Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

William Shakespeare: [εμάς τους λιγοστούς κι από τη δόξα λιγωμένους, τους λιγοστούς κι αδερφωμένους...]




Απ' τον Ερρίκο Ε' του William Shakespeare (Πράξη Δ', Σκηνή Γ')
Απόδοση στα ελληνικά: Βασίλης Πανδής

ΟΥΕΣΤΜΟΡΛΑΝΤ: Ω και νά 'χαμε τώρα - όχι πολλούς - μοναχά δέκα χιλιάδες άντρες, από κείνους που άεργοι στην Αγγλία τώρα κάθουνται!

ΒΑΣΙΛΙΑΣ: Ποιος είν' ο τέτοια ευχόμενος;
Ο ξάδερφός μου ο Ουέστμορλαντ; Ω όχι, αγαπημένε ξάδερφε
Αν είν' μοιρογραφτό μας να πεθάνουμε, αρκετή είν' η απώλεια για την πατρίδα ήδη·
κι αν να ζήσουμε,
όσο λιγότεροι τόσο μεγαλύτερο το μερτικό της δόξας
Θεού θέλημα! Όχι, μην ευχή σταυρώνεις για ούτ' έναν παραπάνω
Μα τον Δία, για το χρυσάφι δεν διψώ
και ούτε που με νοιάζουν οι στην πλάτη μου θρεμμένοι,
αν φοράν τα ρούχα, τις πορφύρες μου, άλλοι -
στους πόθους της καρδιάς μου ανάμεσα δεν φωλιάζουν τέτοιες μικροπρέπειες
Όμως, αν λογιέται γι' αμαρτία ο πόθος για τη δόξα,
είμαι η πιο αμαρτωλή ψυχή που ζει κι υπάρχει
Όχι, ξάδερφε, κανέναν άλλον παραπάνω απ' την Αγγλία μην ζητάς
Για του Θεού την ειρήνη! Ποτέ δεν θα 'χανα τέτοιαν τιμή μεγάλη της καλύτερης ελπίδας,
όσην έστω και μ' έναν άντρα μοναχά θα ήταν δυνατό να μοιραστώ -
Ω μην ζητάς κανέναν παραπάνω!
Καλύτερα, Ουέστμορλαντ, να τρέξεις σ' όλο το στρατόπεδο και να διακηρύξεις
να φύγει πριν απ' την αμάχη
εκειός οπού να σκοτωθεί, δεν έχει το στομάχι
Αμέσως έτοιμα τα διαπιστευτήριά του και γιομάτο το πουγγί του για το δρόμο
Δεν θα πεθάνουμε αντάμα με τον άντρα οπού το ξόδι το κοινό μας το φοβάται
Σήμερα είναι του Αγίου Κρισπιανού
Εκείνος που θα επιζήσει σήμερα και θα γυρίσει πίσω,
θα χορεύει και θ' αγάλλεται κάθε που θα ζυγώνει του Αγίου Κρισπιανού
Εκείνος που θα επιζήσει σήμερα και θα γνωρίσει το γήρας,
κάθε χρόνο, την παραμονή, θα καλεί του γειτόνους του, για να γιορτάσουν,
και θα λέει: "Αύριο είναι τ' Αγιού Κρισπιανού"
Τότες θα γυρίζει το μανίκι του, θα δείχνει πού 'λαβώθη
και θα λέει: "Ετούτα είναι από τ' Αγιού Κρισπιανού"
Οι γέροι ξεχνάνε, όμως, κι αν όλα τ' άλλα είναι γραφτό να ξεχαστούνε,
εκείνος θα θυμάται όλο και διαυγέστερα
τους άθλους της ημέρας κείνης, κι ύστερα, τα ονόματά μας,
που θα φαντάζουνε στο στόμα του οικογενειακά του:
Βασιλιάς Ερρίκος, Μπέντφορντ κι Έξτερ,
Ουώργουικ και Τάλμποτ, Σάλσμπερι και Γκλώστερ -
στο τσούγκρισμα της κούπας της ξεχειλιστής της μιας με την άλλη όλο θα μνημονεύονται
Αυτή θα 'ναι μια ιστορία που ο πατέρας θε να λέει στο γιο
Κάθε χρόνο θά 'ρχεται του Αγίου Κρισπιανού
κι εμάς ως το τέλος του κόσμου
θε να μας θυμούνται,
εμάς τους λιγοστούς κι από τη δόξα λιγωμένους, τους λιγοστούς κι αδερφωμένους·
γιατί εκείνος που σήμερα θα χύσει το αίμα του αντάμα μου
θα 'ν' αδερφός μου - όσο ταπεινός και να 'ναι, σήμερα θ' αρχοντύνει,
κι όλης της Αγγλίας οι αρχόντοι που βουλιάζουν στ' αναπαυτικά κρεβάτια,
θα νιώθουνε καταραμένοι, που δεν ήταν εδώ,
θα νιώθουνε φτηνό τον ανδρισμό τους, σαν κάποιος θα λέει
πως πολέμησε μαζί μας, του Αγίου Κρισπιανού


