλαλοῦσα κι ἔτρεχα
Ἔφτασα κι ἀποτύπωνα τὰ κύματα στὴν ἀκοὴ ἀπ᾿ τὴ γλώσσα

- Ἔ καβάκια μαῦρα, φώναζα, κι ἐσεῖς γαλάζια δέντρα τί ξέρετε ἀπὸ μένα;
- Θόη θόη θμός
- Ἔ; Τί;
- Ἀρίηω ἠθύμως θμὸς
- Δὲν ἄκουσα τί πράγμα;
- Θμὸς θμὸς ἄδυσος

Ὥσπου τέλος ἔνιωσα
κι ἂς πᾶ᾿ νὰ μ᾿ ἔλεγαν τρελὸ
πῶς ἀπό ῾να τίποτα γίνεται ὁ Παράδεισος.


ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (1971)


Πηγή

Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Πλόκαμος της Aλταμίρας (3)



3
Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μας μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευοί. Τ' άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος


ΕΝΔΟΧΩΡΑ (1945)

Charles Bukowski: Style (Στυλ)



Style is the answer to everything.
Fresh way to approach a dull or dangerous day.
To do a dull thing with style is preferable to doing a dangerous thing without style.
To do a dangerous thing with style, is what I call art.
Bullfighting can be an art.
Boxing can be an art.
Loving can be an art.
Opening a can of sardines can be an art.
Not many have style.
Not many can keep style.
I have seen dogs with more style than men.
Although not many dogs have style.
Cats have it with abundance.

When Hemingway put his brains to the wall with a shotgun, that was style.
For sometimes people give you style.
Joan of Arc had style.
John the Baptist.
Jesus.
Socrates.
Garcia Lorca.
I have met men in jail with style.
I have met more men in jail with style than men out of jail.
Style is a difference, a way of doing, a way of being done.
Six herons standing quietly in a pool of water, or you, walking
out of the bathroom without seeing me.


***


Το στυλ είναι η απάντηση σε όλα
Ένας καινούργιος τρόπος να προσεγγίζεις μια μουντή ή επικίνδυνη μέρα
Να κάνεις ένα βαρετό πράγμα με στυλ, είναι προτιμότερο απ' το να κάνεις κάτι επικίνδυνο δίχως στυλ
Να κάνεις ένα επικίνδυνο πράγμα με στυλ, είναι αυτό που αποκαλώ τέχνη
Οι ταυρομαχίες μπορούν να είναι τέχνη
Το μποξ μπορεί να είναι τέχνη
Ο έρωτας μπορεί να είναι τέχνη
Ν' ανοίγεις ένα τενεκεδάκι σαρδέλες μπορεί να είναι τέχνη
Δεν έχουνε όλοι στυλ
Δεν μπορούνε πολλοί να κρατήσουν ένα στυλ
Έχω δει σκύλους με περισσότερο στυλ από ανθρώπους
Αν και δεν έχουνε πολλοί σκύλοι στυλ
Οι γάτες το 'χουν σ' αφθονία

Ο Χέμινγουεϊ που τίναξε τα μυαλά του στον αέρα μ'ένα πυροβόλο· αυτό ήταν στυλ
Μερικές φορές οι άνθρωποι σου δίνουν στυλ
Η Ιωάννα της Λωραίνης είχε στυλ
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής
Ο Ιησούς
Ο Σωκράτης
Ο Γκαρθία Λόρκα
Έχω συναντήσει ανθρώπους στις φυλακές με περισσότερο στυλ από εκτός φυλακής ανθρώπους
Το στυλ κάνει τη διαφορά, είναι ένας τρόπος του πράττειν, ένας τρόπος του πράττεσθαι
Έξι ερωδιοί που κάθονται ήσυχα σε μια γούβα νερό ή εσύ που βγαίνεις
απ' το μπάνιο χωρίς να με δεις


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδῆς

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Πλάτων: Επιγράμματα (επιλογές)




VII 259 Πλάτωνος

    Εὐβοίης γένος εἰμὲν Ἐρετρικόν͵ ἄγχι δὲ Σούσων κείμεθα· φεῦ͵ γαίης ὅσσον ἀφ΄ ἡμετέρης.

