Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκος Μέσκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μάρκος Μέσκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Μάρκος Μέσκος: Ο μικρός κήπος


Θάλασσα ομηρική με πεύκο και κουπιά έτρεχε το βουνό

να ξενυχτήσεις το φεγγάρι ή να προσμένεις την αυγή;


Τα πίσω εμπρός και τα μελλούμενα ένας δρόμος ίσα στο σπιτάκι

φτάνει ο μικρός κήπος και το σκυλί για τα κακά προαισθήματα.


Εκεί όταν έφτασες ρώτησες τη μητέρα: — Σςς κοιμούνται τα παιδιά στην πέτρα

δεν ξύπνησαν ακόμη, — τι να πω;


Μαύρο καράβι η θάλασσα σκύλος ο ουρανός θα γαβγίσει

παρακαλώ σας μη γυρίσουν στο άλλο πλευρό βλαστημώντας.



ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Μάρκος Μέσκος: [Χωρίς αίμα και δάκρυα οριζόντια γραμμή]




XIV

Χωρίς αίμα και δάκρυα οριζόντια γραμμή
βάρκα στον μικρό γιαλό ψηλότερα καΐκι
δρόμοι τελειώνουν-ξεκινούν σ’ όλα τα μήκη
πάντα σα νύχτα και σα μέρα φεύγει η ζωή.

Πλαγιάζει η βροχή την κόκκινη φωτιά
σπαθιά στον αέρα σημαίες του ανέμου
κίνηση εμπρός μηχανών έμβολα τρέμουν
ταξίδι αναχωρεί πάλι στη μοναξιά.

Σύννεφα-γέροντες πλέουν στον ουρανό
η μάζα της γης ρίζες λάβα και χώμα
ένα δέντρο ο ντουνιάς που αγαπώ κι ακόμα
δικό μου τ’ αηδόνι δικό μου το βουνό.

Σέλα ζώα θάμνος τραγούδι τρελό
πλαγιά καλύβι πράσινο χόρτο κύμα
κλαρί από χρόνια άγρια πουλιά και μνήμα
πάναγνο Βέρμιον μακρινό σιωπηλό.




ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ (1975)

Μάρκος Μέσκος: [Γυναίκα ωραία στο στρατί με τον ίσκιο σου βαδίζεις]




X

Γυναίκα ωραία στο στρατί με τον ίσκιο σου βαδίζεις —
νύχτες ξάγρυπνες ελπίζεις∙ τίποτ’ άλλο στη ζωή.

Παίξε μου τώρα την οχιά να κάνω τον ερωτεμένο —
μόνο φαρμάκι περιμένω κι έχω στο λαιμό τριχιά.

Να το αηδόνι στην αυλή να στον φράχτη το κοτσύφι —
κλείσε μου τα μάτια νύφη πεταλούδας θείο φιλί.

Μαύρη οχιά φαρμακερή πέφτει κάτασπρο το χιόνι
ζέστανέ με κι ας κρυώνει η καρδιά μου η θλιβερή.


ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ (1975)

Μάρκος Μέσκος: [Σούρουπο σιμώνουν οι σκιές]




VII

Σούρουπο σιμώνουν οι σκιές
βρυχάται το κύμα στις αχτές
— δεν είμαι ’γώ.

Στης λεύκας το κλαρί φυσάει
αλλάζει ο καιρός και πάει
— δεν είμαι ’γώ.

Το κεφάλι ψηλά από το νερό
θα σε φιλήσουν, ίσως, νεκρό
— δεν είμαι ’γώ.

Φάντασμα της νύχτας σιωπηλό
όνειρο και ήχος και πηλός
— δεν είμαι ’γώ.


ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ (1975)

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Μάρκος Μέσκος: [Πέρα για πέρα το ασημόφωτο...]




VIII

Πέρα για πέρα το ασημόφωτο και στα νερά τη λίμνης
δέντρα μακρινά μαύρο το βάθος μα δώθε
στο πέταλο της αμμουδιάς ίπποι άγριοι σήκωναν χρυσή σκόνη
μια φωνή
άλλη
κι άλλη
μη χαθούνε πάλι στα φαράγγια
αλλά και λάφια ένα κοπάδι
πίναν στο νερό ανήσυχα το φεγγάρι —

όνειρο ήταν (πανάθεμά το)
αχ! όνειρο...