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

K.Θ. Δημαράς: Mερικές πηγές της καβαφικής τέχνης (1932)



Μια κριτική για το έργο του Καβάφη την φαντάζεται κανείς εκ πρώτης όψεως να έχει μορφή διαλογική. Βέβαια, της όποιας κριτικής προηγείται μέσα στην συνείδησή μας ένας διάλογος· η γραπτή της διατύπωση εκφράζει τα συμπεράσματα. Mα στην περίπτωση του έργου του Καβάφη, τα προβλήματα που γεννιούνται στον νου του κριτικού είναι τόσο πολλαπλά κι επιδέχονται τόσο πολλαπλές λύσεις, ώστε ο κριτικός, θέλοντας η μελέτη του να είναι επάλληλη με τον στοχασμό του, θα αναγκασθεί διαδοχικά να ασπασθεί πολλές απόψεις, να γράψει διάλογο, ίσως ολόκληρο έργο με πολλά πρόσωπα, μα όχι ποτέ στρωτή, άνετη και μονόπλευρη κριτική. Οι ήρωες ενός τέτοιου έργου θα εκφράζουν ο καθένας από ένα κομμάτι ― όχι αντιφατικό, μα αντίθετο από τα άλλα ― της καβαφικής αλήθειας. Τεκμήριο για την υποστήριξη αυτής της γνώμης, θα ανέφερα την μεγάλη αντίθεση γνωμών που παρουσίασε γύρω στο έργο του Αλεξανδρινού ποιητή η νεοελληνική κριτική, τα «πραγματικά» σχόλια που επροκάλεσαν πολλά του ποιήματα ―σχόλια αντιθετικά ως επί το πλείστον― και, τέλος, τις παλινωδίες των κριτικών σχετικά με μερικές του απόψεις.

Κ.Π. Καβάφης: Απ’ τες Eννιά ―



Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.


Πηγή

Κ.Π. Καβάφης: Για νάρθουν —



Ένα κερί αρκεί.                Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά,                θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Aγάπης,                σαν έρθουν η Σκιές.

Ένα κερί αρκεί.                Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ.                Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή,                και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι                θα οραματισθώ
για νάρθουν της Aγάπης,                για νάρθουν η Σκιές.


Πηγή

Κ.Π. Καβάφης: Εν Εσπέρα



Πάντως δεν θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα

των χρόνων με το δείχνει. Aλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Aλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,

μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά —

βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών. 


Κώστας Γεωργουσόπουλος: Το πρόβλημα της μετάφρασης







Διαβάζει ο Jack Kerouac









Teenage Jack Kerouac: in love with ‘a goddess’ and dreaming of sex


A newly discovered cache of letters by the On the Road writer shows him drunk on romance – and honing his literary skills

 A youthful Jack Kerouac on the football field

“I shall worship her with quiet dignity. I shall draw her attention to me by exploits, success, and possibly a small measure of fame,” wrote a young, romantically inclined Jack Kerouac to a friend in one of a cache of letters by the Beat author that has come to light.

The 17 complete letters, two postcards and seven substantial fragments by the author of On the Road were found by the daughter of George J Apostolos after his death. Apostolos was a childhood friend of Kerouac’s from Lowell, Massachusetts. The author wrote to Apostolos from Horace Mann, the NEWYork City prep school to which he had won a football scholarship, and from Columbia University, largely between 1940 and 1941, when he would have been in his late teens. The letters were written on a typewriter and run for up to five pages of single-spaced, dense type.

