Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Langston Hughes: I too sing America (Κι εγώ τραγουδάω για σένα, Αμερική)



I too sing America

I am the darker brother.
They send me to eat in the kitchen
When company comes,
But I laugh,
And eat well,
And grow strong.

Tomorrow,
I’ll be at the table
When company comes.
Nobody’ll dare
Say to me,
“Eat in the kitchen,"
Then.

Besides,
They’ll see how beautiful I am
And be ashamed—

I, too, am America.


***


Κι εγώ τραγουδάω για σένα, Αμερική

Είμαι ο πιο σκούρος αδερφός
Με στέλνουν να φάω στην κουζίνα,
όταν έρχεται παρέα,
αλλά γελάω
και τρώω καλά
και μεγαλώνω γερός

Αύριο
θα 'μαι στο τραπέζι,
όταν έρχεται παρέα
Κανείς δε θα τολμά
να μου πει
«Τράβα να φας στην κουζίνα»
τότε

Εξάλλου
θα δούνε πόσο όμορφος είμαι
και θα ντραπούν -

κι εγώ, κι εγώ είμαι η ίδια η Αμερική


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Claude McKay: The White House (Λευκός Οίκος)



Your door is shut against my tightened face,
And I am sharp as steel with discontent;
But I possess the courage and the grace
To bear my anger proudly and unbent.
The pavement slabs burn loose beneath my feet,
And passion rends my vitals as I pass,
A chafing savage, down the decent street;
Where boldly shines your shuttered door of glass.
Oh, I must search for wisdom every hour,
Deep in my wrathful bosom sore and raw,
And find in it the superhuman power
To hold me to the letter of your law!
Oh, I must keep my heart inviolate
Against the potent poison of your hate.


***


Η πόρτα σας κλείνει στα σφιγμένα μου μούτρα
κι είμαι κοφτερός σαν ατσάλι ακονισμένο απ' το παράπονο
Αλλά έχω το κουράγιο και τη χάρη
να κουβαλήσω το θυμό μου περήφανα κι αλύγιστα
Το πλακόστρωτο καίει τα πόδια μου -
είμ' ένας τσουρουφλισμένος αγροίκος που στέκει στην τίμια δημοσιά·
το πάθος με ξεσκίζει πατόκορφα, όπως περνώ από 'κει,
όπου γοητευτικά γυαλίζει η γυάλινη η ερμητικά κλειστή η πόρτα σας
Ω, πρέπει για τη σοφία να ψάχνω κάθε λίγο και λιγάκι
βαθιά στ' οργισμένο μου στέρνο το όλο πόνο κι αγριάδα
και να βρίσκω μέσα του την υπεράνθρωπη τη δύναμη,
να κρατηθώ στου νόμου σας το γράμμα
Ω, πρέπει να κρατήσω την καρδιά μου ειρηνική
απέναντι στο πιθανό δηλητήριο του μίσους


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Franz Kafka: [Πώς συνωστίζονται όλοι αυτοί οι κανείς...]



«Δεν ξέρω» φώναξα χωρίς να βγει ήχος, «πραγματικά δεν ξέρω. Αφού κανείς δεν θέλει να έρθει, ας μην έρθει κανείς. Δεν έχω βλάψει κανέναν, κανένας δεν με έχει βλάψει, αλλά κανείς δεν θέλει να με βοηθήσει. Ένα σωρό κανείς. Όμως δεν είναι κι έτσι. Μόνο που δεν με βοηθά κανείς -κατά τα άλλα θα ήταν ωραία με μονάχα κανείς. Θα μου άρεσε -αλήθεια, γιατί όχι- να κάνω μια εκδρομή με μια παρέα όλο κανείς. Φυσικά στα βουνά, πού αλλού! Πώς συνωστίζονται όλοι αυτοί οι κανείς, όλα αυτά τα απλωμένα χιαστί χέρια, τα πιασμένα αγκαζέ, τα πολλά πόδια, που χωρίζονται από μικρά βηματάκια! Εννοείται πως όλοι φορούν φράκο. Περπατάμε χαλαρά, ο άνεμος φυσά μέσα από τα κενά που αφήνουμε ανάμεσα μας και ανάμεσα στα μέλη μας. Ο λαιμός ανοίγει στα βουνά! Είναι απορίας άξιο ότι δεν το ρίχνουμε στο τραγούδι».


FRANZ KAFKA : ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ


Πηγή

Χρίστος Γούδης: Να μας το πει η σιωπή



The rest is silence
“Hamlet', Shakespeare

Mετά από προσπάθειες αιώνων
Και στοχασμούς και διαλογισμούς και σκέψεις
Μετά από ξενύχτια ατέλειωτα
Ματιές στο σύμπαν απειράριθμες
Και αριθμούς και αναρίθμητες
μαθηματικοποιημένες εξισώσεις
Φθάσαμε στο συμπέρασμα
Πως μας εγέννησε το τίποτα
Εν’ ακατάληπτο τίποτα
Που μάλλον θα ’πρεπε να καταπιούμε
Για να νιώσουμε ίσως το κάτι
Που δεν ήμασταν ποτέ.
Όσο για το πού πορευόμαστε
Ας το αφήσουμε καλύτερα
Να μας το πει η σιωπή


Πηγή

Γιώργος Ιωάννου: Η Σαρκοφάγος



Aνάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ' ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη -κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας- μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Eίχε βαθιά σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι ρωμαϊκής εποχής. Aνασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ' το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Mου άρεσε να τους κοιτώ, γι' αυτό, τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Mε αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Mόνο καθώς βαδίζεις σ' αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν' αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ούκ εισιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ' αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή με παρέα. Oπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα. Kι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρεία για μένα.
    Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών εραστών. Mπαίναν μέσα απ' το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Kάτι μου φάνηκε κάποια βραδιά πως υπήρχε αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να 'βρεχε, προφυλάγονταν απ' το σκέπασμα αρκετά. Mα και η σαρκοφάγος φυλάγονταν απ' αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Oι νεαροί, μόλις άκουγαν τα βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Kι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά, μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.
    Tο ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Oύτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα 'ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική, που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.
    Yπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα 'πρεπε να τους ενοχλεί. Kι αυτό ήταν η στενότητα του χώρου. Tην είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε μέσα. Tότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε; Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας πονηρά στο πέρασμά τους. Nα 'ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες, να το καταλάβω. Aλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα 'πρεπε, πάντως, να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα.
    Aπ' αυτά κι απ' αυτά άρχισε το εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Aσφαλώς, με μοχλούς ή με τακάκια, κατέληξα. Eπομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα 'μπαινε μέσα το ζευγάρι. Θα 'ρχιζαν, φυσικά, να φωνάζουν, να χτυπούν και να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα τους άκουγαν και θα 'φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη -να πάρει ο διάβολος- υπόθεση και πολλοί θα 'σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους να βρούνε τη λύση. Mονάχα αυτοί που θα 'ξεραν απ' τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της Aφροδίτης απ' τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Mπορεί, βέβαια, να μην τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα στους αρμόδιους να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε, απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ξαναζωντανέψω τη λάρνακα. Nα 'ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα, που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος να ξαναγίνει επ' ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.
    Aπάνω που ξαναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Oδύσσειας κι έλεγα πια με αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου. Kαι μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Tο ίδιο, άλλωστε, θα 'κανε και το ζευγαράκι.
    Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ' την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει, για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ' το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Eίναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα από τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Mου φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.


(από το H Σαρκοφάγος, Kέδρος 1972)


Πηγή

Γεώργιος Βιζυηνός: Διατί ἡ μηλιὰ δὲν ἔγινε μηλέα



Προέλευση κειμένου: http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html
Ἐλήφθη ἐκ τῆς ἐκδόσεως «Τὰ διηγήματα» ΕΣΤΙΑ

Ἀγαθῇ τύχῃ, ἀνεκινήθη ἐσχάτως τὸ περὶ νεοελληνικῆς γλώσσης ζήτημα, τὸ οὐσιωδέστερον, κατ᾿ ἐμέ, τῶν ὅσα ἔπρεπε νὰ ἐπασχολοῦν τὸ ἡμέτερον ἔθνος, οὐσιωδέστερον ἴσως καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος. Πλήν, ἀναγνῶσται καὶ ἀναγνώστριαι, ὅσοι ὑπολείπεσθε ἀκόμη τῆς Μεγάλης ἡμῶν Ἰδέας θιασῶται, μὴ ἐκπλαγεῖτε διὰ τὴν ἄμεσον ταύτην συσχέτισιν τοῦ ζωτικοτέρου τῶν ζητημάτων μὲ τὴν γραμματικὴν τῶν σχολαστικῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ γνωρίζω: Οἱ καλόγηροι φρονοῦν ὅτι θὰ ὑπάγομεν ὅλοι εἰς τὸν διάβολον, ὅσοι δὲν ἀποκληροῦμεν τοὺς υἱοὺς καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν, διὰ ν᾿ ἀφιερώσομεν τὰ κτήματά μας εἰς τὰ μοναστήρια, πρὸς ψυχικὴν σωτηρίαν. Οἱ συγγραφεῖς πρεσβεύουν, ὡς ἄρθρον πίστεως ἰδίας, ὅτι πρόοδος ἐθνικὴ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει, ἐνόσῳ ἕκαστος τῶν Ἑλλήνων δὲν σπεύδει νὰ ἐγγραφεῖ συνδρομητὴς εἰς τὰ βιβλία των, προπληρώνων, ἐννοεῖται, τὴν συνδρομήν του. Καὶ ἐγὼ λοιπὸν ἠμπορῶ νὰ φανῶ ὑποθέτων ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ λύσῃ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ὑπὲρ ἑαυτῆς, εἰμὴ διὰ τῶν ἀπολύτων γενικῶν καὶ τῶν ἀπαρεμφάτων. Καὶ ἔρχομαι ἑπομένως ἐνταῦθα νὰ παραστήσω τὸ σύνθημα τοῦ μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ὡς συνιστάμενον εἰς οὐδὲν ἄλλο, εἰ μὴ εἰς λέξεις, λέξεις, λέξεις! «Ὄχι! Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον συνδέω τὸ γλωσσικὸν τῆς Ἑλλάδος ζήτημα μὲ τὸ ἄλλο, τὸ ἀποβλέπον τοῦτ᾿ αὐτὸ τὴν ὕπαρξίν της, εἶναι… Ἀλλὰ καλύτερα νὰ τὸν μαντεύσητε μόνοι σας ἐν τῷ μεταξὺ ἀναγινώσκοντες. Τὸ ἀνάγνωσμα ὅμως, ὅπερ σᾶς προσφέρω, δὲν εἶναι παρὰ μία ἱστορία. Μία ἱστορία τόσον ἁπλὴ καὶ συνήθης, ὥστε ἀπορῶ πὼς δὲν τὴν ἔχει καμμία ἐκ τῶν μεγάλων ἐπιφυλλίδων, κανένα ἀπὸ τὰ ὀγκώδη βιβλία, ὅσα ἐγράφησαν ἐσχάτως περὶ τοῦ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων! Ἰδοὺ ἡ ἱστορία.