***

    Παιδιά τής Εύβοιας είμαστε, απ’ τήν Ερέτρια• κοντά δε στά Σούσα κείμεθα (είμαστε θαμμένοι), αλίμονο, πόσο μακριά απ’ τή γή μας.


---


VII 669 Πλάτωνος

    ἀστέρας εἰσαθρεῖς Ἀστὴρ ἐμός· εἴθε γενοίμην οὐρανός͵ ὡς πολλοῖς ὄμμασιν εἰς σὲ βλέπω

***

    Τ’ άστρα κοιτάς, αστέρι μου• μακάρι νά γινόμουν ο ουρανός, νά σ’ έβλεπα εγώ μέ χίλια μάτια.


---


VII 670 Πλάτωνος*

    ἀστὴρ πρὶν μὲν ἔλαμπες ἐνὶ ζῳοῖσιν Ἑῷος͵ νῦν δὲ θανὼν λάμπεις Ἕσπερος ἐν φθιμένοις.

***

A':    Έλαμπες σάν Αυγερινός, κοντά μας όταν είσουν• καί τώρα μέσα στούς νεκρούς σάν τόν Αποσπερίτη.

Β':    Σαν το άστρο της αυγής έλαμπες άλλοτε μέσα στους ζωντανούς• τώρα που πέθανες, λάμπεις μέσα στους πεθαμένους όπως ο Έσπερος
            απόδοση: Θ.Κ. Στεφανόπουλος

*: Το θαυμαστό αυτό επίγραμμα θεωρείται ψευδεπίγραφο και χρονολογείται στην ελληνιστική εποχή.


---


IX 506 Πλάτωνος

    Ἐννέα τὰς Μούσας φασίν τινες. ὡς ὀλιγώρως. ἢν ἰδέ· καὶ Σαπφὼ Λεσβόθεν͵ ἡ δεκάτη.

***

    Λέν μερικοί, επιπόλαια, πώς είν’ εννιά οι Μούσες. Μά νά κ’ η δέκατη, η Σαπφώ από τή Μυτιλήνη.


---


XVI 13 Πλάτωνος

    Ὑψίκομον παρὰ τάνδε καθίζεο φωνήεσσαν φρίσσουσαν πυκνοῖς κῶνον ὑπὸ ζεφύροις͵
    καί σοι καχλάζουσιν ἐμοῖς παρὰ νάμασι σῦριγξ θελγομένωι στάξει κῶμα κατὰ βλεφάρων.

***

    Κοντά στο πεύκο το δασύ που γλυκοψιθυρίζει κι ανατριχά απ' τον Ζέφυρο, ξαπλώσου μαλακά,
    και μιά φλογέρα κάπου εδώ στην κρήνη π' αναβρύζει θα σου γαλιάσει, ξένε μου, τα βλέφαρα γλυκά.
            απόδοση: Σίμος Μενάρδος (Στέφανος, 1924)


---


XVI 160 Πλάτωνος

    Ἡ Παφίη Κυθέρεια δι΄ οἴδματος ἐς Κνίδον ἦλθεν βουλομένη κατιδεῖν εἰκόνα τὴν ἰδίην.
    πάντηι δ΄ ἀθρήσασα περισκέπτωι ἐνὶ χώρωι φθέγξατο· ποῦ γυμνὴν εἶδέ με Πραξιτέλης;

***

    Στο κύμ' ανέβη και έφθασε στην Κνίδο η Αφροδίτη, το νέο της τ΄άγαλμα να δει σαν πως θα της φανεί
    και μ' ένα βλέμμ' ανήσυχο μες στην κλειστή της σκήτη, "ο Πραξιτέλης (είπε) πού, καλέ, μ' είδε γυμνή;"
            απόδοση: Σίμος Μενάρδος (Στέφανος, 1924)

***


Πηγές:

Κώστας Καρυωτάκης: Νύχτα



Στο Γιάννη Μούργελα 

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε.

