Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Ruxandra Cesereanu: Persephone unveiled




Oh, you spiderchested gods,
flaunting algae beards and teeth like pomegranate seeds,
I am Persephone, once blind, my eyes a golden glass,
now become a seer like a white owl.
While I walk in the fields I can smell the olives
and my bliss curls up like a cat in the sun,
oh, trees ablaze with life, oh dry-rim heathers,
how I longed for you while I’d listen to the tales of dark Hades.
Sea water waves would break on the inside of my ear
like liquid drums thundering:
come into the light, Persephone, get out of the tunnel, Phersephassa,
come, desolate Periphonia!
In the beginning I felt the darkness shrouded
in barren women and men,
I couldn’t grasp at all this blackness
on which grey-tongued dogs seemed to feed.
There weren’t any birds there.
Then, on my left bosom I placed a hollow shell.
I wanted to dream of the flowing meadow,
of the gentle field and of the sun like a yellow sacrificial blade,
I wanted to touch the grass, even if it had been scorched,
I wanted to touch the leaves of countless families of trees.
For days and days I would sing out names of flowers:
daisies, pimpernel, campanulas,
dandelions, wild roses, poppies,
tousled flowers, flowers sweet to touch and smell.
The air was a hidden temple,
I would wander dazed, taste of tinder in my mouth.
And suddenly, at dawn I breached the wall,
and I could smell mad lemon,
and I got out into the shady light sleepless as I was.
First I saw the zephyr-stirred field,
and heard the birds rushing above the sea,
and shrubs had Gorgon hair,
then I shouted and made an oath to the sun.
I cut the storms’ head for all time
and the sea seemed white like a soft lamb.
The guards’ lips were covered in sand when they let me pass.
Now my joy is a fountain,
I say be praised,
water and sun, air and fruit,
grass and fish, bell and flower!


KORE PERSEPHONE (2004)

Ruxandra Cesereanu: The Young Erinys




My long hair hangs in the air like winding twigs,
my viscera are fiery,
my face alive with wrath and glory,
the supplicants, terrified, lock themselves in cells,
but I am tired and I’d like to sleep
a whole spring on a deserted island.
My tongue glistens,
I’d speak scorpion stinging words,
I’d listen to the counsel of clawing birds,
night watches speak of my limestone temples
where fragrant rush holders are lit.
My body, a Corinth puma, feels trapped in trawl,
I shake tempestuously, I turn, I vibrate,
I am the young Erinys who steps on soles of mist.
Stone daggers slit my senses,
amongst the blind blood goddesses I was the shark of clay.
I can bet on the shadows of the dead,
my innate enchantress dreams
now blow like the zephyr, unlike the leaden storms.
The roar within is a hollow mountain,
at the daybreak I’d like to learn the language of light.
On a black widow’s boat I leave myself
for a white widow which could still be me.
Diffidently, I am listening to my rain filled heart,
a moving fruit, wandering the trees of desires.
I no longer want to cut with the witching sticks in the flesh of trouble,
if I lost my venomous traces,
I could create hyacinth from sea foam.
I was a wretched Erinys, a laudanum drinker across mad realms.
But from now on to hell with all the witching sticks,
with all the plagues and my unkind mouth,
and my bloodthirsty slobber,
let all the altars crumble under the shadows of blazing dead,
under the gorgons,
I don’t want to stay under the sign of the crescent moon,
burning within me there’s a priestess of the yellow sun
I am proclaiming for the first time.
I’ve broken in a swirl of feet
the dam of grass like thousands of buck horns.
Ahoy!

KORE PERSEPHONE (2004)


Ruxandra Cesereanu: Idling Periphonia




I adorned my thighs, my hips, my ankles with thyme garlands,
on a gloriously reigning afternoon.
I smelled like a maenad,
but my auspicious god had been sleeping for three nights.
I was dozing amongst plump cats
traveling fishermen had brought on their boats,
when I felt a claw in my chest
as if my ribs had been entered by birds.
Their master, the fowler, had twiggy hair and a body like a candlestick,
in the scented temples glowing at the horizon.
Periphonia, stay away from love as if it were a curse,
do not shut the door on my advice.
Demeter was braiding my hair like a tamed lioness,
my young woman braids
which were my noose in front of Hades, but also my rescue rope.
The sea was cloaking my body like a steaming god’s tongue,
I was yearning after a thing I could not smell
and could not see.
My bosom was shimmering like cups with fig wine,
tanned by the mad sun rolling oranges.
I was purring like a cat, I was simmering like a woman,
I was twitching from the shell, thousands of twining venules.
From afar I could hear a fowler’s voice:
come the cage, Periphonia,
come, beloved olive Kore.
On the roadside, in the cells, the soul
of the dead burnt in melted candles,
my fulfilled womanly flesh was like saffron,
saffron stirred by salamanders.
Languorous beast, suckled by stillness,
who are you, torpid Periphonia?
The sun stirred whirls like amber on my skin,
it stirred brown paths and flames and hot death glaze,
in the festive torpor.
Chalk heat creatures climbed
my body as if climbing a starry volcano,
there were yellow haired herbs
and the wreaths of the precipice enlaced my head.
Endlessly clad within myself,
I stroked myself, I smelt, I bit
the steamy comb of the giggling flesh.
My adorers rubbed wild oils on me,
their hands rustled busily like rattles,
they painted the hair in dark clay from the mouths of the dead.
My bloodstreams tensed,
so alive that they would step even on death,
chaining him and making him forget about himself.
There was hyacinth in the sea air,
the spindle of my body went deep down through the sand,
among sunflower jellyfish and dandelion-scaled fish,
my closed eyelids seamen on thrashed gold meadows.
Oh, fertile Periphonia, the twiggy haired fowler shouted,
while I was quivering like a soft Aegean Sea big cat,
mistress of death, if you are there,
turn light into delight and drowsiness into drunkenness,
to blind death in the agonising wasteland.