According to auction house Skinner, which will put the cache up for auction this autumn, they show Kerouac in the process of “becoming Kerouac”. In one letter written from Columbia in the spring of 1941, the teenager tells his friend: “I’m planning to bum home one of these weekends, and to return almost immediately. Just a Saturday and Sunday in Lowell. It always appeals to me,” he writes, adding in red ink: “because that is where the road began.”

In another, signed “your eccentric pal, Jack”, he records in minute detail the charms of the sister of a friend, his “dream girl”, whom he intends to marry.

“There is no doubt in my mind that you or I have never laid our eyes on such an exquisite creature as Jacqueline Sheresky,” he rhapsodises. “Her neck has that stamp of blueblood; it curves up delicately and like ivory to a perfectly moulded almond chin, and thence to quivering scarlet lips, covering a row of alabaster teeth. Her eyes are dark as ebony, with a flash of fire in them. Her hair topples down in rippling cascades of black sleekness, over a pair of resilient, lush shoulders. She is slim, blooming and graceful; I have never seen anything like it.”

Marlon James: From Jamaica to Minnesota to Myself


I knew I had to leave my home country — whether in a coffin or on a plane.


I had just left my parents’ house in Portmore, a suburb outside Kingston, for my own apartment in the city: a one-bedroom studio, barely 600 square feet, with yellow shag carpeting, a tiny terrace enclosed in jail bars, a bedroom looking out on somebody else’s bedroom and a ceiling I could reach. I locked myself away from the neighbors with two deadbolts.
At 28 years old, seven years out of college, I was so convinced that my voice outed me as a fag that I had stopped speaking to people I didn’t know. The silence left a mark, threw my whole body into a slouch, with a concave chest, as if trying to absorb impact. I’d spent seven years in an all-boys school: 2,000 adolescents in the same khaki uniforms striking hunting poses, stalking lunchrooms, classrooms, changing rooms, looking for boys who didn’t fit in. I bought myself protection by cursing, locking my lisp behind gritted teeth, folding away my limp wrist and drawing 36-double-D girls for art class. I took a copy of Penthouse to school to score cool points, but the other boys called me “batty boy” anyway — every day, five days a week. To save my older, cooler brother, I pretended we weren’t related. At home, I lost myself in Dickens’s London, Huck Finn’s Mississippi River or Professor Xavier’s School for Gifted Youngsters. One day after school, instead of going home, I walked for miles, all the way down to Kingston Harbor. I stopped right at the edge of the dock, thinking next time I would just keep walking.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Johann Wolfgang Goethe: Ein Gleiches



Über allen Gipfeln
Ist Ruh,
In allen Wipfeln
Spürest du
Kaum einen Hauch;
Die Vögelein schweigen im Walde.
Warte nur, balde
Ruhest du auch.


***


Ἐπὶ πάντων τῶν ὀρέων
ἡσυχία βασιλεύει.
Ἐπὶ τῶν κλαδίσκων πλέον
οὔτε φύλλον δὲν σαλεύει.
Τὰ πτηνὰ ταῖρι ταῖρι
κοιμῶνται σιγὰ κ’ εὐτυχῆ.
Ὤ, καρτέρει, καρτέρει,
καὶ σὺ θὰ κοιμᾶσ’ ἐν βραχεῖ!


Απόδοση στα ελληνικά:
Γεώργιος Βιζυηνός


***


Σ.Σ.: Η ανωτέρω μετάφραση περιλαμβάνεται στο σώμα του διηγήματος του Γ. Βιζυηνού "Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας" (βλ. εδώ, στα μέρη Β' και Δ').
Η ιστορία του ποιήματος, εδώ.

Παλλαδάς: [Χαλκοτύπος τόν Έρωτα μεταλλάξας επόησε...]


σε λειωμένο αγαλματίδιο του Έρωτα

Χαλκοτύπος τόν Έρωτα μεταλλάξας επόησε τήγανον, ουκ αλόγως όττι καί αυτό φλέγει.


***


Κάποιος χαλκιάς τον Έρωτα επήρε και τον έλιωσε, τον έκαμε τηγάνι - ε, πώς, λοιπόν, μετά κι εκείνο να μην καίει;


Απόδοση στα νέα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Γιώργος Μπλάνας: [Μια στιγμή να εμπιστευτείς το φως/ και πιάνει ο θάνατος δουλειά...]