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει.

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λένε πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα ’πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και ΠΑΙΖΟΥΝ οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε.

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.


Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ (1919)


Πηγή

Κώστας Καρυωτάκης: Νοσταλγία




Μέσ’ από το βάθος των καλών καιρών 
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
Κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
—πόσος καιρός!— τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν’ ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ’ ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν —ήλιοι χλωμοί—
το φως στο χιόνι της καρδιάς και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες,
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί…


Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ (1919)


Πηγή

Ὀδυσσέας Ἐλύτης: Μυρίσαι τό άριστον (X)



Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.

Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.

μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.


Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)


Πηγή

Οδυσσέας Ελύτης: Τύχη



Λάμπει τ' ασημί του σπάρου
    μες στο μάρμαρο της Πάρου
Στου μεσημεριού το φως
    το τραγούδι της Σαπφώς

Λάμπει λάμπει κι η χαρά μου
    μες στην άσπρη κάμαρα μου

Κωπηλάτες του θανάτου
    να 'χει Ελλάδες κι εκεί κάτου;
Να με πάτε να με πάτε
    σαν νησάκι που κοιμάται

Και βουές γεμίζει μόνον
    στους αιώνες των αιώνων.


Πηγή

Μανόλης Ἀναγνωστάκης: If...



Ἂν - λέω ἄν...
ἂν ὅλα δὲ συνέβαιναν τόσο νωρὶς
ἡ ἀποβολή σου ἀπ᾿ τὸ Γυμνάσιο στὴν Ε´ τάξη,
μετὰ Χαϊδάρι, Ἅι-Στράτης, Μακρονήσι, Ἰτζεδίν,
ἂν στὰ 42 σου δὲν ἤσουν μὲ σπονδυλοαθρίτιδα
ὕστερα ἀπὸ τὰ εἴκοσι χρόνια τῆς φυλακῆς
μὲ δυὸ διαγραφὲς στὴν πλάτη σου, μιὰ δήλωση
ἀποκηρύξεως ὅταν σ᾿ ἀπομονῶσαν στὸ Ψυχιατρεῖο
ἂν - σήμερα λογιστὴς σ᾿ ἕνα κατάστημα ἐδωδίμων-
ἄχρηστος πιὰ γιὰ ὅλους, στιμμένο λεμόνι,
ξοφλημένη περίπτωση, μὲ ἰδέες ἀπὸ καιρὸ ξεπερασμένες,
ἂν - λέω ἄν...
μὲ λίγη καλὴ θέληση ἐρχόνταν ὅλα κάπως διαφορετικὰ
ἢ ἀπὸ μία τυχαία σύμπτωση, ὅπως σὲ τόσους καὶ τόσους
συμμαθητές, φίλους, συντρόφους - δὲ λέω ἀβρόχοις ποσὶ
ἀλλὰ ἄν...
(Φτάνει. Μ᾿ αὐτὰ δὲ γράφονται τὰ ποιήματα. Μὴν ἐπιμένεις.
Ἄλλον ἀέρα θέλουν γιὰ ν᾿ ἀρέσουν, ἄλλη «μετουσίωση».
Τὸ παραρίξαμε στὴ θεματογραφία).