Ὅταν ἤμουν μαθητὴς τοῦ ἀλληλοδιδακτικοῦ σχολείου τῆς πατρίδος μου, εἶχον ἰδιαιτέραν ἀδυναμίαν εἰς τὴν μηλιά. Δὲν ἐννοῶ τὴν Μηλιὰ τὴν θυγατέρα τοῦ γείτονός μου, ἀλλὰ τὴν γλυκομηλιά, τὸ δένδρον, τὸ ὁποῖον ἐστόλιζε τὸν κῆπο μας. Ἦτο πολὺ περίεργον δένδρον αὐτὴ ἡ μηλιά: Ἔκαμνεν ἄνθη καὶ καρπούς, ὅπως πᾶσα ἐξαδέλφη της, κατὰ τὸ θέρος καὶ πάλιν ἄνθη καὶ καρποὺς κατὰ τὸ φθινόπωρον. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ἡ πρώτη μηλιά, τὴν ὁποίαν ἐγνώρισα εἰς τὴν ζωήν μου, καὶ ἡ μόνη, ἥτις μὲ ἤρεσκε πλέον τῶν ἄλλων, ἔμαθον νὰ ὀνομάζω καὶ ὅλα τὰ δένδρα μηλιές, ὅσα εἶχον τὰ αὐτὰ χαρακτηριστικὰ καὶ ἔκαμνον μῆλα ὅπως τὰ τῆς ἰδικῆς μας, ἂν καὶ δὲν ἐκαρποφόρουν ἐκεῖναι, ὅπως αὐτή, δύο φορὰς τὸ ἔτος. Ἐν τούτοις, μὲ ὅλην τὴν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς μηλιᾶς παλαιὰν φιλίαν καὶ συμπάθειαν, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω ὅτι ἐγνώριζε καλὰ-καλὰ ὁ εἷς τὸν ἄλλον. Δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ ἡ μηλιὰ προσεπάθησε ποτὲ νὰ ἐννοήσῃ τί πρᾶγμα ἤμην ἐγώ, ὅστις ἔπαιζον τόσον συχνὰ ὑπὸ τὴν σκιάν της ἢ ἐκαθήμην ἱππαστὶ ἐπὶ τῶν κλάδων της. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως πολὺ καλὰ ὅτι ἐγώ, πρὸ πάντων κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἀνθήσεώς της, ἐσυνήθιζον νὰ ἵσταμαι ἔν τινι ἀπ᾿ αὐτῆς ἀποστάσει, μὲ τὰς χεῖρας ἐστηριγμένας ἐπὶ τῶν λαγόνων, τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀτενεῖς πρὸς τὸν θαυμάσιον, τὸν ἐρυρθρόλευκον αὐτῆς στολισμόν, ἀπορῶν κατ᾿ ἐμαυτὸν ἐπὶ πολλὴν ὥραν τί πρᾶγμα νὰ εἶναι ἄραγε αὐτὸ τὸ δένδρον! Τί πρᾶγμα νὰ εἶναι. Ἀλλ᾿ ὅσῳ καὶ ἂν ἠπόρουν, ὅσο καὶ ἂν ἠρώτων τοὺς περὶ ἐμέ, ἡ ἀπόκρισις ἦτο πάντοτε ἡ αὐτή, ὅτι δηλαδὴ τὸ δένδρον ἐκεῖνο ἦτο μηλιά. Καλά! Ἀλλὰ ἡ μηλιὰ τί πρᾶγμα εἶναι;...

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Ω (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Διαλύθηκεν ἡ σύναξις κι ἐσκόρπιζαν τὰ πλήθη
καθένας εἰς τὲς πρύμνες των, τὸν δεῖπνον νὰ ἑτοιμάσουν
καὶ νὰ πλαγιάσουν ὕστερα· ἀλλ’ ἔκλαιγε ὁ Πηλείδης
τὸν φίλον του ἀλησμόνητα, καὶ ὁ ὕπνος ὁποὺ ὅλους
δαμάζει, αὐτὸν δὲν ἔπιανε, καὶ ἀνάπαυσιν δὲν εἶχε˙
καὶ τοῦ Πατρόκλου του ἡ καλὴ καὶ ἀνδράγαθη νεότης,
καὶ ὅσ’ ἀγωνίσθηκε μ’ αὐτόν, ὅσά ’παθε μαζί του
καὶ τῶν πολέμων κίνδυνα καὶ τῆς φρικτὴς θαλάσσης,
ὅλα τοῦ ἔρχονταν στὸν νοῦν καὶ ὀδύρετο μὲ πόνον
δεξιά, ζερβιά, τ’ ἀνάσκελα ἢ προύμυτα στὴν κλίνην˙        10
κι ἔξαφνα ἐσηκώνονταν καὶ στὸ ἀκρογιάλι μόνος
παράδερνε καὶ τῆς αὐγῆς ἅμ’ ἔβλεπε τὰ πρῶτα
ροδίσματα στὴν θάλασσαν καὶ στ’ ἀκρογιάλια πέρα,
τοὺς ταχεῖς ἵππους ἔζευε καὶ ὀπίσω ἀπὸ τ’ ἁμάξι
σφικτόδενε τὸν Ἕκτορα συρτὸν καὶ ἀφοῦ τρεῖς γύρες
ὁλόγυρα τὸν ἔσερνε στοῦ φίλου του τὸν τάφον,
εἰς τὴν σκηνήν του ἡσύχαζε, κι ἐπίστομα στὸ χῶμα
τὸν ἄφηνεν· ἀλλ’ ἀσχημιὲς δὲν πάθαινε τὸ σῶμα,
ὀτι τὸν ἄνδρα καὶ νεκρὸν τὸν ἐλυπεῖτ’ ὁ Φοῖβος
καὶ τὸν ἐπερισκέπαζε μὲ τὴν χρυσὴν αἰγίδα        20
νὰ μὴ γδαρθῆ τὸ σῶμα του στὰ χώματα συρμένο.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Χ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Καὶ μὲς στὴν πόλιν τρέμοντας ὡσὰν ἐλαφομόσχια
δροσολογιοῦνταν, ἔπιναν, τὴν δίψαν τους ἐσβήναν,
στὰ ὡραῖα τείχη πλαγιαστοί· κι οἱ Ἀχαιοὶ στὸ τεῖχος
πλησίαζαν στοὺς ὤμους των κρεμώντας τὲς ἀσπίδες.
Καὶ ἡ μοίρα ἐκράτησε ἡ κακὴ τὸν Ἕκτορα νὰ μείνη
ἔμπροσθεν τῶν Σκαιῶν Πυλῶν καὶ τῆς ἱερῆς Ἰλίου.
Καὶ ὁ Φοῖβος τότε ὁμίλησεν αὐτοῦ στὸν Ἀχιλλέα:
«Πηλείδη, τί μὲ κυνηγᾶς μὲ τὰ γοργά σου πόδια
μὲ τὸν ἀθάνατον θεὸν ἐσὺ θνητὸς καὶ ἀκόμη
πού ’μαι θεὸς δὲν ἔνιωσες, καὶ ἀκράτητα μανίζεις·        10
τῶν Τρώων, ὅπου σκόρπισες, ὁ ἀγώνας δὲν σὲ μέλει,
καὶ ἀφοῦ σὺ ξέμεινες ἐδῶ, στὴν πόλιν ἐκλεισθῆκαν˙
μέ δὲν φονεύεις ὅτι ἐμὲ ὁ θάνατος δὲν πιάνει».

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Ψ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Ἐκεῖ στὴν πόλιν ἔκλαιαν˙ καὶ ὡστόσον εἶχαν φθάσει
στὰ πλοῖα τους οἱ Ἀχαιοί, στὴν ἄκρην τοῦ ῾Ελλησπόντου,
καθένας εἰς τὴν πρύμνην του· τοὺς Μυρμιδόνας ὅμως
νὰ διαλυθοῦν δὲν ἄφηνεν ὁ ἰσόθεος Πηλείδης,
καὶ τῶν συντρόφων ἔλεγεν: «Ἀνδρεῖοι Μυρμιδόνες,
ὦ ποθητοί μου σύντροφοι, τ’ ἄλογ’ ἀπὸ τ’ ἁμάξια
τὠρα δὲ θὰ ξεζέψωμεν, ἀλλὰ μαζὶ μ’ ἐκεῖνα
θὰ προχωρήσωμε σιμὰ νὰ κλάψωμε τὸν φίλον
Πάτροκλον, μόνη προσφορὰ ποὺ τῶν νεκρῶν ἀνήκει.
Καὶ ἀφοῦ τοῦ πικροῦ κλάυματος τὴν ἡδονὴν χαροῦμεν,        10
τ’ ἄλογα θὰ ξεζέψωμε κι ἐδῶ θὰ γίνη ὁ δεῖπνος».
Εἶπε καὶ ὅλοι ἐθρήνησαν καὶ πρῶτος ὁ Πηλείδης
κι ἔφεραν γύρω εἰς τὸν νεκρὸν τρεῖς γύρες μἐ τοὺς ἵππους
κλαίοντας καὶ στὰ κλάυματα τοὺς ἐκινοῦσε ἡ Θέτις.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Φ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Καὶ ὡς ἔφθασαν στὸ πέραμα τοῦ βαθυρρόου Ξάνθου,
τοῦ ποταμοῦ ποὺ ἐγέννησεν ὁ ἀθάνατος Κρονίδης,
τοὺς χώρισε καὶ τοὺς μισοὺς κυνήγαε πρὸς τὴν πόλιν,
στὸ σιάδι, ποὺ μιὰ μέρα πρὶν τοῦ Ἕκτορος ἡ λύσσα
τρικύμιζε τοὺς Ἀχαιοὺς κι ἐφεῦγαν τρομασμένοι˙
καὶ ὡς ροβολώντας ἔφευγαν, ἡ Ἥρα τὸν ἀέρα
ἐθόλωνε γιὰ νὰ σταθοῦν, κι οἱ ἄλλοι στριμωμένοι
στὸν ποταμὸ ποὺ τ’ ἀργυρὰ καὶ τρίσβαθα νερά του
πέφτουν μὲ βρόντον φοβερόν, βαθιὰ βοοῦν τὰ ρεῖθρα,
ἀχοῦν οἱ ἀκροποταμιές, κι ἐκεῖνοι ἐπολεμοῦσαν        10
καὶ ἀλάλαζαν ἐδῶ κι ἐκεῖ στὰ ρεύματ’ ἀφρισμένα.

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Γιώργος Σαραντάρης: Ποιος είν' τρελλός από έρωτα;



Ποιος είν' τρελλός από έρωτα;
Ας κάνει λάκκους στην αυγή
Να πάμε εκεί να πιούμε
Τη βροχή
Μια που εμείς σε όποια στέγη αράξουμε
Σε όποια αυλή
Ο άνεμος χαλνάει τον ουρανό
Τα δέντρα
Κι η στείρα γη
Μέσα σε μάς βουλιάζει.