KORE PERSEPHONE (2004)

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Δ.Π. Παπαδίτσας: Λόγος στους Δελφούς (δεύτερος) (1)




Αλάθητη βουλή νημερτές χάσμα
κάδμεια τα νερολίθαρα που τρέμουν απ' το σπάσιμο του ήλιου
και στριφτοπλέξουδη η μια στην άλλη ρίζα
νεροδεμένη
σε οράσεις πρωινόφυτων χρωμάτων

Με ρουφάνε αχοί βουνίσιοι
και το στάχυ ελευσίνιο σε μήκος, αλλού μ' ακουμπάει
κι ας μου λέει ο Τριπτόλεμος ο Κλέοβις και ο Βίτων
για παραδείσους ύπνων
και το μέσα μου στόμα ας σωπαίνει
και το μέσα μου μάτια -όλα τ' άστρα κρυμμένα απ' την Κίρφι
καθώς έρχεται η πολύφωνη νύχτα-
ας με ιδούνε ως θα λέω:

ένα το θύμα κι ο φονιάς κι ένα το κρίνο
δίδυμης ρίζας
κι απ' της ίδιας βροχής τον πολύστομο λόγο ειπωμένα
εδώ στου θεού το αετοδρόμι


Η ΑΣΩΜΑΤΗ (1983)

Δ.Π. Παπαδίτσας: Λεξιμαργία




Αν αυτό ην
τρόπος του ποιείν
της ουσίας

ο θεός πνοήν
ενθουσιασ-
μων
και θαυμασμών
αναλίσκων

ο νοών αδιακόπως θνήσκων και μη θνήσκων
αντιστρέφει την αιτία της απουσίας.

1983


Η ΑΣΩΜΑΤΗ (1983)

Δ.Π. Παπαδίτσας: Γραφτό στη Δήλο (1)




Κοίταξέ με μισόν
μισοφέγγαρον
κι εγώ το ίδιο: μην έχοντας δει
απ' το άνοιγμα του κεφαλιού σου τ' άστρα
μην έχοντας ακούσει
του στόματός σου το μυστικό
και τα μυστικά των μαλλιών που τα δέρνει η άρμη

Αυτό το νησί σου λέω λίγο – λίγο με τρώει και πάω να του μοιάσω
ακόμα και στη συκιά του και στη μινώα του κρήνη
και στο νερόφιδό του
και στο πηγάδι

Κι εδώ τ’ άλλο βήμα πάνω απ’ τη δίψα
πλάι στο ψηφιδωτό του κορμί
πωρόλιθος φρενιάζω στις δώδεκα
πωρόλιθος από μέσα κι απ’ έξω

Εδώ είμαι πανέξυπνος εμπρός στο αγκάθι
έχω μάτι που θα πολεμήσει με το φίδι όλη τη μέρα
έχω χέρι πάμφωτο από το χορτάρι
έχω φωνή που την ακούνε τα αδιόρατα αυτιά
έχω ποδάρια αραχνιασμένα απ’ τα φαράγγια του Άδη
έχω ορμόνες άγριες
κι ο ουρανός μου απορροφάει την τρέλα και μου δίνει αιθάλη

Και τι δεν έχω
μες στη θαλασσοφάγωτη ζωή μου
όταν συντροφεύω τον ίσκιο
απ’ το πρωί εδώ αιώνες
με καρφωμένα στα μάρμαρα χέρια


Η ΑΣΩΜΑΤΗ (1983)

Δ.Π. Παπαδίτσας: Όπως ο Ενδυμίων (VII)




Από χρυσές περιπαθείς διώρυγες τραβάει προς τις αέρινες τροφές του
το άλλο σώμα
Σημαδεμένο με την κιμωλία του μέσα στο ατέλειωτο τραγί του
Σώμα της δάφνης και του πιπεριού
Φωνές δαγκώνουν άγιους άρτους βιαστικές αγριότητες μιας κορυφαίας κραυγής:
Από τον ένα ήλιο στον άλλο μεσημέρι αποθανατισμένη πράσινη στριγγιά του φρύνου

Ωραίο κορμί θηκάρι διπλής κόψης ανεμόδροσης
Ποιο σε αλαφρώνει πότισμα
Μια λέξη σ’ εξατμίζει επεκτεινόμενη
Θερίζει δάση και άσπρους θανάτους που ζευγαρώνουν το τσακάλι με το αηδόνι στη Μαντινεία και στη Λοκρίδα
Ωραίο κορμί
Σφυρίζουν τα τρυπάνια σου κι ανοίγουν αμμουδιές απελπισμένες
Σε γράφουν με ίσκιους οι αλμυρές κάμαρες στη λιακάδα
Κι όπως σε γδέρνει το σγουρό μαϊστράλι χάνονται τα πυρά μαλλιά
Σαν εκατό κατσίκια που καταποντίζει στο σκοτάδι
Ένα φανάρι

Βαθύ κορμί στο άσπρο σου εκμαγείο η προδοσία της πλάνης σου μετράει σφυγμούς
Μετράει με χτύπους της ακρογιαλιάς μάταιες ημέρες

Έναν κύκλο θαυμάζεις σε τροχίζει από μέσα η ακοή
Το νούμερό σου είναι το δύο, πλάνο που ανοίγεις θήκες μορφασμών ασβέστη
Με ένα πουλί που άξαφνα γίνεται λιθάρι
Και μια ψηφίδα αγνώστου του μας γνέφει

Το βήμα σου και η πέτρινη σου περιδίνηση
Η αρπαγή της πυράς με όλο το στόμα
Η αποστροφή του σκοταδιού με όλο το χέρι
Το βύθισμά σου ψηλά με όλους τους πίδακες
Κι όλο το ενδοκρινές αλάτι
Βαθύ κορμί


ΟΠΩΣ Ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ (1970)

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Μάρκος Μέσκος: [Απέραντη θάλασσα κυριαρχολογείς...]