Μια στιγμή να εμπιστευτείς το φως
και πιάνει ο θάνατος δουλειά.

Στα σπλάχνα ωρύεται ο αρχαίος λύκος
του παραδείσου. Στα αίματα γυρεύουν
κλαδιά και φύλλα και καρπούς
οι ρίζες των ονείρων.
Μερικά χρόνια λαλίστατης ευεξίας,
άλλα τόσα έγγραφου πόνου,
κι έπειτα το μεθυσμένο καράβι σαπίζει
στη Μασσαλία από καρκίνο του μυελού των ιστών.

Νίκος Παπαδόπουλος: Περί ύψους



Θα σου εκμυστηρευθώ κάτι, α λ λ ά : «μεταξύ μας!»
Βρήκα το κόλπο.
Πρώτον: ακρίβεια στα ραντεβού ασχέτων λέξεων
(παράδειγμα: ξεσκονίζοντας φαλαινοθηρικά),
Μετά: αγριάδα (δώσ’ τους να καταλάβουνε),
Τρίτον; Δεν έχει «τρίτον».
«Τέταρτον» έχει· «πέμπτον»· ζου-ζου-ζου… κ Τ.λ.
Το «τρίτον» είναι εκείνο που μου λείπει
(το ένα τρίτον του εαυτού μου).
Αλλιώωωωωως;… Θά ’βλεπες!…
Τί να σου εξηγήσω;
Πε ρ ί ε ρ γ ο ς είσαι μωρέ!


Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή "Aquatinta".


Πηγή

Νικηφόρος Βρεττάκος: Ἀπόκριση



στὸν ποιητὴ Θανάση Παπαθανασόπουλο

Ὁ ἥλιος μοιράζεται σὲ κομμάτια
μέσα στοὺς ποιητές. Εἶναι τὸ ἀντίδωρο
ποὺ ὁ Θεὸς διανέμει στοὺς ἐντολεῖς του.

Συμμετέχουμε στὴν ὑπόθεση τοῦ φωτός.

Ἐνῶ φτιάχνουν ἐκεῖνοι, πουλοῦν, διακινοῦν
ὅπου γῆς κι ὅπου ἄνθρωποι ὅπλα
κι ἀποθηκεύουν αἷμα σκοτώνοντας ὄνειρα
ἐμεῖς προσπαθοῦμε:

Νὰ φτιάξουμε
ἕναν οὐρανὸ μὲ λίγες λέξεις.


Πηγή

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2015

Αγαθίας ο Σχολαστικός: [πολλή σοι, κλυτοεργὲ Τύχη, χάρις...]


Ἦ ῥά γε ποῦ τὸ φρύαγμα τὸ τηλίκον; οἱ δὲ περισσοὶ πῆ ἔβαν ἐξαίφνης ἀγχίποροι κόλακες;
νῦν γὰρ ἑκὰς πτόλιος φυγὰς ὤιχεο· τοῖς πρότερον δὲ οἰκτροῖς τὴν κατὰ σοῦ ψῆφον ἔδωκε Τύχη.
πολλή σοι, κλυτοεργὲ Τύχη, χάρις, οὕνεχ' ὁμοίως πάντας ἀεὶ παίζεις, κεἰσέτι τερπόμεθα.


***


Πού να 'ναι άραγες η τόση αλαζονεία; Πού να επήγαν, πού εχαθήκαν ξαφνικά οι περισσοί οι κολάκοι που από 'δω, πριχού, δεν ξεκουνάγαν;
Τώρα της πόλης μακριάθ' εφυγαδεύτης, σαν σε πήραν στο κυνήγι, κι οι τιποτένιοι ακόμα -πώς τα 'φερε η Τύχη- σ' εξοστρακίσαν
Μεγάλη, Τύχη, η χάρη σου, λαμπρουργέ, που όλους πάντοτε στα δάχτυλα τους παίζεις και τους περιπαίζεις - έτσι φτάνουμε κι εμείς να μπορούμε λιγάκι πάντα να τερπόμεθα


Απόδοση στα νέα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Κ.Π. Καβάφης: Λάνη Tάφος



Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες κι ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχε που ν’ αξίζει,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχες αγαπήσει.

Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου
το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο,
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία
μόλις είδε τον φίλο σου κ’ ήθελε να σας πείσει
που ως Υάκινθον εξ άπαντος έπρεπε να τον κάμει
(μ’ αυτόν τον τρόπο πιο πολύ θ’ ακούονταν η εικών του).

Μα ο Λάνης σου δεν δάνειζε την εμορφιά του έτσι·
και σταθερά εναντιωθείς είπε να παρουσιάσει
όχι διόλου τον Υάκινθον, όχι κανέναν άλλον,
αλλά τον Λάνη, υιό του Pαμετίχου, Aλεξανδρέα.


Πηγή

Κ.Π. Καβάφης: Θυμήσου, Σώμα...



Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή —  και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.


Διονύσης Σαββόπουλος: Μπάλλος



Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
1η εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος
Δίσκος: Μπάλλος (1971)



Έρμος και βαρύς στο μονοπάτι
με το σακούλι άδειο κι ένα μωρό στην πλάτη
Γυρνάω σαν τα φίδια και σαν τ' αγριοπούλια
και πίσω απ' το βουνό ακούω νταούλια
Και βλέπω την κοιλάδα μες στο λιοπύρι
και βλέπω το χωριό να 'τοιμάζει πανηγύρι
Δίνω μια τρεχάλα ψηλά απ' τους λόφους
να φτάσω στους μπαχτσέδες και στους ανθρώπους


Τον ξέρω αυτόνα τον χορό
κι αυτή τη λάμψη τη στενή μες στον καθρέφτη
την έχω ξαναδεί
γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή
και χαιρετώ σας
και φιλώ σας
όντα μικρά χρωματιστά
μες στον καθρέφτη κλειδωμένα

Το ξέρω αυτό το βουητό
μες από στρόγγυλες στοές
κι από πηγάδια σκεπασμένα
μες από δάση μυστικά
προϊστορικά
βαθιά στον πάγο φυλαγμένα
έρχεται καταπάνω μου
και με τυλίγει
φέρνω το δάχτυλο στα χείλη
Σσς ! σσς !

ΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ;
έγινε κατολίσθηση κι έπεσε καν'νας βράχος ;
Τα πλήθη
ουρλιάζουν στις κερκίδες
ντέφια, νταούλια, κρόταλα
χτυπολογούν στο βάθος
ανηφορίζουνε πομπές
και μπαίνει ο μέγας τράγος
ο πρωταγωνιστής
μ' ένα πριόνι
φοράει τενεκεδένιο στέμμα
κι ένα ζευγάρι παρωπίδες
ραντίζει με αίμα
τις πέτρινες κερκίδες
κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει


Ωχ, πηδώ, χοροπηδώ
κι έχω ένα τσίρκο ηλεκτρικό μες στο μυαλό μου
μες στο μυαλό μου που 'χει όρια
και μια ελευθερία ζόρικια
αλίμονό μου

Φίδι, πίθηκος κι αητός
με το δείπνο το μεγάλο
θα τελειώσουμε τον μπάλλο
φίδι, πίθηκος κι αητός

Α ε ώ, α ε η ού
ελευθερία ή θάνατος
ο κόσμος είν' αδιάβατος
κι ο χορός μου κάνει κύκλο
και με κλείνει
από παντού

Ήρθαν γύρω από την κρήνη
ένα τσούρμο θεατρίνοι
πήγα να τους δω κι εγώ
Κι είδα μόν' τον αρχηγό τους
ματωμένο, ξαπλωμένο
μες στο έρημο χωριό


Σε τούτα τα Βαλκάνια, σε τούτο τον αιώνα
συνάντησα τους φίλους μου μια νύχτα του χειμώνα

Καθόντουσαν αμίλητοι σε κάτι βράχια
και σαν με είδαν να 'ρχομαι γουρλώσανε τα μάτια

Γιατί όλο τούτο τον καιρό μ' είχαν για πεθαμένο
και πίνανε γλυκό κρασί, ψωμάκι σιταρένιο

Κι αφού με καλωσόρισαν κι αφού με βαρεθήκαν
κατάλαβαν τη φάρσα μου και μ' αρνηθήκαν