Πηγή

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Υ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



῎Ετσι ἀρματώνοντ’ οἱ Ἀχαιοὶ πρὸς τὰ κυρτὰ καράβια
ὁλόγυρά σου, ἀχόρταγε στὸν πόλεμον, Πηλείδη,
καὶ οἱ Τρῶες ἀρματώνονταν στὸν ὅχθον τοῦ πεδίου˙
κι εἶπεν ὁ Ζεὺς τῆς Θέμιστος ἀπ’ τὴν κορφὴν τοῦ ᾽Ολύμπου,
νὰ συναθροίση τοὺς θεούς, καὶ αὐτὴ παντοῦ γυρνώντας
τοὺς ἐκαλοῦσε στοῦ Διὸς νὰ συναχθοῦν τὸ δῶμα.
Κανεὶς ἀπὸ τοὺς ποταμοὺς δὲν ἔλειψεν ἢ μόνος
ὁ ᾽Ωκεανός, δὲν ἔλειψε καμιὰ νύμφη ἀπ’ ὅσες
κρατοῦν τὰ δάση, τὲς πηγὲς καὶ τὰ χλωρὰ λιβάδια·
καὶ εἰς τὸ δῶμα ὡς ἔφθαναν τοῦ νεφελοσυνάκτη,        10
ἐκάθιζαν στὲς αἴθουσες τὲς καλοσκαλισμένες,
ποὺ ὁ νοῦς τοῦ ῾Ηφαίστου ἐποίησεν εἰς τὸν πατέρα Δία.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Τ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



῎Αφηνε τοῦ ᾽Ωκεανοῦ τὰ βάθ’ ἡ ροδισμένη
᾽Ηὼς νὰ φέρη τῶν Θεῶν τὸ φῶς καὶ τῶν ἀνθρώπων˙
κι ἔφερ’ ἡ Θέτις τοῦ θεοῦ τὰ δῶρ’ αὐτὰ στὰ πλοῖα.
Ἦβρε σιμὰ στὸν Πάτροκλο τὸν ποθητὸν υἱόν της
πικρὰ νὰ κλαίη, καὶ πολλοὶ τριγύρω του ἐθρηνοῦσαν
σύντροφοι, κι ἡ ἀσύγκριτη θεὰ σιμά τους ἦλθε.
Τὸ χέρι τοῦ ᾽πιασε σφικτά, προσφώνησέ τον κι εἶπε:
«Παιδί μου, αὐτὸν ν’ ἀφήσωμε, μἐ ὅλο μας τὸν πόνο,
νὰ κείτεται ὡς τὸν δάμασε ἡ βουλὴ τῶν ἀθανάτων˙
τοῦ ῾Ηφαίστου τώρα δέξου ἐσὺ τ’ ἄρματα τὰ ὡραῖα        10
ποὺ ὄμοια δὲν ἐφόρεσε κανεὶς θνητὸς ἀκόμη».
Εἶπε καὶ καθὼς ἔθεσεν ἐμπρὸς στὸν Ἀχιλλέα
τ’ ἄρματα τὰ καλότεχνα, κεῖν’ ἀντηχῆσαν ὅλα.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Σ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐμάχονταν ἀκράτητοι σὰν φλόγα
μηνυτὴς ἦλθ’ ὁ Ἀντίλοχος στὸν θεῖον Ἀχιλλέα.
Τὸν ἦβρ’ ἐκεῖ κατέμπροσθεν στὰ ὀρθόπρυμνα καράβια,
ποὺ ὅ,τι εἶχεν ἤδη τελειωθῆ στὸν νοῦν του μελετοῦσε
κι ἔλεγε μὲ παράπονο στὴν ἀνδρικὴν ψυχήν του:
«Ὀιμένα, πῶς οἱ Ἀχαιοὶ στὴν πεδιάδα πάλιν
κλονίζονται καὶ τὴν φυγὴν ἐπῆραν πρὸς τὰ πλοῖα,
φοβοῦμαι μὴν οἱ ἀθάνατοι μοῦ κάμουν ν’ ἀληθεύση
πόνος πικρὸς ποὺ κάποτε μοῦ πρόλεγε ἡ μητέρα,
πὼς ζώντας μου ὁ καλύτερος τῶν Μυρμιδόνων ἄνδρας        10
ἀπὸ τῶν Τρώων τὴν ὁρμὴν τοῦ ἡλιοῦ τὸ φῶς θ’ ἀφήσω.
Πέθανεν ἄχ! ὁ ἀνδράγαθος υἱὸς τοῦ Μενοιτίου,
κακός! καὶ τοῦ παράγγελνα νὰ γύρη εὐθὺς ὀπίσω,
ἅμα ἐμποδίση τοὺς ἐχθροὺς νὰ κάψουν τὰ καράβια
καὶ τοῦ ἀνδροφόνου Ἕκτορος τὴν λόγχην ν’ ἀποφύγη».

Ὀδυσσέας Ἐλύτης: [Μ᾿ αὐτά καί μ' αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια»]



Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ' αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ' ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας. Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.
Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ' ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα! Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας! Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ : ΣΥΝ ΤΟΙΣ ΑΛΛΟΙΣ


Πηγή

Rainer Maria Rilke: [Γιατί ήτανε άλλη η Φλωρεντία που είχε αποπλανήσει τον καθέναν τους ...]



Είχαν ξεχάσει ο ένας τον άλλον. Το μακρύ μονοπάτι που, ανάμεσα από ψηλές αναρριχώμενες τριανταφυλλιές, οδηγούσε σε μέρη απομακρυσμένα, τους έβγαλε απρόσμενα και ξαφνικά σ' ένα ψήλωμα, στο φως, κι έδειξε τους δυο νέους στη Φλωρεντία: πάρ' τους. Κι η πόλη από μάρμαρο πήρε το ΔΩΡΟ. Πήρε το αγόρι και πήρε την κοπέλα κι έτσι τους χώρισε. Γιατί ήτανε άλλη η Φλωρεντία που είχε αποπλανήσει τον καθέναν τους. Πατρίδα της Σιμονέτας ήταν η πόλη του Μπεάτο Αντζέλικο κι εκείνη, λευκοντυμένη κι άφοβη, τη διέσχιζε πηγαίνοντας στη Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε. Ο νεαρός άνδρας με το σκούρο, στενό πορφυρό ρούχο έμοιαζε με τα απόκρημνα κάστρα της πόλης και ψήλωνε μαζί με τους άγρυπνους πύργους τους. Τα χαρακτηριστικά του σταθεροποιήθηκαν, ωρίμασαν και τελειοποιήθηκαν σαν να τα σμίλευε σμίλη αόρατη. Κατόπτευσε τον Άρνο κατά μήκος κι αφουγκράστηκε με το βλέμμα καρφωμένο. Ύστερα είπε γεμάτος ένταση: «Κι ακόμα καπνίζει.»
Η Σιμονέτα επέστρεψε στο γνώριμο της δρομάκι προς την εκκλησία, κάλεσε με δυνατή φωνή, μπερδεύτηκε και δεν τον βρήκε αμέσως τον Τζουλιάνο, γιατί είχε γεράσει.
Εκείνος γέμισε ανυπομονησία και τέντωσε το χέρι, με δύναμη, σαν να 'θελε να εξακοντίσει βέλος από τόξο αόρατο: «Δεν το βλέπεις;»
Η κοπέλα τρόμαξε. Έστρεψε τα μάτια προς τα έξω, αβοήθητη, με βιάση, προς μια τυχαία κατεύθυνση.
Ψάχνοντας γύριζαν με το βλέμμα γύρω γύρω στους θόλους και τις μετόπες, φτάνοντας μέχρι πέρα στα βουνά του Φιέζολε που ακόμα χρύσιζαν, γέμισαν έγνοια και φόβο, απόστασαν και γύρισαν πίσω. Το ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων τους έμοιαζε με φτεροκόπημα.
Ο Τζουλιάνο ξύπνησε, είδε πόσο απαίσια είχε καταδιώξει τα έρημα τα μάτια της. Και μετανιώνοντας έγινε νέος, όσο πιο νέος γινόταν. Κι η αγαπημένη, που το ένιωσε, ψήλωσε, απλώθηκε σχεδόν μητρικά περιβάλλοντας τον.
Άδραξε ένα άγριο τριαντάφυλλο, το τράβηξε κοντά της δίχως να το κόψει και στο λευκό δοχείο που σχημάτιζαν τα πέταλα διάβασε τούτη τη σιγανή παράκληση: «Κάθε πληροφορία, να ξέρεις, για μένα είναι πολύτιμη. Τίποτε δεν μαθαίνω εδώ. Μα πες μου: τι εννοούσες; Δείξε μου τον καπνό που αντίκρισες. Βοήθα με να τον βρω και δίδαξε με τι σημαίνει.»
Κομπιάζοντας ο νεαρός της αφηγήθηκε: «Έγινε μια μεγάλη φωτιά στη Φλωρεντία. Ένας καλόγερος, μαύρος, διέσχιζε κάθε σοκάκι και δίδασκε: Μέσα σε καθετί που αγαπάτε πυρακτώνεται ο πειρασμός. Εγώ θα σας λυτρώσω από τη λάμψη.»
Τότε ακούστηκε ο Άρνος να φουσκώνει.
Ο Τζουλιάνο κοίταξε κατά το δειλινό. Όλα εκεί ήταν μεγαλείο και σπατάλη. Σαν ντροπιασμένος εξακολούθησε να μιλά, αργά και δισταχτικά.
«Φέρανε στον καλόγερο ό,τι αγαπούσαν: ένα μικρό ξίφος, ένα βιβλίο αγαπημένο, μια βενετσιάνικη ζωγραφιά, χρυσάφι, πετράδια, περιδέραια..., πολλές γυναίκες μετάξι και πορφύρα και τα ίδια τα μαλλιά τους, κι όλα γίνανε παρανάλωμα μες στα σκληρά του χέρια.» Η νεανική φωνή του αγρίεψε και έσβησε με τα λόγια: «και μετά τη φωτιά - καπνιά και στάχτη και φτώχεια.»
Με το κεφάλι κατεβασμένο ο νέος βάδισε πιο κάτω. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αναστολές του και να ομολογήσει πως είχε και ο ίδιος συνεισφέρει τα χρυσαφικά του για καυσόξυλα, δέκα μέρες νωρίτερα. Συνεσταλμένα βάδιζε αριστερά, στην άκρη του μονοπατιού. Στην άλλη άκρη, δεξιά, βάδιζε η Σιμονέτα. Ο δρόμος ήταν άδειος. Ο ήλιος έπεφτε πάνω του. Έγινε κάτι σαν ρεύμα ανάμεσα στους δυο τους. Το άκουγαν να κελαρύζει.
Ησυχία.
Ύστερα φώναξαν ο ένας τον άλλον. Βγαίνοντας ο καθένας τους από το φόβο και το μάγκωμα.
«Τζουλιάνο.»
Ησυχία.
«Σιμονέτα.»
Ησυχία. Το ρεύμα ολοένα και πλάταινε.
«Μη φοβάσαι», ήρθε από δεξιά η φωνή, από μακριά, απ' το βάθος.
Ησυχία. Μετά ακούστηκε απ' τ' αριστερά:
«Τι σκέφτεσαι;»
«Τότε λοιπόν είναι φτωχοί τώρα οι άνθρωποι;»
«Ναι»
Κι από δεξιά: «Κι ο Θεός;»...
Κάτι μέσα απ' τον νεαρό ακούστηκε να ουρλιάζει: «Ναι, κι ο Θεός.» Κοντοστάθηκε, τρέκλισε, ψηλάφησε κι ύστερα τα δυο κορμιά ένιωσαν το ένα το άλλο κι απόμειναν σφιχταγκαλιασμένα, καταμεσής του δρόμου, σαν ένας άνθρωπος. Κρατήσανε τα μάτια τους κλειστά. Ήταν ακόμα πολύ αδύναμοι για να υπάρξουν κάπου αλλού μαζί, εκτός από τούτη την κοινή ελάχιστη νύχτα.
Μετά σκέφτηκε η Σιμονέτα: Πώς είσαι, αγαπημένε;
Και θολά αναρωτήθηκε ο Τζουλιάνο: Πώς να ονομάσω την ομορφιά σου;
Λύπη τους κυρίευσε• γιατί κανένας απ' τους δυο τους δεν είχε εικόνα του άλλου.
Εντέλει σήκωσαν ταυτόχρονα το βλέμμα -ψηλά, σαν να 'τανε να βρει τον ουρανό.
Τότε όμως βρέθηκαν και χαμογέλασαν καθώς αναγνωρίστηκαν. Σαν να 'λεγαν ο ένας στον άλλον με δυνατή φωνή: Πόσο είσαι βαθύς.
Κι ύστερα δεν υπήρχε πια δρόμος ανάμεσα τους ούτε ρεύμα.
Τα πέρατα εξακολούθησαν να βυθίζονται ολοένα στο ημίφως και γύρω τους απόμεινε ξύπνιος τόσος μονάχα κόσμος όσον χρειαζόντουσαν για να νιώσουν προστατευμένοι και μόνοι.
Αργότερα, όταν η κοπέλα άρχισε σιγά σιγά να κουράζεται, είπε: «Άκου, σήμερα θέλω σε κάποιον να σε πάω αλλά δεν έχω πια μητέρα.»
Είχαν αρχίσει κιόλας ν' ανάβουνε τ' αστέρια κι ο αιθέρας τρεμούλιαζε με τη μικρή χαρμόσυνη εσπερινή καμπάνα της εκκλησίας του Σαν Νικολό.
Εκείνος τότε παρακάλεσε: «Οδήγησε με στον Θεό.»
Εκείνη προπορεύτηκε στο δρόμο για την πύλη Σαν Νικολό κι έμοιαζε στο πλάι του σαν φως στην ψυχρή σκιά που έπεφτε στα σοκάκια. Πιασμένοι χέρι χέρι, σάμπως να βρίσκονταν στην κεφαλή πομπής γιορταστικής ανέβηκαν τα σκαλοπάτια του μικρού ναού. Στο εσωτερικό γονάτισαν ώρα πολλή μονάχοι κάτω από τους Πάντες. Κι ήτανε τότε πολύ πλούσιος ο Θεός.