XXI

Απέραντη θάλασσα κυριαρχολογείς
να ένας έρωτας
μπάρκο με τα μαύρα ψάρια του βυθού
ή ο άλλος στους μαλακούς λόφους οι φράχτες
και τα αιώνια πεύκα.
Όμως εγώ προτιμώ να καταγράφω τα βήματα εδώ
στη βουερή στεριά
ανώνυμος
περνώντας τα μερόνυχτα και τα μαλλιά μου
κάτω από τα πράσινα φύλλα
στα λιγοστά πάρκα.

(Σ’ αυτά τα μέρη θα πεθάνω.)


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: [Μετά από την καταραμένη ομοβροντιά...]




XVIII

Μετά από την καταραμένη ομοβροντιά
η φοβισμένη ησυχία. Στους δρόμους φίδια
και σπασμένα δόντια και νύχτες αποκεφαλισμένες.
Κι όμως ο καιρός προχωρεί έρποντας
καθώς γιατί στον κήπο κυνηγώντας πουλιά
μεγαλώνουν τα δέντρα, οι πιο πολλοί ανυποψίαστοι
και βαρετοί στα μερόνυχτά τους κι εσύ
ανακαλύπτεις ξαφνικά το λευκό στα μαλλιά σου
κρύβοντας ωραία ωραία την εκδοχή εκείνη του θανάτου
στη λεία της ομοβροντιάς.


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: [Φοβάμαι να σκάψω βαθύτερα...]




XVI

Φοβάμαι να σκάψω βαθύτερα:
Πρέπει να φροντίζω τ’ απομεινάρια δένδρα
να συντηρώ το αίμα τους να τα προσέχω
γιατί άνεμος σποριάς θ’ αργήσει και
η πυρκαγιά είναι απομονωμένη
από το κάτεργο νερό.

Άξιος της μοίρας ή διαλεχτός ανόητος — φοβάμαι
ακόμη και την ερώτηση.


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: [Σπαρταρούν οι μνήμες...]




X

Σπαρταρούν οι μνήμες
ψάρια στο δίχτυ έξω από το νερό:
Από το βουνό έρχεται το ποτάμι
τα πουλιά και τα δέντρα — αυτό τουλάχιστον
καλά το γνωρίζω. Και οι πεδιάδες με τα ζώα
γελάδια κι όνειρα βόσκουν στα τρυφερά λιβάδια
ψηλότερα ο μικρός πόλεμος του χειμώνα.
Νυν και αεί.

Και η φωνή από το στόμα του Κράλλη:
Μην τα ξεχνάς όταν
κάθε απόβραδο
βγάζεις τα μελαγχολικά σου μπλε
και τη γλώσσα
με τ’ αηδόνια του εμπορίου.


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: Επιτύμβιο




Μια φορά κι έναν καιρό οι μυλόπετρες του κόσμου
αλέσαν μόνο ένα σπυρί.
Μια φορά κι έναν καιρό οι μυλόπετρες του κόσμου
αλέσαν μόνο ένα καλοκαίρι.

Όσο ένα στάχυ καρπερό η φωνή του.


ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ (1963)

Μάρκος Μέσκος: Ένα πρωινό




Σήμερα το πεύκο υψώθηκε στην αυλή;
Γυμνοί οι αγκώνες της κυρα-Τασούλας στη σκάφη.
Κοντά η βρύση∙ κοντά οι τριανταφυλλιές.
Ο ήλιος στην ανατολή∙ μακριά το Βέρμιον πάναγνο.

Ένα πρωί, αχ! ένα πρωινό λαφρύ σαν την κουφόπετρα
του τρελού και του Βαρύθυμου
βάρκα λευκή στο ακρόγιαλο
στον γαλανό ουρανό
πουλί.


ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ (1963)

Μάρκος Μέσκος: Τσιγγάνικο




Όλη τη νύχτα με κερνούσες αίμα και κρασί∙
τ’ αστέρια μου ’φερνες να πιω. Εγώ
γυρνούσα τα μάτια μου στα παραθύρια τ’ ουρανού.
Κανείς Θεός! Μα θα ’χε πολύ φως έξω
αφού έπεφτεν ο ίσκιος της μάνας μέσα μου.


ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ (1963)

Μάρκος Μέσκος: Μουγκό




Η μάνα μου δεν ξέρει ελληνικά, καμιά
γλώσσα του κόσμου δεν μιλεί – όταν βροντάω
το καριοφύλι χαίρεται, όταν παίρνω
θλιβερό σκοπό μοιρολογάει ξεριζώνοντας
τρίχα τρίχα τ’ άσπρα της μαλλιά…


ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ (1963)

Μάρκος Μέσκος: Το αίσθημα




Μόνον εσύ τρυγόνα ξέρεις πόσον ωραίο είναι
τ’ άσπρο φεγγάρι πάνω στο βουνό, θολώνεις το νερό
και πίνεις θάνατο όταν χαθεί η χαρά σου˙
πάρε λοιπόν και την αγάπη μου και κρύψε την
καθώς εσύ γνωρίζεις
στη ρίζα της αγριογκορτσιάς ή σ’ ένα ρωμαλέο καραγάτσι.


ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙ (1963)

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Arthur Rimbaud: Scènes




L'ancienne Comédie poursuit ses accords et divise ses Idylles :
Des boulevards de tréteaux.
Un long pier en bois d'un bout à l'autre d'un champ rocailleux où la foule barbare évolue sous les arbres dépouillés.
Dans des corridors de gaze noire, suivant le pas des promeneurs aux lanternes et aux feuilles.
Des oiseaux des mystères s'abattent sur un ponton de maçonnerie mu par l'archipel couvert des embarcations des spectateurs.
Des scènes lyriques, accompagnées de flûte et de tambour, s'inclinent dans des réduits ménagés sous les plafonds, autour des salons de clubs modernes ou des salles de l'Orient ancien.
La féerie manoeuvre au sommet d'un amphithéâtre couronné de taillis, - Ou s'agite et module pour les Béotiens, dans l'ombre des futaies mouvantes sur l'arête des cultures.
L'opéra-comique se divise sur notre scène à l'arête d'intersection de dix cloisons dressées de la galerie aux feux.

Arthur Rimbaud: Fairy




Pour Hélène se conjurèrent les sèves ornementales dans les ombres vierges et les clartés impossibles dans le silence astral. L'ardeur de l'été fut confiée à des oiseaux muets et l'indolence requise à une marque de deuils sans prix par des anses d'amours morts et de parfums affaissés.
- Après le moment de l'air des bûcheronnes à la rumeur du torrent sous la ruine des bois, de la sonnerie des bestiaux à l'écho des vals, et des cris des steppes. -
Pour l'enfance d'Hélène frissonnèrent les fourrures et les ombres, - et le sein des pauvres, et les légendes du ciel.
Et ses yeux et sa danse supérieurs encore aux éclats précieux, aux influences froides, au plaisir du décor et de l'heure uniques.

Arthur Rimbaud: Bottom




La réalité étant trop épineuse pour mon grand caractère, - je me trouvai néanmoins chez ma dame, en gros oiseau gris bleu s'essorant vers les moulures du plafond et traînant l'aile dans les ombres de la soirée.
Je fus, au pied du baldaquin supportant ses bijoux adorés et ses chefs-d'oeuvre physiques, un gros ours aux gencives violettes et au poil chenu de chagrin, les yeux aux cristaux et aux argents des consoles.
Tout se fit ombre et aquarium ardent.
Au matin - aube de juin batailleuse, - je courus aux champs, âne, claironnant et brandissant mon grief, jusqu'à ce que les Sabines de la banlieue vinrent se jeter à mon poitrail.

Νίκος Καρούζος: Φαλλικός ήχος




Ευρυδίκη δεν υπάρχει ούτε Ορφέας
      υπάρχει.
Απλώς: η γλώσσα λείχει αόρατο.
      η γλώσσα χαριεντίζεται
            με το θάνατο.
Σήμερα να λες. το πολύ αύριο. μεθαύριο
      σημαίνει μεταφυσική.


ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ (1986)

Νίκος Καρούζος: Πικρή πικρότατη αιθρία




κι ανεβαίνει σε χιλιάδες μέτρα
σ’ ένα τέτοιο ύψος η σεξουαλική αλαζονεία
των μελισσών
η βασίλισσα
σε κατάσταση μηδέν της συγκινήσεως
πολυθυμία εκθαμβωτική
μαγνητίζοντας
αρίφνητους κηφήνες που συναμετάξυ τους
ο τυχερός και ευτυχής
ισόφωνος του θανάτου διαλάμπει.


ΑΝΤΙΣΕΙΣΜΙΚΟΣ ΤΑΦΟΣ (1984)

Νίκος Καρούζος: Νωθροκάρδιο ποίημα




Για μια καινούρια καταλόγχιση
των αμοιβαίων όντων
εγώ θ’ αναμερίσω όλα τα φυλλώματα
κι ορέχτηκα να εκτίσω
τον εαυτό μου ωσάν κάτι το αστραπιαίο.
Κανένα μεταφυσικό βελούδο στο αίνιγμα.
επιτέλους μεταφυσική
είν’ ολάκερη η ζωή που κορινθιάζουμε.


ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΛΗΘΗ (1982)

Νίκος Καρούζος: Ξεθωριασμένο χειρόγραφο




Σας έλεγα: γιατρός κ’ ετοιμοθάνατος το ίδιο πεθαμένοι.
σας έλεγα: γιατρός κ’ ετοιμοθάνατος ανάμιχτοι
στην άνθηση του λάκκου σαν αμφίβλαστοι
τα χείλη τους απόχρονα λιθώματα μια μέρα
στον ίδιο πικροπίδακα στο ίδιο ρήμα.
Ιθαγενής είναι ο θάνατος
απ’ όξω δεν υπάρχει χάρος.
ιθαγενής είν’ ο θεός δεν είν’ αλλόχθονας
κι αυτό σημαίνει πως ο κόσμος πρυτανεύει.
Το ζήτημα είναι να μην κάνεις ίσκιο
κι αγάπηση φριχτή στην ορατότητα.


ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΗ ΛΗΘΗ (1982)

Νίκος Καρούζος: Φλέγεται στη νεροποντή το ποίημά μου




διαβάζοντας εγώ τα μελλούμενα κατάσαρκα στο πικραμύγδαλο
θρυαλλίδα είν’ τα τραγούδια σου καημένη μου ρίγανη
κάθε βράδυ
τρόμος ανοίγει το μεγάλο φουντωμένο κόκορα στα δυο
δεν κατουρήθηκε εκείνος ο νευρολόγος ακόμη
γιομάτη ψύλλους η θεωρητική μας διαμονή κι ωστόσο
με δαγκωνιές της πείνας απ’ τους μαύρους παγετώνες
ο θάνατος: το γουδί το γουδοχέρι


ΦΑΡΕΤΡΙΟΝ (1981)

Νίκος Καρούζος: Θάλασσα: Η αρχαιότητα της γεωγραφίας




Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είν' ο βαρυστέναχτος ωκεανός...
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σ' ακατέργαστον έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με την ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος οπού ποτέ του δεν την έμαθε
την αθάμπωτη ψωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρομίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.

Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ' αξήλωτα τα βάθια...
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έστω και ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γέρο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο το στασίδι –
μακρόσυρτο και άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ' άφαντους χορούς απ' αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μέσ' στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ' άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγίδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ' του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είν' αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ώς το θάνατο
τη στεφανώνει μ' ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν' το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.


Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ (1980)

Νίκος Καρούζος: Εκκλησιαστικό όργανο




Είμαι βαθιά ηλίθιος αλλά δεν έχω
κλειστοβοφία
σαλτάροντας απ' τη βρώση κι απ' την πόση
στο Ένα
τον ακέραστο αριθμητικό μας μύθο
ψυχαγωγία η χοϊκότητα μα η όραση
γιγάντιος ισχυρισμός που αναθάλλει
η τσιμουδιά στα σωματίδια.
Είμαι θαυμάσια ηλίθιος όπως τ' αεροπλάνο
ξεσχίζοντας όμως ανοικτίρμονα
τις εκνευρισμένες αποστάσεις
κι ακόμη
ξεκοκαλίζοντας τις επηρμένες λύσεις
χωρίς να βλέπω καν τα κοπιώδη προβλήματα.


Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ (1980)

Νίκος Καρούζος: Φωτογραφία




Δώσε έναν κόκκο ειρήνης να απολαύσεις
ένα βουνό δικαίωση
σαν κόκαλο αιωρούμενο σε σκύλο η αγάπη
που δείχνει τα δόντια της.
Εγώ ξεκρέμασα τη ζωή μου από κάθε προοπτική
πέταξα τα μανταλάκια απ' το σύρμα
τελευταία νότα της αληθοσύνης: η αθωότητα
ενυπάρχουσα στο άπειρο ο χρόνος
απορρυθμίζει
σχηματίζει μέσα του
το αμάρτημα:
τη φοβερή διαιρετότητα.
Ζούμε θα πει αλητεύουμε στους αμέτρητους ίμερους
αλητεύουμε στα σώματα των απέραντων γυναικών
αλητεύουμε στη μιλιά μας
αλητεύουμε στην πείνα και στην ακάλεστη δίψα.


Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ (1980)

Νίκος Καρούζος: Υπήκοος κυανώσεως




Ε λοιπόν εσείς οι θρησκείες – αναρριχώμενα –
τύψεις ανωφερείς της αιτιότητας
εσείς τα πιο όμορφα αλόγατα τηλεφωνήτριες Βαλκυρίες
εσείς οι ανώφελες γιάτρισσες
των εξωφρενικών εκατοντάδων
εγώ θα απομείνω περίεργος μια και δε χάνω κύριοι Φένακες
απολύτως τίποτα.
Βαβέλ από λαγνεία ουρανού και στυγνές ποικιλίες
από λουλούδια πολυώνυμα της Πεντηκοστής
ανάμιχτα με δάκρυα στα φαρμακεία
η μια τα ύψη που ορέχτηκε
η άλλη
κρουνός Ηράκλειτου από ψηλά οπού το χώμα καταδέχτηκε.
Παραπλήσιες ομορφάδες -: η νομοτέλεια κ' η αμέριστη
κατακρεούργηση.
Να θωρακίσουμε του άλγους την εναντίωση:
το μεράκι της παρδαλής αιωνιότητας ανυφαίνοντας
σε ελάσσονες τόνους στο λιλά μικροσκόπιο.
Μεγαλόπνευστος ετούτος ο αγέρας ερχόμενος
απ' τη μετεμψύχωση
παροτρύνοντας η αγάπη σε εξέγερση τα υποσύνολα
έαρ και νόστιμον ήμαρ
καθώς του κουρασμένου αίματος ο θρήσκος της μαυρίλας
/τον ύπνο εννοώ/ που θηρευτής του κύκλου δεν κατόρθωσε
να διαλευκάνει ούτε τη ζελατίνη του τέττιγα
ναυαγός ιχνηλάτης που διαχέεται στο αιδοίο της Στύγας
/τέτοιο βαθύ λακωνικό δεινοπάθημα/.
Ζενίθ ανάστροφο στα σπλάχνα μου
περιτείχιση των κυττάρων ένας εξαίσιος
ορμαθός από ασίγαστους χημικούς τύπους
ο τερατώδης υπόκοσμος-: οι λεπτομέρειες
πληγιάσματα στη φαλακρή ευμάρεια της σφαίρας
οι λεπτομέρειες: αποβάθρες της αποπλέουσας Ολότητας
/κινίνο μεταφυσικό στ' αλήθεια/
οι έμφυτες ακρότητες της μέλισσας ανοιξιάτικες βαρκαρόλες
κ' η κατάξανθη Λάνα Τάρνερ γειτόνισσα γνωστή της Παναγίας.
Είναι φριχτά σατανικό μηχάνημα η διαίσθηση
δεν καταρρέει στα παλιόνερα του αποχετευτικού μας συστήματος
νίβοντας ο ημεροδείχτης τα χέρια σε τραγούδια.
Ζήτω το μυαλό-ανεμόμυλος!


Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ (1980)

Νίκος Καρούζος: Τίρυνθα




Δεν πήγα παραπέρα απ' την άτρωτη θωριά της λησμοσύνης
μεινέσκοντας απάτητος όρθρος ανάμεσα σε παντέρημο δάσος
μ' αγρίμια μ' αγριμάκια στοχασμούς.
εβγαίνοντας απ' το έρεβος με ασήκωτο ξύπνημα.
ωσάν κεράσι βλέποντας στο ηλιόβγαλμα το μυαλό μου
ζουληγμένο απ' του ύπνου την πατούσα.
την ομορφιά λογαριάζοντας εκείθε στο λιθόστρωτο
την ομορφιά των σκουπιδιώνε δεξιά μου.
Μα όμως τώρα κάτι σπάζει τη συνέχεια.
είν' ένας γάιδαρος πολύφθογγος που σαν ψαλμός σχηματίζει
την άχραντη εικόνα του σε βαθιά δευτερόλεπτα
οπού ρεμβάζει αχνίζοντας αντίκρυ σ' άρρωστο πέλαγος
από 'να ύψος ατάραχο με άκακους βράχους.
Κι ωστόσο είμαι σήμερα στην Τίρυνθα
με το όνομα επισκέπτης
αναπνέοντας ολομόναχος την κοίμηση στα κυκλώπεια τείχη.
Χρόνος και χώρος τον έρωτα τον έχουν επάγγελμα.
Τώρα τι κάνω στην όραση; Βλέπω μιαν όμορφη γερμανίδα
με δυνατό βοριά χαρισμένο ανάγλυφα στα κωλομέρια της.
Το κυπαρίσσι κόβοντας το χαύνο πέλαγος στη μέση
- ποιο πέλαγος όμως; -
προσφέρει θάλλει έντομα βουίσματα θηριωδίες.
Μαβιά να 'ναι τα σπλάχνα μου; - δεν το 'χω περιέργεια.
Μα είπα: πότε τάχα ναν την άναψε την κόλαση
ο θεός, με τι κούτσουρα; με τι δάση;
Μάλλον – αποκρίθηκα βέβαιος – με οδοντογλυφίδες.
Μιλώ και λέω τ' όνειρο πως είν' ο κρεουργός του ύπνου
δεν είναι του θανάτου το αντίδοτο.
Ενθάδε κείται νύχτα παλλακή γιομάτη εγγαστρίμυθους.
Η καύτρα στο τσιγάρο μου με κόκκινο ιδρύει το σκοτάδι.
το ξέρω πως η λέξη σκοτάδι δεν υπάρχει στο σκοτάδι
μητέρα της είναι η καύτρα /δρακοντόσχισμα/.


Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ-ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ (1980)

Μιχάλης Κατσαρός: Άδα - Καντάδα Μουσική




Αν ακούσεις καντάδα
αν ακούσεις μια άδα
Μείον ους οικώ
είναι μουσική

ουρανομήκης είναι
μήκος ουρανού
Μ ΟΥΣ ΙΚΗ μουσική.

Έχει τα κρουστά
έχει να μειοσωτεί
Μείον ους οικεί.
Δεν είναι σύνθεση
δεν είναι μελωδία
είναι μία - Ία.

Αν ακούσεις το βιολί
ρώτησέ το να στο πει
αν έχει ώτα - αν έχει φώτα.


ΚΑΖΑΜΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ (1996)

Μιχάλης Κατσαρός: Άδα - Ελλάδα




Αγόρι όχι του 7
Σε μαζινό βαδίζει
ορεινή ταξιαρχία
Αγόρι αν δε γίνουνε
στα πολλαπλά
τότε
θα μείνω μόνος πάλι
στο βράχο ένα απόγευμα
όπως αλλοτινά.

Κάνε το σώμα σου κορμί
επτά σεπτά απτά.
Αγόρι του επτά παίδα
λάβε τη μουσική την άδα
του νέου μουσιγέτη τη γη
δεν θα 'κουστεί.

Άδα Λεντεκάδα Φαρακλάδα
Μουργιατάδα κατσιμικάδα
Ελλάδα.


ΚΑΖΑΜΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ (1996)

Μιχάλης Κατσαρός: Πεζά




Πεζά ποιήματα δεν γράφω
παίζω μονάχα με το ορώ
των ματιών απουσίες.
Παίζω μπιλιάρδο σε τσόχα
όχι να βρω
αλλά ν' ακούσω τον ήχο
όταν κτυπώ.
Παίζω πεζά παιδιά αυτιά
πάω πολύ βαθιά
στο σώμα, στο χρώμα, στα ζα
στα ζάρια, στο τάβλι
στην αυλή καφενείου
μήπως εσύ είσαι στο Ίον.
Το ύψιλον το παραλείπω απ' τον Υιόν
το γιο δεν τον γνωρίζω
παίζω Γιο-Γιο.


ΚΑΖΑΜΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ (1996)

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Robert Frost: October




O hushed October morning mild,
Thy leaves have ripened to the fall;
Tomorrow’s wind, if it be wild,
Should waste them all.
The crows above the forest call;
Tomorrow they may form and go.
O hushed October morning mild,
Begin the hours of this day slow.
Make the day seem to us less brief.
Hearts not averse to being beguiled,
Beguile us in the way you know.
Release one leaf at break of day;
At noon release another leaf;
One from our trees, one far away.
Retard the sun with gentle mist;
Enchant the land with amethyst.
Slow, slow!
For the grapes’ sake, if they were all,
Whose leaves already are burnt with frost,
Whose clustered fruit must else be lost—
For the grapes’ sake along the wall.

Τάσος Δενέγρης: Κύριε ελέησον




Σε πρώτο πλάνο η μέρα με το φως
Στο δεύτερο τα σπίτια κι οι σκιές τους
Πιο πίσω το ίδιο πάντα βουνό
Κι αόρατο στο μάτι
Φως εξ Ανατολών
Ο Παντοκράτωρ

Οκτώβριος
Έλεος
Ν’ ανεβώ
Πιο πάνω απ’ τους πιθήκους.