ΤΑ ΙΣΟΒΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1977)

Μάρκος Μέσκος: [Θάλασσα τρελή ασπρίζει]




IV

Θάλασσα τρελή ασπρίζει το στήθος κύματα χρόνια περνούν
στις πόρτες σκοτεινό τραγούδι «εσύ πολλά περπάτησες» μα λάμπουν
μαύρα τα νερά σαν ψάρι που μυρίζει κι ο ύπνος άγουρος
στα πρόβατα και στα μωρά. Νύχτα το κρασί κι ο άμμος το κατάπιε

οι μαύροι κύκνοι τώρα στη λίμνη και η βάρκα ας πούμε ρομαντική
με τα ψιλά χόρτα στους όχτους και το ξανθό κοράσι γέρνει απαλά στο πλευρό
φιλί φιλί μαύρα νερά
φιλί φιλί μαύροι κύκνοι
φιλί φιλί ο χαμός - παιδιά που δεν προλαβαίνω να σας αγαπήσω
                                  γυναίκα αγάπησα μία· μα η θάλασσα γεμάτη
                                  μέχρι απάνω.


ΤΑ ΙΣΟΒΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1977)

Μάρκος Μέσκος: [Κάποτε θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου...]




III

Κάποτε θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου θα ’σαι ένα τίποτε
άνθη κερασιάς ρόδα στους κήπους και αγάπη — ποια αγάπη;

Χελιδόνια που κλειδώνουν τον αέρα της νυχτερίδας γκρεμός
και το φεγγάρι απάτη από χαρτί. Στο ποταμάκι κάθονται συλλογισμένοι οι φίλοι
στο χέρι καθρεφτίστηκες κι εσύ
υγρό κόκκινο φύλλο τα χείλια σου μα ξάφνου
σταφύλια σάπια κατεβασιά στον Άδη —
η λήθη βρέχει σήμερα όχι ο ουρανός.

Πριν απ’ τον κόσμο και μετά τον κόσμο η Γη μωρό στα σεντόνια του τάφου
τρωκτικά ρολόγια το φως τρυπάει περισσότερο κι αν βρέξει κάποτε
αυτοστιγμεί κλείνει τ’ ομπρελίνο στα μάτια πόνος οξύς
η βροχή όρθια σκάλα
ψηλά ψηλά ο ουρανός πώς να μισέψεις; Μόνον
οι μεταλλωρύχοι σκαρφαλώνουν στον ουρανό από τη μαύρη νύχτα στο λίγο αέρι
ήλιος και χρυσάνθεμα και λυπημένη παρηγοριά και γλάροι εξόριστοι
και φεγγαρόψαρα του βυθού — για σε δαμάλια σφαγμένα. Ξένα λοιπόν
και τα όνειρα, στα μάτια να σε κοιτάξω και να πεθάνω
να σε φιλήσω και να χαθώ απ’ τον κόσμο
μπροστά ένα ασήκωτο δειλινό κρασί το ποτίζεις να λαφρώσει
πιο κάτω είναι καλύτερα (βαθύ μουρμούρισμα χόρτα θαλασσινά)
ο ήλιος φεύγει
φεύγω κι εγώ
με τον ύπνο περνώ και με καπνό τον άσπρο φράχτη.


ΤΑ ΙΣΟΒΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1977)

Μάρκος Μέσκος: [Ο ποιητής ακούει μόνος τη φωνή του...]




I

Ο ποιητής ακούει μόνος τη φωνή του

εσύ πες ό,τι θέλεις εγώ δεν πάω μακριά:
στη ματωμένη τίγρη των ουρανών μαλλιά μεγάλα του Μαγιού βροχή
κάτω στην αυλή δυο ασίκηδες χόρευαν χασαποσέρβικο
κι ο κουτσός της γειτονιάς μάλωνε με τη νοικοκυρά
ζητώντας το κλειδί από την κάμαρά του.


ΤΑ ΙΣΟΒΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1977)

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2019

Μάρκος Μέσκος: Ο μικρός κήπος




Θάλασσα ομηρική με πεύκο και κουπιά έτρεχε το βουνό
να ξενυχτήσεις το φεγγάρι ή να προσμένεις την αυγή;

Τα πίσω εμπρός και τα μελλούμενα ένας δρόμος ίσα στο σπιτάκι
φτάνει ο μικρός κήπος και το σκυλί για τα κακά προαισθήματα.

Εκεί όταν έφτασες ρώτησες τη μητέρα: — Σςς κοιμούνται τα παιδιά στην πέτρα
δεν ξύπνησαν ακόμη, — τι να πω;

Μαύρο καράβι η θάλασσα σκύλος ο ουρανός θα γαβγίσει
παρακαλώ σας μη γυρίσουν στο άλλο πλευρό βλαστημώντας.