RAINER-MARIA RILKE : ΚΙΣΜΕΤ


Πηγή

Μάρκος Βαμβακάρης: [Η χριστιανή που μου κάνει το γραμματικό λέει πως οι πρώτοι χριστιανοί ξεμολογιόντουσαν δυνατά...]



Τράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω απ' την αρχή ως το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα 'χει στη δική του την ιστορία. Έχω σκοπό να τη δημοσιέψω κιόλας την ιστορία μου.
Η χριστιανή που μου κάνει το γραμματικό λέει πως οι πρώτοι χριστιανοί ξεμολογιόντουσαν δυνατά, μπρος σε όλο τον κόσμο, κι όλος ο λαός τους συγχωρούσε και ξαλάφρωναν για καλά. Όμως τώρα ο κόσμος είναι χαλασμένος και ξέρω πως σήμερα θα βρεθούνε πολλοί που θα σκεφτούνε πως έπρεπε να ντραπώ να ομολογήσω πολλά πράματα. Εγώ θα πάρω το θάρρος τους τέτοιους να μη τους λογαριάσω. Ο άνθρωπος για να λέγεται αληθινός άνθρωπος, πρέπει να μπορεί να 'ρθει και στη θέση του άλλου, του ομοίου του. Γιατί απ' όσα θα σας πω και τα παθήματα και τα φταιξίματα ίδια είναι. Και τα φταιξίματα είναι κι αυτά παθήματα.
Δεν εγεννήθηκα κακός ούτε σκέφτηκα ποτές μου να φχαριστηθώ άμα λυπηθεί ο άλλος. Δεν εγεννήθηκα κακός, ούτε για να ζήσω τη ζωή μου όπως την έζησα. Και γι' αυτό παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σε έναν κόσμο που εγώ πρώτος του τραγούδησα τις χαρές και τις λύπες του, τα πλούτη και τη φτώχεια του, την ορφάνια του και την ξενιτιά του.
Αυτός ο κόσμος θέλω να γίνει ο εξομολόγος μου και πιστεύω ότι όλοι αυτοί για τους οποίους έχω γράψει και γράφω μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και αυτός είναι ο σκοπός της περιγραφής και εξιστορήσεως της ζωής μου, δηλαδή η συγνώμη και η συγχώρεση. Γι' αυτό όσοι θα διαβάσετε την ιστορία μου, φίλοι ή ξένοι, γνωστοί ή άγνωστοι, και μάλιστα οι γνωστοί μου, να 'ρθητε να μου σφίξτε το χέρι και να μου πήτε ένα ανοιχτόκαρδο γεια σου. Να μου πείτε πως όλα περάσανε, ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Να μου πείτε πως αν ζούσατε την ίδια ζωή με μένα, τα ίδια θα παθαίνατε και τα ίδια θα κάνατε.
Τώρα όλα αυτά βέβαια ανήκουν στο παρελθόν, και την παλιά μου ζωή τη θυμάμαι σαν ένα κακό όνειρο που όταν θα το ιδείς τινάζεσαι από το κρεβάτι σου. Έτσι περίπου τινάζομαι όταν αναπολώ την περασμένη μου ζωή και θυμηθώ τις κακές στιγμές της.


ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ : ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Πηγή

Γιώργος Ιωάννου: Η ομίχλη



Δεν ξέρω πια τι γίνεται με την ομίχλη κι αν εξακολουθεί να πέφτει τόσο πηχτή ή μήπως χάθηκε ολότελα κι αυτή, όπως η πάχνη πάνω απ' τα πρωινά κεραμίδια. Bλέποντας την παρθενική πάχνη να γυαλίζει παντού, λέγαμε: "Eίχε κρύο τη νύχτα" ή "τα λάχανα θα γίνουν με την πάχνη πιο γλυκά• πρέπει να κάνουμε ντολμάδες".
Όταν ερχόταν ο καιρός της ομίχλης, είχα πάντα το νου μου σ' αυτήν. Mέρα τη μέρα περίμενα να με σκεπάσει κι εγώ να χώνομαι αθέατος μέσα της. Θλιβόμουν όμως πολύ, όταν έπεφτε τις καθημερινές, την ώρα που βασανιζόμουν με τα χαρτιά στο γραφείο. Παρακαλούσα να κρατήσει ώς το βράδυ, συνήθως όμως γύρω στο μεσημέρι διαλυόταν από έναν ήλιο ιδιαίτερα δυσάρεστο.
Mα, καμιά φορά, όταν ξυπνώντας τ' απόγευμα, την ώρα που έλεγα αν θα πάω στο σινεμά ή στο καφενείο, έβλεπα αναπάντεχα απ' το παράθυρο το απέραντο θέαμα της ομίχλης, άλλαζα αμέσως σχέδια και πορείες. Σήκωνα το γιακά της καμπαρντίνας, κατέβαινα με σιγουριά τα σκαλιά κι έφευγα για την παραλία, χωρίς ταλαντεύσεις. H ομίχλη είναι για να βαδίζεις μέσα σ' αυτήν. Διασχίζεις κάτι που είναι πυκνότερο από αέρας και σε στηρίζει. Aλλά και κάτι ακόμα• ομίχλη χωρίς λιμάνι είναι πράγμα αταίριαστο.
H ομίχλη ήταν ακόμα πιο γλυκιά, όταν την ψιλοκεντούσε εκείνη η βροχή, η πολύ ψιλή βροχή του ουρανού μας. Aυτή που δε σε βρέχει, μα σε ποτίζει μονάχα και φυτρώνουν πιο λαμπερά τα μαλλιά σου την άλλη βδομάδα. Kαι τότε έπαιρναν νόημα τα φώτα και τα τραμ και τα κορναρίσματα. Aκόμα κι οι πολυκατοικίες γίνονταν ελκυστικές μες στην αχνάδα.
Kι ύστερα έφτανα στο καφενείο του λιμανιού, αυτό που από χρόνια είναι γκρεμισμένο, να ξαναβρώ την παρέα μου. Kι όταν δεν ήταν εκεί -και δεν ήταν ποτέ εκεί- καθόμουν ώρες και καρτερούσα. Πίσω απ' τα τζάμια διαβαίναν αράδα οι σκιές αυτών, που τώρα έχουν πεθάνει. Kολλούσαν το μούτρο τους για μια στιγμή στο θαμπό τζάμι κι άλλοι έμπαιναν μέσα, ενώ άλλοι τραβούσαν ανατολικά για τον Πύργο του Aίματος. Kι αν δε μου έγνεφε κανείς, έβγαινα κι ακολουθούσα μια σκιά, που ποτέ δεν μπορούσα να προφτάσω.
Δε θυμάμαι από πού ερχόταν εκείνη η ομίχλη• μάλλον κατέβαινε από ψηλά. Tώρα, πάντως, ξεκινάει βαθιά απ' τα όνειρα. Aυτά που χρόνια μένανε σκεπασμένα μ' ένα βαρύ καπάκι, που όμως πήρε απ' την πίεση για καλά να παραμερίζει.
Πέφτει πολλή ομίχλη, γίνομαι ένα μ' αυτήν, και ξεκινάω. Aκολουθώ άλλες σκιές ονοματίζοντάς τες. Περπατώ κοιτάζοντας το λιθόστρωτο. Aυτό σε πολλούς δρόμους και δρομάκια ακόμα διατηρείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάμεσα στις πέτρες το χορταράκι, που φύτρωνε τότε. Όλα έχουν γκρεμίσει ή ξεραθεί. Kανένας θάνατος δεν είναι καλός. Ω, και νά 'ταν αλήθεια, αυτό που λένε, πως θα τους ξαναβρούμε όλους…
Aκολουθώντας τις σκιές μπαίνω πάντα στον ίδιο δρόμο. Tα δέντρα και τα φυτά θεριεύουν μες στη μοναξιά και τη θολούρα. Γίνονται σαν κάστρα τεράστια. Φτάνω στο αγέρωχο σπίτι το τυλιγμένο με κισσούς και φυλλώματα. Παρόλο που οι σκιές κοντοστέκονται και σα να μου γνέφουν, εγώ δεν πλησιάζω καν στην Πορτάρα. Θαρρώ πως μόνο αγαπημένο πρόσωπο θα με πείσει κάποτε να την περάσω.
Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τραμ, τα φώτα και την κίνηση. O νους μου είναι κολλημένος στην ομίχλη και σ' όλα όσα είδα μέσα σ' αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Aισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Tα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στο κορμί και διοχετεύονται απ' τα πόδια στο υγρό χώμα.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: Η ΜΟΝΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ



Βασίλης Μιχαηλίδης: Η ανεράδα



Στην χώραν π’ αναγιώθηκα
κ̌αι ‘κόμα αναγιώννουμουν
κ̌ι άρκ̌εψα νάκκον να λαχτώ,
τότε εξηφοήθηκα
τα ζώδκια κ̌ι εν εχώννουμουν
κ̌ι εξέβηκα να δκιανευτώ.

Σε μιαν ποταμοδκιάβασην
μιαν λυερήν εσχ̌ιάστηκα
- νείεν καεί η σταλαμή! -
ούλα τ’ αρνίν εις τον τσοκκόν
ο άχαρος επκιάστηκα,
αντάν πκιαστεί μες στην νομήν.

Αντάν με είδεν, έφεξεν
κ̌ι ο νους μου εφενκ̌ιάστηκεν
κ̌ι εφάνην κόσμος φωτερός.
Αντάν μου ‘χαμογέλασεν,
παράδεισος επλάστηκεν
ομπρός μου κ̌ι έμεινα ξερός.

Ευτύς το πας μου έχασα,
τον κόσμον ελλησμόνησα
κ̌ι έμεινα χάσκοντα βριχτός.
Είπεν μου: «Έλα κλούθα μου»,
κ̌αι ‘που καρκιάς επόνησα
κ̌ι εκλούθησά της, ο χαντός.

Λαόνια, κάμπους κ̌αι βουνά
αντάμα εδκιαβήκαμεν
γεμάτ’ αθθούς κ̌ι αγκαθθερά·
η στράτα δεν ετέλειωννεν
κ̌αι δεν εποσταθήκαμεν·
ήτουν για λλόου μας χαρά.

Έτρεμεν μεν κ̌αι χάσει με
κ̌ι έτρεμα μεν κ̌αι χάσω την
κ̌αι μεν της πω κ̌αι μεν μου πει·
εδίψουν την, εκαύκουμουν
κ̌ι έτρεμα μεν κ̌αι πκιάσω την
κ̌αι γίνουμεν κ̌ι οι δκυο ‘στραπή.

Ύστερα σγοιαν παράδεισον
έναν βουνόν εφτάσαμεν
ίχ̌ια με τα ‘ψη τ’ουρανού.
κ̌ει πάνω κ̌ει εκλάψαμεν
αντάμα κ̌ι εγελάσαμεν
μέσα στους μούσκους του βουνού.