Ανδρέας Εμπειρίκος: Κλωστήριον Νυκτερινής Ανάπαυλας



Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας. Όταν τραγουδάμε εμπρός στους εκφραστικούς πίνακες των ζωγράφων όταν σκύβουμε εμπρός στα άχυρα μιας καμμένης πόλεως όταν προσεταιριζόμεθα την ψιχάλα του ρίγους είμεθα όλοι εντός του μέλλοντός μας γιατί ό,τι και αν επιδιώξουμε δεν είναι δυνατόν να πούμε όχι να πούμε ναι χωρίς το μέλλον του προορισμού μας όπως μια γυναίκα δεν μπορεί να κάμη τίποτε χωρίς την πυρκαγιά που κλείνει μέσα στη στάχτη των ποδιών της. Όσοι την είδαν δεν στάθηκαν να ενατενίσουν ούτε τα συστρεφόμενα κηπάρια ούτε την ευωχία των μαλλιών που λατρεύτηκαν ούτε τα σουραύλια των εργαστηριακών μεταγγίσεων από μια χώρα σε φλέβες κόλπου θερμού προστατευομένου από τα εγκόσμια και τα μελτέμια της κυανής ανταύγειας λιγυρών παρθένων. Eίμεθα όλοι εντός του μέλλοντος μιας πολυσύνθετης σημαίας που κρατεί τους εχθρικούς στόλους εμπρός στα τείχη της καρδιάς μου κατοχυρώνοντες ψευδαισθήσεις πιστοποιούντες ενδιάμεσες παρακλητικές μεταρρυθμίσεις χωρίς να νοηθή το αντικείμενον της πάλης. Στιγμιότυπα μας απέδειξαν την ορθότητα της πορείας μας προς τον προπονητήν του ιδίου φαντάσματος της προελεύσεως των ονείρων και του καθενός κατοίκου της καρδιάς μιας παμπαλαίας πόλης. Όταν εξαντληθούν τα χρονικά μας θα φανούμε γυμνότεροι και από την άφιξι της καταδίκης παρομοίων πλοκαμιών και παστρικών βαρούλκων γιατί όλοι μας είμεθα εντός της σιωπής του κρημνιζομένου πόνου στα γάργαρα τεχνάσματα του μέλλοντός μας.


ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ (1935)


Πηγή

Ανδρέας Εμπειρίκος: Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο



Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Yπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ' αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.


ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ (1935)


Πηγή


***

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ: Τριαντάφυλλα στο παράθυρο

Ανδρέας Εμπειρίκος: Χειμερινά Σταφύλια



Tης πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ' ολίγον να πεθάνη. Mα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Kανείς δεν μίλησε. Kανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. K' έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος.


ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ (1935)


Πηγή

Γ. Αθάνας: Πίστη



Έχεις το φως, μα δεν αρκεί, την τέχνη, μα δε φτάνει
Μηδέ σ' εσένα, ερευνητή, μηδέ σ' εσένα, χτίστη!
Το ριζωμένο θέμελο και το ψηλό στεφάνι
Σε κάθε ανθρώπινο σκοπό τα βάζει μόνο η Πίστη!

Για σε, η Αλήθεια μυστικά και σκοτεινάδια ο Νόμος
Κ' η Ομορφιά καμώματα δεν έχουν που πιστεύεις!
Δυο κεραμίδια σταύρωσε με πίστη ο οικοδόμος
Και στο εξωκλήσι ασφάλισε τη χάρη που αγναντεύεις...


(Νέα Εστία, τεύχος 341, 1 Μαρτίου 1941, βλ. εδώ, σελ 97)

Ναπολέων Λαπαθιώτης: Ἐρωτικό



Καημὸς ἀλήθεια νὰ περνῶ
τοῦ ἔρωτα πάλι τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιὰ
μιὰ μέρα τοῦ θανάτου...

Στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό,
ποῦ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
- τί μοῦ στοιχίζει στὴν καρδιὰ
τὸ ξαναπέρασμά του;

Ἂς εἶναι, ὡστόσο, - τί ὠφελεῖ;
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ
καὶ μὲ λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα τὸ φιλὶ - ἂχ καρδιά μου!
ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲν μπόρεσε κανεὶς
ποτὲ νὰ μοῦ τὸ δώσει...

Ἴσως μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ,
γυρνώντας πάλι στὸ βυθὸ
καὶ μὲ τὴ νύχτα μυστικά,
γίνουμε πάλι ταίρι,

αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί,
ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
- σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλὴ
- νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει...


Πηγή

Γιῶργος Σεφέρης: Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»



Γ´
Τὸ ναυάγιο τῆς «Κίχλης»

«Τὸ ξύλο αὐτὸ ποὺ δρόσιζε τὸ μέτωπό μου
τὶς ὦρες ποὺ τὸ μεσημέρι πύρωνε τὶς φλέβες
σὲ ξένα χέρια θέλει ἀνθίσει. Πάρ᾿ το, σοῦ τὸ χαρίζω-
δές, εἶναι ξύλο λεμονιᾶς...»