Άσε τα θαύματα, τη μάσκα πέταξε
εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε - γέλασε

Μοιράζω το ψωμί, σας δίνω το παγούρι
στα μάτια σας κοιτάζω και λέω ένα τραγούδι

Και το τραγούδι λέει πως παίρνω την ευθύνη
πως είμαι αρχηγός σ' αυτό το πανηγύρι

Γιώργος Ιωάννου: Μεταφράσεις από την “Παλατινή Ανθολογία” (Β')



Γιώργος Ιωάννου, Μεταφράσεις από την “Παλατινή Ανθολογία” (επιμέλεια: Αντώνης Ψάλτης) Β΄ Μέρος

Επιτύμβια επιγράμματα
από το VII βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας *

507 Α. Σιμωνίδου
Κοινού ανθρώπου και όχι του Κροίσου
βλέπεις τον τάφο.
Ανδρός χειρώνακτος ο μικρός αυτός τύμβος
για μένα αρκετός όμως.

507 Β. Σιμωνίδου
Σήμα ειμί Θεόγνιδος Σινωπέος,
που επάνω του με τοποθέτησε ο Γλαύκος.
Εις ανάμνησιν πολυχρόνιας συνεργασίας τους.

511. Σιμωνίδου
Κάθε φορά που βλέπω το μνήμα
του πεθαμένου Μεγακλέους,
λυπάμαι πολύ, Δύστυχε Καλλία,
γι΄ αυτά που έπαθες.

518. Καλλιμάχου
Την αυγή θάψαμε τον Μελάνιππο
και με τη δύση του ήλιου
η Βασιλώ η παρθενική
πένθησκε απ΄ το ίδιο της το χέρι.
Δεν άντεχε να ζει αυτή,
εφόσον τον αδελφό της είχε βάλει στην πυρά.
Και έτσι ο οίκος του πατέρα της Αριστίππου
δίδυμο είδε κακό.
Και όλη η Κυρήνη ήταν κατηφής
τον εύτεκνο οίκο βλέποντας χωρίς παιδία πλέον.

Γιώργος Ιωάννου: Μεταφράσεις από την “Παλατινή Ανθολογία” (Α')



Γιώργος Ιωάννου, Μεταφράσεις από την “Παλατινή Ανθολογία” (επιμέλεια: Αντώνης Ψάλτης), Α’ Μέρος

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ : « φυλλάδιο – περιοδικό πνευματικής ζωής » , τεύχος 7 – 8 ( βιβλιοπωλείο της Εστίας)
Χρονολογία έκδοσης 1985

Επιτύμβια επιγράμματα
από το VII βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας *

20. Αδέσποτον
Εσβέσθης, γηραιέ Σοφόκλεες, άνθος των ποιητών, καθώς
έτρωγες μαύρο σταφύλι του Βάκχου.

100. Πλάτωνος
Χωρίς να πω άλλο απολύτως τίποτε,
παρά μονάχα πως ο Αλέξις καλός,
ετράβηξα επάνω του τα βλέμματα
και τώρα απ΄ όλους και παντού θαυμάζεται.
Ψυχή μου, τι φανερώνεις στα σκυλιά το κόκαλο;
Δεν νιώθεις πως θα πικραθείς αργότερα;
Μήπως τον Φαίδρο έτσι δεν τον χάσαμε;

291. Ξενοκρίτου Ροδίου
Τα μακριά μαλλιά σου σταλάζουν αλμύρα ακόμη,
δύσμοιρη κόρη, ναυαγισμένη,
χαμένη μες στη θάλασσα, Λυσιδίκη.
Καθώς εξαγριώθηκε ο πόντος,
εσύ ετρόμαξες την αγριότητα της θάλασσας
κι εξέπεσες από το κουφωτό καράβι.
Και τώρα Τ΄ όνομά σου φωνεί ο τάφος σου,
όπως και την πατρίδα σου, την Κύμη
τα κόκαλά σου όμως κάπου εις τον ψυχρό αιγιαλό
ξεπλένονται – πικρός καημός για τον γονιό σου Αριστόμαχο,
όπου πηγαίνοντάς σε για το γάμο σου,
ούτε την κόρην ήγαγε ούτε και το κορμί της.