Λαλεί μ’: «Αν είσαι πέρκαλλος,
τώρα πκιον μείνε δίχως μου,
αν σου αρέσκ’ έτσι ζωή»,
κ̌αι ξαπολά ‘ναν χάχχανον,
ιχ̌ιά ‘νωσα το στήθος μου
πως άλλο νάκκον να ραεί.

Είπεν κ̌ι εγίνην άφαντη,
ευτύς ‘π’ ομπρός μοχάθηκεν,
σγοιαν άνεμος περαστικός·
εράην η καρτούλλα μου,
ευτύς ο νους μοστάθηκεν
κ̌ι είμαι ‘που τότες ξηστηκός.

Οι πλήξες που μ’ ετρώασιν
ακόμα ‘ν’ αφανέρωτες
κ̌ι εις τα πουλλιά που κ̌ηλαδούν.
Έχ̌ει που τότες, όπου δω
τες ανεράδες, τρέμω τες·
κ̌αι πογυρίζω μεν με δουν.


Πηγή

Γιάννης Ρίτσος: Το φεγγάρι βάσανο



Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
1η εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος
Δίσκος: 11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου (1972)




Αργά προβαίνει στη γωνιά
το δίβουλο φεγγάρι
τ’ αστέρια σπέρνουν στη βραδιά
μαλαματένιο στάρι

Αχ το φεγγάρι βάσανο
μικρός χρυσός αλήτης
στο γιασεμί σκαρφάλωσε
και φέγγει τη μορφή της

Στον δρόμο τον μενεξελί
διαβαίνει μια κοπέλα
και πέφτουν δυο ροδόφυλλα
κι ένα γλυκόλαλο έλα

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Emily Dickinson: Fame is a fickle food (Η δόξα είν' έν' άστατο πολύ φαγητό)



Fame is a fickle food
Upon a shifting plate
Whose table once a
Guest but not
The second time is set.

Whose crumbs the crows inspect
And with ironic caw
Flap past it to the Farmer’s Corn –
Men eat of it and die.


***


Η δόξα είν' έν' άστατο πολύ φαγητό
σερβιρισμένο σ' ένα πιάτο που όλο αλλάζει
και που το τραπέζι του ήταν κάποτε
του ξένου, αλλά
τη δεύτερη φορά είν' στρωμένο·

που τα ψίχουλά του τα κοιτάνε εξεταστικά τα κοράκια
και μ' ειρωνικό κρώξιμο
φτερουγάν πίσω για το καλαμπόκι του αγρότη·
που οι άνθρωποι το τρων' και τα τινάζουν


Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Maya Angelou: The lesson (Το μάθημα)



I keep on dying again.
Veins collapse, opening like the
Small fists of sleeping
Children.
Memory of old tombs,
Rotting flesh and worms do
Not convince me against
The challenge. The years
And cold defeat live deep in
Lines along my face.
They dull my eyes, yet
I keep on dying,
Because I love to live.


***


Συνεχίζω να πεθαίνω ξανά
Φλέβες καταρρέουν κι ανοίγουνε σα
μικρές γροθιές κοιμισμένων παιδιών
Μνήμη φτιαγμένη από παλιούς τάφους
Σάρκα που σαπίζει και σκουλήκια που
δεν με πείθουνε απέναντι
στην πρόκληση
Τα χρόνια
και η κρύα ήττα
ζουν βαθιά μες στις χαρακιές που ανοίγονται
στο πρόσωπό μου,
θαμπώνουν τα μάτια μου κι ακόμα
συνεχίζω να πεθαίνω,
επειδή λατρεύω να ζω

Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Leonora Speyer: Swallows (Χελιδόνια)



They dip their wings in the sunset,
They dash against the air
As if to break themselves upon its stillness:
In every movement, too swift to count,
Is a revelry of indecision,
A furtive delight in trees they do not desire
And in grasses that shall not know their weight.

They hover and lean toward the meadow
With little edged cries;
And then,
As if frightened at the earth’s nearness,
They seek the high austerity of evening sky
And swirl into its depth.


***


Τα φτερά τους στο λιόγερμα βουτάν,
στον αέρα ενάντια χιμάν,
σα να 'ταν να σπάγαν ολάκερα στη σκληράδα του απάνω·
σε κάθε τους κίνηση -στη σβελτάδα ασυναγώνιστα-
η αβουλία γλεντά,
μια κλεφτή απόλαυση στις φυλλωσιές των δέντρων δεν ζητάν
και στα χόρτα δε θε το βάρος τους να νιώσουν

Γέρνουν στον αγρό και πετάν,
ψιλοκλαίγοντας·
και τότε σαν κατατρομαγμένα απ' την ίδια τη γη,
την άκρα του απογευματινού ουρανού λιτότητα ζητάν
και στροβιλίζονται μέσα στα βάθη του

Απόδοση στα ελληνικά:
Βασίλης Πανδής

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το ψοφίμι



―Παρακαλῶ, κύριε ἀστυφύλακα· ἐδῶ ἀπάνω, στὸ φράχτη, κοντὰ στὸν δρόμο, ἔχουν ρίψει ἕνα ψοφίμι, ἕνα μεγάλο σκυλί… Μὲ τέτοια ζέστη, Ἰούλιον μῆνα… Θὰ μᾶς κολλήσῃ πανούκλα ὅλους ἐδῶ… Ἴσα-ἴσα στὸ ψήλωμα, ἐδῶ, ποὺ εἶν᾿ ἐξοχικὸ μέρος… ὅπου ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι νὰ πάρουν λίγον ἀέρα καθαρόν.
Ὁ ὁμιλῶν ―ὁ κύριος Α.― ἦτο παχύμισθος ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δημόσιον τοῦ ἔδιδε, διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις του, ὑπὲρ τὰς τριακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα. Ἀλλὰ τὰς δραχμὰς αὐτὰς τὰς ἐθεώρει ὡς ἱερὰς καὶ δὲν ἀπεφάσιζε ν᾿ ἀποκόψῃ λεπτὰ δι᾿ ἕνα πτωχὸν λοῦστρον, ὅπως σκάψῃ λάκκον καὶ θάψῃ τὸ ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θὰ τοῦ ἐφαίνετο ἴσως μᾶλλον ἱεροσυλία. Ἡ δὲ οἰκία του ἔκειτο πλησιέστατα ἐκεῖ, καὶ ἦτο ὁ πρῶτος ἐνδιαφερόμενος.
Ὅθεν ἀπηυθύνθη εἰς τὸν ὑπ᾿ ἀριθ. 3 χιλιάδας τόσα ἀστυφύλακα. Ὁ ἀστυφύλαξ ἐφόρει λευκά, κ᾿ ἐσύχναζεν εἰς τὸ ἐγγὺς καφενεδάκι. Ἀπήντησε δὲ λίαν προθύμως καὶ φιλοφρόνως:
―Μάλιστα· τώρα, νὰ ποῦμε εἰς ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ κ᾿ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ τὸ πετάξουν ἀποκεῖ.
Κ᾿ ἐκάθισε στὸ καφενεδάκι, διὰ νὰ διαβάσῃ τὰ νέα τῆς ἡμέρας.
Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κύριος Α. ἀπηυθύνθη, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ καφετζῆ, πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦ καφενείου, καὶ τοῦ εἶπε:
―Δὲν σᾶς ἦρθε σᾶς ἡ βρώμα;… Εἰπὲ τοῦ κὺρ Τάσου (τὸ ὄνομα τοῦ καφετζῆ) νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του… διὰ νὰ μὴν ἀρρωστήσῃ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος ποὺ ἔρχεται νὰ πάρῃ τὸν ἀέρα του ἐδῶ ἐπάνω.
Ὁ μικρὸς ὑπάλληλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν, ὡς νὰ ἦθελε νὰ εἴπῃ:
«Δὲν βαριέσθε: Καὶ ποιὸς θὰ φροντίσῃ; Ὅ,τι ἐφροντίσατε σεῖς, ὁ πρῶτος ποὺ ἀνεκαλύψατε αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον».
*

Μιχάλης Κατσαρός: Γιατί;



Στίχοι:   Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική:   Γιάννης Μαρκόπουλος
1η εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού



Γιατί έσκαψες τη γη;
Γιατί έκανες σπίτι;
Γιατί έφαγες το χόρτο;
Γιατί έφαγες το ζωο;
Γιατί μπήκες στο νερό;
Γιατί έγραψες; Γιατί τραγούδησες; Γιατί μίλησες;
Γιατί; Αχ, γιατί;
Μια κραυγή δε σου έφτανε;
Τι ζητούσες;
Λείπει απ’ το βουνό, είναι τρύπιο, περνάει ένα τρένο
Έζεψες ένα ποτάμι, τι γύρευες πέρα από τον ποταμό, τον ωκεανό, το βουνό;
Τι θέλεις από τη φωτιά, το μέταλλο, τη σκόνη;
Γιατί έκλεψες το φως, τη φωτιά, την εικόνα;
Θέλεις να Τόνε μιμηθείς, να Τονε φτάσεις.

Μιχάλης Κατσαρός: Χρώματα κι αρώματα



Στίχοι:   Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική:   Γιάννης Μαρκόπουλος
1η εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Δίσκος: Τα τραγούδια του νέου πατέρα (1972)
Άλλες εκτελέσεις: Βίκυ Μοσχολιού, Αναστασία Μουτσάτσου, Μάριος Φραγκούλης, Τζίμης Πανούσης




Την εικόνα σου σεβάστηκα,
στη φλόγα δεν εκράτησα
Την εικόνα την καλή
θα σου φέρω μιαν αυγή

Χρώματα, χρώματα,
άσε τα καμώματα.
Χρώματα, χρώματα,
χρώματα κι αρώματα

Την εικόνα σου σεβάστηκα
και κράτησα
και τα χέρια μου θα ενώσω
πριν στη ζητιανιά τη δώσω

Χρώματα, χρώματα,
χρώματα κι αρώματα
Χρώματα, χρώματα,
άσε τα καμώματα


***


Αξίζει ν' ακούσετε και την εκτέλεση της ανεπανάληπτης Βίκυς Μοσχολιού:


Γιώργος Κεντρωτής: Notturno solomiano



Το πέλαγο είναι ολόστρωτο, λεπτότατος ο αγέρας,
κι από κοντά sorge la notte – è tenebría profonda·
μες στη γλαυκή τη σιγαλιά ξιπάζονται τα φόντα,
σαστίζ’ η γη κι η θάλασσα κι ο ουρανός το τέρας…
Στο βλέμμα σου χορεύει ο συριγμός μιας σφαίρας,
κάτι όντα απάντεχα, οχ τα βάθη ενού βουνού κατιόντα,
γλυκολυπούμενα μιλούν· βουβά τα χείλη, βοώντα
τα φύλλα της καρδιάς στους άμμους διεκδικούν το γέρας
της άκρας ευγλωττίας. Κι ωσάν το πεσμένο σείστρο
πεσούμεν’ άστρο, διάττοντας, κατέβη να δονήσει
παλμούς οπού εγλυκόσφιγγες στα στήθη. Ω, πώς ετράπης
αμέσως τότε σε φωτιά που εξάναβε τον οίστρο!
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
εσκόρπααν τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης.


Νάνος Βαλαωρίτης: [Πρώτα ήρθε και στάθηκε στην άδεια πλατεία ένα ποδήλατο...]