Ἄκουσα τὴ φωνὴ
καθὼς ἐκοίταζα στὴ θάλασσα νὰ ξεχωρίσω
ἕνα καράβι ποὺ τὸ βούλιαξαν ἐδῶ καὶ χρόνια-
τὄ᾿λεγαν «Κίχλη» ἕνα μικρὸ ναυάγιο- τὰ κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξὰ στὸ βάθος, σὰν πλοκάμια
ἢ μνήμη ὀνείρων, δείχνοντας τὸ σκαρί του
στόμα θαμπὸ κάποιου μεγάλου κήτους νεκροῦ
σβησμένο στὸ νερό. Μεγάλη ἀπλώνουνταν γαλήνη.

Κι ἄλλες φωνὲς σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴ σειρά τους
ἀκολούθησαν- ψίθυροι φτενοὶ καὶ διψασμένοι
ποὺ βγαίναν ἀπὸ τοῦ ἥλιου τ᾿ ἄλλο μέρος, τὸ σκοτεινό-
θἄ ῾λεγες γύρευαν νὰ πιοῦν αἷμα μία στάλα-
ἤτανε γνώριμες μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὶς ξεχωρίσω.

Κι ἦρθε ἡ φωνὴ τοῦ γέρου, αὐτὴ τὴν ἔνιωσα
πέφτοντας στὴν καρδιὰ τῆς μέρας
ἥσυχη, σὰν ἀκίνητη:

«Κι ἂ μὲ δικάσετε νὰ πιῶ τὸ φαρμάκι, εὐχαριστῶ-
τὸ δίκιο σας θἆ ῾ναι τὸ δίκιο μου ποῦ νὰ πηγαίνω
γυρίζοντας σὲ ξένους τόπους, ἕνα στρογγυλὸ λιθάρι.

Τὸ θάνατο τὸν προτιμῶ-
ποιὸς πάει γιὰ τὸ καλύτερο ὁ θεὸς τὸ ξέρει».

Χῶρες τοῦ ἥλιου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν ἥλιο.
Χῶρες τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν μπορεῖτε ν᾿ ἀντικρίσετε τὸν
ἄνθρωπο.

---

Τὸ φῶς

Καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια
πληθαίνουν οἱ κριτὲς ποὺ σὲ καταδικάζουν-
καθὼς περνοῦν τὰ χρόνια καὶ κουβεντιάζεις μὲ λιγότερες
  φωνές,
βλέπεις τὸν ἥλιο μ᾿ ἄλλα μάτια-
ξέρεις πὼς ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν, σὲ γελοῦσαν,
τὸ παραμίλημα τῆς σάρκας, ὁ ὄμορφος χορὸς
ποὺ τελειώνει στὴ γύμνια.
Ὅπως, τὴ νύχτα στρίβοντας στὴν ἔρμη δημοσιά,
ἄξαφνα βλέπεις νὰ γυαλίζουν τὰ μάτια ἑνὸς ζώου
ποὺ ἔφυγαν κιόλας, ἔτσι νιώθεις τὰ μάτια σου
τὸν ἥλιο τὸν κοιτᾶς, ἔπειτα χάνεσαι μὲς στὸ σκοτάδι-
ὁ δωρικὸς χιτώνας
ποὺ ἀγγίξανε τὰ δάχτυλά σου καὶ λύγισε σὰν τὰ βουνά,
εἶναι ἕνα μάρμαρο στὸ φῶς, μὰ τὸ κεφάλι του εἶναι στὸ
  σκοτάδι.
Κι αὐτοὺς ποὺ ἀφῆσαν τὴν παλαίστρα γιὰ νὰ πάρουν
  δοξάρια
καὶ χτύπησαν τὸ θεληματικὸ μαραθωνοδρόμο
κι ἐκεῖνος εἶδε τὴ σφενδόνη ν᾿ ἀρμενίζει στὸ αἷμα
ν᾿ ἀδειάζει ὁ κόσμος ὅπως τὸ φεγγάρι
καὶ νὰ μαραίνουνται τὰ νικηφόρα περιβόλια-
τοὺς βλέπεις μὲς στὸν ἥλιο, πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κάναν μακροβούτια ἀπ᾿ τὰ μπαστούνια
πηγαίνουν σὰν ἀδράχτια γνέθοντας ἀκόμη,
σώματα γυμνὰ βουλιάζοντας μέσα στὸ μαῦρο φῶς
μ᾿ ἕνα νόμισμα στὰ δόντια, κολυμπώντας ἀκόμη,
καθὼς ὁ ἥλιος ράβει μὲ βελονιὲς μαλαματένιες
πανιὰ καὶ ξύλα ὑγρὰ καὶ χρώματα πελαγίσια-
ἀκόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξὰ
πρὸς τὰ χαλίκια τοῦ βυθοῦ
οἱ ἄσπρες λήκυθοι.

Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
ἡ γλυφὴ γέψη τῆς γυναίκας ποὺ φαρμακώνει τὸ φυλακισμένο
βγαίνει ἀπ᾿ τὸ κύμα δροσερὸ κλωνάρι στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρὴ Ἀντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δὲ σοῦ μιλῶ γιὰ περασμένα, μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη
στόλισε τὰ μαλλιά σου μὲ τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἥλιου,
σκοτεινὴ κοπέλα-
ἡ καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ βασίλεψε,
ὁ τύραννος μέσα ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο ἔχει φύγει,
κι ὅλες οἱ κόρες τοῦ πόντου, Νηρηίδες, Γραῖες
τρέχουν στὰ λαμπυρίσματα τῆς ἀναδυομένης
ὅποιος ποτέ του δὲν ἀγάπησε θ᾿ ἀγαπήσει,
στὸ φῶς-
  καὶ εἶσαι
σ᾿ ἕνα μεγάλο σπίτι μὲ πολλὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ
τρέχοντας ἀπὸ κάμαρα σὲ κάμαρα, δὲν ξέροντας ἀπὸ ποῦ
  νὰ κοιτάξεις πρῶτα,
γιατὶ θὰ φύγουν τὰ πεῦκα καὶ τὰ καθρεφτισμένα βουνὰ
  καὶ τὸ τιτιβισμάτων πουλιῶν
θ᾿ ἀδειάσει ἡ θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, ἀπὸ βοριὰ
  καὶ νότο
θ᾿ ἀδειάσουν τὰ μάτια σου ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς μέρας
πῶς σταματοῦν ξαφνικὰ κι ὅλα μαζὶ τὰ τζιτζίκια.

Πόρος, «Γαλήνη», 31 τοῦ Ὀχτώβρη 1946


Πηγή


***


Απαγγελία από το Γιώργο Σεφέρη:


Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Σαπφώ: Μελῶν ε’, Ἐπιθαλάμια, Incerti Loci (αποσπάσματα)



ΜΕΛΩΝ Ε'

απ. 95.11-13:

κατθάνην δ᾽ ἴμερός τις [ ἔχει με καὶ
λωτίνοις δροσόεντας [ ὄ-
χ̣[θ]οις ἴδην Ἀχερ[οντος.

***

Με κατέχει η επιθυμία να πεθάνω και να δω τις όχθες του Αχέροντα σκεπασμένες με λωτούς και δροσοστάλες.



---

Ὀδυσσέας Ἐλύτης: Σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ



Ὢ σῶμα τοῦ καλοκαιριοῦ γυμνὸ καμένο
Φαγωμένο ἀπὸ τὸ λάδι κι ἀπὸ τὸ ἀλάτι
Σῶμα τοῦ βράχου καὶ ῥῖγος τῆς καρδιᾶς
Μεγάλο ἀνέμισμα τῆς κόμης λυγαριᾶς
Ἄχνα βασιλικοῦ πάνω ἀπὸ τὸ σγουρὸ ἐφηβαῖο
Γεμᾶτο ἀστράκια καὶ πευκοβελόνες
Σῶμα βαθὺ πλεούμενο τῆς μέρας!