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Χριστίνα




Θλιβερό η φωνή να γυρίζει πίσω χωρίς απόκριση
ο στίχος της Ασκληπιού και το φεγγάρι ευτυχώς χαμηλά
και ο ψηλός μονόχειρας στο επιτάφιο αεράκι
κάθε απόγευμα γύρω τριγύρω του Λυκαβηττού.

Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου λοιπόν που βαδίζει
στους δρόμους με την ωραία ψευδαίσθηση
τι ωραία
 τι ωραία
όλα χαρούμενα όλα φωτεινά και καταπώς
βαθιά τα επιθυμεί η ψυχούλα που μες στη φυλακή
γεννιέται.

Πίσω από τα φύλλα πίσω από τα πουλιά
πάλι φοβάμαι.


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Συντροφιά




Το σούρουπο γυρίζουν σπίτι τα νερά
αέρι δρόμοι σπαθί — στο σπίτι. Ο σκύλος
παίρνει το πόστο. Η άσπρη χαρακιά του Γαλαξία
στον ουρανό. Ώρα να φυλάξουμε καλά τ’ όνειρο
μην κρυώσει, μην λογιστεί ακόμη τα ξέφωτα.

... Καμιά φορά
πώς ξεπηδάει η σύμπτωση! Εκεί λοιπόν
στο ξέφωτο η βαλανιδιά. Τα φύλλα
της βαλανιδιάς με τα κλωνιά
κι αέρι μοιρολόι και μάνα —
κανείς, κανείς μην πει πως είναι μόνος.


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Το άλογο




Στην Αθήνα Μάη μήνα τα κεράσια είκοσι δραχμές.

Κυριακή πρωί περιστέρια ανάμεσα στις γκρίζες πολυκατοικίες
και στον μαύρο αχό από την αρωματισμένη φωνή του ανθοπώλη.
Θλιβερά βοσκοτόπια τεχνητών γονιμοποιήσεων, ζώα πίσω από
το μαστίγιο στα δυο σούζα και η ματιά τρία μέτρα όσο το
κόκκινο κύμα στο απέναντι ερείπιο. Εσύ πού πας
Τα παιδιά βγαίνουν περίπατο στο πάρκο φτερά δεν πουλάνε
στεφάνια πλαστικά της Πρωτομαγιάς και των μνημάτων ναι.

(Μητριά πατρίδα πατρίδα μητριά σάπια τα χρήματα στα χέρια μου
τα γρόσια σου δεν λάμπουν.) Θα περάσουμε κι εμείς τη νιότη —
βαθιά στο τέλος του καλοκαιριού θα χαθούμε... Αχ! πόλη
που με γέννησες δεν μ’ ακούς, κάθε νύχτα χτυπώ τα τείχη σου
μα οι φύλακες δεν μου ανοίγουν. Γυρίζω πίσω κόβω κλαρί
πιάνω τραγούδι να σκεπαστούν τα δάκρυα — τυφλό άλογο περπατώ
και κλαίω μέτωπο στο μέτωπό σου.


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Κουρέλι




Ένα κουρέλι παίζει γύρω από τη γλάστρα
σαν πόδι γάτας — τι όνομα αύριο θα δώσω
στους δρόμους που τρέχουν με τ’ αυτοκίνητα, ποιο θα ’ναι
το φως στα φωτισμένα τετράγωνα της Κυριακής;

Τραγούδια στα χιόνια του Μαγιού η γλώσσα μου είναι στο βουνό
και τα μαλλιά τριχιά στο ανηφόρι. Τραγούδια
στα χιόνια του Μαγιού κι απάνω ήλιος λαμπρός
σ’ όλα τα μάτια. (Φοβάμαι μόνο το σούρουπο
κι η παραλία γίνεται επικίνδυνη καθώς αδύνατο είναι
να λησμονήσω ποιος είμαι.)


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Δίλημμα




Αναρωτιέμαι συχνά: στο ικρίωμα ή
στα βουνά της δόξας;

Παρ’ ότι ο θάνατος δεν είναι παίξε-γέλασε
παρ’ ότι η απελπισία απ’ το βαθύ πηγάδι
με ανεβάζει στο φως και χαιρετώ κάθε πρωί
τις κορφούλες των δέντρων
παρ’ ότι δεν έχω χέρια, δεν έχω πόδια, δεν έχω μάτια
δεν έχω φωνή σ’ αγα
σ’ αγα
(σ’ αγαπώ ήθελα να πω). Και ψαρεύω αντίστροφα
το φεγγάρι. Δηλαδή, παπαρούνες όλου του κόσμου
ενωθείτε...


