Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυρούλα Γ. Τσούπρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυρούλα Γ. Τσούπρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

RILKE – ΠΑΛΑΜΑΣ: ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ Ή ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ;



της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

Με χρονικό δείκτη 28.1.1924 έχει καταχωριστεί στο «Επίμετρο» της Ξανατονισμένης Μουσικής, δηλαδή, της συγκεντρωτικής παρουσίασης των μεταφράσεων του Κωστή Παλαμά, έτσι όπως αυτές συμπεριελήφθησαν στα Άπαντά του, η μετάφραση των εννέα πρώτων στίχων (έντεκα στο δικό του μεταφρασμένο κείμενο) από το «Βιβλίο τού Προσκυνήματος», δεύτερο από τα τρία συνολικά Μέρη τού Stundenbuch (το οποίο μεταφράστηκε ως Ωρολόγιον[1] από τον Άρη Δικταίο, αλλά είναι ευρύτερα γνωστό, και έτσι αναφέρεται και στη μετάφραση του Παλαμά[2], ως Βιβλίο των Ωρών) του RainerMariaRilke – αυτής της «εμβληματικής πνευματικής φυσιογνωμίας μιας διαχρονικής Μεσευρώπης των αρχών ενός τόσο πολύπλοκου και εύφορου αιώνα, η οποία ακόμα έχει μείνει αστάθμητη όσον αφορά την τόσο πλούσια πνευματική της προσφορά»[3].
Η πρώτη δημοσίευση, ωστόσο, του συγκεκριμένου μεταφράσματος συνδέεται με μια τραγική συγκυρία στην ζωή του Κωστή Παλαμά, καθώς γίνεται στην Νέα Εστία (τχ. 377, σ. 193) στις 15 Φεβρουαρίου1943, έξι ημέρες, δηλαδή, μετά τον θάνατο της συζύγου τού ποιητή και 12 μέρες πριν από τον δικό του θάνατο – ως μοιραία υπόμνηση, θα έλεγε κανείς (βάσει, βέβαια, της ερμηνευτικής απόδοσης διά χειρός Παλαμά), του έρωτα που ένωσε αυτούς τους δύο ανθρώπους στη ζωή και, τελικά, τους έφερε κοντά και στον θάνατο (οι γονείς του Κωστή Παλαμά, συμπτωματικά, είχαν επίσης πεθάνει πολύ σύντομα ο ένας μετά τον άλλον)[4]. Ας ακούσουμε το παλαμικό μετάφρασμα:
«Σβύσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,/ ταὐτιά μου σφράγισέ τα, να σ’ ακούω μπορώ./ Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ’ρθώ σ’ εσένα,/ και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ./ Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,/ σα να είταν χέρια, όμοια καλά,/ με την καρδιά./ Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ/ με το κεφάλι./ Κι αν κάμης το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ/ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι»[5].