Πηγή

Οδυσσέας Ελύτης: ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ



Τώρα, στη βάρκα οπού κι αν μπεις αδεία θα φτάσει
Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και πού κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και
        Αύγουστος
Τότε πού αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά
        ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω άπ' τη γραμμή του
        ορίζοντα
Όσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Πού από ψηλά
                    κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα
Λάμπει μέσα μου κείνο πού αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

"Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
Κάτι κατάφερα να σου ύποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης
        οφθαλμού πού πρωτο-
Είσέρχεται στον ερωτά και τ'άλλο το χρυσό, πού δπου κι αν το
        τοποθετείς ίουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οί στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κεϊ πού
        οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν έγεννήθηκα ν'ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ'ούρανοϋ κει πάλι ζητώ ν'αποκατασταθώ
Στά δίκαια μου. Το λέει κι ό αέρας
^Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ό Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και πού
        θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό ή Όξω Πέτρα μέσ'άπό τη μαυρίλα
Θ'αρχίσει ν'αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι άσημ'ι και με πρασινωπά πτερύγια
        γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε πού κα'ι του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου ο! αγάπες: τόσα
Του βράχου ή τύρφη και του άφραχτου ύ'πνου σου ή φρικαλέα
        ραγισματιά: δυο φορές τόσα

"Ωσπου κάποτε, ό βυθός μ' δλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ'αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι αλλά ως τότε
        άνεκμυστήρευτα
Σάν μέσ'άπό τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων
κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη
Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα ή γη με μια βάρκα μαύρη
        κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.


Πηγή

Γιάννης Ρίτσος: Ελένη






Μονόλογος από την ποιητική συλλογή Τέταρτη Διάσταση του Γιάννη Ρίτσου.
Η ηχογράφηση είναι από παράσταση που πραγματοποιήθηκε στο θέατρο Βράχων "Μελίνα Μερκούρη" τον Ιούνιο του 2009 από το Θέατρο ΕΠΟΧΗ. Σκηνοθετεί και ερμηνεύει ο Βασίλης Παπαβασιλείου . Η παράσταση τιμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων θεατρικών και μουσικών κριτικών με το ΒΡΑΒΕΙΟ καλύτερης ανδρικής ερμηνείας "Κάρολος Κουν".

Μάνος Χατζιδάκις: Ερωτικό



Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρείς είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Eίτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύονται όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου
Το πρόσωπό μου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα


Πηγή

Μανόλης Ἀναγνωστάκης: Ἐπιτύμβιον



Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.



Μανόλης Αναγνωστάκης: [Ήρθες όταν εγώ…]



Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση — Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής — πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι —αν έχει μείνει—
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.



Ανδρέας Εμπειρίκος: Στροφές στροφάλων



Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.


ΕΝΔΟΧΩΡΑ (1945)


Πηγή


***


Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ: Στροφές στροφάλων

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Σαπφώ: Μελῶν α’ & Μελῶν β’ (αποσπάσματα)



ΜΕΛΩΝ Α'

απ. 1:

ποικιλόθρον᾽ ἀθανάτἈφρόδιτα,
παῖ Δίος δολόπλοκε, λίσσομαί σε·
μή μ᾽ ἄσαισι μηδ᾽ ὀνίαισι δάμνα,
πότνια, θῦμον,

ἀλλὰ τυίδ᾽ ἔλθ᾽, αἴ ποτα κἀτέρωτα
τὰς ἔμας αὔδας ἀίοισα πήλοι
ἔκλυες, πάτρος δὲ δόμον λίποισα
χρύσιον ἦλθες

ἄρμ᾽ ὐπασδεύξαισα· κάλοι δέ σ᾽ ἆγον
ὤκεες στροῦθοι περὶ γᾶς μελαίνας
πύκνα δίννεντες πτέρ᾽ ἀπ᾽ ὠράνωἴθε-
ρος διὰ μέσσω·