Πρώτα ήρθε και στάθηκε στην άδεια πλατεία ένα ποδήλατο και στεκόταν για κάμποση ώρα έτσι μόνο του, αργότερα κάθισε επάνω στο ποδήλατο ο ποδηλάτης κι επάνω στους ώμους του ποδηλάτη ένα μικρό αγοράκι και στην παλάμη του μικρού παιδιού το αλογάκι της Παναγιάς και μες στ' αλογάκι της Παναγιάς, Εγώ! Κατόπιν μαζεύτηκαν —πρώτα ένας άνθρωπος περαστικός και στάθηκε και χάζευε— αργότερα έφυγε αυτός κι ήρθε ένας άλλος που στάθηκε και θαύμαζε —κατόπιν φεύγοντας αυτός ένας τρίτος που στάθηκε και κοίταζε απορώντας σαν κουτός και δεν έβγαζε νόημα— πέρασε κι αυτός και πήγε στη δουλειά του. Αφού έφυγαν αυτοί ήρθαν οι έξυπνοι τρεις-τρεις και συζητούσαν φωναχτά ανάμεσα τους κι έλεγαν ότι δε γίνεται και δεν μπορεί να 'ναι αληθινό —ένας ποδηλάτης αγών— στέκεται μόνος του χωρίς να πέφτει στη μέση του πελάου και στα νερά επάνω και να μη βουλιάζει, αυτό είναι βλαστήμια γιατί ένας μόνο περπάτησε τα νερά και τα νερά είναι της βροχής μια σπιθαμή μονάχα και δεν είναι αρκετά για να ανθέξουν το βάρος ενός κοτζάμ ποδηλάτου με αναβάτη με καταβάτη και με παιδί στον ώμο του και με τ' άλογο της Παναγιάς και με μένα μες στ' αλογάκι τον εμπνευσμένο. Τότε παρατώντας τα οι έξυπνοι άνθρωποι ήρθαν οι σχολαστικοί και μας εξετάζανε με προσοχή. Μέτρησαν τους παλμούς των φρένων και τα λάστιχα της αλυσίδας, την απόχη και την καμπύλη, ζύγισαν τα ρούχα, έδωσαν τροφή κι ανέλυσαν τ' απορρίμματα —συμπέρασμα μηδέν, δε φτάνουν τα συναισθήματα όταν πρόκειται περί ισορροπίας, ούτε τα επιχειρήματα όταν έχουμε να κάνουμε με πρωτόκολλο. Παρατώντας τα οι σχολαστικοί ήρθαν οι αμέτοχοι, οι άγνωστοι, οι ουδέτεροι κι έριχναν δεκάρες και γέμισε ο ντενεκές τρεις φορές έως επάνω και τον αδειάσανε και τότες ξεπέζεψε ο ποδηλάτης και το αγοράκι κατέβηκε από τον ώμο του και άνοιξε το χεράκι του και πέταξε τ' αλογάκι της Παναγιάς κι έφυγε ο ποδηλάτης και το ποδήλατο κι εγώ —κι έμεινε άδεια η πλατεία ως ήταν πριν και μετά και όπως θα 'ναι πάντα.


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ : ΠΑΡΑΜΥΘΟΛΟΓΙΑ



Ντίνος Χριστιανόπουλος: [μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη...]



μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
τοῦ ἀλφαβήτου μας


ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ : ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Ρ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Εἶδεν εὐθὺς ὁ ἀρείφιλος Μενέλαος Ἀτρείδης
πόπεσε ὁ Πάτροκλος αὐτοῦ στὴν μάχην μὲ τοὺς Τρῶας,
καὶ στ’ ἄρματά του ἀστραφτερὸς ἐβγῆκε ἀπ’ τοὺς προμάχους
καὶ ὁλόγυρά του ἐβάδιζε, καθὼς εἰς τὸ μοσχάρι
γόζοντας περιστρέφεται πρωτόγεννη μητέρα.
Παρόμοια ὁ Μενέλαος στὸ σῶμα τοῦ Πατρόκλου˙
καὶ τὸ κοντάρι ἐκράτει ἐμπρὸς καὶ τὴν γλιστρὴν ἀσπίδα,
γιὰ νὰ φονεύση ὅποιον ἰδῆ στὸ σῶμα νὰ σιμώση˙
κι ὡς ἔπεσεν ὁ Πάτροκλος ὁ ἀσύγκριτος στὴν μάχην
ἀδιάφορος δὲν ἔμεινεν ὁ ἥρως Πανθοΐδης.        10

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Π (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Καὶ αὐτοὶ γιὰ τὸ καλόστρωτο καράβι ἐπολεμοῦσαν.
Καὶ ὁ Πάτροκλος ἐστέκονταν ἐμπρὸς στὸν Ἀχιλλέα
κι ἔχυνε δάκρυα θερμά, σὰν βρύση ὁποὺ κυλάει
ἐπάνω εἰς βράχον γλιστερὸν τὰ σκοτεινὰ νερά της.
Τὸν εἶδε καὶ συμπόνεσεν ὁ θεῖος Ἀχιλλέας,
καὶ ἀμέσως τὸν ἐρώτησεν: «῏Ω Πάτροκλε, τί κλαίεις;
Κοράσι ὁμοιάζεις τρυφερὸ ποὺ ὀπίσω ἀπ’ τὴν μητέρα
τρέχει καὶ τὴν παρακαλεῖ στὸν κόρφο νὰ τὸ πάρη,
καὶ ἀπ’ τὴν ποδιά της τὴν κρατεῖ, ποὺ βιαστικὰ πηγαίνει,
καὶ ὡς νὰ τὸ πάρη τὴν κοιτᾶ μὲ μάτια δακρυσμένα·        10
ὁμοίως, Πάτροκλε, θερμὰ καὶ σὺ τὰ δάκρυα χύνεις.

James Ellroy: [Η Αμερική δεν υπήρξε ποτέ αθώα.]



Η Αμερική δεν υπήρξε ποτέ αθώα. Χάσαμε την παρθενιά μας στα μισά του δρόμου και μετά κοιτάζουμε το παρελθόν μας δίχως μετάνοια. Δεν μπορείς να αποδώσεις την πτώση μας από τον παράδεισο σε κανένα μεμονωμένο γεγονός ή σύνολο περιστάσεων. Δεν γίνεται να χάσεις κάτι το οποίο δεν το είχες ποτέ διανοηθεί.
Η πραγματική Αγία Τριάδα της ειδυλλιακής ευτυχίας ήταν Ωραίος, Επιτυχημένος, Γαμιάς. Ο Τζων (ή Τζακ) Κέννεντυ ήταν το μυθολογικό πρόσωπο-βιτρίνα μιας ιδιαίτερα χυμώδους περιόδου της ιστορίας μας. Μιλούσε με στυλ και είχε ένα κούρεμα διεθνούς κλάσης. Ήταν Μπιλ Κλίντον μείον τη διεστραμμένη εξονυχιστική έρευνα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και μερικά παχάκια.
Τον Τζακ τον καθάρισαν την τέλεια στιγμή για να εξασφαλιστεί η αγιοποίησή του. Τα ψέματα συνεχίζουν να στροβιλίζονται γύρω από την αιώνια φλόγα του. Είναι καιρός να σπάσουμε την τεφροδόχο του και να ρίξουμε φώς σε λίγους άντρες που παρακολούθησαν την άνοδό του και διευκόλυναν την πτώση του. Ήταν κακοποιοί μπάτσοι και εκβιαστές ολκής. Ήταν ειδικοί στις τηλεφωνικές υποκλοπές, ήταν τυχοδιώκτες και ομοφυλόφιλοι κονφερανσιέ σε νυχτερινά κλαμπ. Ένα δευτερόλεπτο να είχε αποκλίνει η ζωή τους από την πορεία της και η Αμερικανική Ιστορία δεν θα υπήρχε όπως την ξέρουμε.
Είναι καιρός να απομυθοποιήσουμε μια εποχή και να στήσουμε έναν άλλο μύθο, από τον οχετό στα αστέρια.


JAMES ELLROY : ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΤΑΜΠΛΟΪΝΤ



Γιῶργος Σεφέρης: Μποτίλια στὸ πέλαγο



ΙΒ´
Μποτίλια στὸ πέλαγο

Τρεῖς βράχοι λίγα καμένα πεῦκα κι ἕνα ρημοκλήσι
καὶ παραπάνω
τὸ ἴδιο τοπίο ἀντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεῖς βράχοι σὲ σχῆμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεῦκα, μαῦρα καὶ κίτρινα
κι ἕνα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στὸν ἀσβέστη
καὶ παραπάνω ἀκόμη πολλὲς φορὲς
τὸ ἴδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτὰ
ὡς τὸν ὁρίζοντα ὡς τὸν οὐρανὸ ποὺ βασιλεύει.

Ἐδῶ ἀράξαμε τὸ καράβι νὰ ματίσουμε τὰ σπασμένα κουπιά,
νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ νὰ κοιμηθοῦμε.
Ἡ θάλασσα ποὺ μᾶς πίκρανε εἶναι βαθιὰ κι ἀνεξερεύνητη
καὶ ξεδιπλώνει μίαν ἀπέραντη γαλήνη.
Ἐδῶ μέσα στὰ βότσαλα βρήκαμε ἕνα νόμισμα
καὶ τὸ παίξαμε στὰ ζάρια.
Τὸ κέρδισε ὁ μικρότερος καὶ χάθηκε.

Ξαναμπαρκάραμε μὲ τὰ σπασμένα μας κουπιά.


Ερωτικοί αφορισμοί (100 π.Χ.)



 Ερωτικοί αφορισμοί  
[από πάπυρο του 100 π.Χ.]

i.
            Εάν στον έρωτα ζητάς με συμβουλές μυαλό να βάλεις, τότε δεν ξέρεις
            ότι είναι σαν να θες φωτιά που φούντωσε με λάδι να ησυχάσεις.

ii.
            Του ερωτευμένου η ψυχή και η λαμπάδα από τον άνεμο
            πότε ανάβει και πότε ηρεμεί και πάλι.

iii.
            Σαν πίνουμε πιοτό μεθάμε και πια μυαλό δεν έχουμε,
            ενώ εμένα ο έρωτας με πύρινες (φωτιές) με έχει κατακάψει.


Πηγή

Νίκος Γκάτσος: Της μοναξιάς



Ἐσὺ βραδιά, ποὺ ἄπλωσες γύρω τὰ μαῦρα σου φτερά,
κι’ εἶσαι μονάχος σύντροφος στοῦ κήπου τὴ βεράντα,
ἔλα νὰ κλάψουμε μαζὶ τὰ νιᾶτα σὰν τὰ κρύα τὰ νερὰ
ποὺ εἶχα δικά μου κάποτες καὶ τἄχασα γιὰ πάντα!
Κι’ ἐσύ, φεγγάρι, ποὺ περνᾶς μέσα στὰ σύννεφα γοργά,
κι’ ὅλα τὰ λούζεις στὸ ἄϋλο φῶς καὶ στὰ ἀσημένια κάλλη
Κάποιας ζωῆς ἀπόκοσμης, τώρα, ποὺ ἡ νύχτα ἀναριγᾶ,
πές μου, φεγγάρι, τὰ παλιὰ δὲ θὰ ξανάρθουν πάλι;
Γύρω τριγύρω μου ἐρημιά… Σὲ νιώθω, τῆς ψυχῆς μου καημέ,
τόσο, ποὺ μέσα στὴ ζωὴ δὲ σ’ ἔνιωσα ποτέ μου!…
Εἶσαι μιὰ θλίψη ὁλότρεμη καὶ μιὰ πικρὴ λαχτάρα, –ὠϊμέ!–
σὰ σιγανὸ μὲς στὰ κλαριὰ ψιθύρισμα τοῦ ἀνέμου…
Τίποτα! Μόνο ἐρείπια μιανῆς χαρᾶς πολὺ γοργῆς
κι’ ἕνα τραγοῦδι μακρυνὸ στῆς νύχτας τὸ μυστήριο…
Καὶ συλλογιέμαι, τί μπορεῖ ἄλλο σ’ αὐτὴ τὴ μάταιη γῆς
ἔτσι βαθιά μου ν’ ἀντηχεῖ, –σαν πένθιμο ἐμβατήριο!


ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 119-120, 1 & 15 Δεκ. 1931, σελ. 1255.


Μανόλης Αναγνωστάκης: Άρχισε μια σιγανή βροχή…



Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδι.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι
    αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα  
    πράγματα
—Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν
    ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο
    σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για
    σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση
    μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.



ΠΗΓΗ

Μιχάλης Γκανάς: Τα χέρια



“Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.”


(Από το βιβλίο “Γυναικών – μικρές και πολύ μικρές ιστορίες, εκδ. Μελάνι”)
Πηγή

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Ο (Απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Καὶ ἀφοῦ τους πάλους διάβηκαν καὶ τὸ χαντάκι ὀπίσω
φεύγοντας κι ἔστρωσαν πολλοὺς τῶν Δαναῶν οἱ λόγχες,
σιμὰ στ’ ἁμάξια στάθηκαν τοῦ φόβου κερωμένοι,
καὶ ὁ Ζεὺς ἀπὸ τὲς ἀγκαλιὲς ἐξύπνησε τῆς Ἥρας
τῆς Ἴδης εἰς τὲς κορυφές· τινάχθη, ἐστάθη κι εἶδε
τοὺς Ἀχαιοὺς κατάποδα νὰ κυνηγοῦν τοὺς Τρῶας.
Κι ἐκεῖ μέσα στὸν πόλεμον τὸν μέγαν Ποσειδώνα˙
μακρὰν τὸν Ἕκτορα χαμαί, στὰ πόδια τῶν συντρόφων,
ποὺ μὲ στυμμένην τὴν ψυχὴν λαχάνιαζε κι ἐξέρνα
αἷμα, τὶ δὲν τὸν κτύπησε τῶν Ἀχαιῶν ἡρώων        10
ὁ ὕστερος· καὶ τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων ὁ πατέρας
τὸν εἶδε, τὸν λυπήθηκε, καὶ μ’ ἄγριο βλέμμα ἐστράφη
στὴν Ἥραν, κι εἶπεν: «Ὦ σκληρή, ἀδάμαστη, τὸ βλέπω
δόλος δικός σου πονηρὸς τὸν Ἕκτορα τὸν θεῖον
ἀπόκοψε ἀπ’ τὸν πόλεμον κι ἐσκόρπισε τοὺς Τρῶας.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Ξ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Τὴν χλαλοὴν αὔτιασ’ εὐθύς, ἂν κι ἔπινεν, ὁ Νέστωρ,
κι εἶπε μὲ λόγια φτερωτὰ πρὸς τὸν Ἀσκληπιάδην:
«Θεῖε Μαχάον, νόησε ποὺ αὐτὰ θ’ ἀποτελέσουν·
τῶν ἀνδρειωμένων ἡ βοὴ πληθαίνει ἐκεῖ στὰ πλοῖα.
Ἀλλὰ σὺ μεῖνε, φλογερὸ κρασὶ κάθου καὶ πίνε,
ὡς νὰ θερμάννη τὰ λουτρὰ ἡ εὔμορφη ῾Εκαμήδη
ἀπ’ τὰ πηγμένα αἵματα νὰ λούση τὸ κορμί σου.
Κι ἐγὼ θὰ ἔβγω, ἀπὸ ψηλὰ νὰ μάθ’ ὅ,τι συμβαίνει».
Εἶπε καὶ τὴν περίλαμπρην ἐφόρεσεν ἀσπίδα,
ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴν σκηνὴν ὁ ἀνδρεῖος Θρασυμήδης,        10
υἱός του, κι εἶχε πάρει αὐτὸς ἐκείνην τοῦ πατρός του·
πῆρε κοντάρι δυνατὸ μ’ ἀκονισμένην λόγχην,
κι ἔξωθ’ ἐστάθη τῆς σκηνῆς καὶ ἄχαρον εἶδεν ἔργον,
τοὺς Ἀχαιοὺς εἰς ταραχον, τοὺς ἀποτόλμους Τρῶας
ὀπίσω νὰ τοὺς κυνηγοῦν, ρέπια τὸ τεῖχος ὅλο.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Ν (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Καὶ ὁ Ζεύς, ἀφοῦ τὸν ῞Εκτορα στὰ πλοῖα καὶ τοὺς Τρῶας
ἐσίμωσε, τοὺς ἄφησε νά ᾽χουν πολέμου ἀγώνα
ἀδιάκοπον κι ἐγύριζε τὰ φωτερά του μάτια
στὴν γῆν τῶν ἱππικῶν Θρακῶν καὶ τῶν Μυσῶν ἀνδρείων,
ὅπου οἱ λαμπροί ᾽ναι ῾Ιππημολγοί, θνητοὶ γαλατοφάγοι,
καὶ ὁ δικαιότατος λαὸς τῶν σεβαστῶν Ἀβίων·
οὐδὲ στὴν Τροίαν ἔστρεφε τὰ φωτερά του μάτια,
ὅτι δὲν ἔλπιζε ποτὲ κανεὶς τῶν ἀθανάτων
νὰ κατεβῆ συμβοηθὸς τῶν Ἀχαιῶν ἢ Τρώων.

Όμηρος: Ιλιάδα - ραψωδία Μ (απόδοση: Ι.Πολυλάς)



Αὐτοῦ θεράπευε ὁ λαμπρὸς υἱὸς τοῦ Μενοιτίου
τοῦ Εὐρυπύλου τὴν πληγήν˙ ὡστόσο ἐπολεμοῦσαν
Τρῶες καὶ Ἀργεῖοι σύσσωμοι· μηδ’ ἔμελλε τὸ τεῖχος
τὸ μέγα μηδὲ ὁ χάντακας φραγμὸς δι’ αὐτοὺς νὰ εἶναι,
ποὺ ἔκτισαν οἱ Δαναοὶ προφυλακὴν τῶν πλοίων,
χωρὶς νὰ δώσουν τῶν θεῶν ἐξαίσιες ἑκατόμβες·
καὶ τὰ πολλά τους λάφυρα νὰ κλείση καὶ τὰ πλοῖα
τὸ ἔκτισαν· ἀλλ’ ἄβουλα τῶν ἀθανάτων ὅλων·
ὅθεν πολὺν δὲν ἔμεινε καιρὸν ὁρθὸ τὸ κτίσμα.

Όταν ο Σταύρος Ξαρχάκος συναντάει το Μάρκο Βαμβακάρη: Μάρκος ο δάσκαλός μας






















ΜΑΡΚΟΣ Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΜΑΣ*
1968

Μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης
Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης (όλα εκτός από ), Γιώργος Φωτίδας (08)
Ενορχήστρωση: Σταύρος Ξαρχάκος
Εξώφυλλο: Γιάννης Τσαρούχης
Τραγουδάνε οι Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Γιώργος Ζαμπέτας, Γιώτα Λύδια, Βίκυ Μοσχολιού και ο Σταμάτης Κόκοτας

01. ΦΡΑΓΚΟΣΥΡΙΑΝΗ - Γρηγόρης Μπιθικώτσης 00:00
02. ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ - Γρηγόρης Μπιθικώτσης 02:58
03. ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ - Γιώτα Λύδια 05:16
04. ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΧΕΡΙΑ ΠΗΡΑΝΕ - Γρηγόρης Μπιθικώτσης 08:14
05. Σ' ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΝ ΚΑΚΟ - Βίκυ Μοσχολιού 11:38
06. ΗΘΕΛΑ ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΗΡΑΚΛΗΣ (Ήμουνα μάγκας μια φορά) - Γιώργος Ζαμπέτας 14:52
07. ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΑΝΗ - Βίκυ Μοσχολιού 17:45
08. ΦΟΡΑΣ ΒΟΥΣΤΑΝΙ ΒΥΣΣΙΝΙ - Σταμάτης Κόκοτας 19:56
09. ΑΝΤΙΛΑΛΟΥΝ ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ - Γρηγόρης Μπιθικώτσης 22:42
10. ΣΟΥ 'ΔΩΣΑ ΔΙΑΖΥΓΙΟ - Γιώργος Ζαμπέτας 25:53
11. Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ - Γρηγόρης Μπιθικώτσης 29:08
12. ΝΑ Μ' ΑΞΙΩΣΕΙ Ο ΘΕΟΣ - Γιώργος Ζαμπέτας 33:20
________________________________________­______
* : Πολλές εκτελέσεις του δίσκου είναι σχετικά άγνωστες σήμερα (λ.χ. οι β' εκτελέσεις με τον Μπιθικώτση, που ο ίδιος είχε επανεκτελέσει τα ίδια τραγούδια παλιότερα με μεγάλη επιτυχία κλπ).

Αντρέας Πανάτος: Ιστορίες του νερού




Από τη Νέα Εποχή, 1991, τ. 210, σσ 15-16

Πριν γνωρίσω τη θάλασσα γνώρισα τ' αυλάκι κάτω από το σπίτι μας και το ποτάμι, τον Καρκώτη, στο βάθος της κοιλάδας της Σολέας.

Τ' αυλάκι, ή καλύτερα το νερό του, συνόδευε τον παιδικό μας ύπνο με το γλουγλούκισμά του. Χρόνια αργότερο διάβασα πως το τρεχούμενο νερό είναι μια παραμυθία, και το θυμήθηκα αυτό ξανά στη Σκωτία παρακολουθώντας το σκοτεινό ρέμα στο πεδίο της μάχης όπου πεντακόσιοι Μακτόναλτ κι άλλοι τόσοι Κάμπελ υπερασπίστηκαν την τιμή της φυλής τους. Σφάζονταν απ' το πρωί μέχρι το βράδυ.

Νικητές οι Μακτόναλτ. Τέσσερις απ' αυτούς έμειναν όρθιοι ενώ οι υπόλοιποι σύντροφοι τους κι όλοι οι αντίπαλοι τους κείτονταν σφαγμένοι στο χώμα με τα «κλεϊμόρ», τα κοντά σκωτσέζικα σπαθιά.

Από τότε έτρεξε πολύ νερό στ' αυλάκι, και πολύ αίμα, για την τιμή της φυλής, της πατρίδας, της θρησκείας, σ' όλο τον κόσμο. Πάντα υπάρχει μια αφορμή για να σφάζονται οι άνθρωποι.

Και το νερό σε μας είναι λιγοστό. Άλλο τίποτε δεν κάνουμε παρά να σηκώνουμε τα μάτια στον ουρανό και να παρακαλούμε: «Βρέξε θεέ». Κι όταν βρέξει πάντα θα βρεθούν κάποιοι δράκοι να το οικειοποιηθούν. Κι άντε να τρέξεις τώρα να βρεις Άι-Γιώργηδες να το λευτερώσεις και Κωσταντάδες να το διαφεντέψεις.