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Ελπίδα ελπίδα ελπί




Κι όμως στο τέλος πάντα κάτι μένει
έστω ξερά χορτάρια στην αυλή των κρεμασμένων
(στο διάβολο κι εσύ και στο σχοινί σου)
ρίζα χλωρή λοιπόν και φωνή από μακριά που θυμάται
και ξαναγεννιέται
ένα πουκάμισο λευκό
εκεί κάτω στους μεταλλικούς αιώνες
θροΐζει πάντα σαν τελευταία ελπίδα.


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Μάρκος Μέσκος: Κυριολεξία




Όπα λοιπόν να ο ήλιος: Τρέχω κι ονοματίζω:
Πράσινα δέντρα το δάσος σύντριμμα το κύμα η θάλασσα
νερό τον νερό κρύσταλλο και φωνή δεν πνίγεται
στον ασβεστόλιθο του γκρεμού.

Το πουλί στο κλουβί (ανοιγμένη η θύρα)
τα όνειρα στην πέτρα χρώματα της μέρας
το σοκάκι σοκάκι το σκυλί σκυλί του γυρισμού.

Χαϊδεύω τα μαλλιά σου σε φιλώ — τώρα
όλα θάνατος και παραλογές.


ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ (1973)

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2019

Μάρκος Μέσκος: [Απέραντη θάλασσα κυριαρχολογείς...]




XXI

Απέραντη θάλασσα κυριαρχολογείς
να ένας έρωτας
μπάρκο με τα μαύρα ψάρια του βυθού
ή ο άλλος στους μαλακούς λόφους οι φράχτες
και τα αιώνια πεύκα.
Όμως εγώ προτιμώ να καταγράφω τα βήματα εδώ
στη βουερή στεριά
ανώνυμος
περνώντας τα μερόνυχτα και τα μαλλιά μου
κάτω από τα πράσινα φύλλα
στα λιγοστά πάρκα.

(Σ’ αυτά τα μέρη θα πεθάνω.)


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: [Μετά από την καταραμένη ομοβροντιά...]




XVIII

Μετά από την καταραμένη ομοβροντιά
η φοβισμένη ησυχία. Στους δρόμους φίδια
και σπασμένα δόντια και νύχτες αποκεφαλισμένες.
Κι όμως ο καιρός προχωρεί έρποντας
καθώς γιατί στον κήπο κυνηγώντας πουλιά
μεγαλώνουν τα δέντρα, οι πιο πολλοί ανυποψίαστοι
και βαρετοί στα μερόνυχτά τους κι εσύ
ανακαλύπτεις ξαφνικά το λευκό στα μαλλιά σου
κρύβοντας ωραία ωραία την εκδοχή εκείνη του θανάτου
στη λεία της ομοβροντιάς.


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: [Φοβάμαι να σκάψω βαθύτερα...]




XVI

Φοβάμαι να σκάψω βαθύτερα:
Πρέπει να φροντίζω τ’ απομεινάρια δένδρα
να συντηρώ το αίμα τους να τα προσέχω
γιατί άνεμος σποριάς θ’ αργήσει και
η πυρκαγιά είναι απομονωμένη
από το κάτεργο νερό.

Άξιος της μοίρας ή διαλεχτός ανόητος — φοβάμαι
ακόμη και την ερώτηση.


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)

Μάρκος Μέσκος: [Σπαρταρούν οι μνήμες...]




X

Σπαρταρούν οι μνήμες
ψάρια στο δίχτυ έξω από το νερό:
Από το βουνό έρχεται το ποτάμι
τα πουλιά και τα δέντρα — αυτό τουλάχιστον
καλά το γνωρίζω. Και οι πεδιάδες με τα ζώα
γελάδια κι όνειρα βόσκουν στα τρυφερά λιβάδια
ψηλότερα ο μικρός πόλεμος του χειμώνα.
Νυν και αεί.

Και η φωνή από το στόμα του Κράλλη:
Μην τα ξεχνάς όταν
κάθε απόβραδο
βγάζεις τα μελαγχολικά σου μπλε
και τη γλώσσα
με τ’ αηδόνια του εμπορίου.


ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ (1971)