αἶψα δ᾽ ἐξίκοντο, σὺ δ᾽ ὦ μάκαιρα
μειδιαίσαισ᾽ ἀθανάτωι προσώπωι
ἤρε᾽ ὄττι δηὖτε πέπονθα κὤττι
δηὖτε κάλημμι

κὤττι μοι μάλιστα θέλω γένεσθαι
μαινόλαι θύμωι· τίνα δηὖτε πείθω
σάγην ἐς σὰν φιλότατα; τίς σ᾽ ὦ
Ψάπφ᾽ ἀδικήει;

καὶ γὰρ αἰ φεύγει, ταχέως διώξει,
αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ᾽, ἀλλὰ δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει
κωὐκ ἐθέλοισα.

ἔλθε μοι καὶ νῦν, χαλέπαν δὲ λῦσον
ἐκ μερίμναν, ὄσσα δέ μοι τέλεσσαι
θῦμος ἰμέρρει, τέλεσον, σὺ δ᾽ αὔτα
σύμμαχος ἔσσο.

***

Αθάνατη Αφροδίτη, πάνω στον πολυξόμπλιαστο θρόνο σου, θυγατέρα του Δία, υφάντρα δόλων, σε ικετεύω, μη δαμάζεις την καρδιά μου, δέσποινα, με πόνους και λύπες, αλλά έλα κοντά μου, αν άλλοτε άκουσες ποτέ τη φωνή μου από μακριά και με εισάκουσες, κι αφήνοντας το παλάτι του πατέρα σου έτρεξες εδώ, ζεύοντας το χρυσό σου άρμα. Όμορφα, γοργά σπουργίτια σ᾽ έφεραν, τινάζοντας τα πυκνά φτερά τους, πάνω από τη μαύρη γη, στον ουρανό, στη μέση του αέρα· κι ήρθαν γοργά. Κι εσύ, μακάρια θεά, μ᾽ ένα χαμόγελο στην αθάνατη μορφή σου, ρώτησες τι μου συνέβαινε πάλι, και γιατί σε ξαναφώναξα, τι επιτέλους ποθεί η τρελή μου καρδιά: «ποια πρέπει να πείσω αυτή τη φορά να ᾽ρθει (;) να σ᾽ αγαπήσει; Ποια σε βασανίζει, Σαπφώ; Κι αν σ᾽ αποφεύγει τώρα, σύντομα θε να τρέχει ξοπίσω σου· αν αρνιέται τα δώρα, θε να προσφέρει η ίδια· κι αν δεν αγαπά, σύντομα θε ν᾽ αγαπήσει, θέλει δεν θέλει». Έλα πάλι σιμά μου και λευτέρωσέ με απ᾽ τις σκληρές μου έγνοιες· τέλεψε αυτά που λαχταρά η καρδιά μου και γίνε σύμμαχός μου.



---


Ὅμηρος: «ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον...»


Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιητής και Μούσα, 1938

ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
πολλῶν δ᾽ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο


***


Τὸν ἄντρα τὸν πολύπραγο τραγούδησέ μου, ὦ Μοῦσα,
ποὺ περισσὰ πλανήθηκε, σὰν κούρσεψε τῆς Τροίας
τὸ ἱερὸ κάστρο, καὶ πολλῶν ἀνθρώπων εἶδε χῶρες
κι ἔμαθε γνῶμες, καὶ πολλὰ στὰ πέλαα βρῆκε πάθια,
γιὰ μιὰ ζωὴ παλεύοντας καὶ γυρισμὸ συντρόφων.
Μὰ πάλε δὲν τοὺς γλύτωσε, κι ἂν τὸ ποθοῦσε, ἐκείνους,
τὶ ἀπὸ δική τους χάθηκαν οἱ κούφιοι ἀμυαλωσύνη,


Ὁμήρου: Ὀδύσσεια, Ραψωδία α


Νεοελληνική απόδοση:
Ἀργύρης Ἐφταλιώτης