Γεώργιος Βιζυηνός: Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως



"Rio Grande" ὠνομάζετο τὸ ἀτμόπλοιον, καὶ τὸ ὄνομα ἥρμοζεν εἰς τὸ πρᾶγμα, διότι ἦτο ἀληθῶς μέγα πλοῖον, τὸ μεγαλήτερον τῆς ἑταιρίας. Εἶχε φθάσει ἀργότερον τοῦ δέοντος εἰς Πειραιᾶ, καὶ ὁ ἥλιος ἀνέτειλε πολὺ πρὶν παραλάβῃ τοὺς ἐξ Ἑλλάδος ἐπιβάτας, ἐνῷ, κατὰ τὸ δρομολόγιόν του, ὤφειλε νὰ καταλίπῃ τὸν λιμένα δύο ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
Ἀνήκων εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν τὰ ἔχουν καλὰ μὲ τὴν θάλασσαν, ὅταν ἔθεσα τὸν πόδα ἐπὶ τοῦ καταστρώματος τοῦ κολοσσοῦ ἐκείνου ᾐσθάνθην ἓν εἶδος ἀφοβίας πρὸς τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον, πολὺ ὁμοίας μὲ τὴν αὐθάδειαν τοῦ μυθολογουμένου ἐριφίου, εἰς τὰς λοιδορίας τοῦ ὁποίου, ὡς γνωστόν, ὁ λύκος ἀπήντησε τὸ «οὐ σὺ μὲ λοιδορεῖς, ἀλλ' ὁ τόπος».
Ἡ θάλασσα, ἀξιοπρεπεστέρα τοῦ λύκου, οὐδ' ἐσημείωσε κἄν τὴν ἀλαζονείαν μου. Ἐν τούτοις ἐγὼ τὴν σιωπὴν αὐτῆς δὲν τὴν ἀπέδωκα εἰς τὴν ἀκαταδεξίαν, ἀλλ' εἰς τὴν ἀδυναμίαν της. Τὰ ἀτρεμοῦντα ὕδατα τοῦ λιμένος μοὶ ἐφαίνοντο ἀπολέσαντα τὴν εὐκινησίαν αὐτῶν μόνο καὶ μόνον ὡς ἐκ τοῦ τεραστίου βάρους τοῦ καταπιέζοντος τὰ στήθη των. Καί, μετ' ἀκραδάντου πεποιθήσεως περὶ εὐπλοΐας, ἔβλεπον ἐναλλὰξ τὸ "Rio Grande" κολακευτικῶς, καὶ προκλητικῶς τὰ κύματα. −Ἄ! ἔλεγον πρὸς αὐτὰ ἐν τῷ νῷ μου. Αὐτὸν ἐδῶ τὸν φίλον δὲν θὰ μοῦ τὸν παίξετε εἰς τὰ δάκτυλά σας, καθὼς τὰ ἀτμοκίνητα τοῦ Γύρου. − Καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἤρχισα νὰ βηματίζω στερρῷ τῷ ποδὶ κατὰ μῆκος τοῦ καταστρώματος.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ αυτοβιογραφούμενη



Γεννήθηκα στα Εξάρχεια, Μεταξά και Μεσολογγίου. Και να που με τα χρόνια πάλι εδώ επέστρεψα, ψηλά στην Ασκληπιού όπου ζω τώρα. Τα θυμάμαι, όταν ήμουν κορίτσι, ως μία πολύ συμπαθητική γειτονιά του κέντρου, όπου έμεναν αρκετοί φοιτητές, καλλιτέχνες, άνθρωποι των γραμμάτων κ.λπ., απλοί, φιλικοί, δίχως την κολωνακιώτικη υπεροψία που παραμόνευε λίγα στενά παραπάνω. Τώρα, πια, βέβαια είναι μια περιοχή «καταραμένη», όπως και όλο το παλιό αθηναϊκό κέντρο θαρρώ. Δεν κυκλοφορώ πλέον για να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασιν που λένε, αλλά δεν θέλει και πολύ, το «πιάνεις» στον αέρα, ακόμα και από το μπαλκόνι σου.

Μιχάλης Κατσαρός: Κατὰ Σαδδουκαίων



Πλῆθος Σαδδουκαίων
Ῥωμαίων ὑπαλλήλων
μάντεις καὶ ἀστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος ἐξ Ἐφέσου)
περιστοιχίζουν τὸν Αὐτοκράτορα.

Κραυγὲς ἀπ᾿ τὸν προνάρθηκα τοῦ Ναοῦ.
Ἀπ᾿ τὴ φατρία τῶν Ἐβιονιτῶν κραυγές:
Ὁ ψευδο-Μάρκελος νὰ παριστάνει τὸ Χριστό.
Διδάσκετε τὴν ἐπανάστασιν Κατὰ τοῦ πρίγκιπος
Οἱ Χριστιανοὶ νἄχουνε δούλους Χριστιανούς.

Ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Ναοῦ νὰ ἐκλείψει.
Ἐγὼ ἀπέναντί σας ἕνας μάρτυρας
ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε
τόσους αἰῶνες.

Τοὺς ὕπατους ἐγὼ ἀνάδειξα στὶς συνελεύσεις
κι αὐτοὶ κληρονομήσανε τὰ δικαιώματα
φορέσαν πορφυροῦν ἀτίθασον ἔνδυμα
σανδάλια μεταξωτὰ ἢ πανοπλία-
ἐξακοντίζουν τὰ βέλη τους ἐναντίον μου-
ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε
τόσους αἰῶνες.

Τοὺς ἄλλους ἀπ᾿ τὴν πέτρα καὶ τὸ τεῖχος μου
καθὼς νερὸ πηγῆς τοὺς εἶχα φέρει
ἡ θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ᾿ ἄλογά τους ἀπ᾿ τὸν κάμπο μου.
δὲ μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ δῶ τὸν Αὐτοκράτορα
τοὺς ὕπατους δὲν ἄφηναν νὰ πλησιάσω
σὲ μυστικὰ συμπόσια καὶ ἔνδοξα
τὴ θέλησή μου τὴν καταπατήσανε
τόσους αἰῶνες.

Τώρα κι ἐγὼ ὑποψιάζομαι
ὅλο τὸ πλῆθος τῶν αὐλοκολάκων
ὅλους τοὺς ταπεινοὺς γραμματικοὺς
τοὺς βραβευμένους μὲ χρυσὰ παράσημα
λεγεωνάριους καὶ στρατηλάτες
ὑποψιάζομαι τὶς αὐλητρίδες τὴ γιορτὴ
ὅλους τοὺς λόγους καὶ προπόσεις
αὐτοὺς ποὺ παριστάνουνε τοὺς ἐθνικοὺς
τὸν πορφυροῦν χιτώνα τοῦ πρίγκιπος
τοὺς συμβουλάτορες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς
ὑποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θὰ ρεύσει πολὺ αἷμα
νύχτα θὰ ἐγκαταστήσουν τὴ βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες μὲ νέους στεφάνους
οἱ πονηροὶ ρωμαῖοι ὑπάλληλοι τοῦ

*τοῦ αὐτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφὰ νὰ παραδώσουν
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ καὶ τὴν
ὑπόκλισή τους.

Ἐγὼ πάλι μέσα στὸ πλῆθος διακλαδίζομαι
ἡ θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στὸ πλῆθος
μαζεύω τοὺς σκόρπιους σπόρους μου
γιὰ τὴν καινούρια μακρινή μου ἀνάσταση
μαζεύω.



Влади́мир Маяко́вский (Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι): Με όλη μου τη φωνή



Στίχοι: Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι - απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
1η εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Καντάτα για τη Μακρόνησο




Μεις, με τη δόξα, θα λογαριαστούμε αλλιώς –
δικιά μας δα κι αυτή έχει λάχει –
ας γίνει για όλους μας ένα μνημείο κοινό
ο σοσιαλισμός
που εδραιώσαμε στη μάχη.
Απόγονοι,
ελέγξετε καλά τα λεξικά σας:
μες απ' τη Λήθη
θ' αναδυθούν
φάσματα λέξεις σαν αυτές:
«πορνεία»,
«φυματίωση»,
«αποκλεισμός», όχι άλλες.
Για σας,
τους σβέλτους
και γερούς, για δες,
ο ποιητής
έγλειψε με τη γλώσσα των πλακάτ
τις φθισικές ροχάλες.
Όσο μακραίνει
των χρόνων η ουρά,
τόσο θα μοιάζω
με τ’ απολιθωμένα εκείνα τέρατα.
Άντε, λοιπόν, συντρόφι,
να τη διαβούμε πιο γοργά
όση ζωή μας μένει
με πεντάχρονα.
Τα γραφτά μου
κέρδος δε μου 'φεραν
ούτε ένα ρούβλι για μισό,
ούτε, βεβαίως, από μαόνι
έπιπλα λεία,
κι εξόν από φρεσκοπλυμένο
ένα πουκάμισο,
λόγω τιμής
δεν έχω τίποτ' άλλο χρεία.
Όταν θα παρουσιαστώ
στου φωτεινού σας
μέλλοντος
την κεντρική επιτροπή
θα’ ρθω, πάνω απ’ τη συμμορία της ποίησης
των πλεονεχτών και σαλταδόρων,
σείων
σα μπολσεβίκικη ταυτότητα
κομματική,
τους εκατό τόμους μαζί
όλως μου των
κομματικών βιβλίων.


Ηλίας Λυμπερόπουλος: Σου 'στρωσα κιλίμι



Στίχοι: Ηλίας Λυμπερόπουλος
Μουσική: Γιώργος Κατσαρός
1η εκτέλεση: Χριστιάνα
Δίσκος: Ο δρόμος για τα Κύθηρα (1973)



Σαν ήρθες στο καλύβι μου,
αγαπημένε ξένε,
ποιος είσαι δε σε ρώτησα,
ξένε μου πικραμένε

Ζεστό φαϊ σε τάιζα,
γλυκό κρασί σε πότιζα,
ποιος είσαι δε σε ρώτησα,
χαμένε αγαπημένε

Σου 'στρωσα κιλίμι της νεροτριβής,
σου 'στρωσα σεντόνι άσπρο της αυγής,
να γείρεις να ξεκουραστείς
Σου 'στρωσα κιλίμι της νεροτριβής,
σου 'στρωσα σεντόνι άσπρο της αυγής,
να γείρεις να ξεκουραστείς

Στον ύπνο μου, στον ξύπνιο μου,
να 'ρθεις παρακαλούσα,
θάλασσα, πικροθάλασσα
και πικροκυματούσσα

Κι αν στα φιλιά σου χάθηκα
και τη ζωή μου χάλασα,
θάλασσα, πικροθάλασσα,
πάλι θα σ' αγαπούσα

Σου 'στρωσα κιλίμι της νεροτριβής,
σου 'στρωσα σεντόνι άσπρο της αυγής,
να γείρεις να ξεκουραστείς
Σου 'στρωσα κιλίμι της νεροτριβής,
σου 'στρωσα σεντόνι άσπρο της αυγής,
να γείρεις να ξεκουραστείς

Λίνα Νικολακοπούλου: Τα Καρέλια



Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας
1η εκτέλεση: Χάρις Αλεξίου
Δίσκος: Δι' ευχών (1992)


Κάπνιζες Καρέλια στη σκάλα,
σήμερα θυμήθηκα κι άλλα:
να σ' ενοχλεί που 'χα γίνει σκιά σου,
τότε που η δική μου ευτυχία
ήταν η δικιά σου δυστυχία
κι απ' το ριγμένο μαντήλι
που 'χα στα μαλλιά
Με έπνιγαν, αγάπη μου, οι φίλοι,
φίλοι απ’ τη δουλειά,
με έκριναν παλιά τα δυο σου χείλη

Θυμάμαι
τίποτα δεν άξιζε να πάμε,
τίποτα απ' τα πράγματα που τώρα
με έκανε η ζωή να μπορώ
να τα λέω για δώρα

Θυμάσαι
-ώρα σου καλή, όπου και να 'σαι-
τίποτα δεν βρήκαμε ν' αξίζει,
κι άφησε τη μνήμη ο καιρός
να το συνεχίζει...

Θυμάμαι...

Το άσπρο κεντημένο σεντόνι
έγινε πανί για τη σκόνη
κι από τον καινούριο καθρέφτη,
που 'χω φέρει εδώ,
θα έβλεπες τον ήλιο να πέφτει,
όπως βλέπω εγώ
το παλιό μου εγώ
να λέει στο φταίχτη

Θυμάμαι
τίποτα δεν άξιζε να πάμε,
τίποτα απ' τα πράγματα που τώρα
με έκανε η ζωή να μπορώ
να τα λέω για δώρα

Θυμάσαι
-ώρα σου καλή, όπου και να 'σαι-
τίποτα δεν βρήκαμε ν' αξίζει,
κι άφησε τη μνήμη ο καιρός
να το συνεχίζει...

Θυμάσαι... Θυμάσαι...