27 Οκτωβρίου 1971


ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ (1978)

Τάσος Δενέγρης: Στιγμιαίο




Οι ναυτικοί μιλούνε για γυναίκες
Οι έμποροι για ευκαιρίες
Οι παίχτες του μπιλιάρδου βάζουν ταλκ στις στέκες
Ο πλοίαρχος θυμάται τις κακοκαιρίες.

2 Ιανουαρίου 1970


ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ (1978)

Τάσος Δενέγρης: Το πάθος και πού με οδηγεί




Πρώτα με τράβηξε η αρετή σου
Μετά μ' αρέσαν οι μηροί σου
Αργότερα οι οργασμοί σου
Σαν κύκνος που ονειρεύεται
Και σαν μαινάδα.

Σιχάθηκα μετά την αρετή σου
Και ξέχασα και σένα και τα κάλλη σου
Στεριά των ψαριών
Ψυχωτική Θεοδώρα.

Ιανουάριος 1970


ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ (1978)

Τάσος Δενέγρης: Οι κατάσκοποι




Δεν φοβάμαι το ρεύμα των ποταμών την αγρύπνια και
Το λεπίδι
Μόνον τους κλητήρες
Και τις κυρίες που πίσω από καρότσια νηπίων κατασκοπεύουν
Στο διάβα σου.

Όσο για τις αράχνες τρομάζω το σιωπηλό τους περπάτημα
Κι εκείνη τη μεταφυσικήν ικανότητα να στέκονται στο
Ταβάνι
Παρακολουθώντας με σκοτεινό μάτι τη σκέψη σου
Δίχως να βγάζουν τον παραμικρό ήχο φωνής.

9 Μαΐου 1962


ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΝΙΓΓΟΣ (1975)

Τάσος Δενέγρης: Διαδικασία




Είναι μια πρόφαση θανάτου και το ταξί
Που τρέχει συντηρητικά σε κεντρική λεωφόρο
Η μυωπία του άλλου οδηγού
Ανεβαίνει την πάροδο
Δεν σε γνωρίζει, δεν σʼ αγαπά , δεν έχει το παραμικρό μίσος
Κι όμως είναι μια πρόφαση θανάτου
Για σένα που καπνίζεις ανύποπτος στο σκοτεινό ταξί.

Αυτό είναι καθαρός παραλογισμός
Και η ερμηνεία του σκοτεινή
Σα Μεσαιωνική Δικογραφία.

Τετάρτη 13 Μαΐου 1959


ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΝΙΓΓΟΣ (1975)

Χριστόφορος Λιοντάκης: Φρουτομανής




Απ' τον Άγνωστο φωτογραφίζει
Το κτίριο της Mobil Oil
Φράση πρώτη: Είμαι αμερικάνα
Φράση δεύτερη: Είμαι φρουτομανής
Το μήλο γίνεται στο στόμα της νταμάρι
Με κηλίδες κόκκινες
Στολίζει τα μαλλιά της με κεράσια
Κρυφοκοιτάζει τον τσολιά
Ο συνοδός της τρίβει τα χέρια στις τσέπες
- I would like to know
Why this square
Is called Constitution square?
Ντρέπομαι να μιλήσω για τον Μακρυγιάννη

Πλατεία γεμάτη θάματα
Πλατεία γεμάτη προφυλαχτικά.


ΥΠΟΓΕΙΟ ΓΚΑΡΑΖ (1978)

Χριστόφορος Λιοντάκης: Μονόλογος σ' ένα παγκάκι




Διαβάζω εφημερίδες ξένες
Πίνω κόκα-κόλα και σουέπς
Έχω δυο τζην και δυο λακόστ
Κυρίες Δεσποινίδες και Κύριοι
Με φλερτάρουν
Η ατζέντα μου γεμάτη διευθύνσεις
Περνώ τις νύχτες σε ξενοδοχεία
Και διαμερίσματα αθηναϊκά
Στέλνω κάρτες στο εξωτερικό
Την Ακρόπολη τον Αντίνοο και Κούρους
Μου στέλνουν Μιχαήλ Άγγελο προσκλήσεις και πορνό
Το καλοκαίρι συνήθως πηγαίνω στα νησιά
Το χειμώνα προτιμώ τα σινεμά

Πλατεία γεμάτη θάματα
Πλατεία γεμάτη προφυλαχτικά.


ΥΠΟΓΕΙΟ ΓΚΑΡΑΖ (1978)

Χριστόφορος Λιοντάκης: Εστιατόριο




Μοιάζει τόπο προσκυνήματος
Στη θεότητα της καθημερινής μας ανόρθωσης
Τόπος χλοερός για φυτά και ζώα
Κάποτε και για τον άνθρωπο
Οι φωνές μπερδεύονται με τις
Κραυγές από τα θνησιμαία των ζώων
Κι οι σπαραγμοί των ψαριών
Κάνουν τα χείλη να τρέμουν
Χέρια τρυφερά
Πετσοκόβουν τρυφερά κρέατα τρυφερά
Τα χέρια ανήκουν σε μια κυρία
Η κυρία ανήκει στην εταιρία προστασίας ζώων
Πιο πέρα ο κύριος
Με πιρούνι και μαχαίρι
Εκσπλαχνίζει ένα κοτόπουλο
Σ' ερωτεύεται με τα μάτια
Καθώς καθαρίζει τα δόντια του
Φτύνει διακριτικά
Και φεύγοντας αφήνει
Το τηλέφωνο στο τραπέζι σου
Το εστιατόριο είναι η νεκρή φύση της ζούγκλας.


ΥΠΟΓΕΙΟ ΓΚΑΡΑΖ (1978)

Χριστόφορος Λιοντάκης: Περίπατος




Ντύνεται με τον τρόπο του οπιομανή
Το τζην κρύβει την ποίηση του θανάτου
Περπατά βλέπει τον ίσκιο του να
Θρυμματίζεται
Συμμορίες σκυλιά με
Τη φρίκη τρυφερή στο τρίχωμά τους
-Όπως οι φυσαλίδες στη γκαζόζα-
Η ατμόσφαιρα ελαστική
Τον πηγαίνει όπου δεν θέλει
Μπαίνει στο κουρείο
Στον καθρέφτη είναι καλοκαίρι
Βγαίνει χαϊδεύει το δέρμα του απαλό
Κανένα δεν μπορεί να ξεγελάσει
Πηγαίνει incognito στο μουσείο
Ανεβαίνει στην ταράτσα
Ο ουρανός έχει ένα πρόσωπο εμετού
Η πόλη εκπέμπει σπασμούς
Σίγουρα η μέρα δε γλιτώνει.


ΥΠΟΓΕΙΟ ΓΚΑΡΑΖ (1978)

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Βασίλης Στεριάδης: ο περίπατος της ομάδος του οικοτροφείου β




στον Μανόλη Αναγνωστάκη

Ο αθλητής αγαπάει την κοπέλα,
τα πάρτι
και το πράσινο.
Λέει δυο λόγια στο εξώφυλλο.
«Αγαπώ την ομάδα μου
και πηγαίνω περίπατο».
Από μέσα του λέει
«Έχω γράψει και δύσκολα ποιήματα
όπως εκείνο με τον αθλητή
την κοπέλα
και το πράσινο».


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΟΛΙΕ (1983)

Βασίλης Στεριάδης: λεωφόρος Νίκης




Κοίμησης Αγίας Άννης Ευπραξίας.

Βαθύς ύπνος που γίνεται μπλε.
Ξανθός φακίρης με κόκκινα γένια
ο αρχηγός της φιλαρμονικής
ο εραστής της κοπέλας μου
κάποιος που δε με θαυμάζει.


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΟΛΙΕ (1983)

Βασίλης Στεριάδης: ο χορός του πανεπιστημίου




Λευκό φιλμ και μαύρο γαλλικό
μπαίνει και βγαίνει στο συναισθηματικό μου
κόσμο. Όπως ένα βιβλίο που έγραψα
μπαίνει απ' τα μάτια της και βγαίνει
από την κοιλιά της Ουρανίας, που είναι απούσα.
Λείπεις, τη ρώτησα, γιατί έχεις πάει
να σπουδάσεις
και γιατί κλείστηκες στον εαυτό σου
και γιατί σε χορεύει
το μεγάλο μηχανοστάσιο των πέντε ηπείρων;


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΟΛΙΕ (1983)

Βασίλης Στεριάδης: ο σταθμάρχης του νέφους




Ένα μεγάλο ταλέντο ξενυχτούσε
μέχρι το Θεό. Έτσι έφυγα για τα
αιώνια μοναστήρια, όπου η συγκέντρωση
της Λόλας που είχε πεθάνει. Μου
είπαν έβγαλες ένα βιβλίο, φαίνεται
πολύ κακό, και θα φυλάμε στα λεωφορεία
και θα κάνουμε έλεγχο. Υπάρχει,
ρώτησα, εδώ κάποιος κύριος Γλυκοδόντης
που στ' αυτιά του κοιμάται ένα
τρένο; Υπάρχει, μου είπαν, αλλά
είναι ομοφυλόφιλος. Όπως υπάρχουν
τα μεγάλα ταλέντα των εγωπαθών.

ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΟΛΙΕ (1983)

Βασίλης Στεριάδης: το χαμένο κολιέ




Αργότερα, με λίγη τύχη στην αγάπη μου, θα είχα ακίνητη περιουσία μέσα στο άσπρο τοπίο. Γύριζα νύχτα από το πάρτι με τη γυναίκα του αρχηγού. Κάπου κοντά στο ποτάμι, όπως τη φιλούσα, έπεσε το κολιέ της, οι στριγκλιές της και το κολοβό περίπτερο, τα κέρατά μου τα τραγίσια. Αστυνομίες έρχονταν με τα ποταμόπλοια, και τα μυρμήγκια έμπαιναν στις τσέπες μου κατεβαίνοντας από το βουνό. Ίσως είμαι χαρούμενος, ίσως είμαι λυπημένος, ίσως είμαι λιγάκι τρελός.


ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΟΛΙΕ (1983)

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Δ.Π. Παπαδίτσας: Εν Πάτμω (VIII)




Μάζευε από το έρεβος
Ο νους χόρτα μα ευθύς
Πέλματα αθώα περπάτησαν
Κι ανέβαζαν το ρίγος
Στα χείλη κι απ' τα χείλη
Στην οικουμένη

Κι όταν οι αστραπές
Φύτευαν δάση στων ματιών
Τα στιγμιαία χαντάκια,
Θαύμα τα ευώδη χώματα
Κι ο ήχος ο μονάκριβος
Του «δόξα σοι τω δείξαντι
Το φως».


ΕΝ ΠΑΤΜΩ (1964)

Δ.Π. Παπαδίτσας: Εν Πάτμω (IV)




Κι απ' των κρανίων τα ηχεία
Της κτίσης οι ανεπαίσθητοι
Χτύποι γιγάντιοι φεύγαν
Μα ευθύς τους ήπιε η αχόρταγη
Ματαιότης

Τι κι αν το πρώιμο άνθος
Της πασχαλιάς ευώδιαζε
Κι άφριζαν ιριδένιες
Οι οράσεις; έπεφτε ο ίσκιος
Στα βαθειά σωθικά.


ΕΝ ΠΑΤΜΩ (1964)


Γιώργος Σεφέρης: Μυθιστόρημα (Ι)




Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού
            τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτί-
        σουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;

Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν
οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν' ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν' αγαπήσουν.


ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (1935)